01 Ιανουαρίου 1822: Η Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου.
Στην Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου καθορίστηκαν τα χρώματα της Ελληνικής Σημαίας.

Την 1 Ιανουαρίου 1822, ψηφίστηκε από την Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου το πρώτο Ελληνικό Σύνταγμα. Μεταξύ άλλων, καθορίστηκε το γαλάζιο και το λευκό ως τα χρώματα της Ελληνικής σημαίας.
Το Ελληνικό «εθνικό σημείο» (η Ελληνική Σημαία) προβλέφθηκε από το Προσωρινό Πολίτευμα της Ελλάδος (Σύνταγμα της Επιδαύρου της 1ης Ιανουαρίου 1822) και καθορίστηκε με διάταγμα στις 15 Μαρτίου του ίδιου έτους. Τα γνωρίσματά του ήταν το κυανό και λευκό χρώμα και το κυκλικό σχήμα. Το Ελληνικό εθνόσημο υπέστη πολλές, μέχρι σήμερα, μεταβολές στο σχήμα και στις παραστάσεις μετά την πρώτη καθιέρωσή του, κυρίως εξαιτίας των πολιτειακών μεταβολών.
Το πρώτο Ελληνικό εθνόσημο έφερε έμβλημα την Αθηνά και την κουκουβάγια και μετά την άφιξη του Καποδίστρια προσετέθη και ο φοίνικας σαν σύμβολο αναγέννησης. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Όθωνα, το βασιλικό έμβλημα, με τα δυο στεφανωμένα λιοντάρια που κρατούσαν το θυρεό με το βασιλικό στέμμα, έγινε το εθνόσημο του κράτους. Το βαυαρικό έμβλημα αντικαταστάθηκε από μια απλή μορφή λευκού σταυρού πάνω σε γαλάζιο πλαίσιο, με στέμμα μετά την άφιξη του Γεωργίου του Α΄. Μετά την ανακήρυξη της δημοκρατίας το 1924 το εθνόσημο είχε απλή μορφή λευκού σταυρού πάνω σε γαλάζιο πλαίσιο. Το δανικό έμβλημα επανήλθε με την επαναφορά της βασιλείας μέχρι το 1967.Το εθνόσημο του 1975 ορίστηκε με τον Νόμο 48 (ΦΕΚ Α΄ 108/7.6.1975) και σχεδιάστηκε από τον χαράκτη Κώστα Γραμματόπουλο.
06 Ιανουαρίου 1828: Η άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο
Ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδος μετά την Ελληνική Επανάσταση, Ιωάννης Καποδίστριας, αφίχθη στη τότε πρωτεύουσα του Ελληνικού κράτους, Ναύπλιο.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας έφτασε στο Ναύπλιο στις 06 Ιανουαρίου του 1828 για να αναλάβει τη διακυβέρνηση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Οι Έλληνες τον υποδέχτηκαν στην πρώτη πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους με πολλές τιμές και μεγάλο ενθουσιασμό.
Η χώρα όμως που μόλις είχε βγει από μακροχρόνια επανάσταση όπως ήταν φυσικό βρισκόταν σε αποδιοργάνωση και αναρχία. Ο Καποδίστριας κατέβαλε τεράστιες προσπάθειες για τη συγκρότηση του κράτους και την αποκατάσταση της τάξεως. Από τα πρώτα του έργα ήταν η καταδίωξη των πειρατών του Αιγαίου, που ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάπτυξη εμπορικών σχέσεων μεταξύ των Ελλήνων και των άλλων ευρωπαϊων, η ίδρυση της Σχολής των Ευελπίδων, η απογραφή του πληθυσμού, η διαίρεση της Πελοποννήσου σε 9 νομούς και η παραχώρηση του δικαιώματος ψήφου στους άνδρες πάνω από 25 χρονών.
The Hellenic National Anthem.

A translation in English
by Rudyard Kipling in 1918.

We knew thee of old,
oh, divinely restored,
by the lights of thine eyes
and the light of thy Sword.
From the graves of our slain
shall thy valour prevail
as we greet thee again-
Hail, Liberty! Hail!
Long time didst thou dwell
mid the peoples that mourn,
awaiting some voice
that should bid thee return.
Ah, slow broke that day
and no man dared call,
for the shadow of tyranny
lay over all:
And we saw thee sad-eyed,
the tears on thy cheeks
while thy raiment was dyed
in the blood of the Greeks.
Yet, behold now thy sons
with impetuous breath
go forth to the fight
seeking Freedom or Death.
From the graves of our slain
shall thy valour prevail
as we greet thee again-
Hail, Liberty! Hail!
Διονύσιος Σολωμός – Ὁ Ὕμνος εἰς τὴν Ἐλευθερίαν

158 στροφὲς συνθέτουν τὸν Ὕμνο, ὅπου ἡ Ἐλευθερία ταυτίζεται μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Ἑλλάδα. Οἱ θεματικὲς ἑνότητες ποὺ περιλαμβάνονται στὰ ἐπιλεγμένα ἀποσπάσματα εἶναι ἡ ἀρχαία λαμπρότητα, τὰ δεινοπαθήματα τῆς σκλαβιᾶς, ἡ ἀπήχηση τοῦ ἀγῶνα, οἱ κορυφαῖες στιγμὲς τῆς Τριπολιτσᾶς καὶ τοῦ Μεσολογγίου, οἱ νικηφόρες μάχες στὴ θάλασσα καὶ τέλος ἡ σπαρακτικὴ ἔκκληση τῆς Ἐλευθερίας πρὸς τοὺς Ἕλληνες γιὰ ὁμόνοια καὶ ἀδερφοσύνη. Ὁ μεγάλος μουσουργὸς Νικόλαος Μάντζαρος, προσωπικὸς φίλος τοῦ ποιητῆ Σολωμοῦ, συνέθεσε μουσικὴ γιὰ 24 στροφές. Οἱ δυὸ πρῶτες νομοθετήθηκαν τὸ 1856 ὡς ὁ Ἐθνικὸς Ὕμνος τῆς Ἑλλάδας.

1
Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη
τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή,
σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψη,
ποῦ μὲ βία μετράει τὴ γῆ.
2
Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!
3
Ἐκεῖ μέσα ἐκατοικοῦσες
πικραμένη, ἐντροπαλή,
κι ἕνα στόμα ἀκαρτεροῦσες,
«ἔλα πάλι», νὰ σοῦ πῇ.
4
Ἄργειε νά ῾λθη ἐκείνη ἡ μέρα
κι ἦταν ὅλα σιωπηλά,
γιατὶ τά ῾σκιαζε ἡ φοβέρα
καὶ τὰ πλάκωνε ἡ σκλαβιά.
5
Δυστυχής! Παρηγορία
μόνη σου ἔμεινε νὰ λὲς
περασμένα μεγαλεῖα
καὶ διηγώντας τα νὰ κλαῖς.
6
Καὶ ἀκαρτέρει, καὶ ἀκαρτέρει
φιλελεύθερη λαλιά,
ἕνα ἐκτύπαε τ᾿ ἄλλο χέρι
ἀπὸ τὴν ἀπελπισιά,
7
κι ἔλεες «πότε, ἅ! πότε βγάνω
τὸ κεφάλι ἀπὸ τς ἐρμιές;»
Καὶ ἀποκρίνοντο ἀπὸ πάνω
κλάψες, ἅλυσες, φωνές.
8
Τότε ἐσήκωνες τὸ βλέμμα
μὲς στὰ κλάιματα θολό,
καὶ εἰς τὸ ροῦχο σου ἔσταζ᾿ αἷμα
πλῆθος αἷμα ἑλληνικό.
9
Μὲ τὰ ροῦχα αἱματωμένα
ξέρω ὅτι ἔβγαινες κρυφὰ
νὰ γυρεύῃς εἰς τὰ ξένα
ἄλλα χέρια δυνατά.
10
Μοναχὴ τὸ δρόμο ἐπῆρες,
ἐξανάλθες μοναχή,
δὲν εἶν᾿ εὔκολες οἱ θύρες,
ἐὰν ἡ χρεία τὲς κουρταλῆ.
11
Ἄλλος σου ἔκλαψε εἰς τὰ στήθια
ἀλλ᾿ ἀνάσασιν καμιὰ
ἄλλος σοῦ ἔταξε βοήθεια
καὶ σὲ γέλασε φρικτά.
12
Ἄλλοι, ὀϊμέ! στὴ συμφορά σου,
ὅπου ἐχαίροντο πολύ,
«σύρε νά ῾βρης τὰ παιδιά σου,
σύρε», ἐλέγαν οἱ σκληροί.
13
Φεύγει ὀπίσω τὸ ποδάρι
καὶ ὁλογλήγορο πατεῖ
ἢ τὴν πέτρα ἢ τὸ χορτάρι
ποὺ τὴ δόξα σου ἐνθυμεῖ.
14
Ταπεινότατή σου γέρνει
ἡ τρισάθλια κεφαλή,
σὰν πτωχοῦ ποὺ θυροδέρνει
κι εἶναι βάρος του ἡ ζωή.
15
Ναί· ἀλλὰ τώρα ἀντιπαλεύει
κάθε τέκνο σου μὲ ὁρμή,
ποὺ ἀκατάπαυστα γυρεύει
ἢ τὴ νίκη ἢ τὴ θανή!
16
Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!
17
Μόλις εἶδε τὴν ὁρμή σου
ὁ οὐρανός, ποὺ γιὰ τ᾿ς ἐχθροὺς
εἰς τὴ γῆ τὴ μητρική σου
ἔτρεφ᾿ ἄνθια καὶ καρπούς,
18
ἐγαλήνευσε καὶ ἐχύθη
καταχθόνια μία βοὴ
καὶ τοῦ Ρήγα σου ἀπεκρίθη
πολεμόκραχτη ἡ φωνὴ1
19
ὅλοι οἱ τόποι σου σ᾿ ἐκράξαν
χαιρετώντας σε θερμά,
καὶ τὰ στόματα ἐφωνάξαν,
ὅσα αἰσθάνετο ἡ καρδιά.
20
Ἐφωνάξανε ὡς τ᾿ ἀστέρια
τοῦ Ἰονίου καὶ τὰ νησιά,
καὶ ἐσηκώσανε τὰ χέρια,
γιὰ νὰ δείξουνε χαρά,
21
μ᾿ ὅλον πού ῾ναι ἁλυσωμένο
τὸ καθένα τεχνικὰ
καὶ εἰς τὸ μέτωπο γραμμένο
ἔχει: ψεύτρα Ἐλευθεριά.
22
Γκαρδιακὰ χαροποιήθη
καὶ τοῦ Βάσιγκτον ἡ γῆ
καὶ τὰ σίδερα ἐνθυμήθη
ποῦ τὴν ἔδεναν κι αὐτή.
23
Ἀπ᾿ τὸν πύργο του φωνάζει,
σὰ νὰ λέῃ «σὲ χαιρετῶ»,
καὶ τὴ χήτη του τινάζει
τὸ Λεοντάρι τὸ Ἰσπανό.
24
Ἐλαφιάσθη τῆς Ἀγγλίας
τὸ θηρίο καὶ σέρνει εὐθὺς
κατὰ τ᾿ ἄκρα τῆς Ῥουσίας
τὰ μουγκρίσματα τ᾿ς ὀργῆς.
25
Εἰς τὸ κίνημά του δείχνει
πὼς τὰ μέλη εἶν᾿ δυνατὰ
καὶ στοῦ Αἰγαίου τὸ κῦμα ρίχνει
μία σπιθόβολη ματιά.
26
Σὲ ξανοίγει ἀπὸ τὰ νέφη
καὶ τὸ μάτι τοῦ Ἀετοῦ,
ποὺ φτερὰ καὶ νύχια θρέφει
μὲ τὰ σπλάχνα τοῦ Ἰταλοῦ·
27
καὶ σ᾿ ἐσὲ καταγειρμένος,
γιατὶ πάντα σὲ μισεῖ,
ἔκρωζ᾿, ἔκρωζε ὁ σκασμένος,
νὰ σὲ βλάψῃ, ἂν ἠμπορῇ.
28
Ἄλλο ἐσὺ δὲν συλλογιέσαι
πάρεξ ποὺ θὰ πρωτοπᾷς
δὲν μιλεῖς καὶ δὲν κουνιέσαι
στὲς βρισίες ὅπου ἀγρικᾷς·
29
σὰν τὸ βράχον ὅπου ἀφήνει
κάθε ἀκάθαρτο νερὸ
εἰς τὰ πόδια του νὰ χύνῃ
εὐκολόσβηστον ἀφρό,
30
ὅπου ἀφήνει ἀνεμοζάλη
καὶ χαλάζι καὶ βροχὴ
νὰ τοῦ δέρνουν τὴ μεγάλη,
τὴν αἰώνια κορυφή.
31
Δυστυχιά του, ὢ δυστυχιά του,
ὁποιανοῦ θέλει βρεθῆ
στὸ μαχαῖρι σου ἀποκάτου
καὶ σ᾿ ἐκεῖνο ἀντισταθῇ.
32
Τὸ θηρίο, π᾿ ἀνανογιέται
πῶς τοῦ λείπουν τὰ μικρά,
περιορίζεται, πετιέται,
αἷμα ἀνθρώπινο διψᾷ.
33
Τρέχει, τρέχει ὅλα τὰ δάση,
τὰ λαγκάδια, τὰ βουνά,
καὶ ὅπου φθάση, ὅπου περάσῃ
φρίκη, θάνατος, ἐρμιά·
34
ἐρμιά, θάνατος καὶ φρίκη,
ὅπου ἐπέρασες κι ἐσύ·
ξίφος ἔξω ἀπὸ τὴν θήκη
πλέον ἀνδρείαν σοῦ προξενεῖ.
35
Ἰδοὺ ἐμπρός σου ὁ τοῖχος στέκει
τῆς ἀθλίας Τριπολιτσᾶς·
τώρα τρόμου ἀστροπελέκι
νὰ τῆς ρίψῃς πιθυμᾶς.
36
Μεγαλόψυχο τὸ μάτι
δείχνει πάντα ὅπως νικεῖ,
καὶ ἂς εἶναι ἅρματα γεμάτη
καὶ πολέμιαν χλαλοή.
37
Σοὺ προβαίνουνε καὶ τρίζουν,
γιὰ νὰ ἰδῆς πὼς εἶν᾿ πολλὰ
δὲν ἀκοῦς ποὺ φοβερίζουν
ἄνδρες μύριοι καὶ παιδιά;2
38
Λίγα μάτια, λίγα στόματα
θὰ σᾶς μείνουνε ἀνοιχτά,
γιὰ νὰ κλαύσετε τὰ σώματα,
ποὺ θὲ ναὔρῃ ἡ συμφορά.
39
Κατεβαίνουνε, καὶ ἀνάφτει
τοῦ πολέμου ἀναλαμπή·
τὸ τουφέκι ἀνάβει, ἀστράφτει,
λάμπει, κόφτει τὸ σπαθί.
40
Γιατί ἡ μάχη ἐστάθη ὀλίγη;
λίγα τὰ αἵματα γιατί;
τὸν ἐχθρὸ θωρῶ νὰ φύγῃ
καὶ στὸ κάστρο ν᾿ ἀνεβῇ.3
41
Μέτρα! εἶν᾿ ἄπειροι οἱ φευγάτοι,
ὁποὺ φεύγοντας δειλιοῦν·
τὰ λαβώματα στὴν πλάτη
δέχοντ᾿, ὥστε ν᾿ ἀνεβοῦν.
42
Ἐκεῖ μέσα ἀκαρτερεῖτε
τὴν ἀφεύγατη φθορά·
νά, σᾶς φθάνει· ἀποκριθῆτε
στῆς νυκτὸς τὴ σκοτεινιά.4
43
Ἀποκρίνονται, καὶ ἡ μάχη
ἔτσι ἀρχίζει, ὅπου μακριὰ
ἀπὸ ράχη ἐκεῖ σὲ ράχη
ἀντιβούιζε φοβερά.
44
Ἀκούω κούφια τὰ τουφέκια,
ἀκούω σμίξιμο σπαθιῶν,
ἀκούω ξύλα, ἀκούω πελέκια,
ἀκούω τρίξιμο δοντιῶν.
45
Ἄ! τί νύκτα ἦταν ἐκείνη
ποὺ τὴν τρέμει ὁ λογισμός;
Ἄλλος ὕπνος δὲν ἐγίνη
πάρεξ θάνατου πικρός.
46
Τῆς σκηνῆς ἡ ὥρα, ὁ τόπος,
οἱ κραυγές, ἡ ταραχή,
ὁ σκληρόψυχος ὁ τρόπος
τοῦ πολέμου, καὶ οἱ καπνοί,
47
καὶ οἱ βροντές, καὶ τὸ σκοτάδι,
ὅπου ἀντίσκοφτε ἡ φωτιά,
ἐπαράσταιναν τὸν ᾅδη
ποῦ ἀκαρτέρειε τὰ σκυλιά·
48
τ᾿ ἀκαρτέρειε. ἐφαίνοντ᾿ ἴσκιοι
ἀναρίθμητοι γυμνοί,
κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
βρέφη ἀκόμη εἰς τὸ βυζί.
49
Ὅλη μαύρη μυρμηγκιάζει,
μαύρη ἡ ἐντάφια συντροφιά,
σὰν τὸ ροῦχο ὁποὺσκεπάζει
τὰ κρεββάτια τὰ στερνά.
50
Τόσοι, τόσοι ἀνταμωμένοι
ἐπετιοῦντο ἀπὸ τὴ γῆ,
ὅσοι εἶν᾿ ἄδικα σφαγμένοι
ἀπὸ τούρκικην ὀργή.
51
Τόσα πέφτουνε τὰ θέρι-
σμένα ἀστάχια εἰς τοὺς ἀγρούς·
σχεδὸν ὅλα ἐκειὰ τὰ μέρη
ἐσκεπάζοντο ἀπ᾿ αὐτούς.
52
Θαμποφέγγει κανέν᾿ ἄστρο,
καὶ ἀναδεύοντο μαζί,
ἀναβαίνοντας τὸ κάστρο
μὲ νεκρώσιμη σιωπή.
53
Ἔτσι χάμου εἰς τὴν πεδιάδα,
μὲς στὸ δάσος τὸ πυκνό,
ὅταν στέλνῃ μίαν ἀχνάδα
μισοφέγγαρο χλωμό,
54
ἐὰν οἱ ἄνεμοι μὲς στ᾿ ἄδεια
τὰ κλαδιὰ μουγκοφυσοῦν,
σειοῦνται, σειοῦνται τὰ μαυράδια,
ὅπου οἱ κλῶνοι ἀντικτυποῦν.
55
Μὲ τὰ μάτια τους γυρεύουν
ὅπου εἶν᾿ αἵματα πηχτά,
καὶ μὲς στ᾿ αἵματα χορεύουν
μὲ βρυχίσματα βραχνά,
56
καὶ χορεύοντας μανίζουν
εἰς τοὺς Ἕλληνας κοντά,
καὶ τὰ στήθια τους ἐγγίζουν
μὲ τὰ χέρια τὰ ψυχρά.
57
Ἐκειὸ τὸ ἔγγισμα πηγαίνει
βαθιὰ μὲς στὰ σωθικά,
ὅθεν ὅλη ἡ λύπη βγαίνει,
καὶ ἄκρα αἰσθάνονται ἀσπλαχνιά.
58
Τότε αὐξαίνει τοῦ πολέμου
ὁ χορὸς τρομακτικά,
σὰν τὸ σκόρπισμα τοῦ ἀνέμου
στοῦ πελάου τὴ μοναξιά.
59
Κτυποῦν ὅλοι ἀπάνου κάτου·
κάθε κτύπημα ποὺ ἐβγῇ
εἶναι κτύπημα θανάτου,
χωρὶς νὰ δευτερωθῇ.
60
Κάθε σῶμα ἱδρώνει, ρέει
λὲς καὶ ἐκεῖθεν ἡ ψυχὴ
ἀπ᾿ τὸ μῖσος ποὺ τὴν καίει
πολεμάει νὰ πεταχθῇ.
61
Τῆς καρδίας κτυπίες βροντᾶνε
μὲς στὰ στήθια τους ἀργά,
καὶ τὰ χέρια ὁποὺ χουμᾶνε
περισσότερο εἶν᾿ γοργά.
62
Οὐρανὸς γι᾿ αὐτοὺς δὲν εἶναι,
οὐδὲ πέλαο, οὐδὲ γῆ·
γι᾿ αὐτοὺς ὅλους τὸ πᾶν εἶναι
μαζωμένο ἀντάμα ἐκεῖ.
63
Τόση ἡ μάνητα καὶ ἡ ζάλη,
ποὺ στοχάζεσαι, μὴ πὼς
ἀπὸ μία μεριὰ καὶ ἀπ᾿ ἄλλη
δὲν μείνῃ ἕνας ζωντανός.
64
Κοίτα χέρια ἀπελπισμένα
πῶς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
χέρια, πόδια, κεφαλές,
65
καὶ παλάσκες καὶ σπαθία
μὲ ὁλοσκόρπιστα μυαλά,
καὶ μὲ ὁλόσχιστα κρανία
σωθικὰ λαχταριστά.
66
Προσοχὴ καμία δὲν κάνει
κανείς, ὄχι, εἰς τὴ σφαγὴ
πᾶνε πάντα ἐμπρός. Ὤ! φθάνει,
φθάνει ἕως πότε οἱ σκοτωμοί;
67
Ποῖος ἀφήνει ἐκεῖ τὸν τόπο,
πάρεξ ὅταν ξαπλωθῇ;
Δὲν αἰσθάνονται τὸν κόπο
καὶ λὲς κι εἶναι εἰς τὴν ἀρχή.
68
Ὀλιγόστευαν οἱ σκύλοι,
καὶ «Ἀλλά» ἐφώναζαν, «Ἀλλά»
καὶ τῶν χριστιανῶν τὰ χείλη
«φωτιά» ἐφώναζαν, «φωτιά».
69
Λεονταρόψυχα ἐκτυπιοῦντο,
πάντα ἐφώναζαν «φωτιά»,
καὶ οἱ μιαροὶ κατασκορπιοῦντο,
πάντα σκούζοντας «Ἀλλά».
70
Παντοῦ φόβος καὶ τρομάρα
καὶ φωνὲς καὶ στεναγμοί·
παντοῦ κλάψα, παντοῦ ἀντάρα,
καὶ παντοῦ ξεψυχισμοί.
71
Ἦταν τόσοι! πλέον τὸ βόλι
εἰς τ᾿ αὐτιὰ δὲν τοὺς λαλεῖ.
Ὅλοι χάμου ἐκείτοντ᾿ ὅλοι
εἰς τὴν τέταρτην αὐγή.
72
Σὰν ποτάμι τὸ αἷμα ἐγίνη
καὶ κυλάει στὴ λαγκαδιά,
καὶ τὸ ἀθῷο χόρτο πίνει
αἷμα ἀντὶς γιὰ τὴ δροσιά.
73
Τῆς αὐγῆς δροσάτο ἀέρι,
δὲν φυσᾷς τώρα ἐσὺ πλιὸ
στῶν ψευδόπιστων τὸ ἀστέρι5
φύσα, φύσα εἰς τὸ Σταυρό.
74
Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!
75
Τῆς Κορίνθου ἰδοὺ καὶ οἱ κάμποι
δὲν λάμπ᾿ ἥλιος μοναχὰ
εἰς τοὺς πλάτανους, δὲν λάμπει
εἰς τ᾿ ἀμπέλια, εἰς τὰ νερά·
76
εἰς τὸν ἥσυχον αἰθέρα
τώρα ἀθῴα δὲν ἀντηχεῖ
τὰ λαλήματα ἡ φλογέρα,
τὰ βελάσματα τὸ ἀρνί·
77
τρέχουν ἅρματα χιλιάδες
σὰν τὸ κῦμα εἰς τὸ γιαλὸ
ἀλλ᾿ οἱ ἀνδρεῖοι παλικαράδες
δὲν ψηφοῦν τὸν ἀριθμό.
78
Ὢ τρακόσιοι! σηκωθῆτε
καὶ ξανάλθετε σ᾿ ἐμᾶς·
τὰ παιδιά σας θέλ᾿ ἰδῆτε
πόσο μοιάζουνε μ᾿ ἐσᾶς.
79
Ὅλοι ἐκεῖνοι τὰ φοβοῦνται,
καὶ μὲ πάτημα τυφλὸ
εἰς τὴν Κόρινθο ἀποκλειοῦνται
κι ὅλοι χάνουνται ἀπ᾿ ἐδῶ.
80
Στέλνει ὁ ἄγγελος τοῦ ὀλέθρου
πεῖναν καὶ θανατικὸ
ποῦ σὲ σχῆμα ἑνὸς σκελέθρου
περπατοῦν ἀντάμα οἱ δυό·
81
καὶ πεσμένα εἰς τὰ χορτάρια
ἀπεθαίνανε παντοῦ
τὰ θλιμμένα ἀπομεινάρια
τῆς φυγῆς καὶ τοῦ χαμοῦ.
82
Καὶ ἐσὺ ἀθάνατη, ἐσὺ θεία,
ποῦ ὅ,τι θέλεις ἠμπορεῖς,
εἰς τὸν κάμπο, Ἐλευθερία,
ματωμένη περπατεῖς.
83
Στὴ σκιὰ χεροπιασμένες,6
στὴ σκιὰ βλέπω κι ἐγὼ
κρινοδάκτυλες παρθένες,
ὅπου κάνουνε χορό·
84
στὸ χορὸ γλυκογυρίζουν
ὡραία μάτια ἐρωτικά,
καὶ εἰς τὴν αὔρα κυματίζουν
μαῦρα, ὁλόχρυσα μαλλιά.
85
H ψυχή μου ἀναγαλλιάζει
πὼς ὁ κόρφος καθεμιᾶς
γλυκοβύζαστο ἑτοιμάζει
γάλα ἀνδρείας καὶ ἐλευθεριᾶς.
86
Μὲς στὰ χόρτα, τὰ λουλούδια,
τὸ ποτήρι δὲν βαστῶ·
φιλελεύθερα τραγούδια
σὰν τὸν Πίνδαρο ἐκφωνῶ.
87
Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!
88
Πῆγες εἰς τὸ Μεσολόγγι
τὴν ἡμέρα τοῦ Χριστοῦ,
μέρα ποὺ ἄνθισαν οἱ λόγγοι7
γιὰ τὸ τέκνο τοῦ Θεοῦ.
89
Σοὖλθε ἐμπρὸς λαμποκοπώντας
ἡ Θρησκεία μ᾿ ἕνα σταυρὸ
καὶ τὸ δάκτυλο κινώντας
ὅπου ἀνεῖ τὸν οὐρανό,
90
«σ᾿ αὐτό», ἐφώναξε, «τὸ χῶμα
στάσου ὁλόρθη, Ἐλευθεριά»·
καὶ φιλώντας σου τὸ στόμα
μπαίνει μὲς στὴν ἐκκλησιά.8
91
Εἰς τὴν τράπεζα σιμώνει,
καὶ τὸ σύγνεφο τὸ ἀχνὸ
γύρω γύρω της πυκνώνει
ποὺ σκορπάει τὸ θυμιατό.
92
Ἀγρικάει τὴν ψαλμῳδία
ὁποὺ ἐδίδαξεν αὐτή·
βλέπει τὴ φωταγωγία
στοὺς ἁγίους ἐμπρὸς χυτή.
93
Ποιοὶ εἶν᾿ αὐτοὶ ποὺ πλησιάζουν
μὲ πολλὴ ποδοβολή,
κι ἅρματ᾿, ἅρματα ταράζουν;
Ἐπετάχτηκες Ἐσύ.
94
Ἄ! τὸ φῶς, ποὺ σὲ στολίζει
σὰν ἡλίου φεγγοβολὴ
καὶ μακρόθεν σπινθηρίζει,
δὲν εἶναι, ὄχι, ἀπὸ τὴ γῆ·
95
λάμψιν ἔχει ὅλη φλογώδη
χεῖλος, μέτωπο, ὀφθαλμός·
φῶς τὸ χέρι, φῶς τὸ πόδι,
κι ὅλα γύρω σου εἶναι φῶς.
96
Τὸ σπαθί σου ἀντισηκώνεις,
τρία πατήματα πατᾷς,
σὰν τὸν πύργο μεγαλώνεις,
καὶ εἰς τὸ τέταρτο κτυπᾷς·
97
μὲ φωνὴ ποὺ καταπείθει
προχωρώντας ὁμιλεῖς·
«Σήμερ᾿, ἄπιστοι, ἐγεννήθη,
ναί, τοῦ κόσμου ὁ Λυτρωτής».
98
Αὐτὸς λέγει… «Ἀφοκρασθῆτε
Ἐγὼ εἶμ᾿ Ἄλφα, Ὠμέγα ἐγώ·9
πέστε, ποῦ θ᾿ ἀποκρυφθῆτε
ἐσεῖς ὅλοι, ἂν ὀργισθῶ;
99
»Φλόγα ἀκοίμητήν σας βρέχω,
ποὺ μ᾿ αὐτὴν ἂν συγκριθῇ
κείνη ἡ κάτω ὅπου σας ἔχω
σὰν δροσιὰ θέλει βρεθῇ.
100
»Κατατρώγει, ὡσὰν τὴ σχίζα,
τόπους ἄμετρα ὑψηλούς,
χῶρες, ὅρη ἀπὸ τὴ ρίζα,
ζῷα καὶ δένδρα καὶ θνητούς,
101
»καὶ τὸ πᾶν τὸ κατακαίει,
καὶ δὲν σῴζεται πνοή,
πάρεξ τοῦ ἀνέμου ποὺ πνέει
μὲς στὴ στάχτη τὴ λεπτή».
102
Κάποιος ἤθελε ἐρωτήσει:
τοῦ θυμοῦ του εἶσαι ἀδελφή;
Ποῖος εἶν᾿ ἄξιος νὰ νικήσῃ
ἢ μ᾿ ἐσὲ νὰ μετρηθῆ;
103
H γῆ αἰσθάνεται τὴν τόση
τοῦ χεριοῦ σου ἀνδραγαθιά,
ποὺ ὅλην θέλει θανατώσῃ
τὴ μισόχριστη σπορά.
104
Τὴν αἰσθάνονται, καὶ ἀφρίζουν
τὰ νερά, καὶ τ᾿ ἀγρικῶ
δυνατὰ νὰ μουρμουρίζουν
σὰν νὰ ρυάζετο θηριό.
105
Κακορίζικοι, ποὺ πάτε
τοῦ Ἀχελῴου μὲς στὴ ροή,10
καὶ πιδέξια πολεμᾶτε
ἀπὸ τὴν καταδρομὴ
106
ν᾿ ἀποφύγετε! τὸ κῦμα
ἔγινε ὅλο φουσκωτό·
ἐκεῖ εὐρήκατε τὸ μνῆμα
πρὶν νὰ εὐρῆτε ἀφανισμό.
107
Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει
κάθε λάρυγγας ἐχθροῦ,
καὶ τὸ ρεῦμα γαργαρίζει
τὲς βλασφήμιες τοῦ θυμοῦ.
108
Σφαλερὰ τετραποδίζουν
πλῆθος ἄλογα, καὶ ὀρθὰ
τρομασμένα χλιμιτρίζουν
καὶ πατοῦν εἰς τὰ κορμιά.
109
Ποῖος στὸν σύντροφον ἁπλώνει
χέρι, ὡσὰν νὰ βοηθηθῇ·
ποῖος τὴ σάρκα του δαγκώνει,
ὅσο ὅπου νὰ νεκρωθῇ·
110
κεφαλὲς ἀπελπισμένες
μὲ τὰ μάτια πεταχτά,
κατὰ τ᾿ ἄστρα σηκωμένες
γιὰ τὴν ὕστερη φορά.
111
Σβηέται -αὐξαίνοντας ἡ πρώτη
τοῦ Ἀχελῴου νεροσυρμή-
τὸ χλιμίτρισμα, καὶ οἱ κρότοι
καὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ γογγυσμοί.
112
Ἔτσι ν᾿ ἄκουα νὰ βουίξῃ
τὸν βαθὺν Ὠκεανό,
καὶ στὸ κῦμα του νὰ πνίξῃ
κάθε σπέρμα Ἀγαρηνό·
113
Καὶ ἐκεῖ ποὖναι ἡ Ἁγία Σοφία,
μὲς στοὺς λόφους τοὺς ἑπτά,
ὅλα τ᾿ ἄψυχα κορμία,
βραχοσύντριφτα, γυμνά,
114
σωριασμένα νὰ τὰ σπρώξῃ
ἡ κατάρα τοῦ Θεοῦ,
κι ἀπ᾿ ἐκεῖ νὰ τὰ μαζώξῃ
ὁ ἀδελφός του Φεγγαριοῦ.11
115
Κάθε πέτρα μνῆμα ἂς γένη,
καὶ ἡ Θρησκεία κι ἡ Ἐλευθεριὰ
μ᾿ ἀργοπάτημα ἂς πηγαίνῃ
μεταξύ τους, καὶ ἂς μετρᾷ.
116
Ἕνα λείψανο ἀνεβαίνει
τεντωτό, πιστομητό,
κι ἄλλο ξάφνου κατεβαίνει
καὶ δὲν φαίνεται καὶ πλιό.
117
Καὶ χειρότερα ἀγριεύει
καὶ φουσκώνει ὁ ποταμός·
πάντα πάντα περισσεύει
πολυφλοίσβισμα καὶ ἀφρός.
118
Ἄ! γιατί δὲν ἔχω τώρα
τὴ φωνὴ τοῦ Μωυσῆ;
Μεγαλόφωνα, τὴν ὥρα
ὅπου ἐσβηοῦντο οἱ μισητοί,
119
τὸν Θεὸν εὐχαριστοῦσε
στοῦ πελάου τὴ λύσσα ἐμπρός,
καὶ τὰ λόγια ἠχολογοῦσε
ἀναρίθμητος λαός·
120
ἀκλουθάει τὴν ἁρμονία
ἡ ἀδελφή του Ἀαρών,
ἡ προφήτισσα Μαρία,
μ᾿ ἕνα τύμπανο τερπνόν,12
121
καὶ πηδοῦν ὅλες οἱ κόρες
μὲ τς ἀγκάλες ἀνοικτές,
τραγουδώντας, ἀνθοφόρες,
μὲ τὰ τύμπανα κι ἐκειές.
122
Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη
τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή,
σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψη,
ποῦ μὲ βία μετράει τὴ γῆ.
123
Εἰς αὐτήν, εἶν᾿ ξακουσμένο,
δὲν νικιέσαι ἐσὺ ποτέ·
ὅμως, ὄχι, δὲν εἶν᾿ ξένο
καὶ τὸ πέλαγο γιὰ σέ.
124
Τὸ στοιχεῖον αὐτὸ ξαπλώνει
κύματ᾿ ἄπειρα εἰς τὴ γῆ,
μὲ τὰ ὁποῖα τὴν περιζώνει
κι εἶναι εἰκόνα σου λαμπρή.
125
Μὲ βρυχίσματα σαλεύει,
ποὺ τρομάζει ἡ ἀκοὴ
κάθε ξύλο κινδυνεύει
καὶ λιμιώνα ἀναζητεῖ.
126
Φαίνετ᾿ ἔπειτα ἡ γαλήνη
καὶ τὸ λάμψιμο τοῦ ἡλιοῦ,
καὶ τὰ χρώματα ἀναδίνει
τοῦ γλαυκότατου οὐρανοῦ.
127
Δὲν νικιέσαι, εἶν᾿ ξακουσμένο,
στὴν ξηρὰν ἐσὺ ποτὲ
ὅμως, ὄχι, δὲν εἶν᾿ ξένο
καὶ τὸ πέλαγο γιὰ σέ.
128
Περνοῦν ἄπειρα τὰ ξάρτια,
καὶ σὰν λόγγος στριμωχτὰ
τὰ τρεχούμενα κατάρτια,
τὰ ὁλοφούσκωτα πανιά.
129
Σὺ τὲς δύναμές σου σπρώχνεις,
καὶ ἀγκαλὰ δὲν εἶν᾿ πολλές,
πολεμώντας ἄλλα διώχνεις,
ἄλλα παίρνεις, ἄλλα καῖς
130
μὲ ἐπιθύμια νὰ τηράζῃς
δυὸ μεγάλα σὲ θωρῶ,13
καὶ θανάσιμον τινάζεις
ἐναντίον τους κεραυνό.
131
Πιάνει, αὐξαίνει, κοκκινίζει
καὶ σηκώνει μία βροντή,
καὶ τὸ πέλαο χρωματίζει
μὲ αἱματόχροη βαφή.
132
Πνίγοντ᾿ ὅλοι οἱ πολεμάρχοι
καὶ δὲν μνέσκει ἕνα κορμί·
χάρου, σκιὰ τοῦ Πατριάρχη,
ποῦ σ᾿ ἐπέταξεν ἐκεῖ.
133
Ἐκρυφόσμιγαν οἱ φίλοι
μὲ τ᾿ς ἐχθρούς τους τὴ Λαμπρή,
καὶ τοὺς ἔτρεμαν τὰ χείλη
δίνοντάς τα εἰς τὸ φιλί.
134
Κειὲς τὲς δάφνες ποὺ ἐσκορπίστε14
τώρα πλέον δὲν τὲς πατεῖ,
καὶ τὸ χέρι ὅπου ἐφιλῆστε
πλέον, ἅ! πλέον δὲν εὐλογεῖ.
135
Ὅλοι κλαῦστε· ἀποθαμένος
ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησιᾶς·
κλαῦστε, κλαῦστε κρεμασμένος
ὡσὰν νἄτανε φονιάς.
136
Ἔχει ὁλάνοιχτο τὸ στόμα
π᾿ ὦρες πρῶτα εἶχε γευθεῖ
τ᾿ Ἅγιον Αἷμα, τ᾿ Ἅγιον Σῶμα·
λὲς πὼς θενὰ ξαναβγῇ
137
ἡ κατάρα ποὺ εἶχε ἀφήσει
λίγο πρὶν νὰ ἀδικηθῇ
εἰς ὁποῖον δὲν πολεμήσῃ
καὶ ἠμπορεῖ νὰ πολεμῇ.
138
Τὴν ἀκούω, βροντάει, δὲν παύει
εἰς τὸ πέλαγο, εἰς τὴ γῆ,
καὶ μουγκρίζοντας ἀνάβει
τὴν αἰώνιαν ἀστραπή.
139
H καρδιὰ συχνοσπαράζει…
Πλὴν τί βλέπω; Σοβαρὰ
νὰ σωπάσω μὲ προστάζει
μὲ τὸ δάκτυλο ἡ θεά.
140
Κοιτάει γύρω εἰς τὴν Εὐρώπη
τρεῖς φορὲς μ᾿ ἀνησυχιά·
προσηλώνεται κατόπι
στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀρχινᾷ:
141
«Παλληκάρια μου! οἱ πολέμοι
γιὰ σᾶς ὅλοι εἶναι χαρά,
καὶ τὸ γόνα σας δὲν τρέμει
στοὺς κινδύνους ἐμπροστά.
142
»Ἀπ᾿ ἐσᾶς ἀπομακραίνει
κάθε δύναμη ἐχθρική·
ἀλλὰ ἀνίκητη μιὰ μένει
ποὺ τὲς δάφνες σας μαδεῖ.
143
»Μία, ποὺ ὅταν ὡσὰν λύκοι
ξαναρχόστενε ζεστοί,
κουρασμένοι ἀπὸ τὴ νίκη,
ἄχ! τὸν νοῦν σας τυραννεῖ.
144
»H Διχόνια, ποὺ βαστάει
ἕνα σκῆπτρο ἡ δολερὴ
καθενὸς χαμογελάει,
πάρ᾿ το, λέγοντας, κι ἐσύ.
145
»Κειὸ τὸ σκῆπτρο ποὺ σᾶς δείχνει,
ἔχει ἀλήθεια ὡραῖα θωριά·
μὴν τὸ πιᾶστε, γιατὶ ρίχνει
εἰσὲ δάκρυα θλιβερά.
146
»Ἀπὸ στόμα ὅπου φθονάει,
παλικάρια, ἂς μὴν ῾πωθῇ,
πῶς τὸ χέρι σας κτυπάει
τοῦ ἀδελφοῦ τὴν κεφαλή.
147
»Μὴν εἰποῦν στὸ στοχασμό τους
τὰ ξένα ἔθνη ἀληθινά:
«Ἐὰν μισοῦνται ἀνάμεσό τους,
δὲν τοὺς πρέπει ἐλευθεριά».
148
»Τέτοια ἀφήστενε φροντίδα·
ὅλο τὸ αἷμα ὁποὺ χυθῇ
γιὰ θρησκεία καὶ γιὰ πατρίδα,
ὅμοιαν ἔχει τὴν τιμή.
149
»Στὸ αἷμα αὐτό, ποὺ δὲν πονεῖτε,
γιὰ πατρίδα, γιὰ θρησκειά,
σᾶς ὁρκίζω, ἀγκαλιασθῆτε
σὰν ἀδέλφια γκαρδιακά.
150
»Πόσον λείπει, στοχασθῆτε,
πόσο ἀκόμη νὰ παρθῇ
πάντα ἡ νίκη, ἂν ἑνωθῆτε,
πάντα ἐσᾶς θ᾿ ἀκολουθῇ.
151
»Ὢ ἀκουσμένοι εἰς τὴν ἀνδρεία!…
Καταστῆστε ἕνα σταυρὸ
καὶ φωνάξετε μὲ μία:
Βασιλεῖς, κοιτάξτ᾿ ἐδῶ.
152
»Τὸ σημεῖον ποὺ προσκυνᾶτε
εἶναι τοῦτο, καὶ γι᾿ αὐτὸ
ματωμένους μας κοιτᾶτε
στὸν ἀγῶνα τὸ σκληρό.
153
»Ἀκατάπαυστα τὸ βρίζουν
τὰ σκυλιὰ καὶ τὸ πατοῦν
καὶ τὰ τέκνα του ἀφανίζουν
καὶ τὴν πίστη ἀναγελοῦν.
154
»Ἐξ αἰτίας του ἐσπάρθη, ἐχάθη
αἷμα ἀθῷο χριστιανικό,
ποὺ φωνάζει ἀπὸ τὰ βάθη
τῆς νυκτός: «Νὰ ῾κδικηθῶ».
155
»Δὲν ἀκοῦτε ἐσεῖς εἰκόνες
τοῦ Θεοῦ, τέτοια φωνή;
Τώρα ἐπέρασαν αἰῶνες
καὶ δὲν ἔπαυσε στιγμή.
156
»Δὲν ἀκοῦτε; εἰς κάθε μέρος
σὰν τοῦ Ἄβελ καταβοᾶ·
δὲν εἶν᾿ φύσημα τοῦ ἀέρος
ποῦ σφυρίζει εἰς τὰ μαλλιά.
157
»Τί θὰ κάμετε; θ᾿ ἀφῆστε
νὰ ἀποκτήσωμεν ἐμεῖς
Λευθεριὰν, ἢ θὰ τὴν λῦστε
ἐξ αἰτίας Πολιτικῆς;
158
»Τοῦτο ἀνίσως μελετᾶτε,
ἰδού, ἐμπρός σας τὸν Σταυρό·
Βασιλεῖς! ἐλᾶτε, ἐλᾶτε,
καὶ κτυπήσετε κι ἐδῶ».
- ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ -
ΟΜΗΡΟΣ

Ι. Θ. Κακριδή
Στο άρθρο του Albin Lesky για τον ‘Ομηρο στον 11ο συμπληρωματικό τόμο της Realencyclopadie1 αφιερώνονται έξι μόνο στήλες για τη βιογραφία του ποιητή, ενώ η ανάλυση του έργου του διεκδικεί πάνω από εκατόν πενήντα. Η δυσαναλογία αυτή δεν πρέπει να μας παραξενεύει, γιατί για το μελετητή της τέχνης του λόγου το έργο έχει πολύ πιο μεγάλη σημασία από τα προσωπικά στοιχεία του ποιητή του.
Για τον ‘Ομηρο υπάρχει μία πρόσθετη δικαιολογία για την άνιση αυτή μεταχείριση του προσώπου του: Την Ιλιάδα και την Οδύσσεια τις έχουμε μπροστά μας αλώβητες, για τον ίδιο όμως τον ποιητή οι σύγχρονές του έγκυρες μαρτυρίες απουσιάζουν. Στα χρόνια που έζησε ο ποιητής -β΄ μισό του 8ου π.Χ. αιώνα- κανείς δεν έδινε σημασία στα βιογραφικά ενός ανθρώπου, όσο τιμημένος και να ήταν. Τα δύο έργα του Ομήρου ανήκουν άλλωστε στην επική ποίηση, που από τη φύση της αποφεύγει κάθε αναφορά στο πρόσωπο του ποιητή.
‘Ετσι, ύστερα από τόσες προσπάθειες, εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να μας ξεφεύγει κάθε τι που σχετίζεται με τον ‘Ομηρο ως πρόσωπο: πατρίδα, γονείς, γυναίκα και παιδιά, ταξίδια, δοκιμασίες, ελπίδες, φόβοι, ενθουσιασμοί, αποκαρδιώματα.
‘Οταν άλλες πηγές μας αρνιούνται κάθε τεκμηριωμένη πληροφορία για το πρόσωπο του Ομήρου, το μόνο που μας μένει είναι η προσφυγή στο ίδιο το έργο, μήπως μπορεί αυτό να μας αποκαλύψει κάτι από την προσωπικότητα του δημιουργού του, όσο δύσκολη και αν είναι η ανίχνευση προσωπικών στοιχείων σ’ ένα έργο θεληματικά απρόσωπο και όση προσοχή και αν χρειάζεται να μην παρασυρθούμε σε βιαστικά συμπεράσματα.
Για να προλάβουμε μια παρεξήγηση: Ειδήσεις για τη ζωή του Ομήρου έχουμε πολλές από την αρχαιότητα, μόνο που δεν μπορούμε να τις εμπιστευτούμε. Από τον 7ο π.Χ. αιώνα κιόλας, όσο η δόξα του ποιητή μεγάλωνε, άλλο τόσο μεγάλωνε η επιθυμία να συνθέσουν τη βιογραφία του. το υλικό όμως που χρησιμοποιούσαν για τη σύνθεση αυτή στηριζόταν στα βιογραφικά των σύγχρονων αοιδών, όχι σε αυθεντικές πληροφορίες για τον παλιό ‘Ομηρο. Ακόμα, στις βιογραφίες αυτές γρήγορα επικρατούσε το ανεκδοτολογκό στοιχείο, που η αναξιοπιστία του είναι από την ίδια τη φύση της ανεκδοτολογίας δοσμένη.
Κύριοι φορείς και διαδότες της βιογραφικής αυτής παράδοσης δεν μπορεί να είναι άλλοι από τις συντεχνίες των αοιδών και, αργότερα, των ραψωδών2. Οι αοιδοί και οι ραψωδοί -αυτοί κατά πρώτο λόγο ένιωθαν υποχρεωμένοι να ξέρουν για τη ζωή του Ομήρου, ώστε να μπορούν να ικανοποιούν την περιέργεια των ακροατών τους, όταν γύρευαν να μάθουν πότε, πού και πώς πορεύτηκε πάνω στη γη ο ποιητής που τόσο τους γοήτευε.
Από τον 6ο π.Χ. κιόλας αιώνα η ποικίλη αυτή βιογραφική παράδοση συσφαιρώνεται σε μεγαλύτερες ενότητες και καταγράφεται. Και αργότερα όμως συνεχίζεται η αναθεώρηση και ο εμπλουτισμός της με νέα στοιχεία, ώσπου φτάνουμε στους αυτοκρατορικούς χρόνους. σ’ αυτούς ανήκουν οι επτά Βίοι του Ομήρου που μας παραδόθηκαν από την αρχαιότητα3. ‘Ενας από τους Βίους έχει τον τίτλο Αγών Ομήρου και Ησιόδου, γιατί, μέσα σε άλλα, περιγράφει έναν αγώνα ανάμεσα στους δύο ποιητές.
Στα χρόνια τα παλιά ήταν συνήθεια, όταν πέθαινε κάποιος τρανός άρχοντας, να τον τιμούν με αγώνες γύρω από τον τάφο του, αγώνες όχι μόνο γυμνικούς, αυτό θα πει: αθλητικούς, αλλά και μουσικούς, εμείς θα λέγαμε: καλλιτεχνικούς. συναγωνίζονταν δηλαδή και στην απαγγελία ποιητικών έργων σχετικών με τη ζωή και τα έργα των θεών και των ηρώων, στο τραγούδι με τη συνοδεία κιθάρας ή αυλού, στο χορό κ.τ.ό. ‘Ετσι, όταν λέει ο βασιλιάς της Χαλκίδας Αμφιδάμας σκοτώθηκε στον πόλεμο, ο γιος του ο Γανύχτορας οργάνωσε στην κηδεία του αγώνες, και γυμνικούς και μουσικούς: πάντας τους επισήμους άνδρας ου μόνο ρώμη και τάχει, αλλά και σοφία επί τον αγώνα μεγάλαις δωρεαίς τιμών συνεκάλεσεν.
Τη μέρα που είχε οριστεί για τους μουσικούς αγώνες, παρουσιάστηκαν στους κριτές ο ‘Ομηρος και ο Ησίοδος, μεγάλος και αυτός ποιητής από την ‘Ασκρα της Βοιωτίας, και δήλωσαν πως ήθελαν να αντιμετρηθούν μεταξύ τους στην τέχνη της ποίησης. άλλος ποιητής δεν είχε τολμήσει να διεκδικήσει το στεφάνι της νίκης.
Παράξενος μα την αλήθεια αγώνας! Στην πραγματικότητα, ο Ησίοδος δεν παραβγαίνει με τον ‘Ομηρο παρά μόνο στον τελευταίο γύρο. όλη την άλλη ώρα δεν κάνει άλλο από το να βάζει τον ‘Ομηρο σε δοκιμασία προβάλλοντάς του τα πιο δύσκολα προβλήματα, όχι τόσο σχετικά με την τέχνη της ποίησης, και ζητώντας να του τα λύσει την ίδια στιγμή, σαν τον κακότροπο δάσκαλο, που θέλει οπωσδήποτε να βγάλει σκάρτο το μαθητή του:4 Πες μου, τι είναι το καλύτερο πράγμα στον άνθρωπο; Ποια είναι η πιο μεγάλη χαρά του ανθρώπου; Πόσοι ακριβώς ήταν οι ‘Ελληνες που πήραν μέρος στην Τρωική εκστρατεία; Πώς θα μπορούσαν οι πολιτείες να κυβερνηθούν με τον πιο σωστό τρόπο; -και άλλα πολλά. Και ο ‘Ομηρος, αντί να διαμαρτυρηθεί που δεν τον άφηναν να στριμώξει και αυτός τον Ησίοδο με παρόμοια προβλήματα, αποκρίνεται πρόθυμα σε ό,τι τον ρωτάει ο άλλος και με τόσην ετοιμότητα και ευστοχία, ώστε ο λαός που παρακολουθεί τον αγώνα ολόγυρα φωνάζει πως νικητής δεν μπορεί να είναι άλλος από τον ‘Ομηρο.
Κριτής του αγώνα είναι μαζί με μερικούς επίσημους Χαλκιδιώτες ο Πανήδης, ο αδερφός του νεκρού βασιλιά, και δεν βιάζεται να βγάλει απόφαση. πιο πριν θα ήθελε, λέει, ν’ ακούσει μια περικοπή από το έργο του καθενός, και μάλιστα αυτήν που πίστευε πως ήταν η πιο όμορφη που έγραψε. Πρώτος ο Ησίοδος απαγγέλνει δέκα στίχους από το ποίημά του “‘Εργα και Ημέραι”, εκεί που ορίζει πότε πρέπει να γίνονται οι διάφορες δουλειές του ξωμάχου (383κ.):
Σαν πάρει η Πούλια και σηκώνεται, μαζί που φέξει ο γήλιος,
βάλε και θέριζε. σαν άρχισε να βασιλεύει, σπέρνε.
το ξέρεις πως κρυμμένη βρίσκεται σαράντα μερονύχτια,
και ξεπροβάλλει με το γύρισμα του χρόνου, απά στην ώρα
που οι θεριστάδες τα δρεπάνια τους να τ’ ακονίσουν παίρνουν.
Αυτό είναι το σωστό στα χτήματα τα χαμηλά, για μένεις
δίπλα στο ακρόγιαλο, για βρίσκεσαι μακριά απ’ την κυματούσα
τη θάλασσα, βαθιά σε λάκκωμα, που ‘χει παχύ το χώμα.
Και τη σπορά γυμνός και στ’ όργωμα γυμνός κρατήσου πάντα,
γυμνός και σα θερίζεις, κι έχουνε τα στάχια πια μεστώσει
‘Οταν έρχεται η σειρά του Ομήρου, ο ποιητής διαλέγει από την Ιλιάδα τους στίχους που περιγράφουν την παράταξη των Ελλήνων την ώρα που δέχονται την επίθεση των Τρώων (Ν 126-33 και 339-44):
Γύρω απ’ τους δυο τους Αίαντες στάθηκαν μεμιάς οι Αργίτες τότε,
τόσο γεροί, που κι ο ‘Αρης νά ‘ρχουνταν δε θά ‘βρισκε ψεγάδι,
μηδέ η Παλλάδα η στρατολάτισσα. τι διαλεχτοί αντριωμένοι
τους Τρώες προσμέναν και τον ‘Εχτορα. και κλείσαν τις γραμμές τους
σκουτάρι με σκουτάρι αγγίζοντας, κοντάρι με κοντάρι.
σκούδο το σκούδο σφιχτοσμίγουνταν, κράνος στο κράνος, άντρας
στον άντρα. κι ως εσκύβαν, άγγιζαν στ’ αλογομουρίσια κράνη
ψηλά τα κέρατα τα λιόλαμπρα. τόσο πυκνά αρμοδέναν…
Κι η φάουσα μάχη ορθανατρίχιασεν απ’ τα μακριά κοντάρια,
που εκράτουν και θερίζαν γύρα τους. και θάμπωναν τα μάτια
απ’ τη χαλκένια φλόγα που ‘βγαζαν τ’ αστραποβόλα κράνη
κι οι φρεσκογυαλισμένοι θώρακες και τα λαμπρά σκουτάρια,
όλοι μαζί ως τραβούσαν. σίδερο θα ‘χε καρδιά ο που τό ‘δε
τέτοιο κακό κι εχάρη μέσα του, χωρίς να καρδιοσώσει.
Τώρα κι αν είναι που ο κόσμος ενθουσιάζεται με τον ‘Ομηρο και γυρεύει να του δοθεί το στεφάνι της νίκης. και μπορούμε να φανταστούμε το ξάφνιασμά του, όταν βλέπει τον Πανήδη να στεφανώνει τον Ησίοδο λέγοντας πως το σωστό είναι να νικά αυτός που καλεί τους ανθρώπους στα ειρηνικά έργα των ξωμάχων, όχι αυτός που ιστορεί σφαγές και πολέμους.
Ο ‘Ομηρος είχε νικηθεί, όχι γιατί δεν ήταν ποιητής ασύγκριτα πιο μεγάλος από τον Ησίοδο, αλλά γιατί προτίμησε να περιγράψει έναν πόλεμο. Τα κριτήρια που έσπρωξαν τον Πανήδη να του αμφισβητήσει τη νίκη ήταν λοιπόν πολιτικά, όχι αισθητικά.
Ας ξεκαθαρίσουμε ένα πράγμα πρώτα: Ο αγώνας αυτός στην πραγματικότητα δεν έγινε ποτέ, μέσα σε άλλα και γιατί ο Ησίοδος ήταν μία γενιά πιο νέος από τον ‘Ομηρο και δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι δρόμοι τους δεν διασταυρώθηκαν ποτέ. ‘Ηταν μόνο η φαντασία των μεταγενέστερων Ελλήνων που θέλησε να φέρει αντιμέτωπα δύο μεγάλα τιμημένα ονόματα, που το ένα τους εκπροσωπούσε την ηρωική, το άλλο τη διδαχτική που λέμε επική ποίηση. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο ‘Ομηρος δεν συναπαντήθηκε ποτέ με τον Ησίοδο. από την πλαστή όμως αυτή ιστορία βγαίνει μια θετική κρίση για την ποιότητα της ποίησης του Ομήρου, και η κρίση αυτή έχει τη σημασία της. Και δεν είναι μόνο η παράδοση για τον αγώνα των δύο ποιητών που εκφράζει την πίστη πως ο ‘Ομηρος ήταν υμνητής του πολέμου. γενική και αυτονόητη, θα λέγαμε, ήταν και είναι η γνώμη πως ένας ποιητής που περιγράφει, με τόση μάλιστα δύναμη, τόσα αντροπαλέματα και τόσους σκοτωμούς, δεν προβάλλει βέβαια φιλειρηνικά ιδανικά: Ο ‘Ομηρος χύνεται ορμητικός μέσα στις μάχες, και τον παρασέρνει, και τον παρασέρνει το πάθος και φρενιάζει
κονταροσείστης ‘Αρης θα ‘λεγες πως είναι και φρενιάζει, για κι άγρια φλόγα μες σε σύλλογο βαθύ, στα κορφοβούνια, κι αφροί σκεπάζουνε στο στόμα του.
Η κρίση αυτή ενός από τους πιο μεγάλους τεχνοκρίτες της αρχαιότητας μας παρουσιάζει τον ‘Ελληνα ποιητή σαν έναν μαινόμενο δερβίση του πολέμου με το στόμα γεμάτο αφρούς λύσσας.
Δικαίωμα βέβαια του Πανήδη να αρνιέται στον ‘Ομηρο τη νίκη. δικαίωμα και του παλιού αισθητικού να τον κρίνει όπως τον έκρινε. Νομίζω ωστόσο πως έχουμε κι εμείς το δικαίωμα να σκύψουμε άλλη μια φορά πάνω στο κείμενο της Ιλιάδας και απαλλαγμένοι από κάθε είδους προκατάληψη να αναρωτηθούμε τι ήθελε να μηνύσει στους ανθρώπους ο ποιητής μας. Να έχουν αλήθεια δίκιο όσοι υποστηρίζουν πως το ηρωικό ιδανικό, όπως το ενσάρκωσε ο ‘Ομηρος στον μεγάλο ‘Ελληνα ήρωα της Τρωικής εκστρατείας, τον Αχιλλέα, δεν ανεχόταν κανένα φιλάνθρωπο αίσθημα;
Ο ‘Ομηρος ακμάζει γύρω στα 730 π.Χ. και είναι αοιδός, αυτό θα πει: τραγουδιστής. Αν σε ώρες λαϊκού πανηγυριού συνήθιζε να ψάλλει και χορευτικά τραγούδια ή και παραλογές, δεν μπορούμε να το βεβαιώσουμε, ούτε και να το αποκλείσουμε όμως. Εκείνο που πρέπει να ξέρουμε είναι ότι όταν τον καλνούσαν σε αρχοντικά σπίτια ή σε λαϊκές γιορτές, διάλεγε κατά προτίμηση ηρωικά τραγούδια, όπως γίνεται και σήμερα στην Κρήτη και σε άλλες ελληνικές επαρχίες στα γλέντια των αντρών.
Απ’ όλους τους ηρωικούς μύθους ο πιο αγαπητός ήταν αυτός που ιστορούσε την εκστρατεία των Αχαιών στην Τροία. ο πόλεμος είχε κρατήσει δέκα ολόκληρα χρόνια και τελειώσει με το χαλασμό του Ιλίου. Να μην ξεχνούμε πώς τον πόλεμο αυτόν τον είχαν τραγουδήσει και πριν από τον ‘Ομηρο πολλοί αοιδοί, είτε από την αρχή ως το τέλος είτε και ένα μόνο επεισόδιό του, ας πούμε: την απόβαση των Αχαιών στην Τρωική παραλία και τις πρώτες συγκρούσεις, είτε με ποιον τρόπο ο Οδυσσέας πάτησε με δόλο το κάστρο του Πριάμου ύστερα από δέκα χρόνων πολιορκία. ‘Ετσι ο ‘Ομηρος όπως κληρονόμησε την ιδιότυπη επική γλώσσα και τον ιδιότυπο επικό στίχο, το ίδιο κληρονόμησε και τον Τρωικό μύθο στις γενικές του γραμμές. Σαν μεγαλοφυία όμως που ήταν, δεν κρατήθηκε σε ό,τι αναδέχτηκε από τους παλιότερους, μόνο ζήτησε να ανοίξει καινούριους δρόμους, να πλουτίσει τον παλιό μύθο με δικές του επινοήσεις, να τον αναδιοργανώσει και να τον προικίσει με μεγαλύτερο δραματικό βάθος.
Πολλά έχουν γραφτεί για τους νεωτερισμούς του Ομήρου πάνω στον Τρωικό μύθο και για τον τρόπο που τον δίνει,6 το κεφάλαιο όμως αυτό έχει ν’ απαντήσει ειδικά στο ερώτημα αν ο ‘Ομηρος είναι αληθινά ένας ποιητής που υψώνει την παλικαριά σαν μοναδική ανθρώπινη αρετή. Για να προχωρήσουμε, θα χρειαστεί να μελετήσουμε ενός θεούς και ενός θνητού ήρωα τη διαγωγή μέσα στην Ιλιάδα: του Δία, που είναι ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων και κυβερνάει τον κόσμο, και του Αχιλλέα, που είναι ο πιο αντρειωμένος ανάμεσα στους Αχαιούς, όσοι χτυπιούνται κάτω στον κάμπο της Τροίας.
Στην Ιλιάδα, τα αισθήματα του Δία απέναντι στον πόλεμο γενικά και στους λαούς που πολεμούν δεν τα χαρακτηρίζει η συνέπεια. Από τη μια ο ποιητής ξέρει από την προομηρική κιόλας παράδοση πως ο Δίας είναι ο θεός που για το χατίρι της Γής, για να την ξαλαφρώσει από το βάρος των πολλών ανθρώπων, αποφασίζει να ξεσηκώσεις δύο πολύνεκρους πολέμους, τον Θηβαϊκό και τον Τρωικό (Κύπρια, αποσπ. 1.Β). ακόμα είναι αυτός που μισεί του Πρίαμου τη γενιά (Υ 306): ήδη γαρ Πριάμου γενεήν ήχθηρε Κρονίων. είναι αυτός που κάνει τη χάρη στη Θέτιδα και δίνει την υπεροχή στους Τρώες, για να σκοτωθούν πλήθος αγωνιστές (Α 522κ.). Πώς λοιπόν να τον απαλλάξουμε από την ευθύνη του πολέμου;
Και όμως, αυτός ο Δίας μιαν άλλη στιγμή (Δ 15κ.) προτείνει στην ‘Ηρα να βάλουν τους δύο αντίμαχους στρατούς να φιλιώσουν και να κλείσουν ειρήνη. όπως βεβαιώνει (Δ 43κ.), άθελά του της είχε ως τώρα κάνει τη χάρη να δεχτεί το χαμό της Τροίας, γιατί η αγάπη του για τους Τρώες ήταν αληθινά μεγάλη:
τι απ’ όσα κάτω απ’ τον αστρόφωτο τον ουρανό βρισκόνται
κι απ’ όσα ο γήλιος βλέπει βγαίνοντας θνητών ανθρώπων κάστρα,
άλλο κανένα δεν αγάπησα σαν τ’ άγιο ετούτο κάστρο
και σαν τον Πρίαμο τον αντρόκαρδο μαζί με το λαό του.
τι απ’ το βωμό μου τα χαρίσματα δεν έλειψαν καθόλου,
η κνίσα κι οι σπονδές…
Η σκηνή αυτή του Ολύμπου (Δ 1κ.) αρχίζει με την απόφαση του Δία να πειράξει τη γυναίκα του: Η ‘Ηρα και η Αθηνά, λέει, κάνουν πως προστατεύουν τον Μενέλαο, στη μονομαχία του όμως με τον Πάρη (Γ 340κ.) δεν το κούνησαν από τον ‘Ολυμπο και τον αφήκαν να τα βγάλει πέρα μοναχός του. Η Αφροδίτη όμως, αληθινή προστάτισσα του Πάρη, έτρεξε και τον γλίτωσε από του Χάρου τα δόντια.
Επειτα ο Δίας προτείνει να κρίνουν οι θεοί αν δεν είναι πια καιρός να βάλουν τους δύο λαούς ν’ αγαπήσουν. έτσι και το κάστρο του Πριάμου θα έμενε αχάλαστο και οι Μενέλαος θα έπαιρνε πίσω την Ελένη.
Στην έντονη αντίδραση της ‘Ηρας (24κ.), που γυρεύει οπωσδήποτε τον όλεθρο του Ιλίου, ο Δίας αγαναχτεί (30 μεγ’ οχθήσας): απορεί για το τόσο μίσος της για τους Τρώες. Ο ίδιος βεβαιώνει πως πάνω απ’ όλες τις πολιτείες του κόσμου αγαπούσε το ‘Ιλιο. Η κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωσή του για την αγάπη του για τους Τρώες θα ήταν, πιστεύω, λάθος μας να τη χαρακτηρίσουμε πλαστή, πως γίνεται δηλαδή μ΄΄ονο για να ερεθίσει πιο πολύ την ‘Ηρα, γιατί το μεγ’ οχθήσας που μεσολαβεί δεν επιτρέπει μια παρόμοια εξήγηση. Το πείραγμα είναι, νομίζω, φανερό πως τελειώνει με τον στ. 12. ‘Ετσι και η πρόταση για συμφιλίωση λέγεται σοβαρά.
Και ούτε που αρέσουν στον Δία οι πόλεμοι. μιλώντας στον Ποσειδώνα (Υ 21) δηλώνει πως του κάνει λύπη πως σκοτώνονται οι ‘Ελληνες και οι Τρώες: μέλουσί μοι ολλύμενοι. Αντίστοιχα, η συμπάθειά του μοιράζεται ακομμάτιστα στους μεγάλους ήρωες των δύο στρατών: όλοι είναι διίφιλοι, ο Αίας ο Αχιλλέας από τη μια μεριά (Η 280, Ω 66κ.), ο ‘Εχτορας από την άλλη, που του είναι, λέει, φίλτατος (Η 280, Χ 168, -Ω 66κ.)-ο ‘Εχτορας, που, όπως ακούσαμε (Υ 306), ο θεός έχει αποφασίσει να εξοντώσει όλο του το σόι μαζί! Και όταν ο Δίας κατσαδιάζει άγρια το γιό του τον ‘Αρη (Ε 890κ.), γιατί του αρέσουν οι πόλεμοι, οι ξεσυνερισιές και οι αμάχες, μας αφήνει να πιστέψουμε πως ο ίδιος έκρυβε αντιπολεμικά αισθήματα.
Ας αφήσουμε προσώρας τον αλλοπρόσαλλο θεό, που δεν του αρέσουν οι πόλεμοι και όμως τους προκαλεί. που συμπαθεί τους Αχαιούς και τους Τρώες στα δεινά τους και όμως τους βάζει να σκοτώνονται. που μισεί τη γενιά του Πριάμου και έχει πάρει την απόφαση να την ξεκληρίσει και την ίδια στιγμή αγαπάει τον Τρώα βασιλιά, όσο κανέναν άλλο δυνάστη της Οικουμένης. ας έρθουμε στον Αχιλλέα, γιατί και το δικό του φέρσιμο στην Ιλιάδα δεν γεννάει λιγότερες απορίες.
Κανένας δεν μπορεί να παραβγεί με τον Αχιλλέα στην παλικαριά, ούτε από τους δικούς του ούτε από τους αντίμαχους. Στα εννέα πρώτα χρόνια της εκστρατείας οι Τρώες δεν τολμούν να ξεμυτίσουν από το κάστρο τους και να πολεμήσουν στον κάμπο. Τον ίδιο καιρό, ο ήρωας βρίσκει την ευκαιρία να κάνει επιδρομές στη χώρα γύρω και στα νησιά απέναντι και να πατήσει -ούτε λίγο ούτε πολύ- είκοσι τρεις πολιτείες, να τις κουρσέψει, να σκοτώσει τους άντρες και να σκλαβώσει τις γυναίκες (Ι 328κ.).
Στις αρχές του δέκατου χρόνου, ο Αχιλλέας, αγαναχτισμένος για την προσβολή που του έκανε ο αρχιστράτηγος με το να του πάρει με το έτσι θέλω μια σκλάβα, αποτραβιέται από τη μάχη και στέλνει τη μητέρα του στον ‘Ολυμπο να ζητήσει από τον Δία από εδώ κι εμπρός να χαρίσει τη νίκη στους Τρώες. Ο Αχιλλέας θα κρατηθεί στο θυμό του ακόμα και όταν ο Αγαμέμνονας, λίγες μέρες αργότερα, θα του προσφέρει ταπεινωμένος την πιο μεγάλη ικανοποίηση που μπορούσε να γίνει. Με τα πολλά, όταν η ήττα των Ελλήνων ολοκληρώνεται και τα καράβια τους κιντυνεύουν να καούν από τον ‘Εχτορα, ο Αχιλλέας θα συγκατατεθεί να στείλει το στρατό του στη μάχη με επικεφαλής τον πιο πιστό του εταίρο, τον Πάτροκλο.
Ο Πάτροκλος πολεμάει παλικαρίσια και διώχνει τους Τρώες από τα αχαϊκά καράβια, στο τέλος όμως σκοτώνεται από τον ‘Εχτορα. Και τότε ο Αχιλλέας, για να πάρει εκδίκηση για το χαμό του αγαπημένου του συντρόφου, ξαναγυρίζει στη μάχη και αρχίζει τη σφαγή. Ποιος είδε το θεό και δεν τον φοβήθηκε! Τον βλέπουμε βουτηγμένο στο αίμα και στη σκόνη να τσαλαπατάει με το άρμα του τους νεκρούς και τις αρματωσιές τους και να σαλαγάει τους αντίμαχους, σφάζοντας όποιον βρει μπροστά του, ακόμα να πιάνει δώδεκα αρχοντόπουλα των Τρώων, για να τα σφάξει την παράλλη μέρα πάνω στον τάφο του Πάτροκλου. Μέσα στους αμέτρητους Τρώες που πέφτουν από το κοντάρι του και το σπαθί του είναι δυο γιοι του Πριάμου. Στο τέλος σκοτώνει και έναν ακόμη Πριαμίδη, το φονιά του φίλου του, τον ‘Εχτορα. Και όταν εκείνος ξεψυχώντας τον ξορκίζει να παραδώσει το κορμί του στους δικούς του για να τον θάψουν, ο Αχιλλέας του αποκρίνεται άγρια (Χ 345κ.):
Μη με ξορκίζεις για στα νιάτα μου για στους γονιούς μου, σκύλε!
τι όσο με σπρώχνει εμένα η λύσσα μου κι η μάνητά μου, ατός μου
να κόψω, ωμές να φάω τις σάρκες σου, γι’ αυτά που μου ‘χεις κάνει,
τόσο είναι αλήθεια απ’ το κεφάλι σου πως δε θα διώξει ούτ’ ένας
τους σκύλους, κι αν ακόμα μου ‘φερναν εδώ την ξαγορά σου
δέκα φορές πιο πλήθια κι είκοσι, και να μου τάζαν κι άλλα.
κι ουδέ κι αν μου ‘λεε ν’ αντιζύγιαζεν ο Πρίαμος το κορμί σου
με μάλαμα, και πάλε η μάνα σου που σ’ έχει γεννημένο
δε θα σε βάλει απά στο στρώμα σου να σε μοιρολογήσει,
μονάχα εσένα οι σκύλοι αλάκερο κι οι αγιούπες θα σε φάνε!
Κι αλήθεια, από την άλλη κιόλας μέρα, ο Αχιλλέας οδηγεί κάθε αυγή το άρμα του τρεις φορές γύρω από τον τάφο του Πατρόκλου, σέρνοντας πίσω του δεμένο από τα ποδάρια του το κορμί του ‘Εχτορα, να βολοδέρνει μέσα στις πέτρες και στα χώματα, και έπειτα το αφήνει πεταμένο στην αυλή του, να το σπαράξουν οι σκύλοι και τα όρνια.
Αυτή είναι η εικόνα που έχουμε του Αχιλλέα ως την 23η ραψωδία της Ιλιάδας: ένας Αχιλλέας άγριος, ανήμερος, εκδικητικός, που τον μεθάει η σφαγή, ανελέητος, κουφός στα παρακάλια του ικέτη…-ο Αχιλλέας, ο ενσαρκωτής του πολεμιστή των ηρωικών χρόνων.
Και ξαφνικά, στην τελευταία ραψωδία, αντικρίζουμε έναν Αχιλλέα διαμετρικά αλλαγμένο. Μόλις η Θέτιδα του φέρνει την εντολή των θεών να πάψει να βασανίζει ένα άψυχο κορμί, μόνο να το παραδώσει στους δικούς του, ο Αχιλλέας δεν προβάλλει ούτε την παραμικρή αντίσταση. Θαρρείς πως όλο του το μίσος για το φονιά του συντρόφου του έσβησε. Κάτι παραπάνω! ‘Οταν μέσα στη νύχτα φτάνει ο Πρίαμος στο καλύβι του, για να ξαγοράσει το κορμί του γιου του, με την υποδοχή που του κάνει βλέπουμε τη βαθύτατη εχθρότητά του να μεταγυρίζει σε βαθύτατη συμπάθεια.
Δεν ξέρω αν στην παγκόσμια τέχνη του λόγου βρίσκονται πολλές σκηνές που να μας συγκλονίζουν όσο η σκηνή της συνάντησης του βασιλιά της Τροίας με τον ‘Ελληνα ήρωα: Η νύχτα είναι βαθιά, και ο Πρίαμος μαζί μ’ έναν κήρυκα βγαίνει χωρίς να τον πάρει κανένας είδηση από το πολιορκημένο κάστρο, φτάνει στο στρατόπεδο των Αχαιών και μπαίνει στο καλύβι του Αχιλλέα. Μόλις τον βλέπει, πέφτει και του πιάνει τα γόνατα και του φιλεί τα χέρια, τα αντροφόνα, τα φοβερά, αυτά που του είχαν σκοτώσεις τόσους και τόσους γιους. Ο Αχιλλέας και η
συντροφιά του σαστίζουν να δουν ξαφνικά μπροστά τους το βασιλιά του πολιορκημένου κάστρου. Και εκείνος παίρνει και παρακαλεί τον Αχιλλέα να δεχτεί τα πλούσια δώρα που κουβαλάει και να του παραδώσει το λείψανο του γιου του, να το θάψει, όπως ταίριαζε στον μεγάλο πρόμαχο της Τροίας. Του θυμίζει και τον δικό του, του Αχιλλέα τον πατέρα, που γερνάει πέρα μακριά στη Θεσσαλία με την ελπίδα ν’ αξιωθεί κάποια μέρα να δει το γιο του να γυρίζει από τον πόλεμο.
Ακούγοντας για τον πατέρα του, ο Αχιλλέας ξεσπάζει σε πικρό και αυτός θρήνο, γιατί το ξέρει πως δεν του γράφεται να τον ξαναδεί. Και τους δυο τους πνίγουν οι θύμησες, τον έναν για τον ‘Εχτορα, τον άλλον για τον πατέρα του και για τον Πάτροκλο -ο ένας, ο τρισάμοιρος γέροντας, κυλισμένος στα πόδια του φονιά των παιδιών του, ο άλλος σκυμμένος πάνω από τον πατέρα του φονιά του ακριβού του συντρόφου. Αυτός ο κοινός θρήνος λες και σβήνει μεμιάς το μίσος που τους χώριζε και τους φέρνει κοντά κοντά, κι ας έχει ο καθένας τους άλλους αγαπημένους να κλάψει.
‘Επειτα ο Αχιλλέας ανασηκώνει μαλακά το γέροντα και τον καθίζει σε θρονί. Μεγάλο αλήθεια το κουράγιο του να χωθεί μέσα στο εχτρικό στρατόπεδο (Ω 518κ.):
‘Αμοιρε εσύ και που ποτίστηκες πικρά φαρμάκια τόσα!
Μονάχος να ‘ρθεις πώς το βάσταξες στ’ αργίτικα καράβια,
τον άντρα ν’ αντικρίσεις, που άμετρους και ψυχωμένους γιους σου
σου χάλασα; Καρδιά από σίδερο στα στήθια αλήθεια κλείνεις!
Βαθιά η συμπόνια που νιώθει ο ‘Ελληνας ήρωας για τον Τρώα βασιλιά. Τι είχε αλήθεια απομείνει από τον παλιό, διαλαλημένο στον κόσμο όλβο του Πριάμου; Είχε χάσει τόσους γιους και τόσους από το λαό του και τόσα πλούτη, και σε λίγο -το ξέρει και ο ίδιος καλά- η Τροία θα πατηθεί και θα γίνει στάχτη. Μήπως όμως και ο πατέρας του Αχιλλέα είναι πιο ευτυχισμένος; Τα γερατειά τον βαραίνουν όλο και πιο πολύ, καθώς ζει χωρισμένος από τη γυναίκα του, τριγυρισμένος από ανθρώπους που του επιβουλεύονται το θρόνο, χωρίς το μοναχογιό του, που θα σκοτωθεί μακριά στα ξένα.
‘Οταν χορταίνει το θρήνο, ο Αχιλλέας υπόσχεται να λυτρώσει τον ‘Εχτορα και να σταματήσει τις εχθροπραξίες για δώδεκα μέρες, ώσπου να βρουν οι Τρώες καιρό να θάψουν τον μεγάλο τους νεκρό. Τέλος του στρώνει το τραπέζι και τον καλοσκαμνίζει. Ο Πρίαμος, νηστικός από την ημέρα που σκοτώθηκε ο ‘Εχτορας, δέχεται την πρόσκληση και κάθεται να φάει και να πιεί. ‘Υστερα από τον κοινό θρήνο, το κοινό τραπέζι, άλλος ένας κρίκος που δένει τους δύο αντίμαχους. Και όταν αποτρώνε, έτσι όπως κάθονται ο ένας αντίκρυ στον άλλον, ο Πρίαμος δεν μπορεί να μην καμαρώσει την ομορφιά του Αχιλλέα, όσσος έην οιός τε, ούτε ο Αχιλλέας την αρχοντιά και τα γνωστικά λόγια του Πριάμου. Αυτό το αυθόρμητο, αθέλητο καμάρωμα του ενός από τον άλλον, τους φέρνει, ύστερα από τον κοινό θρήνο και το κοινό τραπέζι, ακόμη πιο κοντά. Και ακολουθεί το απίστευτο: ο βασιλιάς της Τροίας παρακαλεί τον Αχιλλέα, ύστερα από τόσες νύχτες αγρύπνιας, να τον κοιμίσει στο καλύβι του! ‘Ετσι παραδίνεται γεμάτος εμπιστοσύνη στα
χέρια του εχτρού του και κοιμάται στον πρόδρομό του ανυπεράσπιστος, ξαρμάτωτος, με τον κίντυνο κάθε στιγμή να τον ανακαλύψει κάποιος Αχαιός και να τον σφάξει χωρίς πολλά πολλά.
Ξαναγυρίζουμε στα λόγια του Αχιλλέα, όταν θυμάται τον πατέρα του (Ω 538κ.):
‘Ομως ο Δίας με δίχως βάσανα δεν άφησε και τούτον.
γιους στο παλάτι του δε γέννησε, του θρόνου κληρονόμους.
έναν υγιό μονάχα αξιώθηκε λιγόχρονο, που μήτε
καν τώρα που γερνά τον γνοιάζομαι, τι απ’ την πατρίδα αλάργα
κάθουμαι εδώ στην Τροία, τα τέκνα σου να τυραννώ και σένα!
‘Ενας γέροντας παρατημένος από το μοναχογιό του, τώρα που είχε την ανάγκη του, κι εκείνος να βρίσκεται μακριά στα ξένα, να βασανίζει έναν άλλο γέροντα σκοτώνοντας τους γιους του. Μέσα σε μια φράση δοσμένη όλη η παραλογία του πολέμου.
Το χάσμα που χωρίζει τον ανήμερο Αχιλλέα, όπως τον δίνουν οι προηγούμενες ραψωδίες της Ιλιάδας, από τον πονόψυχο Αχιλλέα της τελευταίας είναι αληθινά μεγάλο. Γι’ αυτό σε περασμένα χρόνια πολλοί ομηρολόγοι υποστήριξαν πως η τελευταία ραψωδία πρέπει να είναι προσθήκη μεταγενέστερη. Στο αρχικό ποίημα του Ομήρου ο Αχιλλέας, αμετάστατος στην σκληρότητά του μέχρι θανάτου, άφηνε, όπως είχε από την αρχή απειλήσει, τον νεκρό του ‘Εχτορα πεταμένο στα χωράφια, όπου τον σπάραζαν τα όρνια και τα σκυλιά. Και μόνο σε κατοπινά χρόνια θέλησαν λέει να κάνουν τον Αχιλλέα πιο ήμερο, γι’ αυτό και τον έβαλαν να καλοδέχεται τον Πρίαμο, παρ’ όλο που με τον τρόπο αυτόν απαρνιόταν τον ίδιο τον εαυτό του.
Εμείς ας μην βιαστούμε να βγάλουμε καταδικαστική απόφαση για το τέλος της Ιλιάδας, τάχα πως δεν το έγραψε ο ‘Ομηρος. πιο καλά να θυμηθούμε πως την ίδια διαπίστωση κάναμε πιο πάνω για το φέρσιμο του Δία μέσα στην Ιλιάδα: Ο πολεμόχαρος Δίας στην αντίθεσή του με τον ειρηνόφιλο Δία αντιστοιχεί με τον πολεμόχαρο Αχιλλέα στην αντίθεσή του με τον πονετικό Αχιλλέα. Δεν μπορεί -κάποια σχέση πρέπει να υπάρχει ανάμεσα στον αντιφατικό θεό και στον αντιφατικό ήρωα.
Πιστεύουμε πως όσα στοιχεία της Ιλιάδας προβάλλουν τον Δία ως υποκινητή του πολέμου και φιλοπόλεμο ανταποκρίνονται στην εικόνα του θεού, όπως τον ήξερε η προομηρική παράδοση. Αντίθετα, όταν μέσα στα πάθη και τις μεροληψίες των άλλων Ολύμπιων θεών βλέπουμε τον Δία να υψώνεται σε κήρυκα της ειρήνης και να απλώνει τη συμπάθειά του σε Αχαιούς και Τρώες αξεχώριστα, πιστεύουμε πως μιλεί ο ίδιος ο ‘Ομηρος. Αντίστοιχα, ο αιμοβόρος Αχιλλέας αντιπροσωπεύει το ιδανικό της παλιάς παράδοσης, ο Αχιλλέας όμως που ξεχνάει το μίσος του και
στρώνει το τραπέζι στον μεγάλο του αντίμαχο είναι πλάσμα του Ομήρου.
Με το στόμα του Δία μιλεί ο ποιητής. ο Δίας είναι το alter ego του Ομήρου, που σαν επικός ποιητής δεν μπορούσε να εκφράσει τα προσωπικά του αισθήματα, γι’ αυτό και τα προβάλλει ως αισθήματα του θεού που κυβερνάει τον κόσμο. Το ίδιο και με την απότομη μεταστροφή στη διαγωγή του Αχιλλέα μπροστά στο γέρο-Πρίαμο ανανεώνει τα παλιά ιδανικά της πολεμικής αρετής.
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η τελευταία ραψωδία ανήκει στον ‘Ομηρο. Είναι αλήθεια πως μας ξαφνιάζει η απότομη μετάπτωση στα αισθήματα του Αχιλλέα, από το ανήμερο μίσος στη βαθιά συμπόνια. Ακριβώς όμως αυτό το απίστευτο θέλησε να μας το κάνει πιστευτό ο ‘Ομηρος, ο ένας ‘Ομηρος, και το κατόρθωσε με τη μεγάλη του τέχνη. Η βαθύτατη ανθρωπιά του ποιητή δεν το βάστηξε ν’ αφήσει τον ήρωά του ως το τέλος με το απάνθρωπο πάθος στην καρδιά. Και αν ερχόταν κάποιος να ελέγξει τον ποιητή λέγοντας πως στην πραγματική ζωή μια τέτοια απότομη
μεταστροφή είναι απίθανη, αν όχι αδύνατη, ο ποιητής θα του απαντούσε, πιστεύω, χαμογελώντας: “Δεν είμαι σίγουρος πως έχεις δίκιο, μα κι αν έχεις, μια φορά την ποιητική αλήθεια δεν την αποτιμάει κανείς με το αν συμφωνεί με τη φυσική πραγματικότητα ή όχι. Με άλλα λόγια: Και αν δεχτούμε πως ένας πραγματικός άνθρωπος είναι αδύνατο να μεταπέσει έτσι ξαφνικά από την αντιπάθεια στη συμπάθεια, αυτό δεν θα πει πως δεν το μπορεί ένα ποιητικό πρόσωπο, όπως ο Αχιλλέας μου. Και αν θέλεις να ξέρεις, επίτηδες τόνισα τον άγριο, ανελέητο
χαραχτήρα του ήρωα στις προηγούμενες ραψωδίες, για να προβάλει ακόμα πιο χτυπητά η μεταλλαγή του στο τέλος.”
Αοιδός ήμουν σε όλη μου τη ζωή και έψαλλα τη δόξα των παλιών αντρειωμένων Ελλήνων. Την Ιλιάδα μου δεν την έγραψα από τη μία μέρα στην άλλη. χρόνια και χρόνια δούλευα το μύθο της Τρωικής εκστρατείας, για να τον χωρέσω σε δεκαπέντε χιλιάδες κάπου στίχους. ως που μια μέρα, χωρίς και εγώ να καταλάβω πώς, στάθηκα πάνω από τον πόλεμο, για να γίνω κριτής του. Επειδή όμως δεν μπορούσα να κάνω ανοιχτό κήρυγμα, έβαλα τον Δία να τον καταδικάζει. έβαλα και τον Αχιλλέα να υπογραμμίζει πόσο παράλογος ήταν ένας πόλεμος που τον κρατούσε μακριά
από τον τόπο του και από τους δικούς του, για να σκοτώνει ανθρώπους, που δεν του είχαν κανένα κακό κάνει (πρβ. και Α 152κ.). Ακόμα τον έβαλα να ξεχνά το μίσος του και να φέρνεται στον εχτρό του σαν σε φίλο.
Το έργο της ζωής του Ομήρου, όπως και τόσων άλλων αοιδών, ήταν να ψάλλει τα πολεμικά κατορθώματα των παλιώνκάνει κανένας όμως άλλος ποιητής, είτε ‘Ελληνας είτε ξένος, όσο ξέρω, δεν έκλεισε το ηρωικό του έπος με μία σκηνή συμφιλίωσης, όπου δύο θανάσιμοι πολέμιοι να νιώθουν συμπάθεια ο ένας για τον άλλον, όπου ο κοινός πόνος να τους κάνει να ξεχνούν ό,τι ως την ώρα εκείνη τους χώριζε, και όπου να αναγνωρίζεται πόσο δίχως νόημα ήταν να χύνεται τόσο αίμα. Ο ‘Ομηρος δεν απαρνιέται βέβαια την αρετή της παλικαριάς -κάθε άλλο!-, τη
συμπληρώνει όμως με μιαν άλλη αρετή, με την ανθρωπιά.
Τη σημασία του νεωτερισμού του Ομήρου θα την εχτιμήσουμε καλύτερα αν την εντάξουμε στο πλαίσιο της ιστορίας του πολέμου, όπως την είχε διαμορφώσει η πιο παλιά παράδοση και όπως την ήξεραν οι ακροατές της Ιλιάδας: Στα δέκα του πάνω χρόνια οι Αχαιοί πατούσαν την Τροία και την έκαιγαν, έσφαζαν τους άντρες της και σκλάβωναν τις γυναίκες. Και ήταν ο Νεοπτόλεμος, του Αχιλλέα ο γιος, που έσφαζε το βασιλιά της Τροίας, τον γέρο-Πρίαμο, πάνω στο βωμό του Ικέσιου Δία.
Λίγους μήνες πριν από τον όλεθρο της ‘Αλωσης ο ‘Ομηρος αφήνει να φυτρώσει, ας είναι και για λίγο, το άνθος της ειρήνης και της αγάπης. γι’ αυτό έβαλε τον Αχιλλέα να σπλαχνίζεται τον Πρίαμο, να τρώει μαζί του, να τον καμαρώνει και να τον κοιμίζει στο καλύβι του -τον Αχιλλέα, το φονιά τόσων γιών του Πρίαμου, τον Αχιλλέα, τον πατέρα του φονιά του ίδιου του Πρίαμου. Με το να κλείσει ο ‘Ομηρος το πολεμικό του έργο με μια σκηνή συνδιαλλαγής έδινε ένα μήνυμα, και δεν είναι δικό του λάθος αν δυσκολευτήκαμε να το ενωτιστούμε, καθώς μας θάμπωνε η δύναμη της περιγραφής του πολέμου στην υπόλοιπη Ιλιάδα. Νομίζουμε πως το στεφάνι της νίκης στους αγώνες της Χαλκίδας έπρεπε να δοθεί χωρίς δισταγμό στον ‘Ομηρο. όχι μόνο γιατί ήταν ποιητής μεγάλος. για όποιον είχε αφτιά ν’ ακούσει, είχε χτυπήσει τον πόλεμο μέσα από τον πόλεμο, και αυτός ο τρόπος να γίνεσαι κήρυκας της ειρήνης είναι πιο αποτελεσματικός από το να δίνεις εντολές για το πότε πρέπει να σπέρνεις και πότε να θερίζεις. Αν έχουμε δίκιο στην εχτίμηση αυτή, τότε, πέρα από το θαυμασμό μας για τη μεγάλη του τέχνη, κάτι αρχίζουμε να βλέπουμε και από το αληθινό πρόσωπο του ποιητή μας.
- ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ ΚΥΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΙΣ -
Βιβλίον Β, 1-2, 3-4, 5-6

Βιβλίον Β, 1-2
[1.1] [ὡς μὲν οὖν ἡθροίσθη Κύρῳ τὸ Ἑλληνικὸν ὅτε ἐπὶ τὸν ἀδελφὸν Ἀρταξέρξην ἐστρατεύετο, καὶ ὅσα ἐν τῇ ἀνόδῳ ἐπράχθη καὶ ὡς ἡ μάχη ἐγένετο καὶ ὡς Κῦρος ἐτελεύτησε καὶ ὡς ἐπὶ τὸ στρατόπεδον ἐλθόντες οἱ Ἕλληνες ἐκοιμήθησαν οἰόμενοι τὰ πάντα νικᾶν καὶ Κῦρον ζῆν, ἐν τῷ πρόσθεν λόγῳ δεδήλωται.]
[1.2] ἅμα δὲ τῇ ἡμέρᾳ συνελθόντες οἱ στρατηγοὶ ἐθαύμαζον ὅτι Κῦρος οὔτε ἄλλον πέμπει σημανοῦντα ὅ τι χρὴ ποιεῖν οὔτε αὐτὸς φαίνοιτο. ἔδοξεν οὖν αὐτοῖς συσκευασαμένοις ἃ εἶχον καὶ ἐξοπλισαμένοις προϊέναι εἰς τὸ πρόσθεν, ἕως Κύρῳ συμμείξειαν.
[1.3] ἤδη δὲ ἐν ὁρμῇ ὄντων ἅμα ἡλίῳ ἀνέχοντι ἦλθε Προκλῆς ὁ Τευθρανίας ἄρχων, γεγονὼς ἀπὸ Δαμαράτου τοῦ Λάκωνος, καὶ Γλοῦς ὁ Ταμώ. οὗτοι ἔλεγον ὅτι Κῦρος μὲν τέθνηκεν, Ἀριαῖος δὲ πεφευγὼς ἐν τῷ σταθμῷ εἴη μετὰ τῶν ἄλλων βαρβάρων ὅθεν τῇ προτεραίᾳ ὡρμῶντο, καὶ λέγει ὅτι ταύτην μὲν τὴν ἡμέραν περιμένοιεν αὐτούς, εἰ μέλλοιεν ἥκειν, τῇ δὲ ἄλλῃ ἀπιέναι φαίη ἐπὶ Ἰωνίας, ὅθενπερ ἦλθε.
[1.4] ταῦτα ἀκούσαντες οἱ στρατηγοὶ καὶ οἱ ἄλλοι Ἕλληνες πυνθανόμενοι βαρέως ἔφερον. Κλέαρχος δὲ τάδε εἶπεν: –ἀλλ᾽ ὤφελε μὲν Κῦρος ζῆν: ἐπεὶ δὲ τετελεύτηκεν, ἀπαγγέλλετε Ἀριαίῳ ὅτι ἡμεῖς νικῶμέν τε βασιλέα καί, ὡς ὁρᾶτε, οὐδεὶς ἔτι ἡμῖν μάχεται, καί, εἰ μὴ ὑμεῖς ἤλθετε, ἐπορευόμεθα ἂν ἐπὶ βασιλέα. ἐπαγγελλόμεθα δὲ Ἀριαίῳ, ἐὰν ἐνθάδε ἔλθῃ, εἰς τὸν θρόνον τὸν βασ
[1.5] ταῦτα εἰπὼν ἀποστέλλει τοὺς ἀγγέλους καὶ σὺν αὐτοῖς Χειρίσοφον τὸν Λάκωνα καὶ Μένωνα τὸν Θετταλόν: καὶ γὰρ αὐτὸς Μένων ἐβούλετο: ἦν γὰρ φίλος καὶ ξένος Ἀριαίου.
[1.6] οἱ μὲν ᾤχοντο, Κλέαρχος δὲ περιέμενε: τὸ δὲ στράτευμα ἐπορίζετο σῖτον, ὅπως ἐδύνατο, ἐκ τῶν ὑποζυγίων κόπτοντες τοὺς βοῦς καὶ ὄνους: ξύλοις δὲ ἐχρῶντο μικρὸν προϊόντες ἀπὸ τῆς φάλαγγος, οὗ ἡ μάχη ἐγένετο, τοῖς τε οἰστοῖς πολλοῖς οὖσιν, οὓς ἠνάγκαζον οἱ Ἕλληνες ἐκβάλλειν τοὺς αὐτομολοῦντας παρὰ βασιλέως, καὶ τοῖς γέρροις καὶ ταῖς ἀσπίσι ταῖς ξυλίναις ταῖς Αἰγυπτίαις: πολλαὶ δὲ καὶ πέλται καὶ ἅμαξαι ἦσαν φέρεσθαι ἔρημοι: οἷς πᾶσι χρώμενοι κρέα ἕψοντες ἤσθιον ἐκείνην τὴν ἡμέραν.
[1.7] καὶ ἤδη τε ἦν περὶ πλήθουσαν ἀγορὰν καὶ ἔρχονται παρὰ βασιλέως καὶ Τισσαφέρνους κήρυκες οἱ μὲν ἄλλοι βάρβαροι, ἦν δ᾽ αὐτῶν Φαλῖνος εἷς Ἕλλην, ὃς ἐτύγχανε παρὰ Τισσαφέρνει ὢν καὶ ἐντίμως ἔχων: καὶ γὰρ προσεποιεῖτο ἐπιστήμων εἶναι τῶν ἀμφὶ τάξεις τε καὶ ὁπλομαχίαν.
[1.8] οὗτοι δὲ προσελθόντες καὶ καλέσαντες τοὺς τῶν Ἑλλήνων ἄρχοντας λέγουσιν ὅτι βασιλεὺς κελεύει τοὺς Ἕλληνας, ἐπεὶ νικῶν τυγχάνει καὶ Κῦρον ἀπέκτονε, παραδόντας τὰ ὅπλα ἰόντας ἐπὶ βασιλέως θύρας εὑρίσκεσθαι ἄν τι δύνωνται ἀγαθόν.
[1.9] ταῦτα μὲν εἶπον οἱ βασιλέως κήρυκες: οἱ δὲ Ἕλληνες βαρέως μὲν ἤκουσαν, ὅμως δὲ Κλέαρχος τοσοῦτον εἶπεν, ὅτι οὐ τῶν νικώντων εἴη τὰ ὅπλα παραδιδόναι: ἀλλ᾽, ἔφη, ὑμεῖς μέν, ὦ ἄνδρες στρατηγοί, τούτοις ἀποκρίνασθε ὅ τι κάλλιστόν τε καὶ ἄριστον ἔχετε: ἐγὼ δὲ αὐτίκα ἥξω. ἐκάλεσε γάρ τις αὐτὸν τῶν ὑπηρετῶν, ὅπως ἴδοι τὰ ἱερὰ ἐξῃρημένα: ἔτυχε γὰρ θυόμενος.
[1.10] ἔνθα δὴ ἀπεκρίνατο Κλεάνωρ ὁ Ἀρκάς, πρεσβύτατος ὤν, ὅτι πρόσθεν ἂν ἀποθάνοιεν ἢ τὰ ὅπλα παραδοίησαν: Πρόξενος δὲ ὁ Θηβαῖος, –ἀλλ᾽ ἐγώ, ἔφη, ὦ Φαλῖνε, θαυμάζω πότερα ὡς κρατῶν βασιλεὺς αἰτεῖ τὰ ὅπλα ἢ ὡς διὰ φιλίαν δῶρα. εἰ μὲν γὰρ ὡς κρατῶν, τί δεῖ αὐτὸν αἰτεῖν καὶ οὐ λαβεῖν ἐλθόντα; εἰ δὲ πείσας βούλεται λαβεῖν, λεγέτω τί ἔσται τοῖς στρατιώταις, ἐὰν αὐτῷ ταῦτα χαρίσωνται.
[1.11] πρὸς ταῦτα Φαλῖνος εἶπε:
–βασιλεὺς νικᾶν ἡγεῖται, ἐπεὶ Κῦρον ἀπέκτεινε. τίς γὰρ αὐτῷ ἔστιν ὅστις τῆς ἀρχῆς ἀντιποιεῖται; νομίζει δὲ καὶ ὑμᾶς ἑαυτοῦ εἶναι, ἔχων ἐν μέσῃ τῇ ἑαυτοῦ χώρᾳ καὶ ποταμῶν ἐντὸς ἀδιαβάτων καὶ πλῆθος ἀνθρώπων ἐφ᾽ ὑμᾶς δυνάμενος ἀγαγεῖν, ὅσον οὐδ᾽ εἰ παρέχοι
[1.12] μετὰ τοῦτον Θεόπομπος Ἀθηναῖος εἶπεν:
–ὦ Φαλῖνε, νῦν, ὡς σὺ ὁρᾷς, ἡμῖν οὐδὲν ἔστιν ἀγαθὸν ἄλλο εἰ μὴ ὅπλα καὶ ἀρετή. ὅπλα μὲν οὖν ἔχοντες οἰόμεθα ἂν καὶ τῇ ἀρετῇ χρῆσθαι, παραδόντες δ᾽ ἂν ταῦτα καὶ τῶν σωμάτων στερηθῆναι. μὴ οὖν οἴου τὰ μόνα ἀγαθὰ ἡμῖν ὄντα ὑμῖν παραδώσειν, ἀλλὰ σὺν τούτοις
[1.13] ἀκούσας δὲ ταῦτα ὁ Φαλῖνος ἐγέλασε καὶ εἶπεν:
.–ἀλλὰ φιλοσόφῳ μὲν ἔοικας, ὦ νεανίσκε, καὶ λέγεις οὐκ ἀχάριστα: ἴσθι μέντοι ἀνόητος ὤν, εἰ οἴει τὴν ὑμετέραν ἀρετὴν περιγενέσθαι ἂν τῆς βασιλέως δυνάμεως.
[1.14] ἄλλους δέ τινας ἔφασαν λέγειν ὑπομαλακιζομένους, ὡς καὶ Κύρῳ πιστοὶ ἐγένοντο καὶ βασιλεῖ ἂν πολλοῦ ἄξιοι γένοιντο, εἰ βούλοιτο φίλος γενέσθαι: καὶ εἴτε ἄλλο τι θέλοι χρῆσθαι εἴτ᾽ ἐπ᾽ Αἴγυπτον στρατεύειν, συγκαταστρέψαιντ᾽ ἂν αὐτῷ.
[1.15] ἐν τούτῳ Κλέαρχος ἧκε, καὶ ἠρώτησεν εἰ ἤδη ἀποκεκριμένοι εἶεν. Φαλῖνος δὲ ὑπολαβὼν εἶπεν:
.–οὗτοι μέν, ὦ Κλέαρχε, ἄλλος ἄλλα λέγει:
[1.16] σὺ δ᾽ ἡμῖν εἰπὲ τί λέγεις. ὁ δ᾽ εἶπεν:
.–ἐγώ σε, ὦ Φαλῖνε, ἄσμενος ἑόρακα, οἶμαι δὲ καὶ οἱ ἄλλοι πάντες: σύ τε γὰρ Ἕλλην εἶ καὶ ἡμεῖς τοσοῦτοι ὄντες ὅσους σὺ ὁρᾷς: ἐν τοιούτοις δὲ ὄντες πράγμασι συμβουλευόμεθά σοι τί χρὴ ποιεῖν περὶ ὧν λέγεις.
[1.17] σὺ οὖν πρὸς θεῶν συμβούλευσον ἡμῖν ὅ τι σοι δοκεῖ κάλλιστον καὶ ἄριστον εἶναι, καὶ ὅ σοι τιμὴν οἴσει εἰς τὸν ἔπειτα χρόνον [ἀνα]λεγόμενον, ὅτι Φαλῖνός ποτε πεμφθεὶς παρὰ βασιλέως κελεύσων τοὺς Ἕλληνας τὰ ὅπλα παραδοῦναι συμβουλευομένοις συνεβούλευσεν αὐτοῖς τάδε. οἶσθα δὲ ὅτι ἀνάγκη λέγεσθαι ἐν τῇ Ἑλλάδι ἃ ἂν συμβουλεύσῃς.
[1.18] ὁ δὲ Κλέαρχος ταῦτα ὑπήγετο βουλόμενος καὶ αὐτὸν τὸν παρὰ βασιλέως πρεσβεύοντα συμβουλεῦσαι μὴ παραδοῦναι τὰ ὅπλα, ὅπως εὐέλπιδες μᾶλλον εἶεν οἱ Ἕλληνες. Φαλῖνος δὲ ὑποστρέψας παρὰ τὴν δόξαν αὐτοῦ εἶπεν:
[1.19]
.–ἐγώ, εἰ μὲν τῶν μυρίων ἐλπίδων μία τις ὑμῖν ἐστι σωθῆναι πολεμοῦντας βασιλεῖ, συμβουλεύω μὴ παραδιδόναι τὰ ὅπλα: εἰ δέ τοι μηδεμία σωτηρίας ἐστὶν ἐλπὶς ἄκοντος βασιλέως, συμβουλεύω σᾐζεσθαι ὑμῖν ὅπῃ δυνατόν.
[1.20] Κλέαρχος δὲ πρὸς ταῦτα εἶπεν:
–ἀλλὰ ταῦτα μὲν δὴ σὺ λέγεις: παρ᾽ ἡμῶν δὲ ἀπάγγελλε τάδε, ὅτι ἡμεῖς οἰόμεθα, εἰ μὲν δέοι βασιλεῖ φίλους εἶναι, πλείονος ἂν ἄξιοι εἶναι φίλοι ἔχοντες τὰ ὅπλα ἢ παραδόντες ἄλλῳ, εἰ δὲ δέοι πολεμεῖν, ἄμεινον ἂν πολεμεῖν ἔχοντες τὰ ὅπλα ἢ ἄλλῳ παραδόντες.
[1.21] ὁ δὲ Φαλῖνος εἶπε:
.–ταῦτα μὲν δὴ ἀπαγγελοῦμεν: ἀλλὰ καὶ τάδε ὑμῖν εἰπεῖν ἐκέλευσε βασιλεύς, ὅτι μένουσι μὲν ὑμῖν αὐτοῦ σπονδαὶ εἴησαν, προϊοῦσι δὲ καὶ ἀπιοῦσι πόλεμος. εἴπατε οὖν καὶ περὶ τούτου πότερα μενεῖτε καὶ σπονδαί εἰσιν ἢ ὡς πολέμου ὄντος παρ᾽ ὑμῶν ἀπαγγελῶ.
[1.22] Κλέαρχος δ᾽ ἔλεξεν:
ἀπάγγελλε τοίνυν καὶ περὶ τούτου ἔτι καὶ μέν ταὐτὰ δοκεῖ περὶ καὶ βασιλεῖ.
–τί οὖν ταῦτά ἐστιν; ἔφη ὁ Φαλῖνος. ἀπεκρίνατο Κλέαρχος:
–ἢν μὲν μένωμεν, σπονδαί, ἀπιοῦσι δὲ καὶ προϊοῦσι πόλεμος. And Clearchus replied: “Pray answer that we hold precisely the same views on this point as the king.”–”How say you the same views?” asked Phalinus. Clearchus made answer: “As long as we stay he
[1.23] ὁ δὲ πάλιν ἠρώτησε:
–σπονδὰς ἢ πόλεμον ἀπαγγελῶ; Κλέαρχος δὲ ταὐτὰ πάλιν ἀπεκρίνατο:
.–σπονδαὶ μὲν μένουσιν, ἀπιοῦσι δὲ καὶ προϊοῦσι πόλεμος. ὅ τι δὲ ποιήσοι οὐ διεσήμηνε.
2
[2.1] Φαλῖνος μὲν δὴ ᾤχετο καὶ οἱ σὺν αὐτῷ. οἱ δὲ παρὰ Ἀριαίου ἧκον Προκλῆς καὶ Χειρίσοφος: Μένων δὲ αὐτοῦ ἔμενε παρὰ Ἀριαίῳ: οὗτοι δὲ ἔλεγον ὅτι πολλοὺς φαίη Ἀριαῖος εἶναι Πέρσας ἑαυτοῦ βελτίους, οὓς οὐκ ἂν ἀνασχέσθαι αὐτοῦ βασιλεύοντος: ἀλλ᾽ εἰ βούλεσθε συναπιέναι, ἥκειν ἤδη κελεύει τῆς νυκτός. εἰ δὲ μή, αὔριον πρῲ ἀπιέναι φησίν.
[2.2] ὁ δὲ Κλέαρχος εἶπεν:
.–ἀλλ᾽ οὕτω χρὴ ποιεῖν: ἐὰν μὲν ἥκωμεν, ὥσπερ λέγετε: εἰ δὲ μή, πράττετε ὁποῖον ἄν τι ὑμῖν οἴησθε μάλιστα συμφέρειν. ὅ τι δὲ ποιήσοι οὐδὲ τούτοις εἶπε.
[2.3] μετὰ ταῦτα ἤδη ἡλίου δύνοντος συγκαλέσας στρατηγοὺς καὶ λοχαγοὺς ἔλεξε τοιάδε.
–ἐμοί, ὦ ἄνδρες, θυομένῳ ἰέναι ἐπὶ βασιλέα οὐκ ἐγίγνετο τὰ ἱερά. καὶ εἰκότως ἄρα οὐκ ἐγίγνετο: ὡς γὰρ ἐγὼ νῦν πυνθάνομαι, ἐν μέσῳ ἡμῶν καὶ βασιλέως ὁ Τίγρης ποταμός ἐστι ναυσίπορος, ὃν οὐκ ἂν δυναίμεθα ἄνευ πλοίων διαβῆναι: πλοῖα δὲ ἡμεῖς οὐκ ἔχομεν. οὐ
[2.4] ὧδε οὖν χρὴ ποιεῖν: ἀπιόντας δειπνεῖν ὅ τι τις ἔχει: ἐπειδὰν δὲ σημήνῃ τῷ κέρατι ὡς ἀναπαύεσθαι, συσκευάζεσθε: ἐπειδὰν δὲ τὸ δεύτερον, ἀνατίθεσθε ἐπὶ τὰ ὑποζύγια: ἐπὶ δὲ τῷ τρίτῳ ἕπεσθε τῷ ἡγουμένῳ, τὰ μὲν ὑποζύγια ἔχοντες πρὸς τοῦ ποταμοῦ, τὰ δὲ ὅπλα ἔξω.
[2.5] ταῦτ᾽ ἀκούσαντες οἱ στρατηγοὶ καὶ λοχαγοὶ ἀπῆλθον καὶ ἐποίουν οὕτω. καὶ τὸ λοιπὸν ὁ μὲν ἦρχεν, οἱ δὲ ἐπείθοντο, οὐχ ἑλόμενοι, ἀλλὰ ὁρῶντες ὅτι μόνος ἐφρόνει οἷα δεῖ τὸν ἄρχοντα, οἱ δ᾽ ἄλλοι ἄπειροι ἦσαν.
[2.6] [ἀριθμὸς τῆς ὁδοῦ ἣν ἦλθον ἐξ Ἐφέσου τῆς Ἰωνίας μέχρι τῆς μάχης σταθμοὶ τρεῖς καὶ ἐνενήκοντα, παρασάγγαι πέντε καὶ τριάκοντα καὶ πεντακόσιοι, στάδιοι πεντήκοντα καὶ ἑξακισχίλιοι καὶ μύριοι: ἀπὸ δὲ τῆς μάχης ἐλέγοντο εἶναι εἰς Βαβυλῶνα στάδιοι ἑξήκοντα καὶ τριακόσιοι.]
[2.7] ἐντεῦθεν ἐπεὶ σκότος ἐγένετο Μιλτοκύθης μὲν ὁ Θρᾷξ ἔχων τούς τε ἱππέας τοὺς μεθ᾽ ἑαυτοῦ εἰς τετταράκοντα καὶ τῶν πεζῶν Θρᾳκῶν ὡς τριακοσίους ηὐτομόλησε πρὸς βασιλέα.
[2.8] Κλέαρχος δὲ τοῖς ἄλλοις ἡγεῖτο κατὰ τὰ παρηγγελμένα, οἱ δ᾽ εἵποντο: καὶ ἀφικνοῦνται εἰς τὸν πρῶτον σταθμὸν παρ᾽ Ἀριαῖον καὶ τὴν ἐκείνου στρατιὰν ἀμφὶ μέσας νύκτας: καὶ ἐν τάξει θέμενοι τὰ ὅπλα συνῆλθον οἱ στρατηγοὶ καὶ λοχαγοὶ τῶν Ἑλλήνων παρ᾽ Ἀριαῖον: καὶ ὤμοσαν οἵ τε Ἕλληνες καὶ ὁ Ἀριαῖος καὶ τῶν σὺν αὐτῷ οἱ κράτιστοι μήτε προδώσειν ἀλλήλους σύμμαχοί τε ἔσεσθαι: οἱ δὲ βάρβαροι προσώμοσαν καὶ ἡγήσεσθαι ἀδόλως.
[2.9] ταῦτα δ᾽ ὤμοσαν, σφάξαντες ταῦρον καὶ κάπρον καὶ κριὸν εἰς ἀσπίδα, οἱ μὲν Ἕλληνες βάπτοντες ξίφος, οἱ δὲ βάρβαροι λόγχην.
[2.10] ἐπεὶ δὲ τὰ πιστὰ ἐγένετο, εἶπεν ὁ Κλέαρχος:
.–ἄγε δή, ὦ Ἀριαῖε, ἐπείπερ ὁ αὐτὸς ὑμῖν στόλος ἐστὶ καὶ ἡμῖν, εἰπὲ τίνα γνώμην ἔχεις περὶ τῆς πορείας, πότερον ἄπιμεν ἥνπερ ἤλθομεν ἢ ἄλλην τινὰ ἐννενοηκέναι δοκεῖς ὁδὸν κρείττω.
[2.11] ὁ δ᾽ εἶπεν:
–ἣν μὲν ἤλθομεν ἀπιόντες παντελῶς ἂν ὑπὸ λιμοῦ ἀπολοίμεθα: ὑπάρχει γὰρ νῦν ἡμῖν οὐδὲν τῶν ἐπιτηδείων. ἑπτακαίδεκα γὰρ σταθμῶν τῶν ἐγγυτάτω οὐδὲ δεῦρο ἰόντες ἐκ τῆς χώρας οὐδὲν εἴχομεν λαμβάνειν: ἔνθα δέ τι ἦν, ἡμεῖς διαπορευόμενοι κατεδαπανήσαμεν. νῦν δ᾽
[2.12] πορευτέον δ᾽ ἡμῖν τοὺς πρώτους σταθμοὺς ὡς ἂν δυνώμεθα μακροτάτους, ἵνα ὡς πλεῖστον ἀποσπάσωμεν τοῦ βασιλικοῦ στρατεύματος: ἢν γὰρ ἅπαξ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν ὁδὸν ἀπόσχωμεν, οὐκέτι μὴ δύνηται βασιλεὺς ἡμᾶς καταλαβεῖν. ὀλίγῳ μὲν γὰρ στρατεύματι οὐ τολμήσει ἐφέπεσθαι: πολὺν δ᾽ ἔχων δ᾽ ἔχων στόλον οὐ δυνήσεται ταχέως πορεύεσθαι: ἴσως δὲ καὶ τῶν ἐπιτηδείων σπανιεῖ. ταύτην, ἔφη, τὴν γνώμην ἔχω ἔγωγε.
[2.13] ἦν δὲ αὕτη ἡ στρατηγία οὐδὲν ἄλλο δυναμένη ἢ ἀποδρᾶναι ἢ ἀποφυγεῖν: ἡ δὲ τύχη ἐστρατήγησε κάλλιον. ἐπεὶ γὰρ ἡμέρα ἐγένετο, ἐπορεύοντο ἐν δεξιᾷ ἔχοντες τὸν ἥλιον, λογιζόμενοι ἥξειν ἅμα ἡλίῳ δύνοντι εἰς κώμας τῆς Βαβυλωνίας χώρας: καὶ τοῦτο μὲν οὐκ ἐψεύσθησαν.
[2.14] ἔτι δὲ ἀμφὶ δείλην ἔδοξαν πολεμίους ὁρᾶν ἱππέας: καὶ τῶν τε Ἑλλήνων οἳ μὴ ἔτυχον ἐν ταῖς τάξεσιν ὄντες εἰς τὰς τάξεις ἔθεον, καὶ Ἀριαῖος (ἐτύγχανε γὰρ ἐφ᾽ ἁμάξης πορευόμενος διότι ἐτέτρωτο) καταβὰς ἐθωρακίζετο καὶ οἱ σὺν αὐτῷ.
[2.15] ἐν ᾧ δὲ ὡπλίζοντο ἧκον λέγοντες οἱ προπεμφθέντες σκοποὶ ὅτι οὐχ ἱππεῖς εἰσιν, ἀλλ᾽ ὑποζύγια νέμοιντο. καὶ εὐθὺς ἔγνωσαν πάντες ὅτι ἐγγύς που ἐστρατοπεδεύετο βασιλεύς: καὶ γὰρ καπνὸς ἐφαίνετο ἐν κώμαις οὐ πρόσω.
[2.16] Κλέαρχος δὲ ἐπὶ μὲν τοὺς πολεμίους οὐκ ἦγεν: ᾔδει γὰρ καὶ ἀπειρηκότας τοὺς στρατιώτας καὶ ἀσίτους ὄντας: ἤδη δὲ καὶ ὀψὲ ἦν: οὐ μέντοι οὐδὲ ἀπέκλινε, φυλαττόμενος μὴ δοκοίη φεύγειν, ἀλλ᾽ εὐθύωρον ἄγων ἅμα τῷ ἡλίῳ δυομένῳ εἰς τὰς ἐγγυτάτω κώμας τοὺς πρώτους ἄγων κατεσκήνωσεν, ἐξ ὧν διήρπαστο ὑπὸ τοῦ βασιλικοῦ στρατεύματος καὶ αὐτὰ τὰ ἀπὸ τῶν οἰκιῶν ξύλα.
[2.17] οἱ μὲν οὖν πρῶτοι ὅμως τρόπῳ τινὶ ἐστρατοπεδεύσαντο, οἱ δὲ ὕστεροι σκοταῖοι προσιόντες ὡς ἐτύγχανον ἕκαστοι ηὐλίζοντο, καὶ κραυγὴν πολλὴν ἐποίουν καλοῦντες ἀλλήλους, ὥστε καὶ τοὺς πολεμίους ἀκούειν: ὥστε οἱ μὲν ἐγγύτατα τῶν πολεμίων καὶ ἔφυγον ἐκ τῶν σκηνωμάτων.
[2.18] δῆλον δὲ τοῦτο τῇ ὑστεραίᾳ ἐγένετο: οὔτε γὰρ ὑποζύγιον ἔτ᾽ οὐδὲν ἐφάνη οὔτε στρατόπεδον οὔτε καπνὸς οὐδαμοῦ πλησίον. ἐξεπλάγη δέ, ὡς ἔοικε, καὶ βασιλεὺς τῇ ἐφόδῳ τοῦ στρατεύματος. ἐδήλωσε δὲ τοῦτο οἷς τῇ ὑστεραίᾳ ἔπραττε.
[2.19] προϊούσης μέντοι τῆς νυκτὸς ταύτης καὶ τοῖς Ἕλλησι φόβος ἐμπίπτει, καὶ θόρυβος καὶ δοῦπος ἦν οἷον εἰκὸς φόβου ἐμπεσόντος γενέσθαι.
[2.20] Κλέαρχος δὲ Τολμίδην Ἠλεῖον, ὃν ἐτύγχανεν ἔχων παρ᾽ ἑαυτῷ κήρυκα ἄριστον τῶν τότε, ἀνειπεῖν ἐκέλευσε σιγὴν κηρύξαντα ὅτι προαγορεύουσιν οἱ ἄρχοντες, ὃς ἂν τὸν ἀφέντα τὸν ὄνον εἰς τὰ ὅπλα μηνύσῃ, ὅτι λήψεται μισθὸν τάλαντον.
[2.21] ἐπεὶ δὲ ταῦτα ἐκηρύχθη, ἔγνωσαν οἱ στρατιῶται ὅτι κενὸς ὁ φόβος εἴη καὶ οἱ ἄρχοντες σῷοι. ἅμα δὲ ὄρθρῳ παρήγγειλεν ὁ Κλέαρχος εἰς τάξιν τὰ ὅπλα τίθεσθαι τοὺς Ἕλληνας ᾗπερ εἶχον ὅτε ἦν ἡ μάχη.
Βιβλίον Β, 3-4
3
[3.1] ὃ δὲ δὴ ἔγραψα ὅτι βασιλεὺς ἐξεπλάγη τῇ ἐφόδῳ, τῷδε δῆλον ἦν. τῇ μὲν γὰρ πρόσθεν ἡμέρᾳ πέμπων τὰ ὅπλα παραδιδόναι ἐκέλευε, τότε δὲ ἅμα ἡλίῳ ἀνατέλλοντι κήρυκας ἔπεμψε περὶ σπονδῶν.
[3.2] οἱ δ᾽ ἐπεὶ ἦλθον πρὸς τοὺς προφύλακας, ἐζήτουν τοὺς ἄρχοντας. ἐπειδὴ δὲ ἀπήγγελλον οἱ προφύλακες, Κλέαρχος τυχὼν τότε τὰς τάξεις ἐπισκοπῶν εἶπε τοῖς προφύλαξι κελεύειν τοὺς κήρυκας περιμένειν ἄχρι ἂν σχολάσῃ.
[3.3] ἐπεὶ δὲ κατέστησε τὸ στράτευμα ὡς καλῶς ἔχειν ὁρᾶσθαι πάντῃ φάλαγγα πυκνήν, ἐκ τῶν ὅπλων δὲ μηδένα καταφανῆ εἶναι, ἐκάλεσε τοὺς ἀγγέλους, καὶ αὐτός τε προῆλθε τούς τε εὐοπλοτάτους ἔχων καὶ εὐειδεστάτους τῶν αὑτοῦ στρατιωτῶν καὶ τοῖς ἄλλοις στρατηγοῖς ταὐτὰ ἔφρασεν.
[3.4] ἐπεὶ δὲ ἦν πρὸς τοῖς ἀγγέλοις, ἀνηρώτα [πρῶτα] τί βούλοιντο. οἱ δ᾽ ἔλεγον ὅτι περὶ σπονδῶν ἥκοιεν ἄνδρες οἵτινες ἱκανοὶ ἔσονται τά τε παρὰ βασιλέως τοῖς Ἕλλησιν ἀπαγγεῖλαι καὶ τὰ παρὰ τῶν Ἑλλήνων βασιλεῖ.
[3.5] ὁ δὲ ἀπεκρίνατο:
.–ἀπαγγέλλετε τοίνυν αὐτῷ ὅτι μάχης δεῖ πρῶτον: ἄριστον γὰρ οὐκ ἔστιν οὐδ᾽ ὁ τολμήσων περὶ σπονδῶν λέγειν τοῖς Ἕλλησι μὴ πορίσας ἄριστον.
[3.6] ταῦτα ἀκούσαντες οἱ ἄγγελοι ἀπήλαυνον, καὶ ἧκον ταχύ: ᾧ καὶ δῆλον ἦν ὅτι ἐγγύς που βασιλεὺς ἦν ἢ ἄλλος τις ᾧ ἐπετέτακτο ταῦτα πράττειν: ἔλεγον δὲ ὅτι εἰκότα δοκοῖεν λέγειν βασιλεῖ, καὶ ἥκοιεν ἡγεμόνας ἔχοντες οἳ αὐτούς, ἐὰν σπονδαὶ γένωνται, ἄξουσιν ἔνθεν ἕξουσι τὰ ἐπιτήδεια.
[3.7] ὁ δὲ ἠρώτα εἰ αὐτοῖς τοῖς ἀνδράσι σπένδοιτο τοῖς ἰοῦσι καὶ ἀπιοῦσιν, ἢ καὶ τοῖς ἄλλοις ἔσοιντο σπονδαί. οἱ δέ,
.–ἅπασιν, ἔφασαν, μέχρι ἂν βασιλεῖ τὰ παρ᾽ ὑμῶν διαγγελθῇ.
[3.8] ἐπεὶ δὲ ταῦτα εἶπον, μεταστησάμενος αὐτοὺς ὁ Κλέαρχος ἐβουλεύετο: καὶ ἐδόκει ταχὺ τὰς σπονδὰς ποιεῖσθαι καὶ καθ᾽ ἡσυχίαν ἐλθεῖν τε ἐπὶ τὰ ἐπιτήδεια καὶ λαβεῖν.
[3.9] ὁ δὲ Κλέαρχος εἶπε:
–δοκεῖ μὲν κἀμοὶ ταῦτα: οὐ μέντοι ταχύ γε ἀπαγγελῶ, ἀλλὰ διατρίψω ἔστ᾽ ἂν ὀκνήσωσιν οἱ ἄγγελοι μὴ ἀποδόξῃ ἡμῖν τὰς σπονδὰς ποιήσασθαι: οἶμαί γε μέντοι, ἔφη, καὶ τοῖς ἡμετέροις στρατιώταις τὸν αὐτὸν φόβον παρέσεσθαι. ἐπεὶ δὲ ἐδόκει καιρὸς εἶναι, ἀπήγγελλε
[3.10] καὶ οἱ μὲν ἡγοῦντο, Κλέαρχος μέντοι ἐπορεύετο τὰς μὲν σπονδὰς ποιησάμενος, τὸ δὲ στράτευμα ἔχων ἐν τάξει, καὶ αὐτὸς ὠπισθοφυλάκει. καὶ ἐνετύγχανον τάφροις καὶ αὐλῶσιν ὕδατος πλήρεσιν, ὡς μὴ δύνασθαι διαβαίνειν ἄνευ γεφυρῶν: ἀλλ᾽ ἐποιοῦντο διαβάσεις ἐκ τῶν φοινίκων οἳ ἦσαν ἐκπεπτωκότες, τοὺς δὲ καὶ ἐξέκοπτον.
[3.11] καὶ ἐνταῦθα ἦν Κλέαρχον καταμαθεῖν ὡς ἐπεστάτει, ἐν μὲν τῇ ἀριστερᾷ χειρὶ τὸ δόρυ ἔχων, ἐν δὲ τῇ δεξιᾷ βακτηρίαν: καὶ εἴ τις αὐτῷ δοκοίη τῶν πρὸς τοῦτο τεταγμένων βλακεύειν, ἐκλεγόμενος τὸν ἐπιτήδειον ἔπαισεν ἄν, καὶ ἅμα αὐτὸς προσελάμβανεν εἰς τὸν πηλὸν ἐμβαίνων: ὥστε πᾶσιν αἰσχύνην εἶναι μὴ οὐ συσπουδάζειν.
[3.12] καὶ ἐτάχθησαν πρὸς αὐτὸ οἱ <εἰς> τριάκοντα ἔτη γεγονότες: ἐπεὶ δὲ Κλέαρχον ἑώρων σπουδάζοντα, προσελάμβανον καὶ οἱ πρεσβύτεροι.
[3.13] πολὺ δὲ μᾶλλον ὁ Κλέαρχος ἔσπευδεν, ὑποπτεύων μὴ αἰεὶ οὕτω πλήρεις εἶναι τὰς τάφρους ὕδατος (οὐ γὰρ ἦν ὥρα οἵα τὸ πεδίον ἄρδειν), ἀλλ᾽ ἵνα ἤδη πολλὰ προφαίνοιτο τοῖς Ἕλλησι δεινὰ εἰς τὴν πορείαν, τούτου ἕνεκα βασιλέα ὑπώπτευεν ἐπὶ τὸ πεδίον τὸ ὕδωρ ἀφεικέναι.
[3.14] πορευόμενοι δὲ ἀφίκοντο εἰς κώμας ὅθεν ἀπέδειξαν οἱ ἡγεμόνες λαμβάνειν τὰ ἐπιτήδεια. ἐνῆν δὲ σῖτος πολὺς καὶ οἶνος φοινίκων καὶ ὄξος ἑψητὸν ἀπὸ τῶν αὐτῶν.
[3.15] αὐταὶ δὲ αἱ βάλανοι τῶν φοινίκων οἵας μὲν ἐν τοῖς Ἕλλησιν ἔστιν ἰδεῖν τοῖς οἰκέταις ἀπέκειντο, αἱ δὲ τοῖς δεσπόταις ἀποκείμεναι ἦσαν ἀπόλεκτοι, θαυμάσιαι τοῦ κάλλους καὶ μεγέθους, ἡ δὲ ὄψις ἠλέκτρου οὐδὲν διέφερεν: τὰς δέ τινας ξηραίνοντες τραγήματα ἀπετίθεσαν. καὶ ἦν καὶ παρὰ πότον ἡδὺ μέν, κεφαλαλγὲς δέ.
[3.16] ἐνταῦθα καὶ τὸν ἐγκέφαλον τοῦ φοίνικος πρῶτον ἔφαγον οἱ στρατιῶται, καὶ οἱ πολλοὶ ἐθαύμασαν τό τε εἶδος καὶ τὴν ἰδιότητα τῆς ἡδονῆς. ἦν δὲ σφόδρα καὶ τοῦτο κεφαλαλγές. ὁ δὲ φοῖνιξ ὅθεν ἐξαιρεθείη ὁ ἐγκέφαλος ὅλος ηὐαίνετο.
[3.17] ἐνταῦθα ἔμειναν ἡμέρας τρεῖς: καὶ παρὰ μεγάλου βασιλέως ἧκε Τισσαφέρνης καὶ ὁ τῆς βασιλέως γυναικὸς ἀδελφὸς καὶ ἄλλοι Πέρσαι τρεῖς: δοῦλοι δὲ πολλοὶ εἵποντο. ἐπεὶ δὲ ἀπήντησαν αὐτοῖς οἱ τῶν Ἑλλήνων στρατηγοί, ἔλεγε πρῶτος Τισσαφέρνης δι᾽ ἑρμηνέως τοιάδε.
[3.18] –ἐγώ, ὦ ἄνδρες Ἕλληνες, γείτων οἰκῶ τῇ Ἑλλάδι, καὶ ἐπεὶ ὑμᾶς εἶδον εἰς πολλὰ καὶ ἀμήχανα πεπτωκότας, εὕρημα ἐποιησάμην εἴ πως δυναίμην παρὰ βασιλέως αἰτήσασθαι δοῦναι ἐμοὶ ἀποσῶσαι ὑμᾶς εἰς τὴν Ἑλλάδα. οἶμαι γὰρ ἂν οὐκ ἀχαρίστως μοι ἔχειν οὔτε πρὸς ὑμῶν οὔτε πρὸς τῆς πάσης Ἑλλάδος.
[3.19] ταῦτα δὲ γνοὺς ᾐτούμην βασιλέα, λέγων αὐτῷ ὅτι δικαίως ἄν μοι χαρίζοιτο, ὅτι αὐτῷ Κῦρόν τε ἐπιστρατεύοντα πρῶτος ἤγγειλα καὶ βοήθειαν ἔχων ἅμα τῇ ἀγγελίᾳ ἀφικόμην, καὶ μόνος τῶν κατὰ τοὺς Ἕλληνας τεταγμένων οὐκ ἔφυγον, ἀλλὰ διήλασα καὶ συνέμειξα βασιλεῖ ἐν τῷ ὑμετέρῳ στρατοπέδῳ ἔνθα βασιλεὺς ἀφίκετο, ἐπεὶ Κῦρον ἀπέκτεινε καὶ τοὺς ξὺν Κύρῳ βαρβάρους ἐδίωξε σὺν τοῖσδε τοῖς παροῦσι νῦν μετ᾽ ἐμοῦ, οἵπερ αὐτῷ εἰσι πιστότατοι. καὶ περὶ μὲν τούτων ὑπέσχετό μοι βουλεύσεσθαι:
[3.20] ἐρέσθαι δέ με ὑμᾶς ἐκέλευεν ἐλθόντα τίνος ἕνεκεν ἐστρατεύσατε ἐπ᾽ αὐτόν. καὶ συμβουλεύω ὑμῖν μετρίως ἀποκρίνασθαι, ἵνα μοι εὐπρακτότερον ᾖ ἐάν τι δύνωμαι ἀγαθὸν ὑμῖν παρ᾽ αὐτοῦ διαπράξασθαι.
[3.21] πρὸς ταῦτα μεταστάντες οἱ Ἕλληνες ἐβουλεύοντο: καὶ ἀπεκρίναντο, Κλέαρχος δ᾽ ἔλεγεν:
.–ἡμεῖς οὔτε συνήλθομεν ὡς βασιλεῖ πολεμήσοντες οὔτε ἐπορευόμεθα ἐπὶ βασιλέα, ἀλλὰ πολλὰς προφάσεις Κῦρος ηὕρισκεν, ὡς καὶ σὺ εὖ οἶσθα, ἵνα ὑμᾶς τε ἀπαρασκεύους λάβοι καὶ ἡμᾶς ἐνθάδε ἀγάγοι.
[3.22] ἐπεὶ μέντοι ἤδη αὐτὸν ἑωρῶμεν ἐν δεινῷ ὄντα, ᾐσχύνθημεν καὶ θεοὺς καὶ ἀνθρώπους προδοῦναι αὐτόν, ἐν τῷ πρόσθεν χρόνῳ παρέχοντες ἡμᾶς αὐτοὺς εὖ ποιεῖν.
[3.23] ἐπεὶ δὲ Κῦρος τέθνηκεν, οὔτε βασιλεῖ ἀντιποιούμεθα τῆς ἀρχῆς οὔτ᾽ ἔστιν ὅτου ἕνεκα βουλοίμεθα ἂν τὴν βασιλέως χώραν κακῶς ποιεῖν, οὐδ᾽ αὐτὸν ἀποκτεῖναι ἂν ἐθέλοιμεν, πορευοίμεθα δ᾽ ἂν οἴκαδε, εἴ τις ἡμᾶς μὴ λυποίη: ἀδικοῦντα μέντοι πειρασόμεθα σὺν τοῖς θεοῖς ἀμύνασθαι: ἐὰν μέντοι τις ἡμᾶς καὶ εὖ ποιῶν ὑπάρχῃ, καὶ τούτου εἴς γε δύναμιν οὐχ ἡττησόμεθα εὖ ποιοῦντες.
[3.24] ὁ μὲν οὕτως εἶπεν: ἀκούσας δὲ ὁ Τισσαφέρνης,
.-.-ταῦτα, ἔφη, ἐγὼ ἀπαγγελῶ βασιλεῖ καὶ ὑμῖν πάλιν τὰ παρ᾽ ἐκείνου: μέχρι δ᾽ ἂν ἐγὼ ἥκω αἱ σπονδαὶ μενόντων: ἀγορὰν δὲ ἡμεῖς παρέξομεν.
[3.25] καὶ εἰς μὲν τὴν ὑστεραίαν οὐχ ἧκεν: ὥσθ᾽ οἱ Ἕλληνες ἐφρόντιζον: τῇ δὲ τρίτῃ ἥκων ἔλεγεν ὅτι διαπεπραγμένος ἥκοι παρὰ βασιλέως δοθῆναι αὐτῷ σᾐζειν τοὺς Ἕλληνας, καίπερ πάνυ πολλῶν ἀντιλεγόντων ὡς οὐκ ἄξιον εἴη βασιλεῖ ἀφεῖναι τοὺς ἐφ᾽ ἑαυτὸν στρατευσαμένους.
[3.26] τέλος δὲ εἶπε:
.–καὶ νῦν ἔξεστιν ὑμῖν πιστὰ λαβεῖν παρ᾽ ἡμῶν ἦ μὴν φιλίαν παρέξειν ὑμῖν τὴν χώραν καὶ ἀδόλως ἀπάξειν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀγορὰν παρέχοντας: ὅπου δ᾽ ἂν μὴ ᾖ πρίασθαι, λαμβάνειν ὑμᾶς ἐκ τῆς χώρας ἐάσομεν τὰ ἐπιτήδεια.
[3.27] ὑμᾶς δὲ αὖ ἡμῖν δεήσει ὀμόσαι ἦ μὴν πορεύσεσθαι ὡς διὰ φιλίας ἀσινῶς σῖτα καὶ ποτὰ λαμβάνοντας ὁπόταν μὴ ἀγορὰν παρέχωμεν, ἐὰν δὲ παρέχωμεν ἀγοράν, ὠνουμένους ἕξειν τὰ ἐπιτήδεια.
[3.28] ταῦτα ἔδοξε, καὶ ὤμοσαν καὶ δεξιὰς ἔδοσαν Τισσαφέρνης καὶ ὁ τῆς βασιλέως γυναικὸς ἀδελφὸς τοῖς τῶν Ἑλλήνων στρατηγοῖς καὶ λοχαγοῖς καὶ ἔλαβον παρὰ τῶν Ἑλλήνων.
[3.29] μετὰ δὲ ταῦτα Τισσαφέρνης εἶπε:
.–νῦν μὲν δὴ ἄπειμι ὡς βασιλέα: ἐπειδὰν δὲ διαπράξωμαι ἃ δέομαι, ἥξω συσκευασάμενος ὡς ἀπάξων ὑμᾶς εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ αὐτὸς ἀπιὼν ἐπὶ τὴν ἐμαυτοῦ ἀρχήν.
4
[4.1] μετὰ ταῦτα περιέμενον Τισσαφέρνην οἵ τε Ἕλληνες καὶ ὁ Ἀριαῖος ἐγγὺς ἀλλήλων ἐστρατοπεδευμένοι ἡμέρας πλείους ἢ εἴκοσιν. ἐν δὲ ταύταις ἀφικνοῦνται πρὸς Ἀριαῖον καὶ οἱ ἀδελφοὶ καὶ οἱ ἄλλοι ἀναγκαῖοι καὶ πρὸς τοὺς σὺν ἐκείνῳ Περσῶν τινες, <οἳ> παρεθάρρυνόν τε καὶ δεξιὰς ἐνίοις παρὰ βασιλέως ἔφερον μὴ μνησικακήσειν βασιλέα αὐτοῖς τῆς σὺν Κύρῳ ἐπιστρατείας μηδὲ ἄλλου μηδενὸς τῶν παροιχομένων.
[4.2] τούτων δὲ γιγνομένων ἔνδηλοι ἦσαν οἱ περὶ Ἀριαῖον ἧττον προσέχοντες τοῖς Ἕλλησι τὸν νοῦν: ὥστε καὶ διὰ τοῦτο τοῖς μὲν πολλοῖς τῶν Ἑλλήνων οὐκ ἤρεσκον, ἀλλὰ προσιόντες τῷ Κλεάρχῳ ἔλεγον καὶ τοῖς ἄλλοις στρατηγοῖς:
[4.3] –τί μένομεν; ἢ οὐκ ἐπιστάμεθα ὅτι βασιλεὺς ἡμᾶς ἀπολέσαι ἂν περὶ παντὸς ποιήσαιτο, ἵνα καὶ τοῖς ἄλλοις Ἕλλησι φόβος εἴη ἐπὶ βασιλέα μέγαν στρατεύειν; καὶ νῦν μὲν ἡμᾶς ὑπάγεται μένειν διὰ τὸ διεσπάρθαι αὐτοῦ τὸ στράτευμα: ἐπὰν δὲ πάλιν ἁλισθῇ αὐτῷ ἡ στρατ
[4.4] ἴσως δέ που ἢ ἀποσκάπτει τι ἢ ἀποτειχίζει, ὡς ἄπορος εἴη ἡ ὁδός. οὐ γάρ ποτε ἑκών γε βουλήσεται ἡμᾶς ἐλθόντας εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπαγγεῖλαι ὡς ἡμεῖς τοσοίδε ὄντες ἐνικῶμεν τὸν βασιλέα ἐπὶ ταῖς θύραις αὐτοῦ καὶ καταγελάσαντες ἀπήλθομεν.
[4.5] Κλέαρχος δὲ ἀπεκρίνατο τοῖς ταῦτα λέγουσιν: ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι μὲν καὶ ταῦτα πάντα: ἐννοῶ δ᾽ ὅτι εἰ νῦν ἄπιμεν, δόξομεν ἐπὶ πολέμῳ ἀπιέναι καὶ παρὰ τὰς σπονδὰς ποιεῖν. ἔπειτα πρῶτον μὲν ἀγορὰν οὐδεὶς παρέξει ἡμῖν οὐδὲ ὅθεν ἐπισιτιούμεθα: αὖθις δὲ ὁ ἡγησόμενος οὐδεὶς ἔσται: καὶ ἅμα ταῦτα ποιούντων ἡμῶν
[4.6] ποταμὸς δ᾽ εἰ μέν τις καὶ ἄλλος ἄρα ἡμῖν ἐστι διαβατέος οὐκ οἶδα: τὸν δ᾽ οὖν Εὐφράτην ἴσμεν ὅτι ἀδύνατον διαβῆναι κωλυόντων πολεμίων. οὐ μὲν δὴ ἂν μάχεσθαί γε δέῃ, ἱππεῖς εἰσιν ἡμῖν ξύμμαχοι, τῶν δὲ πολεμίων ἱππεῖς εἰσιν οἱ πλεῖστοι καὶ πλείστου ἄξιοι: ὥστε νικῶντες μὲν τίνα ἂν ἀποκτείναιμεν; ἡττωμένων δὲ οὐδένα οἷόν τε σωθῆναι.
[4.7] ἐγὼ μὲν οὖν βασιλέα, ᾧ οὕτω πολλά ἐστι τὰ σύμμαχα, εἴπερ προθυμεῖται ἡμᾶς ἀπολέσαι, οὐκ οἶδα ὅ τι δεῖ αὐτὸν ὀμόσαι καὶ δεξιὰν δοῦναι καὶ θεοὺς ἐπιορκῆσαι καὶ τὰ ἑαυτοῦ πιστὰ ἄπιστα ποιῆσαι Ἕλλησί τε καὶ βαρβάροις. τοιαῦτα πολλὰ ἔλεγεν.
[4.8] ἐν δὲ τούτῳ ἧκε Τισσαφέρνης ἔχων τὴν ἑαυτοῦ δύναμιν ὡς εἰς οἶκον ἀπιὼν καὶ Ὀρόντας τὴν ἑαυτοῦ δύναμιν: ἦγε δὲ καὶ τὴν θυγατέρα τὴν βασιλέως ἐπὶ γάμῳ.
[4.9] ἐντεῦθεν δὲ ἤδη Τισσαφέρνους ἡγουμένου καὶ ἀγορὰν παρέχοντος ἐπορεύοντο: ἐπορεύετο δὲ καὶ Ἀριαῖος τὸ Κύρου βαρβαρικὸν ἔχων στράτευμα ἅμα Τισσαφέρνει καὶ Ὀρόντᾳ καὶ ξυνεστρατοπεδεύετο σὺν ἐκείνοις.
[4.10] οἱ δὲ Ἕλληνες ὑφορῶντες τούτους αὐτοὶ ἐφ᾽ ἑαυτῶν ἐχώρουν ἡγεμόνας ἔχοντες. ἐστρατοπεδεύοντο δὲ ἑκάστοτε ἀπέχοντες ἀλλήλων παρασάγγην καὶ πλέον: ἐφυλάττοντο δὲ ἀμφότεροι ὥσπερ πολεμίους ἀλλήλους, καὶ εὐθὺς τοῦτο ὑποψίαν παρεῖχεν.
[4.11] ἐνίοτε δὲ καὶ ξυλιζόμενοι ἐκ τοῦ αὐτοῦ καὶ χόρτον καὶ ἄλλα τοιαῦτα ξυλλέγοντες πληγὰς ἐνέτεινον ἀλλήλοις: ὥστε καὶ τοῦτο ἔχθραν παρεῖχε.
[4.12] διελθόντες δὲ τρεῖς σταθμοὺς ἀφίκοντο πρὸς τὸ Μηδίας καλούμενον τεῖχος, καὶ παρῆλθον εἴσω αὐτοῦ. ἦν δὲ ᾠκοδομημένον πλίνθοις ὀπταῖς ἐν ἀσφάλτῳ κειμέναις, εὖρος εἴκοσι ποδῶν, ὕψος δὲ ἑκατόν: μῆκος δ᾽ ἐλέγετο εἶναι εἴκοσι παρασάγγαι: ἀπέχει δὲ Βαβυλῶνος οὐ πολύ.
[4.13] ἐντεῦθεν δ᾽ ἐπορεύθησαν σταθμοὺς δύο παρασάγγας ὀκτώ: καὶ διέβησαν διώρυχας δύο, τὴν μὲν ἐπὶ γεφύρας, τὴν δὲ ἐζευγμένην πλοίοις ἑπτά: αὗται δ᾽ ἦσαν ἀπὸ τοῦ Τίγρητος ποταμοῦ: κατετέτμηντο δὲ ἐξ αὐτῶν καὶ τάφροι ἐπὶ τὴν χώραν, αἱ μὲν πρῶται μεγάλαι, ἔπειτα δὲ ἐλάττους: τέλος δὲ καὶ μικροὶ ὀχετοί, ὥσπερ ἐν τῇ Ἑλλάδι ἐπὶ τὰς μελίνας: καὶ ἀφικνοῦνται ἐπὶ τὸν Τίγρητα ποταμόν: πρὸς ᾧ πόλις ἦν μεγάλη καὶ πολυάνθρωπος ᾗ ὄνομα Σιττάκη, ἀπέχουσα τοῦ ποταμοῦ σταδίους πεντεκαίδεκα.
[4.14] οἱ μὲν οὖν Ἕλληνες παρ᾽ αὐτὴν ἐσκήνησαν ἐγγὺς παραδείσου μεγάλου καὶ καλοῦ καὶ δασέος παντοίων δένδρων, οἱ δὲ βάρβαροι διαβεβηκότες τὸν Τίγρητα: οὐ μέντοι καταφανεῖς ἦσαν.
[4.15] μετὰ δὲ τὸ δεῖπνον ἔτυχον ἐν περιπάτῳ ὄντες πρὸ τῶν ὅπλων Πρόξενος καὶ Ξενοφῶν: καὶ προσελθὼν ἄνθρωπός τις ἠρώτησε τοὺς προφύλακας ποῦ ἂν ἴδοι Πρόξενον ἢ Κλέαρχον: Μένωνα δὲ οὐκ ἐζήτει, καὶ ταῦτα παρ᾽ Ἀριαίου ὢν τοῦ Μένωνος ξένου.
[4.16] ἐπεὶ δὲ Πρόξενος εἶπεν ὅτι αὐτός εἰμι ὃν ζητεῖς, εἶπεν ὁ ἄνθρωπος τάδε.
ἔπεμψέ με Ἀριαῖος καὶ Ἀρτάοζος, πιστοὶ ὄντες Κύρῳ καὶ ὑμῖν εὖνοι, καὶ κελεύουσι φυλάττεσθαι μὴ ὑμῖν ἐπιθῶνται τῆς νυκτὸς οἱ βάρβαροι: ἔστι δὲ στράτευμα πολὺ ἐν τῷ πλησίον παραδείσῳ.
[4.17] καὶ παρὰ τὴν γέφυραν τοῦ Τίγρητος ποταμοῦ πέμψαι κελεύουσι φυλακήν, ὡς διανοεῖται αὐτὴν λῦσαι Τισσαφέρνης τῆς νυκτός, ἐὰν δύνηται, ὡς μὴ διαβῆτε ἀλλ᾽ ἐν μέσῳ ἀποληφθῆτε τοῦ ποταμοῦ καὶ τῆς διώρυχος.
[4.18] ἀκούσαντες ταῦτα ἄγουσιν αὐτὸν παρὰ τὸν Κλέαρχον καὶ φράζουσιν ἃ λέγει. ὁ δὲ Κλέαρχος ἀκούσας ἐταράχθη σφόδρα καὶ ἐφοβεῖτο.
[4.19] νεανίσκος δέ τις τῶν παρόντων ἐννοήσας εἶπεν ὡς οὐκ ἀκόλουθα εἴη τό τε ἐπιθήσεσθαι καὶ λύσειν τὴν γέφυραν. δῆλον γὰρ ὅτι ἐπιτιθεμένους ἢ νικᾶν δεήσει ἢ ἡττᾶσθαι. ἐὰν μὲν οὖν νικῶσι, τί δεῖ λύειν αὐτοὺς τὴν γέφυραν; οὐδὲ γὰρ ἂν πολλαὶ γέφυραι ὦσιν ἔχοιμεν ἂν ὅποι φυγόντες ἡμεῖς σωθῶμεν.
[4.20] ἐὰν δὲ ἡμεῖς νικῶμεν, λελυμένης τῆς γεφύρας οὐχ ἕξουσιν ἐκεῖνοι ὅποι φύγωσιν: οὐδὲ μὴν βοηθῆσαι πολλῶν ὄντων πέραν οὐδεὶς αὐτοῖς δυνήσεται λελυμένης τῆς γεφύρας.
[4.21] ἀκούσας δὲ ὁ Κλέαρχος ταῦτα ἤρετο τὸν ἄγγελον πόση τις εἴη χώρα ἡ ἐν μέσῳ τοῦ Τίγρητος καὶ τῆς διώρυχος. ὁ δὲ εἶπεν ὅτι πολλὴ καὶ κῶμαι ἔνεισι καὶ πόλεις πολλαὶ καὶ μεγάλαι.
[4.22] τότε δὴ καὶ ἐγνώσθη ὅτι οἱ βάρβαροι τὸν ἄνθρωπον ὑποπέμψειαν, ὀκνοῦντες μὴ οἱ Ἕλληνες διελόντες τὴν γέφυραν μείναιεν ἐν τῇ νήσῳ ἐρύματα ἔχοντες ἔνθεν μὲν τὸν Τίγρητα, ἔνθεν δὲ τὴν διώρυχα: τὰ δ᾽ ἐπιτήδεια ἔχοιεν ἐκ τῆς ἐν μέσῳ χώρας πολλῆς καὶ ἀγαθῆς οὔσης καὶ τῶν ἐργασομένων ἐνόντων: εἶτα δὲ καὶ ἀποστροφὴ γένοιτο εἴ τις βούλοιτο βασιλέα κακῶς ποιεῖν.
[4.23] μετὰ δὲ ταῦτα ἀνεπαύοντο: ἐπὶ μέντοι τὴν γέφυραν ὅμως φυλακὴν ἔπεμψαν: καὶ οὔτε ἐπέθετο οὐδεὶς οὐδαμόθεν οὔτε πρὸς τὴν γέφυραν οὐδεὶς ἦλθε τῶν πολεμίων, ὡς οἱ φυλάττοντες ἀπήγγελλον.
[4.24] ἐπειδὴ δὲ ἕως ἐγένετο, διέβαινον τὴν γέφυραν ἐζευγμένην πλοίοις τριάκοντα καὶ ἑπτὰ ὡς οἷόν τε μάλιστα πεφυλαγμένως: ἐξήγγελλον γάρ τινες τῶν παρὰ Τισσαφέρνους Ἑλλήνων ὡς διαβαινόντων μέλλοιεν ἐπιθήσεσθαι. ἀλλὰ ταῦτα μὲν ψευδῆ ἦν: διαβαινόντων μέντοι ὁ Γλοῦς [αὐτῶν] ἐπεφάνη μετ᾽ ἄλλων σκοπῶν εἰ διαβαίνοιεν τὸν ποταμόν: ἐπειδὴ δὲ εἶδεν, ᾤχετο ἀπελαύνων.
[4.25] ἀπὸ δὲ τοῦ Τίγρητος ἐπορεύθησαν σταθμοὺς τέτταρας παρασάγγας εἴκοσιν ἐπὶ τὸν Φύσκον ποταμόν, τὸ εὖρος πλέθρου: ἐπῆν δὲ γέφυρα. καὶ ἐνταῦθα ᾠκεῖτο πόλις μεγάλη ὄνομα Ὦπις: πρὸς ἣν ἀπήντησε τοῖς Ἕλλησιν ὁ Κύρου καὶ Ἀρταξέρξου νόθος ἀδελφὸς ἀπὸ Σούσων καὶ Ἐκβατάνων στρατιὰν πολλὴν ἄγων ὡς βοηθήσων βασιλεῖ: καὶ ἐπιστήσας τὸ ἑαυτοῦ στράτευμα παρερχομένους τοὺς Ἕλληνας ἐθεώρει.
[4.26] ὁ δὲ Κλέαρχος ἡγεῖτο μὲν εἰς δύο, ἐπορεύετο δὲ ἄλλοτε καὶ ἄλλοτε ἐφιστάμενος: ὅσον δὲ [ἂν] χρόνον τὸ ἡγούμενον τοῦ στρατεύματος ἐπιστήσειε, τοσοῦτον ἦν ἀνάγκη χρόνον δι᾽ ὅλου τοῦ στρατεύματος γίγνεσθαι τὴν ἐπίστασιν: ὥστε τὸ στράτευμα καὶ αὐτοῖς τοῖς Ἕλλησι δόξαι πάμπολυ εἶναι, καὶ τὸν Πέρσην ἐκπεπλῆχθαι θεωροῦντα.
[4.27] ἐντεῦθεν δ᾽ ἐπορεύθησαν διὰ τῆς Μηδίας σταθμοὺς ἐρήμους ἓξ παρασάγγας τριάκοντα εἰς τὰς Παρυσάτιδος κώμας τῆς Κύρου καὶ βασιλέως μητρός. ταύτας Τισσαφέρνης Κύρῳ ἐπεγγελῶν διαρπάσαι τοῖς Ἕλλησιν ἐπέτρεψε πλὴν ἀνδραπόδων. ἐνῆν δὲ σῖτος πολὺς καὶ πρόβατα καὶ ἄλλα χρήματα.
[4.28] ἐντεῦθεν δ᾽ ἐπορεύθησαν σταθμοὺς ἐρήμους τέτταρας παρασάγγας εἴκοσι τὸν Τίγρητα ποταμὸν ἐν ἀριστερᾷ ἔχοντες. ἐν δὲ τῷ πρώτῳ σταθμῷ πέραν τοῦ ποταμοῦ πόλις ᾠκεῖτο μεγάλη καὶ εὐδαίμων ὄνομα Καιναί, ἐξ ἧς οἱ βάρβαροι διῆγον ἐπὶ σχεδίαις διφθερίναις ἄρτους, τυρούς, οἶνον.
Βιβλίον Β, 5-6
[5.1] μετὰ ταῦτα ἀφικνοῦνται ἐπὶ τὸν Ζαπάταν ποταμόν, τὸ εὖρος τεττάρων πλέθρων. καὶ ἐνταῦθα ἔμειναν ἡμέρας τρεῖς: ἐν δὲ ταύταις ὑποψίαι μὲν ἦσαν, φανερὰ δὲ οὐδεμία ἐφαίνετο ἐπιβουλή.
[5.2] ἔδοξεν οὖν τῷ Κλεάρχῳ ξυγγενέσθαι τῷ Τισσαφέρνει καὶ εἴ πως δύναιτο παῦσαι τὰς ὑποψίας πρὶν ἐξ αὐτῶν πόλεμον γενέσθαι. καὶ ἔπεμψέν τινα ἐροῦντα ὅτι ξυγγενέσθαι αὐτῷ χρῄζει.
[5.3] ὁ δὲ ἑτοίμως ἐκέλευεν ἥκειν. ἐπειδὴ δὲ ξυνῆλθον, λέγει ὁ Κλέαρχος τάδε.
ἐγώ, ὦ Τισσαφέρνη, οἶδα μὲν ἡμῖν ὅρκους γεγενημένους καὶ δεξιὰς δεδομένας μὴ ἀδικήσειν ἀλλήλους: φυλαττόμενον δὲ σέ τε ὁρῶ ὡς πολεμίους ἡμᾶς καὶ ἡμεῖς ὁρῶντες ταῦτα ἀντιφυλαττόμεθα.
[5.4] ἐπεὶ δὲ σκοπῶν οὐ δύναμαι οὔτε σὲ αἰσθέσθαι πειρώμενον ἡμᾶς κακῶς ποιεῖν ἐγώ τε σαφῶς οἶδα ὅτι ἡμεῖς γε οὐδὲ ἐπινοοῦμεν τοιοῦτον οὐδέν, ἔδοξέ μοι εἰς λόγους σοι ἐλθεῖν, ὅπως εἰ δυναίμεθα ἐξέλοιμεν ἀλλήλων τὴν ἀπιστίαν.
[5.5] καὶ γὰρ οἶδα ἀνθρώπους ἤδη τοὺς μὲν ἐκ διαβολῆς τοὺς δὲ καὶ ἐξ ὑποψίας οἳ φοβηθέντες ἀλλήλους φθάσαι βουλόμενοι πρὶν παθεῖν ἐποίησαν ἀνήκεστα κακὰ τοὺς οὔτε μέλλοντας οὔτ᾽ αὖ βουλομένους τοιοῦτον οὐδέν.
[5.6] τὰς οὖν τοιαύτας ἀγνωμοσύνας νομίζων συνουσίαις μάλιστα παύεσθαι ἥκω καὶ διδάσκειν σε βούλομαι ὡς σὺ ἡμῖν οὐκ ὀρθῶς ἀπιστεῖς.
[5.7] πρῶτον μὲν γὰρ καὶ μέγιστον οἱ θεῶν ἡμᾶς ὅρκοι κωλύουσι πολεμίους εἶναι ἀλλήλοις: ὅστις δὲ τούτων σύνοιδεν αὑτῷ παρημεληκώς, τοῦτον ἐγὼ οὔποτ᾽ ἂν εὐδαιμονίσαιμι. τὸν γὰρ θεῶν πόλεμον οὐκ οἶδα οὔτ᾽ ἀπὸ ποίου ἂν τάχους οὔτε ὅποι ἄν τις φεύγων ἀποφύγοι οὔτ᾽ εἰς ποῖον ἂν σκότος ἀποδραίη οὔθ᾽ ὅπως ἂν εἰς ἐχυρὸν χωρίον ἀποσταίη. πάντῃ γὰρ πάντα τοῖς θεοῖς ὕποχα καὶ πάντων ἴσον οἱ θεοὶ κρατοῦσι
[5.8] περὶ μὲν δὴ τῶν θεῶν τε καὶ τῶν ὅρκων οὕτω γιγνώσκω, παρ᾽ οὓς ἡμεῖς τὴν φιλίαν συνθέμενοι κατεθέμεθα: τῶν δ᾽ ἀνθρωπίνων σὲ ἐγὼ ἐν τῷ παρόντι νομίζω μέγιστον εἶναι ἡμῖν ἀγαθόν.
[5.9] σὺν μὲν γὰρ σοὶ πᾶσα μὲν ὁδὸς εὔπορος, πᾶς δὲ ποταμὸς διαβατός, τῶν τε ἐπιτηδείων οὐκ ἀπορία: ἄνευ δὲ σοῦ πᾶσα μὲν διὰ σκότους ἡ ὁδός: οὐδὲν γὰρ αὐτῆς ἐπιστάμεθα: πᾶς δὲ ποταμὸς δύσπορος, πᾶς δὲ ὄχλος φοβερός, φοβερώτατον δ᾽ ἐρημία: μεστὴ γὰρ πολλῆς ἀπορίας ἐστίν.
[5.10] εἰ δὲ δὴ καὶ μανέντες σε κατακτείναιμεν, ἄλλο τι ἂν ἢ τὸν εὐεργέτην κατακτείναντες πρὸς βασιλέα τὸν μέγιστον ἔφεδρον ἀγωνιζοίμεθα; ὅσων δὲ δὴ καὶ οἵων ἂν ἐλπίδων ἐμαυτὸν στερήσαιμι, εἰ σέ τι κακὸν ἐπιχειρήσαιμι ποιεῖν, ταῦτα λέξω.
[5.11] ἐγὼ γὰρ Κῦρον ἐπεθύμησά μοι φίλον γενέσθαι, νομίζων τῶν τότε ἱκανώτατον εἶναι εὖ ποιεῖν ὃν βούλοιτο: σὲ δὲ νῦν ὁρῶ τήν τε Κύρου δύναμιν καὶ χώραν ἔχοντα καὶ τὴν σαυτοῦ [χώραν] σᾐζοντα, τὴν δὲ βασιλέως δύναμιν, ᾗ Κῦρος πολεμίᾳ ἐχρῆτο, σοὶ ταύτην ξύμμαχον οὖσαν.
[5.12] τούτων δὲ τοιούτων ὄντων τίς οὕτω μαίνεται ὅστις οὐ βούλεται σοὶ φίλος εἶναι; ἀλλὰ μὴν ἐρῶ γὰρ καὶ ταῦτα ἐξ ὧν ἔχω ἐλπίδας καὶ σὲ βουλήσεσθαι φίλον ἡμῖν εἶναι.
[5.13] οἶδα μὲν γὰρ ὑμῖν Μυσοὺς λυπηροὺς ὄντας, οὓς νομίζω ἂν σὺν τῇ παρούσῃ δυνάμει ταπεινοὺς ὑμῖν παρασχεῖν: οἶδα δὲ καὶ Πισίδας: ἀκούω δὲ καὶ ἄλλα ἔθνη πολλὰ τοιαῦτα εἶναι, ἃ οἶμαι ἂν παῦσαι ἐνοχλοῦντα ἀεὶ τῇ ὑμετέρᾳ εὐδαιμονίᾳ. Αἰγυπτίους δέ, οἷς μάλιστα ὑμᾶς γιγνώσκω τεθυμωμένους, οὐχ ὁρῶ ποίᾳ δυνάμει συμμάχῳ χρησάμενοι μᾶλλον ἂν κολάσαισθε τῆς νῦν σὺν ἐμοὶ οὔσης.
[5.14] ἀλλὰ μὴν ἔν γε τοῖς πέριξ οἰκοῦσι σὺ εἰ μὲν βούλοιο φίλος ὡς μέγιστος ἂν εἴης, εἰ δέ τίς σε λυποίη, ὡς δεσπότης <ἂν> ἀναστρέφοιο ἔχων ἡμᾶς ὑπηρέτας, οἵ σοι οὐκ ἂν μισθοῦ ἕνεκα ὑπηρετοῖμεν ἀλλὰ καὶ τῆς χάριτος ἣν σωθέντες ὑπὸ σοῦ σοὶ ἂν ἔχοιμεν δικαίως.
[5.15] ἐμοὶ μὲν ταῦτα πάντα ἐνθυμουμένῳ οὕτω δοκεῖ θαυμαστὸν εἶναι τὸ σὲ ἡμῖν ἀπιστεῖν ὥστε καὶ ἥδιστ᾽ ἂν ἀκούσαιμι τὸ ὄνομα τίς οὕτως ἐστὶ δεινὸς λέγειν ὥστε σε πεῖσαι λέγων ὡς ἡμεῖς σοι ἐπιβουλεύομεν. Κλέαρχος μὲν οὖν τοσαῦτα εἶπε: Τισσαφέρνης δὲ ὧδε ἀπημείφθη.
[5.16] –ἀλλ᾽ ἥδομαι μέν, ὦ Κλέαρχε, ἀκούων σου φρονίμους λόγους: ταῦτα γὰρ γιγνώσκων εἴ τι ἐμοὶ κακὸν βουλεύοις, ἅμα ἄν μοι δοκεῖς καὶ σαυτῷ κακόνους εἶναι. ὡς δ᾽ ἂν μάθῃς ὅτι οὐδ᾽ ἂν ὑμεῖς δικαίως οὔτε βασιλεῖ οὔτ᾽ ἐμοὶ ἀπιστοίητε, ἀντάκουσον.
[5.17] εἰ γὰρ ὑμᾶς ἐβουλόμεθα ἀπολέσαι, πότερά σοι δοκοῦμεν ἱππέων πλήθους ἀπορεῖν ἢ πεζῶν ἢ ὁπλίσεως ἐν ᾗ ὑμᾶς μὲν βλάπτειν ἱκανοὶ εἴημεν ἄν, ἀντιπάσχειν δὲ οὐδεὶς κίνδυνος;
[5.18] ἀλλὰ χωρίων ἐπιτηδείων ὑμῖν ἐπιτίθεσθαι ἀπορεῖν ἄν σοι δοκοῦμεν; οὐ τοσαῦτα μὲν πεδία ἃ ὑμεῖς φίλια ὄντα σὺν πολλῷ πόνῳ διαπορεύεσθε, τοσαῦτα δὲ ὄρη ὁρᾶτε ὑμῖν ὄντα πορευτέα, ἃ ἡμῖν ἔξεστι προκαταλαβοῦσιν ἄπορα ὑμῖν παρέχειν, τοσοῦτοι δ᾽ εἰσὶ ποταμοὶ ἐφ᾽ ὧν ἔξεστιν ἡμῖν ταμιεύεσθαι ὁπόσοις ἂν ὑμῶν βουλώμεθα μάχεσθαι; εἰσὶ δ᾽ αὐτῶν οὓς οὐδ᾽ ἂν παντάπασι διαβαίητε, εἰ μὴ ἡμεῖς ὑμᾶς διαπορεύοιμεν.
[5.19] εἰ δ᾽ ἐν πᾶσι τούτοις ἡττᾐμεθα, ἀλλὰ τό γέ τοι πῦρ κρεῖττον τοῦ καρποῦ ἐστιν: ὃν ἡμεῖς δυναίμεθ᾽ ἂν κατακαύσαντες λιμὸν ὑμῖν ἀντιτάξαι, ᾧ ὑμεῖς οὐδ᾽ εἰ πάνυ ἀγαθοὶ εἴητε μάχεσθαι ἂν δύναισθε.
[5.20] πῶς ἂν οὖν ἔχοντες τοσούτους πόρους πρὸς τὸ ὑμῖν πολεμεῖν, καὶ τούτων μηδένα ἡμῖν ἐπικίνδυνον, ἔπειτα ἐκ τούτων πάντων τοῦτον ἂν τὸν τρόπον ἐξελοίμεθα ὃς μόνος μὲν πρὸς θεῶν ἀσεβής, μόνος δὲ πρὸς ἀνθρώπων αἰσχρός;
[5.21] παντάπασι δὲ ἀπόρων ἐστὶ καὶ ἀμηχάνων καὶ ἐν ἀνάγκῃ ἐχομένων, καὶ τούτων πονηρῶν, οἵτινες ἐθέλουσι δι᾽ ἐπιορκίας τε πρὸς θεοὺς καὶ ἀπιστίας πρὸς ἀνθρώπους πράττειν τι. οὐχ οὕτως ἡμεῖς, ὦ Κλέαρχε, οὔτε ἀλόγιστοι οὔτε ἠλίθιοί ἐσμεν.
[5.22] ἀλλὰ τί δὴ ὑμᾶς ἐξὸν ἀπολέσαι οὐκ ἐπὶ τοῦτο ἤλθομεν; εὖ ἴσθι ὅτι ὁ ἐμὸς ἔρως τούτου αἴτιος τὸ τοῖς Ἕλλησιν ἐμὲ πιστὸν γενέσθαι, καὶ ᾧ Κῦρος ἀνέβη ξενικῷ διὰ μισθοδοσίας πιστεύων τούτῳ ἐμὲ καταβῆναι δι᾽ εὐεργεσίαν ἰσχυρόν.
[5.23] ὅσα δ᾽ ἐμοὶ χρήσιμοι ὑμεῖς ἐστε τὰ μὲν καὶ σὺ εἶπας, τὸ δὲ μέγιστον ἐγὼ οἶδα: τὴν μὲν γὰρ ἐπὶ τῇ κεφαλῇ τιάραν βασιλεῖ μόνῳ ἔξεστιν ὀρθὴν ἔχειν, τὴν δ᾽ ἐπὶ τῇ καρδίᾳ ἴσως ἂν ὑμῶν παρόντων καὶ ἕτερος εὐπετῶς ἔχοι.
[5.24] ταῦτα εἰπὼν ἔδοξε τῷ Κλεάρχῳ ἀληθῆ λέγειν: καὶ εἶπεν:
οὐκοῦν, ἔφη, οἵτινες τοιούτων ἡμῖν εἰς φιλίαν ὑπαρχόντων πειρῶνται διαβάλλοντες ποιῆσαι πολεμίους ἡμᾶς ἄξιοί εἰσι τὰ ἔσχατα παθεῖν;
[5.25] –καὶ ἐγὼ μέν γε, ἔφη ὁ Τισσαφέρνης, εἰ βούλεσθέ μοι οἵ τε στρατηγοὶ καὶ οἱ λοχαγοὶ ἐλθεῖν, ἐν τῷ ἐμφανεῖ λέξω τοὺς πρὸς ἐμὲ λέγοντας ὡς σὺ ἐμοὶ ἐπιβουλεύεις καὶ τῇ σὺν ἐμοὶ στρατιᾷ.
[5.26] –ἐγὼ δέ, ἔφη ὁ Κλέαρχος, ἄξω πάντας, καὶ σοὶ αὖ δηλώσω ὅθεν ἐγὼ περὶ σοῦ ἀκούω.
[5.27] ἐκ τούτων δὴ τῶν λόγων ὁ Τισσαφέρνης φιλοφρονούμενος τότε μὲν μένειν τε αὐτὸν ἐκέλευε καὶ σύνδειπνον ἐποιήσατο. τῇ δὲ ὑστεραίᾳ ὁ Κλέαρχος ἐλθὼν ἐπὶ τὸ στρατόπεδον δῆλός τ᾽ ἦν πάνυ φιλικῶς οἰόμενος διακεῖσθαι τῷ Τισσαφέρνει καὶ ἃ ἔλεγεν ἐκεῖνος ἀπήγγελλεν, ἔφη τε χρῆναι ἰέναι παρὰ Τισσαφέρνην οὓς ἐκέλευεν, καὶ οἳ ἂν ἐλεγχθῶσι διαβάλλοντες τῶν Ἑλλήνων, ὡς προδότας αὐτοὺς καὶ κακόνους τοῖς Ἕλλησιν ὄντας τιμωρηθῆναι.
[5.28] ὑπώπτευε δὲ εἶναι τὸν διαβάλλοντα Μένωνα, εἰδὼς αὐτὸν καὶ συγγεγενημένον Τισσαφέρνει μετ᾽ Ἀριαίου καὶ στασιάζοντα αὐτῷ καὶ ἐπιβουλεύοντα, ὅπως τὸ στράτευμα ἅπαν πρὸς αὑτὸν λαβὼν φίλος ᾖ Τισσαφέρνει.
[5.29] ἐβούλετο δὲ καὶ Κλέαρχος ἅπαν τὸ στράτευμα πρὸς ἑαυτὸν ἔχειν τὴν γνώμην καὶ τοὺς παραλυποῦντας ἐκποδὼν εἶναι. τῶν δὲ στρατιωτῶν ἀντέλεγόν τινες αὐτῷ μὴ ἰέναι πάντας τοὺς λοχαγοὺς καὶ στρατηγοὺς μηδὲ πιστεύειν Τισσαφέρνει.
[5.30] ὁ δὲ Κλέαρχος ἰσχυρῶς κατέτεινεν, ἔστε διεπράξατο πέντε μὲν στρατηγοὺς ἰέναι, εἴκοσι δὲ λοχαγούς: συνηκολούθησαν δὲ ὡς εἰς ἀγορὰν καὶ τῶν ἄλλων στρατιωτῶν ὡς διακόσιοι.
[5.31] ἐπεὶ δὲ ἦσαν ἐπὶ θύραις ταῖς Τισσαφέρνους, οἱ μὲν στρατηγοὶ παρεκλήθησαν εἴσω, Πρόξενος Βοιώτιος, Μένων Θετταλός, Ἀγίας Ἀρκάς, Κλέαρχος Λάκων, Σωκράτης Ἀχαιός: οἱ δὲ λοχαγοὶ ἐπὶ ταῖς θύραις ἔμενον.
[5.32] οὐ πολλῷ δὲ ὕστερον ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ σημείου οἵ τ᾽ ἔνδον ξυνελαμβάνοντο καὶ οἱ ἔξω κατεκόπησαν. μετὰ δὲ ταῦτα τῶν βαρβάρων τινὲς ἱππέων διὰ τοῦ πεδίου ἐλαύνοντες ᾧτινι ἐντυγχάνοιεν Ἕλληνι ἢ δούλῳ ἢ ἐλευθέρῳ πάντας ἔκτεινον.
[5.33] οἱ δὲ Ἕλληνες τήν τε ἱππασίαν ἐθαύμαζον ἐκ τοῦ στρατοπέδου ὁρῶντες καὶ ὅ τι ἐποίουν ἠμφεγνόουν, πρὶν Νίκαρχος Ἀρκὰς ἧκε φεύγων τετρωμένος εἰς τὴν γαστέρα καὶ τὰ ἔντερα ἐν ταῖς χερσὶν ἔχων, καὶ εἶπε πάντα τὰ γεγενημένα.
[5.34] ἐκ τούτου δὴ οἱ Ἕλληνες ἔθεον ἐπὶ τὰ ὅπλα πάντες ἐκπεπληγμένοι καὶ νομίζοντες αὐτίκα ἥξειν αὐτοὺς ἐπὶ τὸ στρατόπεδον.
[5.35] οἱ δὲ πάντες μὲν οὐκ ἦλθον, Ἀριαῖος δὲ καὶ Ἀρτάοζος καὶ Μιθραδάτης, οἳ ἦσαν Κύρῳ πιστότατοι: ὁ δὲ τῶν Ἑλλήνων ἑρμηνεὺς ἔφη καὶ τὸν Τισσαφέρνους ἀδελφὸν σὺν αὐτοῖς ὁρᾶν καὶ γιγνώσκειν: ξυνηκολούθουν δὲ καὶ ἄλλοι Περσῶν τεθωρακισμένοι εἰς τριακοσίους.
[5.36] οὗτοι ἐπεὶ ἐγγὺς ἦσαν, προσελθεῖν ἐκέλευον εἴ τις εἴη τῶν Ἑλλήνων στρατηγὸς ἢ λοχαγός, ἵνα ἀπαγγείλωσι τὰ παρὰ βασιλέως.
[5.37] μετὰ ταῦτα ἐξῆλθον φυλαττόμενοι τῶν Ἑλλήνων στρατηγοὶ μὲν Κλεάνωρ Ὀρχομένιος καὶ Σοφαίνετος Στυμφάλιος, ξὺν αὐτοῖς δὲ Ξενοφῶν Ἀθηναῖος, ὅπως μάθοι τὰ περὶ Προξένου: Χειρίσοφος δὲ ἐτύγχανεν ἀπὼν ἐν κώμῃ τινὶ ξὺν ἄλλοις ἐπισιτιζομένοις.
[5.38] ἐπειδὴ δὲ ἔστησαν εἰς ἐπήκοον, εἶπεν Ἀριαῖος τάδε. Κλέαρχος μέν, ὦ ἄνδρες Ἕλληνες, ἐπεὶ ἐπιορκῶν τε ἐφάνη καὶ τὰς σπονδὰς λύων, ἔχει τὴν δίκην καὶ τέθνηκε, Πρόξενος δὲ καὶ Μένων, ὅτι κατήγγειλαν αὐτοῦ τὴν ἐπιβουλήν, ἐν μεγάλῃ τιμῇ εἰσιν. ὑμᾶς δὲ βασιλεὺς τὰ ὅπλα ἀπαιτεῖ: αὑτοῦ γὰρ εἶναί φησιν, ἐπείπερ Κύρου ἦσαν τοῦ ἐκείνου δούλου.
[5.39] πρὸς ταῦτα ἀπεκρίναντο οἱ Ἕλληνες, ἔλεγε δὲ Κλεάνωρ ὁ Ὀρχομένιος:
–ὦ κάκιστε ἀνθρώπων Ἀριαῖε καὶ οἱ ἄλλοι ὅσοι ἦτε Κύρου φίλοι, οὐκ αἰσχύνεσθε οὔτε θεοὺς οὔτ᾽ ἀνθρώπους, οἵτινες ὀμόσαντες ἡμῖν τοὺς αὐτοὺς φίλους καὶ ἐχθροὺς νομιεῖν, προδόντες ἡμᾶς σὺν Τισσαφέρνει τῷ ἀθεωτάτῳ τε καὶ πανουργοτάτῳ τούς τε ἄνδρας αὐτοὺς οἷ
[5.40] ὁ δὲ Ἀριαῖος εἶπε: Κλέαρχος γὰρ πρόσθεν ἐπιβουλεύων φανερὸς ἐγένετο Τισσαφέρνει τε καὶ Ὀρόντᾳ, καὶ πᾶσιν ἡμῖν τοῖς ξὺν τούτοις. ἐπὶ τούτοις Ξενοφῶν τάδε εἶπε.
[5.41] Κλέαρχος μὲν τοίνυν εἰ παρὰ τοὺς ὅρκους ἔλυε τὰς σπονδάς, τὴν δίκην ἔχει: δίκαιον γὰρ ἀπόλλυσθαι τοὺς ἐπιορκοῦντας: Πρόξενος δὲ καὶ Μένων ἐπείπερ εἰσὶν ὑμέτεροι μὲν εὐεργέται, ἡμέτεροι δὲ στρατηγοί, πέμψατε αὐτοὺς δεῦρο: δῆλον γὰρ ὅτι φίλοι γε ὄντες ἀμφοτέροις πειράσονται καὶ ὑμῖν καὶ ἡμῖν τὰ βέλτιστα ξυμβουλεῦσαι.
[5.42] πρὸς ταῦτα οἱ βάρβαροι πολὺν χρόνον διαλεχθέντες ἀλλήλοις ἀπῆλθον οὐδὲν ἀποκρινάμενοι.
6 [6.1] οἱ μὲν δὴ στρατηγοὶ οὕτω ληφθέντες ἀνήχθησαν ὡς βασιλέα καὶ ἀποτμηθέντες τὰς κεφαλὰς ἐτελεύτησαν, εἷς μὲν αὐτῶν Κλέαρχος ὁμολογουμένως ἐκ πάντων τῶν ἐμπείρως αὐτοῦ ἐχόντων δόξας γενέσθαι ἀνὴρ καὶ πολεμικὸς καὶ φιλοπόλεμος ἐσχάτως.
[6.2] καὶ γὰρ δὴ ἕως μὲν πόλεμος ἦν τοῖς Λακεδαιμονίοις πρὸς τοὺς Ἀθηναίους παρέμενεν, ἐπειδὴ δὲ εἰρήνη ἐγένετο, πείσας τὴν αὑτοῦ πόλιν ὡς οἱ Θρᾷκες ἀδικοῦσι τοὺς Ἕλληνας καὶ διαπραξάμενος ὡς ἐδύνατο παρὰ τῶν ἐφόρων ἐξέπλει ὡς πολεμήσων τοῖς ὑπὲρ Χερρονήσου καὶ Περίνθου Θρᾳξίν.
[6.3] ἐπεὶ δὲ μεταγνόντες πως οἱ ἔφοροι ἤδη ἔξω ὄντος ἀποστρέφειν αὐτὸν ἐπειρῶντο ἐξ Ἰσθμοῦ, ἐνταῦθα οὐκέτι πείθεται, ἀλλ᾽ ᾤχετο πλέων εἰς Ἑλλήσποντον.
[6.4] ἐκ τούτου καὶ ἐθανατώθη ὑπὸ τῶν ἐν Σπάρτῃ τελῶν ὡς ἀπειθῶν. ἤδη δὲ φυγὰς ὢν ἔρχεται πρὸς Κῦρον, καὶ ὁποίοις μὲν λόγοις ἔπεισε Κῦρον ἄλλῃ γέγραπται, δίδωσι δὲ αὐτῷ Κῦρος μυρίους δαρεικούς:
[6.5] ὁ δὲ λαβὼν οὐκ ἐπὶ ῥᾳθυμίαν ἐτράπετο, ἀλλ᾽ ἀπὸ τούτων τῶν χρημάτων συλλέξας στράτευμα ἐπολέμει τοῖς Θρᾳξί, καὶ μάχῃ τε ἐνίκησε καὶ ἀπὸ τούτου δὴ ἔφερε καὶ ἦγε τούτους καὶ πολεμῶν διεγένετο μέχρι Κῦρος ἐδεήθη τοῦ στρατεύματος: τότε δὲ ἀπῆλθεν ὡς ξὺν ἐκείνῳ αὖ πολεμήσων.
[6.6] ταῦτα οὖν φιλοπολέμου μοι δοκεῖ ἀνδρὸς ἔργα εἶναι, ὅστις ἐξὸν μὲν εἰρήνην ἄγειν ἄνευ αἰσχύνης καὶ βλάβης αἱρεῖται πολεμεῖν, ἐξὸν δὲ ῥᾳθυμεῖν βούλεται πονεῖν ὥστε πολεμεῖν, ἐξὸν δὲ χρήματα ἔχειν ἀκινδύνως αἱρεῖται πολεμῶν μείονα ταῦτα ποιεῖν: ἐκεῖνος δὲ ὥσπερ εἰς παιδικὰ ἢ εἰς ἄλλην τινὰ ἡδονὴν ἤθελε δαπανᾶν εἰς πόλεμον.
[6.7] οὕτω μὲν φιλοπόλεμος ἦν: πολεμικὸς δὲ αὖ ταύτῃ ἐδόκει εἶναι ὅτι φιλοκίνδυνός τε ἦν καὶ ἡμέρας καὶ νυκτὸς ἄγων ἐπὶ τοὺς πολεμίους καὶ ἐν τοῖς δεινοῖς φρόνιμος, ὡς οἱ παρόντες πανταχοῦ πάντες ὡμολόγουν.
[6.8] καὶ ἀρχικὸς δ᾽ ἐλέγετο εἶναι ὡς δυνατὸν ἐκ τοῦ τοιούτου τρόπου οἷον κἀκεῖνος εἶχεν. ἱκανὸς μὲν γὰρ ὥς τις καὶ ἄλλος φροντίζειν ἦν ὅπως ἔχοι ἡ στρατιὰ αὐτῷ τὰ ἐπιτήδεια καὶ παρασκευάζειν ταῦτα, ἱκανὸς δὲ καὶ ἐμποιῆσαι τοῖς παροῦσιν ὡς πειστέον εἴη Κλεάρχῳ.
[6.9] τοῦτο δ᾽ ἐποίει ἐκ τοῦ χαλεπὸς εἶναι: καὶ γὰρ ὁρᾶν στυγνὸς ἦν καὶ τῇ φωνῇ τραχύς, ἐκόλαζέ τε ἰσχυρῶς, καὶ ὀργῇ ἐνίοτε, ὡς καὶ αὐτῷ μεταμέλειν ἔσθ᾽ ὅτε.
[6.10] καὶ γνώμῃ δ᾽ ἐκόλαζεν: ἀκολάστου γὰρ στρατεύματος οὐδὲν ἡγεῖτο ὄφελος εἶναι, ἀλλὰ καὶ λέγειν αὐτὸν ἔφασαν ὡς δέοι τὸν στρατιώτην φοβεῖσθαι μᾶλλον τὸν ἄρχοντα ἢ τοὺς πολεμίους, εἰ μέλλοι ἢ φυλακὰς φυλάξειν ἢ φίλων ἀφέξεσθαι ἢ ἀπροφασίστως ἰέναι πρὸς τοὺς πολεμίους.
[6.11] ἐν μὲν οὖν τοῖς δεινοῖς ἤθελον αὐτοῦ ἀκούειν σφόδρα καὶ οὐκ ἄλλον ᾑροῦντο οἱ στρατιῶται: καὶ γὰρ τὸ στυγνὸν τότε φαιδρὸν αὐτοῦ ἐν τοῖς ἄλλοις προσώποις ἔφασαν φαίνεσθαι καὶ τὸ χαλεπὸν ἐρρωμένον πρὸς τοὺς πολεμίους ἐδόκει εἶναι, ὥστε σωτήριον, οὐκέτι χαλεπὸν ἐφαίνετο:
[6.12] ὅτε δ᾽ ἔξω τοῦ δεινοῦ γένοιντο καὶ ἐξείη πρὸς ἄλλον ἀρξομένους ἀπιέναι, πολλοὶ αὐτὸν ἀπέλειπον: τὸ γὰρ ἐπίχαρι οὐκ εἶχεν, ἀλλ᾽ ἀεὶ χαλεπὸς ἦν καὶ ὠμός: ὥστε διέκειντο πρὸς αὐτὸν οἱ στρατιῶται ὥσπερ παῖδες πρὸς διδάσκαλον.
[6.13] καὶ γὰρ οὖν φιλίᾳ μὲν καὶ εὐνοίᾳ ἑπομένους οὐδέποτε εἶχεν: οἵτινες δὲ ἢ ὑπὸ πόλεως τεταγμένοι ἢ ὑπὸ τοῦ δεῖσθαι ἢ ἄλλῃ τινὶ ἀνάγκῃ κατεχόμενοι παρείησαν αὐτῷ, σφόδρα πειθομένοις ἐχρῆτο.
[6.14] ἐπεὶ δὲ ἄρξαιντο νικᾶν ξὺν αὐτῷ τοὺς πολεμίους, ἤδη μεγάλα ἦν τὰ χρησίμους ποιοῦντα εἶναι τοὺς ξὺν αὐτῷ στρατιώτας: τό τε γὰρ πρὸς τοὺς πολεμίους θαρραλέως ἔχειν παρῆν καὶ τὸ τὴν παρ᾽ ἐκείνου τιμωρίαν φοβεῖσθαι εὐτάκτους ἐποίει.
[6.15] τοιοῦτος μὲν δὴ ἄρχων ἦν: ἄρχεσθαι δὲ ὑπὸ ἄλλων οὐ μάλα ἐθέλειν ἐλέγετο. ἦν δὲ ὅτε ἐτελεύτα ἀμφὶ τὰ πεντήκοντα ἔτη.
[6.16] Πρόξενος δὲ ὁ Βοιώτιος εὐθὺς μὲν μειράκιον ὢν ἐπεθύμει γενέσθαι ἀνὴρ τὰ μεγάλα πράττειν ἱκανός: καὶ διὰ ταύτην τὴν ἐπιθυμίαν ἔδωκε Γοργίᾳ ἀργύριον τῷ Λεοντίνῳ.
[6.17] ἐπεὶ δὲ συνεγένετο ἐκείνῳ, ἱκανὸς νομίσας ἤδη εἶναι καὶ ἄρχειν καὶ φίλος ὢν τοῖς πρώτοις μὴ ἡττᾶσθαι εὐεργετῶν, ἦλθεν εἰς ταύτας τὰς σὺν Κύρῳ πράξεις: καὶ ᾤετο κτήσεσθαι ἐκ τούτων ὄνομα μέγα καὶ δύναμιν μεγάλην καὶ χρήματα πολλά:
[6.18] τοσούτων δ᾽ ἐπιθυμῶν σφόδρα ἔνδηλον αὖ καὶ τοῦτο εἶχεν, ὅτι τούτων οὐδὲν ἂν θέλοι κτᾶσθαι μετὰ ἀδικίας, ἀλλὰ σὺν τῷ δικαίῳ καὶ καλῷ ᾤετο δεῖν τούτων τυγχάνειν, ἄνευ δὲ τούτων μή.
[6.19] ἄρχειν δὲ καλῶν μὲν καὶ ἀγαθῶν δυνατὸς ἦν: οὐ μέντοι οὔτ᾽ αἰδῶ τοῖς στρατιώταις ἑαυτοῦ οὔτε φόβον ἱκανὸς ἐμποιῆσαι, ἀλλὰ καὶ ᾐσχύνετο μᾶλλον τοὺς στρατιώτας ἢ οἱ ἀρχόμενοι ἐκεῖνον: καὶ φοβούμενος μᾶλλον ἦν φανερὸς τὸ ἀπεχθάνεσθαι τοῖς στρατιώταις ἢ οἱ στρατιῶται τὸ ἀπιστεῖν ἐκείνῳ.
[6.20] ᾤετο δὲ ἀρκεῖν πρὸς τὸ ἀρχικὸν εἶναι καὶ δοκεῖν τὸν μὲν καλῶς ποιοῦντα ἐπαινεῖν, τὸν δὲ ἀδικοῦντα μὴ ἐπαινεῖν. τοιγαροῦν αὐτῷ οἱ μὲν καλοί τε καὶ ἀγαθοὶ τῶν συνόντων εὖνοι ἦσαν, οἱ δὲ ἄδικοι ἐπεβούλευον ὡς εὐμεταχειρίστῳ ὄντι. ὅτε δὲ ἀπέθνῃσκεν ἦν ἐτῶν ὡς τριάκοντα.
[6.21] Μένων δὲ ὁ Θετταλὸς δῆλος ἦν ἐπιθυμῶν μὲν πλουτεῖν ἰσχυρῶς, ἐπιθυμῶν δὲ ἄρχειν, ὅπως πλείω λαμβάνοι, ἐπιθυμῶν δὲ τιμᾶσθαι, ἵνα πλείω κερδαίνοι: φίλος τε ἐβούλετο εἶναι τοῖς μέγιστα δυναμένοις, ἵνα ἀδικῶν μὴ διδοίη δίκην.
[6.22] ἐπὶ δὲ τὸ κατεργάζεσθαι ὧν ἐπιθυμοίη συντομωτάτην ᾤετο ὁδὸν εἶναι διὰ τοῦ ἐπιορκεῖν τε καὶ ψεύδεσθαι καὶ ἐξαπατᾶν, τὸ δ᾽ ἁπλοῦν καὶ ἀληθὲς τὸ αὐτὸ τῷ ἠλιθίῳ εἶναι.
[6.23] στέργων δὲ φανερὸς μὲν ἦν οὐδένα, ὅτῳ δὲ φαίη φίλος εἶναι, τούτῳ ἔνδηλος ἐγίγνετο ἐπιβουλεύων. καὶ πολεμίου μὲν οὐδενὸς κατεγέλα, τῶν δὲ συνόντων πάντων ὡς καταγελῶν ἀεὶ διελέγετο.
[6.24] καὶ τοῖς μὲν τῶν πολεμίων κτήμασιν οὐκ ἐπεβούλευε: χαλεπὸν γὰρ ᾤετο εἶναι τὰ τῶν φυλαττομένων λαμβάνειν: τὰ δὲ τῶν φίλων μόνος ᾤετο εἰδέναι ῥᾷστον ὂν ἀφύλακτα λαμβάνειν.
[6.25] καὶ ὅσους μὲν αἰσθάνοιτο ἐπιόρκους καὶ ἀδίκους ὡς εὖ ὡπλισμένους ἐφοβεῖτο, τοῖς δὲ ὁσίοις καὶ ἀλήθειαν ἀσκοῦσιν ὡς ἀνάνδροις ἐπειρᾶτο χρῆσθαι.
[6.26] ὥσπερ δέ τις ἀγάλλεται ἐπὶ θεοσεβείᾳ καὶ ἀληθείᾳ καὶ δικαιότητι, οὕτω Μένων ἠγάλλετο τῷ ἐξαπατᾶν δύνασθαι, τῷ πλάσασθαι ψεύδη, τῷ φίλους διαγελᾶν: τὸν δὲ μὴ πανοῦργον τῶν ἀπαιδεύτων ἀεὶ ἐνόμιζεν εἶναι. καὶ παρ᾽ οἷς μὲν ἐπεχείρει πρωτεύειν φιλίᾳ, διαβάλλων τοὺς πρώτους τοῦτο ᾤετο δεῖν κτήσασθαι.
[6.27] τὸ δὲ πειθομένους τοὺς στρατιώτας παρέχεσθαι ἐκ τοῦ συναδικεῖν αὐτοῖς ἐμηχανᾶτο. τιμᾶσθαι δὲ καὶ θεραπεύεσθαι ἠξίου ἐπιδεικνύμενος ὅτι πλεῖστα δύναιτο καὶ ἐθέλοι ἂν ἀδικεῖν. εὐεργεσίαν δὲ κατέλεγεν, ὁπότε τις αὐτοῦ ἀφίσταιτο, ὅτι χρώμενος αὐτῷ οὐκ ἀπώλεσεν αὐτόν.
[6.28] καὶ τὰ μὲν δὴ ἀφανῆ ἔξεστι περὶ αὐτοῦ ψεύδεσθαι, ἃ δὲ πάντες ἴσασι τάδ᾽ ἐστί. παρὰ Ἀριστίππου μὲν ἔτι ὡραῖος ὢν στρατηγεῖν διεπράξατο τῶν ξένων, Ἀριαίῳ δὲ βαρβάρῳ ὄντι, ὅτι μειρακίοις καλοῖς ἥδετο, οἰκειότατος [ἔτι ὡραῖος ὢν] ἐγένετο, αὐτὸς δὲ παιδικὰ εἶχε Θαρύπαν ἀγένειος ὢν γενειῶντα.
[6.29] ἀποθνῃσκόντων δὲ τῶν συστρατήγων ὅτι ἐστράτευσαν ἐπὶ βασιλέα ξὺν Κύρῳ, ταὐτὰ πεποιηκὼς οὐκ ἀπέθανε, μετὰ δὲ τὸν τῶν ἄλλων θάνατον στρατηγῶν τιμωρηθεὶς ὑπὸ βασιλέως ἀπέθανεν, οὐχ ὥσπερ Κλέαρχος καὶ οἱ ἄλλοι στρατηγοὶ ἀποτμηθέντες τὰς κεφαλάς, ὅσπερ τάχιστος θάνατος δοκεῖ εἶναι, ἀλλὰ ζῶν αἰκισθεὶς ἐνιαυτὸν ὡς πονηρὸς λέγεται τῆς τελευτῆς τυχεῖν.
[6.30] Ἀγίας δὲ ὁ Ἀρκὰς καὶ Σωκράτης ὁ Ἀχαιὸς καὶ τούτω ἀπεθανέτην. τούτων δὲ οὔθ᾽ ὡς ἐν πολέμῳ κακῶν οὐδεὶς κατεγέλα οὔτ᾽ εἰς φιλίαν αὐτοὺς ἐμέμφετο. ἤστην δὲ ἄμφω ἀμφὶ τὰ πέντε καὶ τριάκοντα ἔτη ἀπὸ γενεᾶς.
- ΟΡΚΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΑΧΗ –
ΟΡΚΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΑΧΗ

ΟΥ ΠΟΙΗΣΟΜΑΙ ΠΕΡΙ ΠΛΕΙΟΝΟΣ ΤΟ ΖΗΝ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΟΥΔΕ ΚΑΤΑΛΕΙΨΩ ΤΟΥΣ ΗΓΕΜΟΝΑΣ ΟΥΤΕ ΖΩΝΤΑΣ ΟΥΤΕ ΑΠΟΘΑΝΟΝΤΑΣ ΑΛΛΑ ΤΟΥΣ ΕΝ ΤΗΙ ΜΑΧΗι ΤΕΛΕΥΤΗΣΑΝΤΕΣ ΤΩΝ ΣΥΜΜΑΧΩΝ ΑΠΑΝΤΑΣ ΘΑΨΩ ΚΑΙ ΚΡΑΤΗΣΑΣ ΤΩι ΠΟΛΕΜΩι ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ ΤΩΝ ΜΕΝ ΜΑΧΕΣΑΜΕΝΩΝ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΠΟΛΕΩΝ ΟΥΔΕΜΙΑΝ ΑΝΑΣΤΑΤΟΝ ΠΟΙΗΣΩ ΤΑΣ ΔΕ ΤΑ ΤΟΥ ΒΑΡΒΑΡΟΥ ΠΡΟΕΛΟΜΕΝΑΣ ΑΠΑΣΑΣ ΔΕΚΑΤΕΥΣΩ ΚΑΙ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΤΩΝ ΕΜΠΡΗΣΘΕΝΤΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΒΛΗΘΕΝΤΩΝ ΥΠΟ ΤΩΝ ΒΑΡΒΑΡΩΝ ΟΥΔΕΝ ΑΝΟΙΚΟΔΟΜΗΣΩ ΠΑΝΤΑΠΑΣΙΝ ΑΛΛ ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΤΟΙΣ ΕΠΙΓΙΓΝΟΜΕΝΟΙΣ ΕΑΣΩ ΚΑΤΑΛΕΙΠΕΣΘΑΙ ΤΗΣ ΤΩΝ ΒΑΡΒΑΡΩΝ ΑΣΕΒΕΙΑΣ
Μετάφραση.
Δε θα προτιμήσω τη ζωή από την ελευθέρια, ούτε τους αρχηγούς μου θα παρατήσω, είτε ζωντανούς είτε νεκρούς, αλλά όσους συμπολεμιστές μου σκοτωθούν στη μάχη θα τους θάψω.
Και, νικητής στον πόλεμο κατά των βαρβάρων, δεν θα βλάψω καμία από τις πόλεις που πολέμησαν για την Ελλάδα, εκείνες όμως που πήραν το μέρος του βαρβάρου θα τις κάνω φόρου υποτελείς.
Και κανένα απ’ τα ιερά, που οι βάρβαροι πυρπόλησαν ή γκρέμισαν, δεν θ’ ανοικοδομήσω αλλά θα τ’ αφήσω να μένουν στους μεταγενέστερους, ως μνημεία της βαρβαρικής ασέβειας.
……………………………………………………………………………………………………………….
Σπουδαία για την ιστορία, και μη αφήνοντας καμμία αμφιβολία για την κοινή των Ελλήνων καταγωγή, ήταν η απάντηση των Αθηναίων προς τους Σπαρτιάτες, όταν οι τελευταίοι φοβήθηκαν πιθανή αποχώρησή τους, λόγω του όγκου των εχθρικών δυνάμεων:
Το μέν δείσαι Λακεδαιμονίους…
ούτε χρυσός γης εστι ουδαμόθι τοσούτος
ούτε χώρη κάλλεει και αρετή μέγα υπερφέρουσα
τα ημείς δεξάμενοι
εθέλοιμεν άν μηδίσαντες
καταδουλώσαι την Ελλάδα. …
αύτις δε τ ό Ε λ λ η ν ι κ ό ν
ε ό ν ό μ α ι μ ό ν τ ε κ α ί ο μ ό γ λ ω σ σ ο ν,
κ α ί Θ ε ώ ν ι δ ρ ύ μ α τ α κ ο ι ν ά κ α ί θ υ σ ί α ι
ή θ ε ά τ ε ο μ ό τ ρ ο π α.
των προδότας γενέσθαι Αθηναίους ουκ αν ευ έχοι. …
έστί άν και εις περιή Αθηναίων
μηδαμά ομολογήσοντας ημέας Ξέρξη
( Το ότι οι Λακεδαιμόνιοι φοβήθηκαν μήπως έλθομε σε συμφωνία με τον βάρβαρο είναι απολύτως ανθρώπινο. Όμως είναι αναμφιβόλως επαίσχυντο, που φαίνεστε να φοβάστε σχετικά με το φρόνημα των Αθηναίων ενώ αυτό το γνωρίζετε άριστα,ότι δηλαδή πουθενά στη γη δεν υπάρχει τόσο χρυσάφι ούτε χώρα, που να υπερέχει εξαιρετικά ώς προς την ομορφιά και την αρετή, τα οποία δεχόμενοι θα θέλαμε να ταχθούμε με το μέρος των Μήδων και να υποδουλώσουμε εντελώς την Ελλάδα.Διότι είναι πολλά και σημαντικά αυτά που μας εμποδίζουν να πράξωμε τούτα,ακόμη κι αν το επιθυμούσαμε, και πρώτα και μέγιστα είναι τα αγάλματα και τα οικήματα των θεών, που είναι
πυρπολημένα και θαμμένα στο χώμα, για τα οποία είναι ανάγκη να επιβάλωμε τη μεγίστη τιμωρία παρά να συμμαχήσωμε μέ αυτόν που διέπραξε αυτά, και επιπλέον η ελληνικότητα, που είναι το όμαιμο, το ομόγλωσσο, τα κοινά ιδρύματα τα αφιερωμένα στους θεούς και οι θυσίες, καθώς και τα ομοειδή ήθη, που δεν θα ήτο ποτέ ανδρείο να τα προδώσουν οι Αθηναίοι.
Να γνωρίζετε λοιπόν καλά, άν έτυχε στο παρελθόν να μήν το γνωρίζετε, ότι, έως ότου σώζεται έστω και ένας Αθηναίος, με κανένα τρόπο δεν πρόκειται να συνομολογήσωμε με τον Ξέρξη.. ).
- ΠΑΡΘΕΝΩΝ. ΕΓΚΑΙΝΙΑ τού ΝΑΟΥ (- 438 π.Χ) -
ΠΑΡΘΕΝΩΝ – ΕΓΚΑΙΝΙΑ τού ΝΑΟΥ

Εγκαίνια τού ΠΑΡΘΕΝΩΝΟΣ κατά τήν εορτή τής ΑΘΗΝΑΣ, το 438 .Ο ναός ήταν έτοιμος εκτός από τά μεγάλα αετώματα καί διάφορες λεπτομέρειες, πού θά τελειώσουν τό -432.
Αρχιτέκτων καί σχεδιαστής αυτού τού αριστουργήματος, θά είναι ο Ικτίνος, γιά τόν οποίον υπάρχουν αμφιβολίες εάν ήταν Αθηναίος, ( λέγεται ότι ήταν Ηλείος καί ότι τόν γνώρισε ο Φειδίας στην Ολυμπία ), καί εκτελεστής τών σχεδίων του, κάτι σάν εργολάβος δηλαδή, ο Καλλικράτης, αλλά τό σύνολο τών έργων κατασκευάστηκε υπό τήν εποπτεία τού Φειδία γιού τού Χαρμίδη, γλύπτη αλλά καί μέ γνώμη πάνω σέ αρχιτεκτονικά ζητήματα.
Τό χρονικό διάστημα πού χρειάστηκαν οι Αθηναίοι ( 9 έτη ), γιά τήν κατασκευή αυτού τού αριστουργήματος, είναι από μόνο του ένα μεγάλο επίτευγμα, άν τό συνδυάσουμε δέ καί μέ τά μέσα τής εποχής, είναι κάτι τό απίστευτο.
Ο ναός είναι Δωρικού ρυθμού σέ συνδυασμό μέ αρκετά στοιχεία Ιωνικού, αμφιπρόστυλος καί ο μοναδικός δωρικός ναός, τουλάχιστον στήν ηπειρωτική Ελλάδα, μέ 8 κίονες στίς στενές του πλευρές καί όχι 6 πού είναι καί ο κανόνας.
Εάν τόν εξετάσουμε από κάτω πρός τά επάνω, θά δούμε ότι χωρίζεται σέ τρία κύρια μέρη.
1) Τήν ΚΡΗΠΙΔΑ ( βάση ), 2) τό ΠΤΕΡΟΝ ( κιονοστοιχία ) καί 3) τόν ΘΡΙΓΚΟ ( δηλαδή όλα τά μέρη τού ναού πού βρίσκονται πάνω από τούς κίονες ).
1) Η Κρηπίς: Είναι χωρισμένη σέ 3 βαθμίδες σάν σκάλα, όχι βέβαια γιά νά χρησιμοποιείται γιά τόν σκοπό αυτό, αφού τό ύψος κάθε βαθμίδας είναι 55 εκατοστά, αλλά γιατί όλο τό μνημείο καθώς υψώνεται έχει μία ροπή πρός τά μέσα. Η επιφάνεια τής κρηπίδος πού επάνω της πατούν οι κίονες, δηλαδή ο Στυλοβάτης, δέν είναι απολύτως οριζόντια αλλά καμπυλώνει πρός τό κέντρο.
Άλλωστε σέ όλο τό οικοδόμημα λείπουν παντελώς οι ευθείες. Όλες οι γραμμές είναι, ανεπαίσθητα βέβαια, καμπύλες.
2) Το Πτερόν: Η κιονοστοιχία τού οικοδομήματος, τό φέρον στοιχείο, αυτό δηλαδή, πού συγκρατεί όλα τά αρχιτεκτονικά μέλη πού βρίσκονται πάνω από τά κιονόκρανα.Οι κίονες 46 στόν αριθμό ( 8+8 στίς δύο προσόψεις καί 17+17 στίς δύο μακριές πλευρές τού ναού ) πατούν στόν στυλοβάτη καί καταλήγουν στόν Άβακα, στόν οποίο πατά τό επάνω μέρος τού οικοδομήματος, δηλαδή ο θριγκός.
Αποτελούνται από 11 κομμάτια μαρμάρου, τούς Σπονδύλους τοποθετημένους τόν ένα επάνω στόν άλλο καί εφαπτόμενους τόσο τέλεια, ώστε ο κίονας δείχνει σάν ένα ενιαίο κομμάτι. Οι αυλακώσεις τού αφαιρούν ύλη, κάνοντάς τον κομψότερο, ενώ μέ τίς Ακμές πού σχηματίζουν, τού δίνουν μία αίσθηση στιβαρότητος.
Το ύψος καί τό πάχος τού κίονος είναι αισθητικά, καί όχι μόνο μηχανικά, ανάλογο μέ τό βάρος πού θά κρατήσει. Τό στένεμά του πρός τά επάνω, δίνει τήν αίσθηση τής σταθερότητος τής πλατύτερης βάσης, καί μέ τόν Εχίνο πού στηρίζει τό Κιονόκρανο παίρνει πάλι τά χαρακτηριστικά αυτής, ( τής βάσης ).Στενεύοντας όμως πρός τά επάνω στά 2/3 τού ύψους του, ο κίονας παίρνει ένα φούσκωμα ώς δύο πόντους. Είναι η λεγόμενη Ένταση τής κολόνας, η οποία τήν ενισχύει στήν στήριξη τού τεραστίου βάρους τού θριγκού. Οι ακμές αρμαθιάζονται κάτω από τό κιονόκρανο μέ τούς Ιμάντες, τρείς χαρακιές πού συνδέουν τίς ραβδώσεις σέ δέσμη.
Τέλος καταλήγουν στόν εχίνο καί τό λιτό καί συνάμα τόσο στιβαρό, Δωρικό κιονόκρανο.
3) Ο ΘΡΙΓΚΟΣ: Χωρισμένος από τό κιονόκρανο μέ μία επίπεδη πλάκα τόν άβακα χωρίζεται στό ύψος τού σέ τρία μέρη: α)Τό ΕΠΙΣΤΥΛΙΟ, β)τό ΔΙΑΖΩΜΑ καί γ)τό ΓΕΙΣΟ, πού προβάλλεται πρός τά έξω σάν στεφάνι τού οικοδομήματος.
α) Τό Επιστύλιο: Αποτελούμενο από τετραγωνισμένα κομμάτια μαρμάρου, τά οποία ακουμπούν τίς δύο άκρες τους επάνω σέ δύο κίονες, γεφυρώνοντας αυτούς καί συγχρόνως δημιουργώντας τό βάθρο ολόκληρου τού θριγκού.
Είναι αδιακόσμητο καί στό ανατολικό μέρος του είχαν κρεμαστεί (καί οι τρύπες φαίνονται ακόμα) οι 26 από τίς 300 περσικές ασπίδες πού είχε στείλει δώρο στή Θεά καί τό ναό της ο ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ τό -334 μετά τήν ΜΑΧΗ τού ΓΡΑΝΙΚΟΥ γράφοντας καί τό περίφημο:
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΛΗΝ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ EK ΤΩΝ ΒΑΡΒΑΡΩΝ ΤΩΝ ΤΗΝ ΑΣΙΑ ΟΙΚΟΥΝΤΩΝ.
β) Τό Διάζωμα: Χωρισμένο κατά μήκος, σέ β1) ΤΡΙΓΛΥΦΑ καί β2) ΜΕΤΟΠΕΣ.
β1) Τά Τρίγλυφα: Τοποθετημένα επάνω από τό κιονάκρανο, αλλά καί στό διάστημα μεταξύ δύο κιόνων δέν είναι απλά πλαίσια τών μετοπών, αλλά όπως βγαίνουν πιό έξω από αυτές παίζουν τό λειτουργικό τους ρόλο, επεκτείνοντας πρός τά επάνω τήν ενέργεια τού κίονα καί διαιρώντας στό 1/2 τό μετακιόνιο διάστημα.
β2) Οί Μετόπες: Ανάγλυφες μαρμάρινες πλάκες 1,20 τ.μ.τοποθετημένες συρταρωτά καί χωρισμένες μεταξύ τους από τά τρίγλυφα. Είναι τά πρώτα γλυπτά πού τοποθετήθηκαν στόν Παρθενώνα, 92 στόν αριθμό καί εικονίζουν σκηνές παρμένες κυρίως από τήν μυθολογία. Στήν ανατολική πλευρά, πάνω από τήν είσοδο τού ναού, σκηνές από τήν γιγαντομαχία, παρουσίαζαν δηλαδή τούς ίδιους τούς Ολύμπιους Θεούς στόν νικηφόρο αγώνα τους ενάντια τής ανταρσίας τών Γιγάντων. Καί στόν αγώνα αυτό είχε θριαμβεύσει κυρίως η Αθηνά. Στήν δυτική πλευρά Αμαζονομαχία, ένας θρίαμβος τών Αθηναίων καί τού εθνικού τους ήρωα, τού Θησέα. Στήν νότια πλευρά εικονίζονταν Κενταυρομαχία όπου πάλι είχε αγωνιστεί ο Θησεύς καί στήν βορινή, σκηνές από τόν Τρωικό πόλεμο.
γ) Τό Γείσο: Στεφάνι τού οικοδομήματος κάτω από τήν στέγη. Στήν κάτω πλευρά του είναι τοποθετημένες πάνω από τά Τρίγλυφα καί τό μεσοδιάστημα αυτών ( διαιρώντας καί πάλι τό μετακιόνιο στό 1/2 ) μαρμάρινες πλάκες, οι Πρόμοχθοι μέ 18 εξογκώματα στήν κάτω πλευρά, τίς Σταγόνες.
Επάνω από τόν θριγκό πέφτει η δίρριχτη στέγη, σχηματίζοντας στίς στενές πλευρές τού οικοδομήματος ένα ισοσκελές τρίγωνο, πού τό έφραζαν όρθιες μαρμάρινες πλάκες.
Είναι τό Τύμπανο τού τριγωνικού Αετώματος. Επάνω από τά εναέτια γείσα τής στέγης ήταν οι Σίμες, λούκια γιά τά νερά τής βροχής καί στίς τέσσερις γωνίες υπήρχαν γιά διακοσμητικούς λόγους, ισάριθμες, θαυμάσιες μαρμάρινες λεοντοκεφαλές από τίς οποίες σώζονται οι δύο στήν ΒΑ καί ΒΔ γωνία.
Τά τρίγωνα τών αετωμάτων έχουν πλάτος 28,35 μ. κεντρικό ύψος 3,46 μ. καί βάθος 91 πόντους.
Υπολογίζεται ότι τά γέμιζαν 50 περίπου ολόγλυφα αγάλματα σέ υπερφυσικές διαστάσεις. Σώθηκαν μόνο 11 σχετικά διατηρημένα σέ καλή κατάσταση καί μερικά κεφάλια αλόγων.
Στό ανατολικό αέτωμα, επάνω δηλαδή από τήν είσοδο τού ναού, εικονίζονταν τό μεγάλο θαύμα τής γέννησης τής Αθηνάς από τό κεφάλι τού Δία.
Στό αναπάντεχο αυτό θαύμα παρίστανται καί οι υπόλοιποι Θεοί τού Ολύμπου, έκπληκτοι καί αυτοί, από τό καταπληκτικό γεγονός. Αυτός ήταν ο κορυφαίος μύθος τής κλασσικής Αθήνας.
Στό δυτικό αέτωμα εικονίζονταν ένας άλλος μύθος πού συγκινούσε πολύ τούς Αθηναίους.Η έρις μεταξύ τής Αθηνάς καί τού Ποσειδώνα γιά τήν κατοχή τού κλεινού καί ιοστέφανου άστεως.
Όλος αυτός ο διάκοσμος είναι ήδη πλουσιώτερος από οποιονδήποτε άλλο αρχαίο ναό, αλλά ο Φειδίας είχε μεγαλοπρεπή οράματα. Μέσα στήν στοά πού σχηματίζεται πίσω από τήν εξωτερική κιονοστοιχία, στόν τοίχο τού κυρίως ναού καί στό υψηλότερο σημείο του ( 12 μέτρα από τό δάπεδο τής στοάς ) αναπτύσσεται ομαλά σέ μήκος 160 μέτρων η περίφημη ΖΩΦΟΡΟΣ τού ΠΑΡΘΕΝΩΝΑ, πού αγκαλιάζει καί τίς τέσσερες πλευρές τού κεντρικού κτηρίου. Η ανάγλυφη αυτή ταινία ύψους 1.05 μ. είναι μία τεράστια σύνθεση 360 προσώπων καί 220 ζώων καί είναι πλαισιωμένη από επάνω μέ ένα πλούσια διακοσμημένο Λέσβιο κυμάτιο καί μία συνεχή ταινία από κάτω.
Η πλαισίωση αυτή τονίζει τή συνοχή καί τή φορά τής ζωφόρου καί δέν τήν αφήνει νά διαλυθεί σέ ανεξάρτητες σκηνές.
Είναι η πρώτη φορά πού τόλμησαν σέ αρχαίο ναό νά χρησιμοποιήσουν θέμα παρμένο από τήν σύγχρονη ζωή. Τό θέμα τής ζωφόρου τού Παρθενώνος είναι η πομπή τών Παναθηναίων, πού κύριος σκοπός της ήταν η μεταφορά από τήν κάτω πόλη, τό άστυ, τού καινούργιου πέπλου πού θά έντυνε τό ουρανοκατέβατο παλιό ξόανο τής Θεάς.
Ο πέπλος αυτός είχε κεντημένο μέ γαλάζιο χρώμα σέ φόντο κρόκου, τόν αγώνα τής Αθηνάς μέ τόν Εγκέλαδο κατά τήν Γιγαντομαχία. Όπως είναι γνωστό,από τήν μυθολογία, τόν έθαψε στήν Σικελία πετώντας από πάνω του τήν Αίτνα.
Ο ΚΥΡΙΩΣ ΝΑΟΣ: Αποτελούνταν από:
1) τόν ΠΡΟΝΑΟ
2) τόν ΣΗΚΟ
3) τό ΔΥΤΙΚΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ( ΠΑΡΘΕΝΩΝ ) καί
4) τόν ΟΠΙΣΘΟΔΟΜΟ.
Η είσοδος τού ναού ήταν από τήν ανατολική πλευρά, τόν πρόναο, άν καί δέν διέφερε σέ τίποτα από τήν δυτική, τόν οπισθόδομο. Τά δύο αυτά μέρη τού ναού ήταν ανοιχτές στοές, αλλά ανάμεσα στίς κολώνες υπήρχε κιγκλίδωμα, γιά νά φυλάγονται τά αφιερώματα πού υπήρχαν εκεί.
Στήν μέση τού αντικρυνού τοίχου ήταν η μεγάλη πύλη, 10 Χ 4,92 μ. πού έφερνε στόν Σηκό.
Ο χώρος αυτός είχε εξωτερικό μάκρος 32,84 καί πλάτος 19,10 μ. καί ήταν οργανωμένος από δύο κιονοστοιχίες, μέ δέκα κολώνες η κάθε μία, πού χώριζαν τό εσωτερικό του σέ τρία μέρη ( Κλίτη ), από τά οποία τό μεσαίο ήταν πολύ φαρδύ ( 10,23 ) μ. ενώ τά πλάγια ήταν σχετικά στενά. Οί δύο κιονοστοιχίες ενώνονταν μεταξύ τους μέ άλλες τρείς κολώνες, σχηματίζοντας ένα Π ανοιχτό πρός τήν είσοδο τού ναού ( ανατολικά ), καί μαζί μέ τό κιγκλίδωμα πού υπήρχε ανάμεσά τους καί ένα θωράκιο τοποθετημένο πρός τά ανατολικά, έκλειναν τό χώρο πού προοριζόταν γιά τό άγαλμα τής Θεάς. Τό εσωτερικό ύψος τού σηκού υπολογίζεται ότι ήταν περίπου 13,60 μ. καί η οροφή του ήταν επίπεδη από πολύτιμο ξύλο, μέ σκαλισμένα φατνώματα, χρωματισμένα καί διακοσμημένα μέ μετάλλινους ρόδακες.
Τό μεγάλο ύψος τού σηκού έφερνε αντιμέτωπο τόν αρχιτέκτονα μέ ένα σοβαρό πρόβλημα.
Οι κίονες πού θά τόν στήριζαν, θά είχαν καί αυτοί μεγάλο ύψος, άρα καί μεγάλο πάχος, κάτι τό ανάρμοστο σέ σχέση μέ τήν εξωτερική κιονοστοιχία. Άν πάλι ήταν λεπτές δέν θά ταίριαζαν καθόλου μέ τόν αυστηρό δωρικό ρυθμό τού όλου οικοδομήματος.
Η λύση πού δόθηκε ήταν μεγαλοφυής. Οι κίονες έγιναν δίτονοι, δηλαδή έφθαναν μέχρι τό μέσο περίπου τού ύψους, στηρίζοντας ένα επιστύλιο. Στό επιστύλιο αυτό πατούσαν άλλοι κίονες πού έφθαναν μέχρι τήν οροφή. Έτσι οι 23 κίονες έγιναν 46 κρατώντας όμως, τό ύφος καί τίς αναλογίες τού ρυθμού.
Ένα άλλο πρόβλημα ήταν ο φωτισμός τού σηκού, αφού δέν υπήρχαν παράθυρα.
Άν καί οι Αθηναίοι σπάνια είχαν τήν ευκαιρία νά αντικρύσουν τό περίφημο άγαλμα τής Αθηνάς, εν τούτοις θά έπρεπε νά φωτίζεται επαρκώς. Στήν στέγη υπήρχε ένας φεγγίτης, αλλά τό λιγοστό φώς πού έφθανε από αυτόν δέν ήταν αρκετό. Έτσι εμπρός από τό βάθρο του κατασκεύασαν ένα ορθογώνιο κοίλωμα πού συγκρατούσε μία ποσότητα νερού. Αυτό αντανακλούσε τό φώς τού φεγγίτη, καί μαζί μέ τήν λάμψη από τόν χρυσό τού αγάλματος, έδιναν ένα ικανοποιητικό φωτισμό, αλλά καί διατηρούσε τήν απαραίτητη υγρασία, ώστε νά μήν στεγνώνει ο ξύλινος σκελετός του.
Τό περίφημο αυτό άγαλμα τής Αθηνάς, πατούσε σέ ένα βάθρο ύψους 1.20 μ. καί μαζί μέ αυτό έφθανε τά 11 μ. Όλα τά γυμνά μέρη τού σώματος, πρόσωπο, λαιμός, χέρια καί πόδια, ήταν από ελαφαντόδοντο κι ολόκληρο τό φόρεμα από χρυσό σέ φύλλα πάχους 7,5 χιλιοστών.
Όλο τό χρυσάφι ζύγιζε 44 τάλαντα, δηλαδή πολύ περισσότερο από ένα τόννο καί αντιπροσώπευε ένα μεγάλο ποσοστό τού αποθεματικού τής πόλης.
Ήταν ανεκτίμητης καλλιτεχνικής αξίας καί αυτό μπορούμε νά τό δούμε, στό πλησιέστερο αντίγραφό του πού είναι η λεγόμενη ΑΘΗΝΑ τού ΒΑΡΒΑΚΕΙΟΥ.
Βλέπουμε σ΄αυτό ορθή καί πάνοπλη τήν Αθηνά, όχι όμως ορμητική κι΄επιθετική, αλλά ειρηνική καί γαλήνια, εκφράζοντας ένα θεικό υπερκόσμιο μεγαλείο.Ο κορμός ευθύς καί αλύγιστος, στηρίζεται κυρίως στό τεντωμένο δεξί της σκέλος, ενώ τό αριστερό κάμπτεται λίγο στό γόνατο. Φοράει δωρικό χιτώνα ζωσμένο ψηλά στή μέση καί στό στήθος υπάρχει η αιγίδα μέ τό γοργόνειο. Στό κεφάλι φοράει τό αττικό κράνος, μέ μία σφίγγα στό κέντρο καί δεξιά καί αριστερά έναν πήγασο. Τό αριστερό της χέρι ακουμπάει πάνω στήν ασπίδα της, καί τό δεξί κρατάει μία Νίκη. Τό δόρυ της στηρίζεται στή γη, καί ακουμπάει στόν ώμο της χωρίς νά τό κρατάει. Στήν ασπίδα της, τό κέντρο κατείχε ένα γοργόνειο, καί γύρω από αυτό αναπτύσσονταν σέ κυκλική φορά, αμαζονομαχία. Στό κάτω μέρος τής ασπίδος διακρίνεται ένας φαλακρός πολεμιστής, καί δίπλα του ένας άλλος, ο οποίος κάλυπτε αρκετά τό πρόσωπό του.
Είναι γνωστό ότι ο Φειδίας κατηγορήθηκε από τούς Αθηναίους, ότι στήν πρώτη μορφή εικόνιζε τόν εαυτό του καί στήν δεύτερη τόν Περικλή, καί αυτό βέβαια, κρίθηκε ώς μεγάλη ασέβεια.
Πίσω από τό σηκό υπήρχε ένα μεγάλο δωμάτιο διαστάσεων 19,19 χ 13,37 μ. μέ τέσσερις ιωνικούς κίονες στήν μέση πού λεγόταν ΠΑΡΘΕΝΩΝ, καί τό οποίο, αργότερα έδωσε τό όνομά του σέ ολόκληρο τό ναό, ενώ οι Αθηναίοι τής εποχής, όταν αναφέρονταν σέ αυτόν, έλεγαν ” ο ναός της Αθηνάς”.
Ως τί χρησιμοποιόταν αυτό τό δωμάτιο, είναι άγνωστο καί μόνο υποθέσεις μπορούμε νά κάνουμε σήμερα.Τό πιθανότερο είναι νά φυλάγονταν εδώ πολύτιμα αντικείμενα. Υπήρχε μία χάλκινη στήλη, πού περιέγραφε τό χρυσελεφάντινο άγαλμα τής Αθηνάς καί τό βάρος τών υλικών του, έτσι πού οποιαδήποτε στιγμή, νά είναι εφικτός ο έλεγχος. Εδώ φυλάγονταν καί 10 αγάλματα Νικών πού είχαν αφιερώσει στήν Αθηνά οι 10 φυλές τής Αττικής, τά χρυσά στεφάνια πού τής πρόσφεραν κάθε χρόνο, σ’ ανάμνηση τής νίκης της κατά τών Γιγάντων, καί τά λάφυρα από την ΜΑΧΗ τών ΠΛΑΤΑΙΩΝ.
Τό πολυτιμότερο όμως λάφυρο γιά τούς Αθηναίους, πού τό είχαν αφιερώσει στήν Θεά ήταν ο θρόνος μέ τά ασημένια πόδια, πού είχε χρησιμοποιήσει ο Ξέρξης γιά νά παρακολουθήσει τήν ΝΑΥΜΑΧΙΑ τής ΣΑΛΑΜΙΝΟΣ, καί φυσικά τήν συντριβή τού στόλου του.
Αυτά όλα βέβαια τά χρυσά καί πολύτιμα αντικείμενα, μαζί μέ τόν χρυσό τού αγάλματος τής Θεάς, αντιπροσώπευαν ένα σημαντικό ποσοστό τού κρατικού αποθεματικού, καί υπήρξαν στιγμές στήν ιστορία τής Αθήνας, πού γιά στρατιωτικούς κυρίως σκοπούς, αναγκάσθηκαν οι Αθηναίοι νά χρησιμοποιήσουν ακόμη καί αυτά τά ιερά γι’ αυτούς αφιερώματα, αντικαθιστώντας τα βέβαια, όταν έρχονταν καλύτερες μέρες.
Ο ΠΑΡΘΕΝΩΝ τό μοναδικό αυτό αριστούργημα τής αρχιτεκτονικής, ανώτερο καί από τά 7 θαύματα τού αρχαίου κόσμου, άν καί δεν συμπεριελήφθει σέ αυτά, θά ζήσει τίς καλές καί τίς κακές ημέρες τής Αθήνας, αποτελώντας τήν ψυχή καί τό σημείο αναφοράς αυτής.
Η πρώτη καταστροφή τού υπέρλαμπρου μνημείου, ήρθε από τούς συνήθεις ύποπτους, τούς χριστιανούς. Τά τελευταία χρόνια τής βασιλείας τού Ιουστινιανού θά μετατραπεί σέ χριστιανικό ναό, αφιερωμένο στήν τού Θεού Σοφία. Έκλεισαν τήν ανατολική είσοδο διαμορφώνοντας τό ιερό καί συγχρόνως κατέστρεψαν τό αέτωμα καί τά αριστουργηματικά γλυπτά του, ανοίγοντας παράθυρα, γιά τό φωτισμό του.
Τά εγκαίνια τού ναού τους έγιναν τό 580 μετά τό θάνατο τού Ιουστινιανού, πού δέν ευτύχησε νά καμαρώσει τό θεάρεστο έργο του.
Και η ηγεσία τής χριστιανικής εκκλησίας, όπλο καί όργανο τής εκάστοτε εξουσίας, πού σχίζει τά ιμάτιά της γιά μία ασήμαντη ζημιά στό τελευταίο πετραδάκι τού τελευταίου ναίσκου της, ποιούσε καί ποιεί τήν νύσσαν, όταν τήν κατηγορήσει κάποιος γιά τούς βανδαλισμούς πού υπέστησαν τά ελληνικά ιερά από τούς μισαλλόδοξους οπαδούς της, οι οποίοι βέβαια ενεργούσαν υπό τήν καθοδήγησή της, καί βάσει οργανωμένου σχεδίου.
Αργότερα οι Αθηναίοι, άνθρωποι λογικοί, μή πιστεύοντας σέ αφηρημένες έννοιες, όπως δήλωνε τό όνομα τού ναού τους, θά τόν μετονομάσουν σέ ναό τής Παναγίας τής Αθηνιώτισσας, όνομα περισσότερο συμβατό μέ τήν ιδιοσυγκρασία τους, καί κυρίως, όνομα πού τούς θύμιζε τήν Παρθένο Αθηνά.Το 1204 οι σταυροφόροι τής Δ’ σταυροφορίας τόν μετατρέπουν σέ καθολικό ναό, καί τό 1456 μετά τήν κατάληψη τής Αθήνας από τούς Τούρκους, μετατρέπεται σέ τζαμί, τό λαμπρότερο σέ όλη τήν οικουμένη, κατά τόν Τούρκο περιηγητή Εβλιά Τσελεπή.
Ο ναός όμως, άν εξαιρέσουμε τήν καταστροφή τού ανατολικού αετώματος καί τών μετοπών κάτω από αυτό, από τόν Ιουστινιανό, εκτός από μερικές μικροζημιές καί τήν φθορά τών 22 περίπου αιώνων τής ζωής του, διατηρούνταν σχεδόν ανέπαφος, μεχρι τήν αποφράδα εκείνη νύχτα τής 16ης πρός τήν 17ην Σεπτεμβρίου τού 1687. Οι Τούρκοι αμυνόμενοι στήν πολιορκία τών Βενετών τού αρχιστρατήγου Μοροζίνι, είχαν αποθηκεύσει τά πυρομαχικά τους μέσα στό ναό γιατί η μαρμάρινη στέγη του άντεχε στίς βολές τών κανονιών.
Μία όμως οβίδα πέρασε από ένα μικρό άνοιγμα τής στέγης, πυροδοτώντας τό μπαρούτι τών πολιορκημένων Τούρκων καί μία τρομερή ομοβροντία τίναξε στόν αέρα τά μάρμαρα τού Παρθενώνος καταστρέφοντας απελπιστικά τό αριστούργημα αυτό τής αρχιτεκτονικης καί γλυπτικής.
Οι Τούρκοι αφού σκοτώθηκαν 300 περίπου από αυτούς αναγκάσθηκαν νά παραδοθούν.
Νικητές καί ηττημένοι, δέν σκέφθηκαν ούτε στιγμή τί έγκλημα είχαν διαπράξει, καί ειδικά οι Βενετοί, πού υποτίθεται ότι ήταν περισσότερο πολιτισμένοι. Αντιθέτως αυτοί, τρελλοί από τή χαρά τους πανηγύριζαν τήν εύκολη νίκη τους. Ακόμη καί οι Αθηναίοι γλεντούσαν μαζί τους γιά πολλές ημέρες, ζητώντας όπλα καί ένταξή τους στόν στρατό τού Μοροζίνι, αδιαφορώντας γιά τήν καταστροφή τού ναού, πού υπήρξε τό στολίδι τής πόλεώς τους,αλλά καί η μνήμη τής τρισένδοξης ιστορίας τους. Αργότερα θά καταλάβουν τό τί αντιπροσώπευε γι’ αυτούς ο Παρθενών, αλλά καί τό Νεοελληνικό κράτος, ελάχιστα θά ενδιαφερθεί γι’ αυτόν.
Σάν νά μήν έφθαναν όλα αυτά, ο Μοροζίνι θαυμάζοντας τά γλυπτά, πού βρίσκονταν γύρω από τό ναό, ακρωτηριασμένα από τήν φοβερή έκρηξη, αποφάσισε νά προσφέρει ένα υπέροχο δώρο στήν πατρίδα του, ξηλώνοντας τά γλυπτά τού δυτικού αετώματος, τόν Ποσειδώνα καί τίς θαυμάσιες κεφαλές αλόγων, πού βρίσκονταν άθικτα στή θέση τους μετά από 22 αιώνες.
Μή γνωρίζοντας όμως, τόν τρόπο συναρμολόγησής τους, οι αδαείς καί άξεστοι στρατιώτες του,τό μόνο πού κατάφεραν ήταν, νά καταρρεύσει τό αέτωμα καί νά θρυμματισθούν αυτά τά αριστουργήματα καί αφού τού ήταν αδύνατο νά τά αποσπάσει ακέραια, έκλεψε τά μαρμάρινα λεοντάρια τής Ακρόπολης καί τού Πειραιά, καί τά έστειλε στήν Βενετία, στολίζοντας τό ναύσταθμό της, καί όπου αυτά τουλάχιστον σώζονται μέχρι σήμερα.
Τόν Ιούλιο τού 1799, φθάνουν στήν Αθήνα άνθρωποι τού λόρδου Έλγιν, πρεσβευτή τής Βρεταννίας στήν Οθωμανική αυτοκρατορία, μέ πληρεξουσιότητα νά πραγματοποιήσουν ανασκαφές. Αυτοί, μέ εντολή του βέβαια, δέν περιορίστηκαν σ’ αυτό, αλλά άρχισαν νά ξηλώνουν τά γλυπτά τού Παρθενώνος καί τού Ερεχθείου.
Οι Έλληνες, ακόμη καί οι Τούρκοι κάτοικοι τής Αθήνας, παρακολουθούσαν καταγανακτισμένοι και, ανήμποροι νά αντιδράσουν, αυτή τή βάρβαρη πράξη, κατακρίνοντας ανοιχτά τό σουλτάνο γιά τήν χορήγηση αυτής τής αδείας.
Ακόμη καί συμπατριώτες αυτού τού ιερόσυλου, πού βρίσκονταν στήν Αθήνα τά χρόνια αυτά, θά συμμεριστούν τήν αγανάκτηση αυτή, καί αισθανόμενοι ντροπή γιά τό βανδαλισμό πού παρακολουθούσαν καθημερινώς, θά κατακρίνουν τόν Έλγιν.
Τό αποκορύφωμα τού βανδαλισμού, υπήρξε η αφαίρεση από τό Ερέχθειο, μίας από τίς Καρυάτιδες, καί ήταν τόσος ο φόβος, πού κατέλαβε τούς ανθρώπους τού Έλγιν, από τό φανερό πιά, μίσος τών Αθηναίων, ώστε εσπευσμένα τό μετέφεραν στόν Πειραιά καί τό μπάρκαραν σέ ένα από τά καράβια τους.
Ο λόρδος ΒΥΡΩΝ, στό έργο του ” Η κατάρα τής Αθηνάς ” θά αποκαλέσει τόν συμπατριώτη του, “καταραμένο στούς αιώνες”.
Αυτός ο ίδιος θά πεί ότι η βέβηλη αυτή πράξη, δέν είναι απλά μία ακόμη βαρβαρότητα, ανάμεσα σέ αμέτρητες άλλες πού έχουν διαπραχθεί στήν ιστορία τής ανθρωπότητος, αλλά είναι ένα έγκλημα εναντίον τών Ελλήνων καί τής εθνικής τους κληρονομιάς.
Αυτός πρώτος θα βροντοφωνάξει:
” ΤΑ ΓΛΥΠΤΑ ΤΟΥ ΠΑΡΘΕΝΩΝΑ ΑΝΗΚΟΥΝ ΣΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ”
-444 ΙΔΡΥΣΗ τών ΘΟΥΡΙΩΝ
Ίδρυση της πανελλήνιας αποικίας Θηρεοί, κοντά στην κατεστραμμένη πόλη της νότιας Ιταλίας, Σύβαρη, μετά από πρόταση των Αθηναίων. Στην πόλη ήρθαν άποικοι από όλα τα μέρη της Ελλάδας και μεγάλες προσωπικότητες όπως ο Ηρόδοτος και ο αρχιτέκτονας Ιππόδαμος από την Μίλητο (που είχε αναλάβει να κάνει τον χάρτη του Πειραιά) και ο Πρωταγόρας, από τον οποίο ο Περικλής ζήτησε να φτιάξει τους νόμους της νέας αποικίας.
- ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΛΟΓΟΣ (ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ) –
ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

”Οι περισσότεροι από όσους ως τώρα έχουν μιλήσει από το βήμα αυτό συνηθίζουν να επαινούν εκείνον, ο οποίος στον νόμο που διέπει την ταφή των νεκρών πρόσθεσε την διάταξη αυτή περί επιταφίου λόγου, γιατί θεωρούν ότι αξίζει τον κόπο να απονέμεται μια τέτοια τιμή στους νεκρούς των πολέμων κατά τον ενταφιασμό τους. Σε μένα εν τούτοις θα φαινόταν ότι είναι προτιμότερο, οι τιμές που απονέμονται σε άνδρες, οι οποίοι αναδείχθηκαν γενναίοι με τα έργα τους, να εκδηλώνονται και αυτές με έργα μόνο, όπως είναι π.χ. αυτές, τις οποίες τώρα βλέπετε γύρω από τον ενταφιασμό τους, που έγινε δημοσία δαπάνη, και όχι να εξαρτώνται οι αρετές των πολλών από την ικανότητα ή την ανικανότητα ενός ανθρώπου, να κανονίζεται δηλαδή η περί αυτών εκτίμηση των ακροατών από την ευφράδεια ή μη ευφράδεια του ρήτορα.
Γιατί είναι δύσκολο πράγμα να μιλήσει κανείς αντικειμενικά (χωρίς δηλαδή να πει ούτε λιγότερα ούτε περισσότερα από ό,τι πρέπει) για κάποιο θέμα, για το οποίο είναι δύσκολο να εξακριβωθεί και αυτή ακόμα η απλή ιδέα, ότι τα λεγόμενα από τον ρήτορα είναι αληθινά. Γιατί ο ακροατής, ο οποίος γνωρίζει τα πράγματα και είναι ευνοϊκά διατεθειμένος προς αυτούς που τα έπραξαν, θα σχημάτιζε ίσως την ιδέα, ότι αυτά εκτέθηκαν κάπως κατώτερα από ό,τι αυτός γνωρίζει και επιθυμεί, ενώ αντίθετα, όποιος τα αγνοεί, θα σκεπτόταν ότι μερικά εκτέθηκαν αρκετά μεγαλοποιημένα, και αυτό από φθόνο, τον οποίο δοκιμάζει ο άνθρωπος, όταν ακούει κάτι το οποίο υπερβαίνει τις δικές του φυσικές δυνάμεις. Γιατί οι άνθρωποι ανέχονται τους επαίνους που λέγονται για άλλους μόνο εφόσον κάθε ακροατής έχει τη γνώμη, ότι και αυτός είναι ικανός να πράξει κάτι από αυτά που ακούει. Ενώ για κάθε τι, το οποίο είναι ανώτερο από τις δυνάμεις του, αισθάνεται δια μιας φθόνο και δυσπιστία. Εφόσον όμως οι πρόγονοί μας έκριναν ότι με αυτόν τον τρόπο πρέπει να γίνονται τα πράγματα αυτά, πρέπει κι εγώ να ακολουθήσω το έθιμο αυτό και να προσπαθήσω να ικανοποιήσω την επιθυμία και την γνώμη του καθενός σας όσο μπορέσω περισσότερο.Θα μιλήσω πρώτα πρώτα για τους προγόνους μας. Γιατί είναι δίκαιο, αλλά συγχρόνως και πρέπον, σε μια τέτοια περίσταση, κατά την οποία θρηνούμε και εγκωμιάζουμε τους νεκρούς μας, να τους απονέμεται η τιμή αυτή να μνημονεύονται πρώτοι. Γιατί δεν υπήρξαν ούτε μια στιγμή, κατά την οποία να έπαυσαν να κατοικούν την χώρα αυτή, και χάρις στην ανδρεία τους διαφύλατταν την ελευθερία της από γενεά σε γενεά μέχρι των ημερών μας και μας την παράδωσαν ελεύθερη. Και εκείνοι λοιπόν είναι άξιοι επαίνου αλλά ακόμη περισσότερο οι πατέρες μας. Γιατί επί πλέον εκείνων, τα οποία κληρονόμησαν, απέκτησαν με πολλούς κόπους και κληροδότησαν σε μας τους σημερινούς όλη αυτή την επικράτεια που κατέχουμε σήμερα. Το δε έργο της περαιτέρω βελτίωσης, το επιτελέσαμε εμείς οι ίδιοι που είμαστε συγκεντρωμένοι εδώ, οι οποίοι βρισκόμαστε ακόμη σε αυτήν ακριβώς την ηλικία μας, και εμείς εφοδιάσαμε την πόλη μας με όλα τα πράγματα, ώστε να είναι αυταρκέστατη και για πόλεμο και για ειρήνη. Από όλα δε αυτά εγώ όσα μεν αναφέρονται σε πολεμικά κατορθώματα, με τα οποία έγινε η κάθε μια κατάκτηση, ή αφορούν την ενεργητικότητα, με την οποία αποκρούσαμε, είτε εμείς οι σημερινοί είτε οι πρόγονοί μας, τους εκάστοτε επελθόντες εναντίον μας Βαρβάρους ή Έλληνες, όλα αυτά, θα τα παραλείψω, γιατί δεν επιθυμώ να απεραντολογώ ενώπιον ανθρώπων, οι οποίοι τα γνωρίζουν.
Αλλά με ποιον τρόπο φθάσαμε στο σημείο αυτό της δύναμης που είμαστε σήμερα, και με ποια μορφή πολιτεύματος και με ποιες συνήθειες έγινε μεγάλη η δύναμή μας, όλα αυτά θα αναπτύξω πρώτα, και έπειτα θα προχωρήσω στο εγκώμιο αυτών εδώ των νεκρών, γιατί νομίζω ότι δεν είναι ανάρμοστο να λεχθούν αυτά και για την παρούσα περίσταση, και δεν είναι ανώφελο να τα ακούσουν όλοι οι παρευρισκόμενοι, αστοί και ξένοι. Έχουμε δηλαδή πολίτευμα, το οποίο δεν αντιγράφει τους νόμους άλλων, μάλλον δε εμείς οι ίδιοι είμαστε υπόδειγμα σε μερικούς παρά μιμούμαστε άλλους. Και ονομάζεται μεν δημοκρατία, γιατί η διοίκηση είναι στα χέρια των πολλών και όχι των ολίγων, έναντι δε των νόμων είναι όλοι ίσοι στις ιδιωτικές τους διαφορές, ενώ ως προς την θέση τους στον δημόσιο βίο κάθε ένας προτιμάται για ένα από τα δημόσια αξιώματα ανάλογα με την επίδοση την οποία σημειώνει σε αυτά,δηλαδή η δημόσιά του σταδιοδρομία εξαρτάται μάλλον από την ατομική του αξία και όχι από την κοινωνική τάξη, από την οποία προέρχεται, ούτε πάλι ένας,ο οποίος είναι μεν φτωχός έχει όμως την ικανότητα να παράσχει κάποια υπηρεσία στην πατρίδα του, εμποδίζεται σε αυτό από το γεγονός ότι είναι άγνωστος. Ζούμε δε σαν ελεύθεροι άνθρωποι, και σαν πολίτες στον δημόσιο βίο και σαν άτομα στον ιδιωτικό, στις επιδιώξεις μας της καθημερινής ζωής, κατά τις οποίες δεν κοιτάμε ο ένας στον άλλον με καχυποψία, δεν θυμώνουμε με τον γείτονά μας, όταν κάνει ό,τι του αρέσει, ούτε παίρνουμε μια φυσιογνωμία σκυθρωπή, η οποία μπορεί να μην βλάπτει τον άλλο, πάντως όμως είναι δυσάρεστη. Ενώ δε στην ιδιωτική μας ζωή συναναστρεφόμαστε μεταξύ μας χωρίς να ενοχλεί ο ένας τον άλλον, στην δημόσιά μας ζωή, σαν πολίτες, από σεβασμό προ πάντων δεν παραβαίνουμε τους νόμους, υπακούμε δε στους εκάστοτε κατέχοντες τα δημόσια αξιώματα και στους νόμους, προ περισσότερο σε εκείνους από τους νόμους, που έχουν θεσπιστεί για υποστήριξη των αδικούμενων, και σε άλλους, οι οποίοι αν και άγραφοι, η παράβασή τους φέρνει πανθομολογούμενη ντροπή στους παραβάτες. Αλλά και για το πνεύμα μας έχουμε εφεύρει πλείστους όσους τρόπους να το ανακουφίζουμε από τους κόπους, με εορταστικούς αγώνες και θυσίες, τις οποίες έχουμε καθιερώσει καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, και με ευπρεπή ιδιωτικά οικήματα, η δε ευχαρίστηση την οποία καθημερινά απολαμβάνουμε από όλα αυτά, διώχνει την μελαγχολία. Λόγω δε του μεγάλου αριθμού των κατοίκων της πόλης μας εισάγονται σε αυτήν προϊόντα όλου του κόσμου, και συμβαίνει να απολαμβάνουμε έτσι τα προϊόντα των άλλων χωρών με όση οικειότητα καταναλώνουμε τα προϊόντα της Αττικής (σαν να είναι δηλαδή δικά μας).
Υπερέχουμε δε από τους αντιπάλους μας και στην πολεμική προετοιμασία κατά τα εξής: Την πόλη μας π.χ. την παρέχουμε ανοιχτή σε όλον τον κόσμο, και ποτέ δεν αποκλείουμε κανέναν διώχνοντας τους ξένους από οποιοδήποτε ακρόαμα ή θέαμα, από το οποίο, αν δεν το κρατήσουμε μυστικό και το δεί κανείς από τους εχθρούς μας, είναι δυνατόν να ωφεληθεί, και αυτό γιατί έχουμε εμπιστοσύνη όχι τόσο στις πολεμικές προετοιμασίες και τα στρατηγήματα όσο στην έμφυτη γενναιότητά μας όσον αφορά τα έργα. Στο ζήτημα δε πάλι της αγωγής, ενώ εκείνοι υποβάλλονται από την νεαρή τους ακόμα ηλικία σε συνεχή και επίπονη άσκηση, με την οποία επιδιώκουν να γίνουν γενναίοι, εμείς ζούμε με όλες τις ανέσεις και όμως είμαστε εξ ίσου πρόθυμοι να αντιμετωπίσουμε τους κινδύνους, τους οποίους αντιμετωπίζουν και αυτοί. Και να η απόδειξη: ενώ οι Λακεδαιμόνιοι εκστρατεύουν κατά της χώρας μας με όλους τους τους συμμάχους και ποτέ μόνοι, εμείς επερχόμαστε κατά των άλλων εντελώς μόνοι, και τις περισσότερες φορές νικάμε χωρίς καμία δυσκολία τους αντιπάλους μας, μολονότι εκείνοι μεν μάχονται υπέρ βωμών και εστιών, εμείς δε είμαστε σε ξένο έδαφος. Και κανείς από τους εχθρούς μας δεν αντιμετώπισε μέχρι σήμερα τις δυνάμεις μας ενωμένες, γιατί αφ’ενός καταβάλλουμε πολλές φροντίδες ταυτόχρονα και για το ναυτικό μας, και αφ’ ετέρου κατατέμνουμε τις δυνάμεις μας του πεζικού και τις στέλνουμε σε πολλά σημεία της επικράτειάς μας. Αν δε κάπου με μέρος μόνο της δύναμής μας συμπλακούν οι αντίπαλοί μας, τότε, αν μεν νικήσουν, καυχώνται ότι μας νίκησαν όλους, αν δε νικηθούν, διακηρύσσουν ότι νικήθηκαν από όλους. Και βέβαια, αν εμείς αντιμετωπίζουμε με πολλή προθυμία τους κινδύνους, μάλλον με μια αφροντισία και άνεση παρά μετά από επίπονη άσκηση, και με ανδρεία, η οποία οφείλεται όχι τόσο στην επιβολή των νόμων όσο στην φυσική μας ευψυχία, έχουμε το πλεονέκτημα ότι δεν καταπονούμεθα προκαταβολικά για δεινά, τα οποία ανήκουν ακόμα στο μέλλον, και ότι, όταν φθάσει η ώρα των δεινών αυτών, αποδεικνυόμαστε ότι δεν είμαστε λιγότερο τολμηροί από εκείνους που μοχθούν αδιάκοπα. Δεν είναι δε σε αυτά μόνο αξιοθαύμαστη η πόλη μας αλλά και σε πολλά ακόμη.
Γιατί είμαστε λάτρεις του ωραίου, όμως χωρίς σπατάλη χρήματος, και καλλιεργούμε το πνεύμα χωρίς να χάνουμε την ανδρεία μας. Και μεταχειριζόμαστε τον πλούτο περισσότερο σαν μια ευκαιρία δράσης παρά σαν αφορμή κομπορρημοσύνης, το να ομολογεί δε κανείς την φτώχεια του δεν είναι ντροπή, είναι όμως αισχρότερο το να μην προσπαθεί να την αποφύγει με την εργασία.
Επί πλέον, οι ίδιοι εμείς όλοι είμαστε σε θέση να φροντίζουμε ταυτόχρονα για τις ιδιωτικές μας υποθέσεις και για τις υποθέσεις της πόλης μας, και όσοι από εμάς είναι απασχολημένοι με ιδιωτικές επιχειρήσεις και αυτοί ακόμα κατέχουν τα πολιτικά ζητήματα στην εντέλεια. Γιατί είμαστε ο μόνος λαός που τον μη αναμειγνυόμενο καθόλου στα κοινά δεν τον θεωρούμε φιλήσυχο αλλά άχρηστο,και οι μόνοι που όποτε δεν τα επινοούμε και δεν τα προτείνουμε οι ίδιοι πάντως έχουμε τη δύναμη να κρίνουμε σωστά τα λαμβανόμενα μέτρα, τους δε λόγους δεν τους θεωρούμε καθόλου εμπόδιο των έργων, αλλά μάλλον θεωρούμε σαν εμπόδιο το να μην έχουμε κατατοπισθεί προφορικά σε όσα έχουμε να κάνουμε, πριν καταπιαστούμε με αυτά. Γιατί υπερέχουμε από τους άλλους και ως προς αυτό ακόμη, ότι δηλαδή εμείς οι ίδιοι αποφασίζουμε για όσα πρόκειται να επιχειρήσουμε και εμείς οι ίδιοι τα επιχειρούμε. Ενώ ως προς αυτό οι άλλοι… σε αυτούς η μεν αμάθεια τους κάνει να αποφασίζουν η δε σκέψη τους κάνει να διστάζουν. Πιο τολμηροί όμως από όλους είναι σωστό να θεωρούνται όσοι γνωρίζουν με σαφήνεια ποιες είναι οι συμφορές και ποια τα ευχάριστα, και όμως η γνώση αυτή δεν τους κάνει να αποφεύγουν τους κινδύνους. Αλλά και στα ζητήματα της καλωσύνης διαφέρουμε από την πλειονότητα των ανθρώπων. Γιατί εμείς τους φίλους τους αποκτάμε μάλλον ευεργετώντας παρά ευεργετούμενοι από αυτούς.
Σταθερότερος δε φίλος είναι ο ευεργετών τον άλλον, γιατί είναι φυσικό να προσπαθεί να διατηρεί την ανάμνηση της ευεργεσίας με το να φέρεται πάντοτε καλά προς τον ευεργετούμενο. Ενώ αντιθέτως αυτός που οφείλει την ευεργεσία είναι ψυχρότερος στις σχέσεις του, γιατί γνωρίζει, ότι πρόκειται να ανταποδώσει την καλωσύνη σαν πληρωμή χρέους και όχι για να εξασφαλίσει την ευγνωμοσύνη του άλλου.Και είμαστε οι μόνοι που βοηθάμε τον άλλο χωρίς την ελάχιστη ανησυχία,και αυτό μάλλον από την εμπιστοσύνη που εμπνέει η ελευθερία παρά από συμφεροντολογικούς υπολογισμούς.
Ανακεφαλαιώνοντας λοιπόν τα παραπάνω τονίζω, ότι η όλη πόλη είναι σχολείο της Ελλάδας και ότι, κατά τη γνώμη μου, ο καθένας από εμάς έχει την ικανότητα να προσαρμοστεί προς τις πλέον διαφορετικές μορφές δράσεως με την μεγαλύτερη ευστροφία και χάρη. Και ότι αυτά είναι μάλλον η πραγματική αλήθεια και όχι απλή κομπορρημοσύνη, κατάλληλη για την παρούσα περίσταση, το αποδεικνύει αυτή η δύναμη της πόλης, την οποία αποκτήσαμε με τις ικανότητές μας αυτές.
Γιατί είναι η μόνη πόλη από τις σημερινές που όταν δοκιμάζεται αποδεικνύεται ανώτερη της φήμης της, και η μόνη, η οποία ούτε στον εχθρό, που της επιτίθεται, δίνει αφορμή να αγανακτήσει με όσα παθαίνει από τέτοιους αντιπάλους, ούτε στους υπηκόους της δίνει αφορμή για παράπονα,γιατί τάχα εξουσιάζονται από ανάξιους να έχουν την εξουσία. Η δύναμή μας δε αυτή δεν είναι βέβαια χωρίς αποδείξεις, αλλά υπάρχουν μεγαλοπρεπή μνημεία αυτής, για τα οποία μας θαυμάζουν» οι σύγχρονοί μας και θα μας θαυμάζουν και οι μελλοντικές γενιές, και μάλιστα χωρίς να χρειαζόμαστε τους επαίνους ούτε του Ομήρου ούτε κανενός άλλου, του οποίου οι στίχοι είναι δυνατόν να ευχαριστήσουν προς στιγμήν, θα έλθει όμως η πραγματικότητα, η οποία θα αποκαλύψει ψεύτικη την ιδέα που σχηματίστηκε για τα πράγματα, αλλά γιατί ολόκληρη τη θάλασσα και την ξηρά την εξαναγκάσαμε να γίνει προσιτή στην τόλμη μας, ιδρύσαμε δε παντού αιώνια μνημεία και της φιλίας μας και της έχθρας μας.Υπέρ αυτής λοιπόν της πόλης και αυτοί εδώ λοιπόν πολέμησαν γενναία και βρήκαν τον θάνατο,γιατί δεν μπορούσαν να ανεχθούν την στέρησή της, και από εμάς τους απομένοντες στην ζωή ο καθένας πρέπει να έχει την προθυμία να μοχθήσει γι’ αυτήν.
Γι’ αυτόν λοιπόν το λόγο μακρηγόρησα για όσα αφορούν την πόλη, αφ’ ενός μεν δηλαδή γιατί ήθελα να σας δείξω, ότι εμείς δεν αγωνιζόμαστε για τον ίδιο σκοπό, για τον οποίο αγωνίζονται όσοι δεν έχουν κανένα από αυτά τα πλεονεκτήματα σε ίσο βαθμό με μας, και αφ’ ετέρου γιατί με αυτόν τον τρόπο ήθελα να κάνω φανερό με αποδείξεις, ότι είναι δίκαιο το εγκώμιο των ανδρών αυτών, για τους οποίους μιλάω τώρα. Και έχω ήδη αναφέρει τα κυριότερα σημεία τούτου του εγκωμίου. Γιατί όσα είπα για την πόλη για να την εξυμνήσω, είναι στολίδια, με τα οποία την στόλισαν οι αρετές αυτών εδώ και άλλων ομοίων με αυτούς, και πολύ λίγοι Έλληνες υπάρχουν, για τους οποίους μπορεί να λεχθεί, ό,τι μπορεί να λεχθεί γι’ αυτούς εδώ, ότι δηλαδή φήμη τους ισοσταθμίζει τα έργα τους. Έχω δε τη γνώμη, ότι θάνατος σαν αυτόν εδώ των προκείμενων νεκρών παρέχει το αληθινό μέτρο της αξίας ενός ανθρώπου, και άλλοτε μεν είναι ο πρώτος που την προαναγγέλλει άλλοτε δε ο τελευταίος που την επισφραγίζει. Γιατί και εκείνοι ακόμη που υστερούν κατά τα άλλα, δικαιούνται να προβάλλουν για υπεράσπισή τους την ανδραγαθία, την οποία επέδειξαν κατά τους πολέμους, μαχόμενοι υπέρ της πατρίδας. Γιατί εξέλειψαν το κακό δια του καλού, και με τις καλές τους υπηρεσίες σαν υπερασπιστές της πατρίδας την ωφέλησαν περισσότερο απ’όσο την έβλαψαν με τα τυχόν σφάλματά τους στην ιδιωτική τους ζωή. Από αυτούς όμως εδώ κανείς δεν δείχθηκε δειλός μπροστά στον θάνατο εξ αιτίας του πλούτου του, δεν προτίμησε δηλαδή να συνεχίσει την απόλαυσή του, ούτε απέφυγε τον κίνδυνο εξ αιτίας της φτώχειας του, από την ελπίδα δηλαδή ότι μπορεί να την αποφύγει επί τέλους κάποτε και να γίνει πλούσιος.
Αλλά περισσότερο από όλα τα αγαθά πόθησαν την τιμωρία των εχθρών τους, και συνάμα θεώρησαν ότι δεν υπάρχει ενδοξότερος κίνδυνος από αυτόν εδώ, και για τούτο προθυμοποιήθηκαν να ριφθούν σε αυτόν, για να εκδικηθούν τους εχθρούς τους αφ’ ενός, και για να επιδιώξουν την απόκτηση των αγαθών αυτών αφ’ ετέρου, την μεν αβεβαιότητα δηλαδή της επιτυχίας την εμπιστεύθηκαν στην ελπίδα, ως προς δε τον κίνδυνο του θανάτου που βρισκόταν μπροστά τους κατά την μάχη ήταν αποφασισμένοι να στηριχθούν στον εαυτό τους και μόνο.
Και μέσα στη μάχη θεώρησαν πάντα προτιμότερο να αντισταθούν και να βρουν τον θάνατο παρά να σωθούν τρεπόμενοι σε φυγή, και γι’ αυτό απέφευγαν την αισχρή φήμη της δειλίας, και υπέβαλαν τα σώματά τους σε όλα τα δεινά της μάχης, σε μια δε κρίσιμη στιγμή, που ήταν στα χέρια της τύχης, στο ύψος της δόξας μάλλον παρά του τρόμου, βρήκαν τον θάνατο.
Και αυτοί μεν εδώ τέτοιου είδους άνθρωποι υπήρξαν, αντάξιοι της πατρίδας τους. Σεις δε οι επιζώντες πρέπει να εύχεσθε, το γενναίο σας φρόνημα απέναντι στους εχθρούς να είναι περισσότερο τυχερό από αυτό των προηγούμενων νεκρών, με κανέναν όμως τρόπο να καταδέχεσθε να είναι λιγότερο τολμηρό, και να μην κρίνετε την αξία του φρονήματος αυτού από τους επαίνους του ρήτορα μόνο, ο οποίος θα μπορούσε να την μεγαλοποιήσει όσο ήθελε ενώπιόν σας (αν και σεις τα ξέρετε το ίδιο καλά με αυτόν) αναφέροντας όλα τα καλά που υπάρχουν στην άμυνα εναντίον των εχθρών, αλλά μάλλον να παρατηρείτε καθημερινά τη δύναμη της πόλης, όπως αυτή παρουσιάζεται με έργα, και να κυριεύεσθε λίγο από έρωτα προς αυτήν, και όταν σας φανεί ότι είναι μεγάλη, να συλλογίζεσθε ότι όλα αυτά τα απέκτησαν άνθρωποι τολμηροί που είχαν συναίσθηση του καθήκοντός τους,και κατά την ώρα της μάχης είχαν πάντοτε μπροστά στα μάτια τους τον φόβο του ντροπιάσματος, όσες φορές δε αποτύγχαναν σε κάποια τους προσπάθεια, δεν νόμιζαν ότι για τον λόγο αυτό έπρεπε να στερήσουν και την πόλη από τις υπηρεσίες τους, αλλά συνεισέφεραν υπέρ αυτής την ωραιότερη συνεισφορά. Γιατί ενώ όλοι μαζί από κοινού πρόσφεραν στην υπηρεσία της πατρίδας τα σώματά τους, απελάμβαναν ατομικά κάθε ένας, σαν ανταμοιβή τρόπον τινά, τον έπαινο,ο οποίος δεν γερνάει ποτέ, και τον πιο επίσημο τάφο, που είναι δυνατόν να αποκτήσει άνθρωπος, δεν εννοώ δε τον τάφο, στον οποίο έχουν εναποτεθεί τα λείψανά τους, αλλά μάλλον τον τάφο, στον οποίο απομένει μετά θάνατον η δόξα τους και μνημονεύεται αιωνίως σε κάθε παρουσιαζόμενη κάθε φορά ευκαιρία είτε λόγου είτε έργου. Γιατί των επιφανών ανδρών τάφος είναι η Γη ολόκληρη, και την ύπαρξή τους δεν την φανερώνει μόνο η επιγραφή μιας στήλης σε κάποιο μέρος της πατρίδας τους, αλλά και στα ξένα μέρη είναι εγκατεστημένη μια άγραφη ανάμνηση αυτών σκαλισμένη όχι σε κάποιο έργο τέχνης αλλά μάλλον στις καρδιές ενός εκάστου των ανθρώπων. Αυτούς λοιπόν , εσείς τώρα να τους μιμηθείτε, και με τη σκέψη ότι ευδαιμονία είναι η ελευθερία, ελευθερία δε η τόλμη, μην τρομοκρατείσθε από τους κινδύνους του πολέμου.
Γιατί δεν θα ήταν δικαιότερο να αψηφούν την ζωή τους οι δυστυχούντες άνθρωποι, οι οποίοι δεν ελπίζουν να απολαύσουν κανέναν καλό, αλλά οι ευτυχισμένοι, οι οποίοι κατά την διάρκεια ακόμη της ζωής τους διατρέχουν τον κίνδυνο να δουν την κατάστασή τους να μεταβάλλεται στην αντίθετη, δηλαδή την δυστυχία, και για τους οποίους θα ήταν πολύ σημαντική η διαφορά, αν υποτεθεί ότι πάθαιναν κανένα ατύχημα. Γιατί προξενεί μεγαλύτερο πόνο, σε έναν βέβαια που έχει κάποια υψηλοφροσύνη, η εξαθλίωση που συνοδεύεται από εκφυλισμό, παρά ο θάνατος που του έρχεται ξαφνικά, χωρίς καν να γίνει αισθητός, επάνω στην ακμή της σωματικής του δύναμης και επάνω στις ελπίδες που τρέφει και ο κάθε θνητός.
Γι’ αυτόν λοιπόν τον λόγο και σας τους γονείς των ηρώων αυτών, όσοι είσθε παρόντες, δεν σας κλαίω την στιγμή αυτή, αλλά μάλλον θα προσπαθήσω να σας παρηγορήσω. Γιατί, όπως όλοι, γνωρίζουν και αυτοί ότι μεγάλωσαν μέσα σε ποικίλες εναλλαγές της τύχης, και ότι ευτυχισμένοι μπορεί να θεωρούνται μόνο εκείνοι, στους οποίους έλαχε η μεγίστη τιμή, είτε ένας έντιμος θάνατος είναι αυτή, όπως αυτών εδώ, είτε μια έντιμη λύπη, όπως η δική σας, και εκείνοι, των οποίων οι ημέρες της ζωής τους κανονίστηκαν κατά τέτοιον τρόπο, ώστε το τέρμα της ευτυχίας τους να συμπέσει με το τέρμα της ζωής τους. Γνωρίζω βέβαια ότι είναι δύσκολο να σας πείσω γι’ αυτά, μια τέτοια στιγμή κατά την οποία η ευτυχία των άλλων θα σας κάνει να θυμηθείτε πολλές φορές την ευτυχία, που κάποτε αισθανθήκατε και σεις. Και λύπη αισθάνεται κανείς όχι για την έλλειψη των αγαθών που δεν δοκίμασε ποτέ στην ζωή του, αλλά για την στέρηση εκείνων, τα οποία πριν του αφαιρεθούν αποτέλεσαν μέρος της ζωής του. Όσοι δε από εσάς είσθε σε ηλικία που επιτρέπει την τεκνοποιία, πρέπει να υποφέρετε τον πόνο σας με περισσότερη υπομονή, γιατί ελπίζετε να αποκτήσετε και άλλα παιδιά. Γιατί όχι μόνο για τον καθένα σας ιδιαίτερα εκείνα που θα γεννηθούν θα σας κάνουν να λησμονήσετε σιγά σιγά αυτά που χάσατε στον πόλεμο, αλλά και για την πόλη το κέρδος θα είναι διπλό, γιατί με αυτόν τον τρόπο, αφ’ ενός αποφεύγεται η απειλούμενη ερήμωση από την ελάττωση του πληθυσμού, και αφ’ ετέρου ενισχύεται η ασφάλειά της. Γιατί τίποτε το σωστό και δίκαιο δεν είναι σε θέση να σκεφθούν και να συμβουλεύσουν την πόλη όσοι δεν έχουν παιδιά να τα εκθέσουν στον κίνδυνο που εκτίθενται τα παιδιά όλων των άλλων. Όσοι δε πάλι έχετε προσπεράσει το όριο αυτό της ηλικίας, πρέπει να θεωρείτε κέρδος το ότι περάσατε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής σας ευτυχισμένοι, η δε περίοδος της λυπημένης ζωής σας θα είναι σύντομη, και να ανακουφίζεσθε από την δόξα αυτών εδώ των ηρωικώς πεσόντων παιδιών σας. Γιατί το μόνο πράγμα που δεν γερνάει ποτέ είναι η φιλοδοξία, και εκείνο που ευχαριστεί τον άνθρωπο στην γεροντική του ηλικία, όταν είναι άχρηστος πια, δεν είναι το κέρδος, όπως ισχυρίζονται μερικοί, αλλά η απόλαυση τιμών.
Ως προς σας δε εξ άλλου, τους γιους και αδελφούς τους, όσοι είσθε παρόντες, βλέπω ότι η προσπάθεια, την οποία θα πρέπει να καταβάλλετε, για να τους μιμείσθε, είναι τρομακτικά δύσκολη.
Γιατί όλοι συνηθίζουν να επαινούν εκείνον που δεν υπάρχει πλέον, οσοδήποτε δε υπέροχη και αν υποτεθεί ότι είναι η αρετή σας, μόλις και μετά βίας θα θεωρούσατε ότι είσθε, όχι όμοιοι, αλλά κατά τι κατώτεροι. Γιατί και μεταξύ των ζώντων υπάρχει φθόνος αμοιβαίος εκ μέρους των εκάστοτε αντιζήλων, όποιος δε πεθαίνει και δεν είναι εμπόδιο σε κανέναν τιμάται με μια εύνοια απαλλαγμένη από κάθε αντίδραση. Αν δε πρέπει να κάνω λόγο και για την γυναικεία αρετή, σχετικά με αυτές που θα ζουν ως εξής σαν χήρες, θα συμπεριλάβω όλα όσα έχω να πω σε μια σύντομη παραίνεση: θα είναι μεγάλη η δόξα σας, αν δεν δειχθείτε κατώτεροι του φυσικού σας χαρακτήρα, και μάλιστα αν για την κάθε μια σας γίνεται όσο το δυνατόν λιγότερος λόγος μεταξύ των ανδρών, είτε προς έπαινον είτε προς κατηγορία (είτε για καλό είτε για κακό).
Εκφώνησα λοιπόν κι εγώ, σύμφωνα με την επιταγή του νόμου, τον επιτάφιο, και είπα ό,τι είχα να πω κατάλληλο για την περίσταση, και με έργα δε αυτοί, τους οποίους θάπτουμε, εν μέρει μεν έχουν τιμηθεί τώρα αμέσως, εν μέρει δε θα τιμώνται στο μέλλον, γιατί η πόλη θα ανατρέφει τα παιδιά τους δημοσία δαπάνη μέχρι που να γίνουν έφηβοι, απονέμουσα έτσι και σε αυτούς εδώ και στους επιζώντες χρήσιμη αμοιβή, αντί στεφάνου τρόπον τινά, για αυτούς τους αγώνες τους υπέρ της πατρίδας. Γιατί όπου τα βραβεία της αρετής είναι τα πιο μεγάλα, εκεί συγκαταλέγονται μεταξύ των πολιτών και οι πιο ενάρετοι άνδρες. Και τώρα να χορτάσει ο καθένας θρηνώντας τον δικό του και έπειτα να αποχωρήσει».
Με αυτόν λοιπόν τον τρόπο τελέστηκε ο ενταφιασμός των πεσόντων κατά αυτόν τον χειμώνα, με το τέλος του οποίου συνέπεσε και το τέλος του πρώτου έτους του παρόντος πολέμου.
- ΗΡΟΔΟΤΟΣ (- 485 π.Χ_- 421 π.Χ / – 415 π.Χ) -
ΗΡΟΔΟΤΟΣ (Σύντομη βιογραφία)

Ο ΗΡΟΔΟΤΟΣ καταγόταν από εύπορη και φιλομαθή οικογένεια και ανατράφηκε σ’ ένα περιβάλλον σεβασμού του Ομήρου και παλαιών θρύλων. Όταν στην πατρίδα του την Αλικαρνασσό ήταν τύραννος ο Λύγδαμης, ο Ηρόδοτος πήρε μέρος σε συνωμοσία για την ανατροπή του, με αποτέλεσμα να εξοριστεί το 468 ή το 467 π.Χ. στη Σάμο. Από τη Σάμο γύρισε στην Αλικαρνασσό και πήρε μέρος στην ανατροπή του Λύγδαμη το 455 π.Χ., αλλά μετά από λίγο υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει και αυτός την πατρίδα του. Από τότε άρχισε ως περιηγητής και εξερευνητής, πιθανόν στα χρόνια 458-445 π.Χ. να επισκέπτεται διάφορα μέρη του τότε γνωστού κόσμου, μεταξύ άλλων τη χώρα των Κόλχων μέχρι τη Σκυθία, το εσωτερικό της Μικράς Ασίας και τον Πόντο μέχρι την Κριμαία, την Κύπρο και τις περιοχές της Συρίας, τη Βαβυλωνία, την Αίγυπτο, την Κυρηναϊκή και βεβαίως όλη την Ελλάδα.
Έμεινε αρκετά χρόνια στην Αθήνα, όπου συνδέθηκε φιλικά με τους μεγάλους άνδρες της εποχής εκείνης, τον Περικλή και το Σοφοκλή. Μαζί με τον Πρωταγόρα ίδρυσαν περί το 443 την αποικία των Θουρίων στην κάτω Ιταλία. Στην αποικία αυτή, που ιδρύθηκε κοντά στην κατεστραμμένη Σίβαρη, ο Ηρόδοτος πέρασε τα περισσότερα χρόνια της υπόλοιπης ζωής του, γι’ αυτό και επονομάστηκε Θούριος. Για τα τελευταία χρόνια της ζωής του υπάρχουν ελάχιστες πληροφορίες. Πέθανε ανάμεσα στα χρόνια 421 και 415.
Ο Ηρόδοτος έγραψε μια «παγκόσμια» ιστορία. Οι Αλεξανδρινοί μελετητές τη χώρισαν σε εννέα βιβλία και έδωσαν στο καθένα το όνομα μιας από τις εννέα Μούσες. Στα πρώτα τέσσερα βιβλία παρουσιάζει το σχηματισμό και την αύξηση της περσικής δύναμης, στο πέμπτο και έκτο τις πρώτες συγκρούσεις των Περσών με τους Έλληνες της ηπειρωτικής Ελλάδας, στο τελευταίο μέρος του έκτου και σε ολόκληρα τα δύο επόμενα βιβλία περιγράφει τις δύο μεγάλες εκστρατείες των Περσών που κατέληξαν, η πρώτη στη μάχη του Μαραθώνα και η άλλη στη ναυμαχία της Σαλαμίνας.
Τέλος στο ένατο βιβλίο αναφέρεται στις άλλες πολεμικές δραστηριότητες των Ελλήνων εκείνης της εποχής. Για τη συγγραφή του έργου του χρησιμοποίησε τα έργα των λογογράφων, τα αρχεία των πόλεων και κάθε άλλη επίσημη αναγραφή και τέλος συλλογές χρησμών. Κύρια όμως πηγή του έργου του αποτέλεσαν οι προφορικές παραδόσεις και η προσωπικές αναζητήσεις. Πολλές φορές κατονομάζει την πηγή των πληροφοριών του, όπως γίνεται με το Θέρσανδρο τον Ορχομένιο, τον Τύμνη το Σκύθη κ.ά. Τα τέσσερα πρώτα βιβλία απομακρύνονται από την ιστορία και θεωρούνται περισσότερο πολιτικές πληροφορίες, μύθοι και ανέκδοτα. Μεγαλύτερη συνοχή έχουν τα πέντε υπόλοιπα βιβλία.
Οπωσδήποτε το έργο του δεν περιορίζεται μόνο στην αφήγηση μαχών, αλλά αναλύει ήθη, έθιμα, θρησκευτικές δοξασίες και θεωρίες για τη διακυβέρνηση μιας πολιτείας, παράλληλα προβάλει δε τη σημασία της ελευθερίας των πολιτών στα πλαίσια του νόμου για τη σωστή λειτουργία του πολιτεύματος. Η γλώσσα του Ηρόδοτο είναι η νέα ιωνική που προήλθε από την επίδραση της ομηρικής γλώσσας, με την προσθήκη αττικών και δωρικών τύπων. Χρησιμοποιώντας ως βάση του έργου που ο ίδιος ονόμασε «Ιστορίης απόδεξις», την αυτοψία, την έρευνα και την κριτική, ο Ηρόδοτος πλησίασε πρώτος την ιστορία, χωρίς όμως να μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικός ιστορικός. Παρά το γεγονός αυτό, το έργο του συνολικά είναι μια αξιόπιστη πηγή και η μόνη συνεχής και πλήρης που είναι διαθέσιμη για μια τόσο σημαντική εποχή της ιστορίας. Ο Κικέρωνας τον ονόμασε πατέρα της ιστορίας. Παράλληλα μπορεί να θεωρηθεί πατέρας της γεωγραφίας και πρόδρομος όλων των περιηγητών.
- ΠΛΑΤΩΝ (- 427 π.Χ _- 347 π.Χ) –
ΠΛΑΤΩΝ (Σύντομη βιογραφία)

Ο Πλάτων είχε αριστοκρατική καταγωγή από την μεριά της μητέρας του και ονομαζόταν αρχικά Αριστοκλής, έμεινε όμως στην Ιστορία γνωστός με το προσωνύμιο Πλάτων. Σε νεαρή ηλικία είχε νικήσει σε αγώνες των Ισθμίων και πιθανόν είχε αποκτήσει το προσωνύμιο «Πλάτων» από το πλατύ στέρνο που διέθετε ως αθλητής. Στις βιογραφίες της ύστερης αρχαιότητας (Ολύμπιος Λαέρτιος κ.ά.) γίνεται αντιληπτή η προσπάθεια να περιγραφεί ο Πλάτων ως «θεϊκός άνθρωπος». Ο μετέπειτα φιλόσοφος έγραφε αρχικά τραγωδίες και δράματα. Οι βιογράφοι του Πλάτωνα αναφέρουν ότι η συνάντησή του με το Σωκράτη άλλαξε τόσο πολύ τη ζωή του μαθητή, ώστε αυτός έκαψε τα πρώτα έργα του.
Μετά την εκτέλεση του Σωκράτη (399) κατέφυγε ο Πλάτων φοβισμένος για λίγο καιρό στα Μέγαρα, κοντά στο συμμαθητή του Ευκλείδη (συνώνυμο του Μαθηματικού). Ύστερα γύρισε στην Αθήνα,όπου για 10 χρόνια ασχολήθηκε με τη συγγραφή φιλοσοφικών έργων, τα οποία φέρουν τη σφραγίδα της σωκρατικής φιλοσοφίας. Στη συνέχεια ταξίδεψε ο Πλάτων στην Αίγυπτο και στην Κυρήνη, όπου σχετίστηκε με το μαθηματικό Θεόδωρο και στη συνέχεια στον Τάραντα της Ιταλίας, όπου γνώρισε τη διδασκαλία μαθητών του Πυθαγόρα, από τη φιλοσοφική σκέψη των οποίων επηρεάστηκε αποφασιστικά. Στην αυλή του βασιλιά των Συρακουσών Διονυσίου Α΄ γνώρισε ο Πλάτων το βασιλικό γυναικάδελφο Δίωνα,με τον οποίο συνδέθηκε φιλικά. Η φιλία αυτή προκάλεσε όμως τις υποψίες του βασιλιά για εξυφαινόμενη συνωμοσία, γι’αυτό εκδιώχτηκε ο επισκέπτης από τη Σικελία. Στην Αίγινα κινδύνεψε ο Πλάτων να πουληθεί ως δούλος αλλά τον διέσωσε ο Κυρηναίος φίλος του Αννίκερης. Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα ίδρυσε στο άλσος του ήρωα Ακάδημου τη λεγόμενη «Ακαδημία Πλάτωνος», από την οποία ο σημαντικότερος μαθητής που ξεπήδησε ήταν ο Αριστοτέλης και είχε ως στόχο να εκπαιδεύσει «φιλοσόφους πολιτικούς», οι οποίοι θα είχαν τα κατάλληλα εφόδια για να κυβερνήσουν, σύμφωνα με την πολιτική θεωρία του Πλάτωνα. Αυτή η σχολή λειτούργησε επί σχεδόν 1000 χρόνια, μέχρι που την κατάργησε ο Ιουστινιανός το 529, επειδή ο ανερχόμενος νεοπλατωνισμός απειλούσε τη χριστιανική διδασκαλία.Ο Πλάτων επισκέφτηκε για τρίτη φορά την αυλή των Συρακουσών το 361, με σκοπό να συμφιλιώσει το Δίωνα με το Διονύσιο. Αυτή τη φορά κινδύνεψε και η ζωή του. Τον έσωσε η επέμβαση του πυθαγόρειου Αρχύτα.
Ο Δίωνας δολοφονήθηκε το 353 κι έτσι ο Πλάτων έχασε κάθε ελπίδα για την αποδοχή και εφαρμογή των πολιτικών του ιδεών σε μια πόλη.Το εκτενές έργο του Πλάτωνα που έχει διασωθεί δεν είναι, εκτός από λίγες εξαιρέσεις, μία συστηματική πραγματεία. Είναι γραμμένο σε διαλόγους, οι οποίοι μέσα από εκτεταμένη χρήση μύθων που εξυπηρετούν το σχολιασμό και την επεξήγηση, γίνονται κατανοητοί όχι μόνο από τους φιλοσόφους αλλά και από τον απλό λαό. Η πλατωνική φιλοσοφία είναι ιδεοκρατική. Εισάγει δηλαδή τη θεωρία των ιδεών, οι οποίες κατά τον Πλάτωνα είναι οι γενικοί και αιώνιοι τύποι των πραγμάτων, οι ουσίες που γίνονται αντιληπτές μόνο με το λογικό και όχι με την αίσθηση. Τα αισθητά τα θεωρεί είδωλα των ιδεών. Έτσι ο Πλάτων αναγνωρίζει δύο κόσμους, τον αισθητό, ο οποίος διαρκώς μεταβάλλεται και βρίσκεται σε ασταμάτητη ροή, κατά τον Ηράκλειτο, και το νοητό κόσμο, τον αναλλοίωτο, δηλαδή τις ιδέες, οι οποίες υπάρχουν σε τόπο επουράνιο. Αυτές είναι τα αρχέτυπα αυτού του ορατού κόσμου, τα αιώνια πρότυπα και παραδείγματα.
Στην ψυχή διακρίνει ο Πλάτων τρία μέρη, το λογιστικό, το θυμοειδές και το επιθυμητικό. Γι’ αυτό και αναγνωρίζει τρεις αρετές, τη σοφία, την ανδρεία και τη σωφροσύνη, η καθεμία από τις οποίες αντιστοιχεί και σε ένα από τα τρία μέρη της ψυχής. Τις τρεις αυτές αρετές της ψυχής τις παραλληλίζει ο Πλάτων με τις τρεις χορδές της λύρας, την υπάτη, τη μέση και τη νήτη. Αλλά οι τρεις αυτές αρετές πρέπει να αναπτύσσονται αρμονικά, ώστε το λογιστικό ως θείο να κυβερνά, το θυμοειδές να υπακούει σ’ αυτό ως βοηθός, και τα δύο μαζί να διευθύνουν το επιθυμητικό, για να μην επιχειρεί να άρχει αυτό, αφού είναι το πιο άπληστο και το κατώτερο μέρος της ψυχής.
Από την αρμονική ανάπτυξη των τριών αρετών αποτελείται η δικαιοσύνη, η οποία είναι αρμονία των τριών άλλων αρετών.
Επειδή και η πόλη αποτελεί μία μεγέθυνση του ανθρώπου, διακρίνει ο Πλάτων και σ’ αυτήν τρία γένη: το βουλευτικό, το πολεμικό και το χρηματικό, τα οποία αντιστοιχούν προς τα τρία μέρη της ψυχής. Όπως στον άνθρωπο, έτσι και στην ιδανική πολιτεία πρέπει να υπάρχει η δικαιοσύνη, δηλαδή η αρμονία,που πετυχαίνεται,όταν και στην πόλη το καθένα από τα γένη εκτελεί το δικό του έργο και δεν επιδιώκει τα ξένα. Κατά τα σημερινά δεδομένα, η αντίληψη του Πλάτωνα για την ιδανική πολιτεία είναι ολοκληρωτική. Η επίδραση του Πλάτωνα ως φιλοσόφου υπήρξε τεράστια. Η ιστορία της φιλοσοφίας μέχρι τον Κικέρωνα είναι γεμάτη από τις ιδέες του και αυτές, είτε αμφισβητούνται, είτε γίνονται αποδεκτές. Η φιλοσοφία του Πλάτωνα επηρέασε σε σημαντικό βαθμό τη διδασκαλία της χριστιανικής εκκλησίας, η οποία υιοθέτησε πολλές από τις σκέψεις του Πλάτωνα (Ωριγένης) για να ερμηνευτούν τα ιερά κείμενα και τα εκκλησιαστικά δόγματα. Αλλά και η νεότερη φιλοσοφική σκέψη δεν έμεινε ανεπηρέαστη από τον Πλάτωνα. Τα διάφορα φιλοσοφικά συστήματα ή προσπαθούν να ανατρέψουν τις πλατωνικές ιδέες ή στηρίζονται σ’ αυτές. Ο μεγάλος φιλόσοφος πέθανε περί 347 σε ηλικία περίπου 80 ετών. Ο τάφος του ήταν κοντά στη σχολή του, αλλά δεν έχει ανευρεθεί μέχρι σήμερα.
- Η ΜΑΧΗ τής ΣΦΑΚΤΗΡΙΑΣ (- 425π.Χ) -
ΜΑΧΗ τής ΣΦΑΚΤΗΡΙΑΣ
ΚΑΤΑΛΗΨΗ τής ΠΥΛΟΥ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ τών ΣΠΑΡΤΙΑΤΩΝ.
ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ ΒΙΒΛΙΟΝ Δ’ (1 – 41)
1. Επιχειρήσεις εις Σικελίαν
Τό καλοκαίρι τού -425, δέκα πλοία τών Συρακουσίων καί άλλα τόσα τών Λοκρών εξέπλευσαν, μετά από πρόσκλησιν τών κατοίκων τής Μεσσήνης τής Σικελίας, καί κατέλαβαν τήν πόλιν, η οποία ώς εκ τούτου απεσπάσθη από τούς Αθηναίους. Εις τούτο προέβησαν κυρίως, οι μέν Συρακούσιοι, διότι εθεώρουν ότι η Μεσσήνη είναι τό κλειδί τής Σικελίας καί εφοβούντο μήπως οι Αθηναίοι τήν καταστήσουν μίαν ημέραν βάσιν επιχειρήσεων καί επιτεθούν εναντίον των μέ υπερτέρας δυνάμεις.
Οι δέ Λοκροί, λόγω τής έχθρας των εναντίον τών Ρηγίνων, τούς οποίους επεδίωκαν νά εξαντλήσουν, διεξάγοντες τόν πόλεμον εναντίον των από ξηράς συγχρόνως καί από θαλάσσης. Είχαν, άλλωστε, εισβάλει συγχρόνως οι Λοκροί μέ όλον τόν στρατόν των εις τήν χώραν τών Ρηγίνων, αφ’ ενός διά νά τούς εμποδίσουν νά έλθουν εις βοήθειαν τών Μεσσηνίων, καί εξ άλλου, διότι τούς παρεκίνουν εις τούτο καί οι μεταξύ των διατρίβοντες Ρηγίνοι φυγάδες.
Διότι από πολύν καιρόν τό Ρήγιον εσπαράσσετο από φατριαστικάς έριδας καί δέν ήτο τότε εις θέσιν ν’ αντισταθή εις τούς Λοκρούς, οι οποίοι ένεκα τούτου έτι μάλλον επετίθεντο εναντίον του. Αφού ηρήμωσαν τήν χώραν, οι Λοκροί απέσυραν τόν στρατόν των τής ξηράς, αλλά τά πλοία των εξηκολούθουν νά φρουρούν τήν Μεσσήνην. Οι σύμμαχοι, άλλωστε, εξώπλισαν καί άλλην μοίραν στόλου, μέ τόν σκοπόν νά εγκατασταθή εις τόν λιμένα τής πόλεως αυτής ώς ορμητήριον καί διεξάγη από εκεί τόν πόλεμον.
2. Νέα επιδρομή Λακεδαιμονίων εις Αττικήν.
Νέος στόλος αποστέλλεται εις Σικελίαν. Τήν άνοιξη τού ίδιου έτους, οι Πελοποννήσιοι καί οι σύμμαχοί των, υπό τήν αρχηγίαν τού βασιλέως τών Λακεδαιμονίων Άγιδος, υιού τού Αρχιδάμου, εισέβαλαν εις τήν Αττικήν, καί αφού εστρατοπέ δευσαν, άρχισαν νά ερημώνουν τήν χώραν. Οι Αθηναίοι, εξ άλλου, απέστειλαν εις τήν Σικελίαν τά σαράντα πλοία πού ετοίμαζαν καί τούς υπολοίπους δύο στρατηγούς, τόν Ευρυμέδοντα καί τόν Σοφοκλή (καθόσον ο τρίτος, ο Πυθόδωρος, είχε φθάσει προηγουμένως εις τήν Σικελίαν). Εις τούς στρατηγούς έδωκαν συγχρόνως διαταγήν, όταν περνούν από τήν Κέρκυραν, νά φροντίσουν καί διά τούς κατοίκους τής πόλεως, οι οποίοι εληστεύοντο από τούς φυγάδας πού είχαν καταφύγει εις τό όρος. Πρός υποστήριξιν τών τελευταίων, είχαν στείλει καί οι Πελοποννήσιοι στόλον εξήντα πλοίων, καί επειδή επεκράτει μεγάλη πείνα εις τήν πόλιν, ήλπιζαν ότι θά γίνουν ευκόλως κύριοι τών πραγμάτων. Ο Δημοσθένης, ο οποίος, αφότου επέστρεψεν από τήν Ακαρνανίαν, ιδιώτευεν, εξουσιοδοτήθη κατ’ αίτησίν του από τούς Αθηναίους νά χρησιμοποιήση, εάν θέλη, τήν μοίραν τών σαράντα πλοίων, τόν καιρόν πού θά έπλεε γύρω από τήν Πελοπόννησον.
3. Κατάληψις τής Πύλου υπό τού Αθηναϊκού στόλου.
Ώς εκ τούτου, όταν κατά τόν πλούν έφθασαν εις τά παράλια τής Λακωνικής καί έμαθαν ότι ο στόλος τών Πελοποννησίων ήτο ήδη εις τήν Κέρκυραν, ο Ευρυμέδων καί ο Σοφοκλής ήθελαν νά σπεύσουν εκεί, ο Δημοσθένης όμως επέμενε νά προσεγγίσουν πρώτον εις τήν Πύλον καί μή συνεχίσουν τόν πλούν, παρά αφού κάμουν εκεί ό,τι θά επέβαλαν αι περιστάσεις. Αλλ’ ενώ εκείνοι αντέλεγαν, εσηκώθη κατά τύχην κακοκαιρία, η οποία παρέσυρε τά πλοία εις τήν Πύλον. Ο Δημοσθένης επέμενε νά κατασκευάσουν αμέσως οχύρωμα εκεί, λέγων ότι μέ τόν σκοπόν αυτόν συνώδευε τόν στόλον, καί τούς εδείκνυεν ότι υπήρχαν εκεί άφθονα ξύλα καί πέτραι καί ότι η θέσις ήτο εκ φύσεως οχυρά καί όχι μόνον αυτό τό μέρος, αλλά καί τό εσωτερικόν, εις ικανήν απόστασιν, ήσαν ακατοίκητα. Η Πύλος, τωόντι, τήν οποίαν οι Λακεδαιμόνιοι ονομάζουν Κορυφάσιον, κείται επί τού εδάφους τής αρχαίας Μεσσηνίας, καί απέχει από τήν Σπάρτην τετρακόσια περίπου στάδια. Οι άλλοι στρατηγοί απήντησαν ότι υπάρχουν εις τήν Πελοπόννησον πολλά ακατοίκητα ακρωτήρια, τά οποία ημπορεί νά καταλάβη, εάν θέλη νά υποβάλη τήν πόλιν εις έξοδα. Αλλ’ εις τόν Δημοσθένη εφαίνετο ότι η θέσις αυτή παρουσιάζει πλεονεκτήματα εντελώς εξαιρετικά. Εκτός τού ότι υπήρχεν εκεί πέραν λιμήν, εθεώρει ότι οι Μεσσήνιοι, οι οποίοι ήσαν οι παλαιοί κύριοι τού μέρους καί ωμίλουν τήν ιδίαν μέ τούς Λακεδαιμονίους διάλεκτον, ημπορούσαν, χρησιμοποιούντες αυτό ώς ορμητήριον, νά προξενούν μεγάλας ζημίας, καί θά ήσαν συγχρόνως αξιόπιστοι φρουροί τής θέσεως.
4. Επειδή όμως δέν ημπορούσε νά πείση ούτε τούς στρατηγούς, ούτε τούς στρατιώτας, μολονότι ανεκοίνωσεν ακολούθως τά σχέδιά του καί εις αυτούς διά μέσου τών αξιωματικών των, έμειναν εκεί αδρανούντες, επειδή ο καιρός ήταν ακατάλληλος διά πλούν έως ότου οι ίδιοι οι στρατιώται εβαρύνθησαν νά μένουν αργοί καί τούς ήλθεν η ζωηρά επιθυμία νά μοιρασθούν γύρω από τήν θέσιν καί συμπληρώσουν μέ τεχνικά έργα τήν φυσικήν οχυρότητά της.
5. Αλλ’ οι Λακεδαιμόνιοι έτυχε νά τελούν τότε κάποιαν πανήγυριν, καί εκτός τούτου, όταν έμαθαν τήν είδησιν, δέν επήραν τό πράγμα υπό σοβαράν έποψιν, διότι επίστευαν ότι είτε οι Αθηναίοι δέν θά αντισταθούν καθόλου, όταν προελάσουν εναντίον των, είτε, εάν αντισταθούν, αυτοί θά ημπορέσουν ευκόλως νά καταλάβουν τήν θέσιν διά τής βίας. Καί η απουσία, άλλωστε, τού στρατού των εις τήν Αττικήν συνετέλεσεν εν μέρει εις τήν καθυστέρησίν των. Οι Αθηναίοι, αφού εις διάστημα έξ ημερών ωχύρωσαν τήν θέσιν πρός τό μέρος τής ξηράς, καί ιδίως εις τά σημεία πού ήτο μεγαλυτέρα η ανάγκη, άφισαν πρός προστασίαν της τόν Δημοσθένη μέ πέντε πλοία, καί τό μεγαλύτερον μέρος τού στόλου επέσπευσαν τόν πλούν του πρός τήν Κέρκυραν καί τήν Σικελίαν.
6. Αναχώρησις τών Λακεδαιμονίων εκ τής Αττικής.
Ο Πελοποννησιακός στρατός, πού ευρίσκετο εις τήν Αττικήν, ευθύς ως ήκουσαν τήν κατάληψιν τής Πύλου, έσπευσαν νά επιστρέψουν εις τά ίδια, διότι ο βασιλεύς Άγις καί οι Λακεδαιμόνιοι εθεώρουν ότι η υπόθεσις τής Πύλου ήτο ζήτημα ζωτικού δι’ αυτούς ενδιαφέροντος, εξ άλλου, διότι η εισβολή είχε γίνει πολύ ενωρίς, καί τά σιτάρια ήσαν ακόμη χλωρά, ώστε δέν είχαν επαρκή τροφήν διά τούς στρατιώτας, καί τέλος διότι επήλθε μεγάλη κακοκαιρία, συνήθης διά τήν εποχήν αυτήν τού έτους, από τήν οποίαν υπέφερε πολύ ο στρατός. Συνεπώς, πολλοί λόγοι συνετέλεσαν διά νά επισπεύσουν τήν επάνοδόν των καί αποβή η εισβολή αυτή συντομωτέρα από κάθε άλλην. Πράγματι, δέκα πέντε μόνον ημέρας έμειναν εις τήν Αττικήν.
7. Οι Αθηναίοι καταλαμβάνουν τήν Ηιόνα τής Χαλκιδικής Κατά τήν ιδίαν εποχήν, ο Αθηναίος στρατηγός Σιμωνίδης, συγκεντρώσας ολίγους Αθηναίους από τάς φρουράς καί πολλούς συμμάχους τών μερών εκείνων, κατέλαβε διά προδοσίας τών κατοίκων τήν επί τής Χαλκιδικής κειμένην Ηιόνα, αποικίαν τών Μενδαίων καί εχθράν τών Αθηναίων. Αλλ’ οι Χαλκιδείς καί οι Βοττιαίοι έσπευσαν πρός βοήθειάν της καί όχι μόνον τόν εξετόπισαν, αλλά καί έχασε πολλούς από τούς άνδρας του.
8. Οι Σπαρτιάται σπεύδουν νά ελευθερώσουν τήν Πύλον.
Μετά τήν επιστροφήν τών Πελοποννησίων από τήν Αττικήν, οι Σπαρτιάται, μέ τούς πλησιεστέρους από τούς περιοίκους, έσπευσαν ευθύς διά νά ελευθερώσουν τήν Πύλον. Οι επίλοιποι όμως Λακεδαιμόνιοι, επειδή μόλις πρό μικρού είχαν επιστρέψει από άλλην εκστρατείαν, εξεκίνησαν αργότερα. Έστειλαν επίσης οδηγίας εις όλην τήν Πελοπόννησον, διά νά στείλουν όσον τό δυνατόν ταχύτερον επικουρίας εις τήν Πύλον, καί συγχρόνως προσεκάλεσαν τήν μοίραν τών εξήντα πλοίων πού ήσαν εις τήν Κέρκυραν. Τά πλοία αυτά, αφού μετεφέρθησαν συρόμενα διά τού Ισθμού τής Λευκάδος καί διέφυγαν τήν προσοχήν τής μοίρας τού Αθηναϊκού στόλου, πού είχε φθάσει εις τήν Ζάκυνθον, κατέπλευσαν εις Πύλον, όπου είχεν ήδη συγκεντρωθή καί ο στρατός τής ξηράς. Αλλ’ ο Δημοσθένης επρόφθασε, πρίν ακόμη καταπλεύση η Πελοποννησιακή μοίρα τού στόλου, νά στείλη ασφαλώς δύο πλοία εις Ζάκυνθον, διά νά ειδοποιήση τόν Ευρυμέδοντα καί τήν μοίραν τού Αθηναϊκού στόλου ότι πρέπει νά έλθη κατεπειγόντως, διότι η Πύλος εκινδύνευεν.Αλλ’ ενώ η ειρημένη μοίρα έπλεεν εσπευσμένως εις βοήθειαν τού Δημοσθένους, σύμφωνα μέ τήν πρόσκλησίν του, οι Λακεδαιμόνιοι ητοιμάζοντο νά επιτεθούν εναντίον τού τείχους από ξηράς συγχρόνως καί από θαλάσσης, διότι ήλπιζαν νά κυριεύσουν ευκόλως οχύρωμα, τό οποίον είχε κατασκευασθή εσπευσμένως καί είχεν ολιγάριθμον φρουράν. Επειδή όμως επερίμεναν ότι καί η μοίρα τού Αθηναϊκού στόλου θά φθάση από τήν Ζάκυνθον πρός βοήθειαν τής Πύλου, εσχεδίαζαν νά φράξουν τά στόμια τού λιμένος, διά νά μήν ημπορέσουν νά τόν καταστήσουν ορμητήριον τών Αθηναίων, εις περίστασιν πού δέν θά κατώρθωναν τυχόν νά καταλάβουν τήν Πύλον πρό τού κατάπλου της. Τό φράξιμον τών στομίων ήτο εύκολον, διότι η νήσος Σφακτηρία, η οποία εκτείνεται κατά μήκος τής ακτής καί πολύ πλησίον της, καθιστά όχι μόνον τόν λιμένα ασφαλή, αλλά καί τά στόμιά του στενά. Από τό ένα στόμιον, τό απέναντι τής Πύλου καί τού Αθηναϊκού οχυρώματος, δύο μόνον πλοία ημπορούν νά περάσουν συγχρόνως, ενώ από τό δεύτερον, τό απέναντι τού άλλου μέρους τής ξηράς, οκτώ ή εννέα. Ήτο πρός τούτοις σκεπασμένη από δάσος καί καθό ακατοίκητος δέν είχε δρόμους. Τό μάκρος της είναι έως δέκα πέντε στάδια, επάνω κάτω.
Οι Λακεδαιμόνιοι λοιπόν εσχεδίαζαν νά κλείσουν τά στόμια μέ πλοία, κολλητά τό ένα μέ τό άλλο καί μέ τάς πρώρας εστραμμένας πρός τήν θάλασσαν. Επειδή, εξ άλλου, εφοβούντο μήπως η Σφακτηρία χρησιμοποιηθή εναντίον των ως ορμητήριον διά τάς εχθροπραξίας, απεβίβασαν εκεί μερικούς οπλίτας καί ετοποθέτησαν συγχρόνως άλλους κατά μήκος τής απέναντι ακτής. Διότι κατ’ αυτόν τόν τρόπον ελογάριαζαν, ότι καί η νήσος θά ήτο απρόσιτος εις τούς Αθηναίους,αλλά καί η ξηρά, η οποία άλλωστε δέν είχε μέρος πού νά ημπορή κανείς ν’ αποβιβασθή. (Καθόσον, εκτός τού στομίου τού λιμένος, τά παράλια τής ιδίας τής Πύλου πρός τό μέρος τού πελάγους είναι αλίμενα, καί δέν θά είχαν πού νά εγκαταστήσουν ορμητήριον διά νά βοηθήσουν τούς ιδικούς των). Επομένως οι Λακεδαιμόνιοι, χωρίς νά εκτεθούν εις τόν κίνδυνον ναυμαχίας, θά κατώρθωναν πιθανώς νά εκπολιορκήσουν τήν θέσιν, η οποία είχε καταληφθή μέ ανεπαρκείς προετοιμασίας καί εστερείτο τρόφιμα. Ευθύς, τωόντι, ως κατέληξαν εις τά συμπεράσματα αυτά, απεβίβασαν εις τήν νήσον τούς οπλίτας, κληρώσαντες αυτούς από όλους τούς λόχους. Καί είχαν περάσει καί άλλοι προτήτερα, αλλάζοντες εκ περιτροπής. Αλλ’ οι τελευταίοι αποβιβασθέντες, οι οποίοι καί απεκλείσθησαν εκεί, ήσαν τετρακόσιοι είκοσι, καί χωριστά οι Είλωτες υπηρέται των. Αρχηγός δ’ αυτών ήτο ο Επιτάδας, υιός τού Μολόβρου.
9. Οι Αθηναίοι παρασκευάζονται νά αποκρούσουν τούς Λακεδαιμονίους.
Ο Δημοσθένης, βλέπων ότι οι Λακεδαιμόνιοι ητοιμάζοντο νά επιτεθούν διά ξηράς συγχρόνως καί διά θαλάσσης, παρεσκευάζετο καί αυτός. Έσυρε τά τρία πλοία πού τού έμεναν κάτω από τό οχύρωμα καί τά περιέβαλεν εκεί διά χαρακώματος. Επήρε τούς ναύτας από τά πλοία καί τούς ώπλισε μέ ασπίδας κατωτέρας ποιότητος, τάς περισσοτέρας από πλεγμένους κλάδους λυγαριάς, διότι εις τόπον ακατοίκητον δέν ήτο δυνατόν νά προμηθευθούν όπλα, αλλά καί αυτά ακόμη πού είχαν τά είχαν πάρει από δύο πειρατικά πλοία, τό ένα τριαντάκωπον καί τό άλλο ελαφρόν ακάτιον, τά οποία ανήκαν εις τούς Μεσσηνίους πού έτυχε νά φθάσουν καί από τούς οποίους συνεκεντρώθησαν σαράντα περίπου οπλίται, τούς οποίους ο Δημοσθένης εχρησιμοποίησε μαζί μέ τούς άλλους πού είχεν.
Ετοποθέτησεν ακολούθως τούς περισσοτέρους στρατιώτας του, τόσον τούς αόπλους όσον καί τούς οπλισμένους, εις τό απέναντι τής στερεάς μέρος τού οχυρώματος, τό οποίον ήτο ισχυρότερον καί καλύτερα ωχυρωμένον, καί τούς διέταξε ν’ αποκρούσουν τόν στρατόν τής ξηράς, εάν τούς επιτεθή. Ο ίδιος, εξ άλλου, εκλέξας από όλον τόν στρατόν εξήντα οπλίτας καί ολίγους τοξότας, εξήλθε μετ’ αυτών από τό τείχος πρός τήν θάλασσαν, εις μέρος όπου πρό πάντων υπέθετεν ότι ο εχθρός θά επεχείρει απόβασιν. Τό μέρος αυτό ήτο αληθώς δύσβατον καί πετρώδες καί ανοικτόν πρός τό πέλαγος, αλλ’ επειδή τό Αθηναϊκόν τείχος ήτο πρός τό ίδιον μέρος πολύ αδύνατον, επίστευεν ότι οι Πελοποννήσιοι θά παρασυρθούν νά επιχειρήσουν εκεί τήν απόβασιν. Διότι οι Αθηναίοι, επειδή δέν επίστευαν ποτέ ότι θά νικηθούν κατά θάλασσαν, δέν ωχύρωσαν δυνατά τό μέρος τούτο, καί ο Δημοσθένης αντελαμβάνετο, ότι άν οι Λακεδαιμόνιοι κατώρθωναν ν’ αποβιβασθούν εκεί διά τής βίας, θά τούς ήτο εύκολον νά κυριεύσουν τήν θέσιν. Εις τό μέρος λοιπόν αυτό επροχώρησεν όσον ημπορούσε πλησιέστερα πρός τήν θάλασσαν καί παρέταξε τούς οπλίτας του, διά νά εμποδίση, ει δυνατόν, τήν απόβασιν. Καί διά νά εξυψώση τό φρόνημά των, τούς απηύθυνε τούς επομένους προτρεπτικούς λόγους:
10. Λόγος τού στρατηγού Δημοσθένους πρός τούς στρατιώτας του Στρατιώται, όσοι απεφασίσατε νά συμμερισθήτε μαζί μου τόν κίνδυνον αυτόν, εις περίστασιν τόσον κρίσιμον, καθώς η παρούσα, κανείς από σάς ας μή θελήση νά φανή έξυπνος, υπολογίζων μέ ακρίβειαν όλην τήν έκτασιν τού κινδύνου πού μάς περιστοιχίζει. Οφείλει τουναντίον καθείς εμπνεόμενος μάλλον από ευέλπιδα απερισκεψίαν, γεμάτος από ελπίδα καί θέτων κατά μέρος κάθε ενδοιασμόν, ν’ αντιμετωπίση τόν εχθρόν, μέ τήν πεποίθησιν ότι θά εξέλθη θριαμβεύων καί από τούς κινδύνους αυτούς. Διότι εις περιστάσεις καθώς η παρούσα, όπου δέν επιτρέπεται εκλογή,κάθε υπολογισμός είναι μάταιος καί εκείνο πού χρειάζεται πρό πάντων είναι η ταχίστη αντιμετώπισις τού κινδύνου. Αλλ’ εγώ βλέπω ότι καί αι περισσότεραι πιθανότητες είναι μέ τό μέρος μας,εάν μόνον αποφασίσωμεν νά σταθώμεν ακλόνητοι καί νά μή θυσιάσωμεν τά πλεονεκτήματα πού έχομεν, καταπληττόμενοι από τήν αριθμητικήν τού εχθρού υπεροχήν. Διότι καί τό δυσπρόσιτον τής θέσεως νομίζω ότι είναι εις όφελός μας, καθόσον εάν σταθώμεν ακλόνητοι, αυξάνει η δύναμίς μας, ενώ άπαξ υποχωρήσωμεν, καί μολονότι η θέσις είναι δύσβατος, θ’ αποβή ευπρόσιτος εις τόν εχθρόν, καθόσον κανείς δέν θά αντετάσσετο εναντίον του.Καί άν ακόμη ημπορούσεν ακολούθως νά πιεσθή από ημάς, θ’ απέβαινε φοβερώτερος, αφού δέν θά ήτο εύκολος εις αυτόν η υποχώρησις. Διότι, εφόσον είναι ακόμη επάνω εις τά πλοία, η απόκρουσίς του είναι πολύ εύκολος, άμα όμως άπαξ αποβιβασθή, είναι εις ίσην απέναντί μας θέσιν. Καί τήν αριθμητικήν του υπεροχήν δέν πρέπει νά φοβούμεθα πολύ. Διότι, όσον πολλοί καί άν είναι, θά υποχρεωθούν νά πολεμήσουν κατά μικρά αποσπάσματα, λόγω τής δυσκολίας τής προσορμίσεως Ούτε έχομεν ν’ αντιμετωπίσωμεν στρατόν επί τής ξηράς, ο οποίος μάχεται υπό ομοίας μέ ημάς περιστάσεις, είναι όμως αριθμητικώς ανώτερος, αλλά στρατόν, πού μάχεται από τό κατάστρωμαπλοίων, τά οποία έχουν ανάγκην πολλών ευνοϊκών περιστάσεων μέσα εις τήν θάλασσαν. Ώστε θεωρώ ότι τά μειονεκτήματά των ισοφαρίζουν τόν μικρόν αριθμόν μας. Από σάς, οι οποίοι είσθε Αθηναίοι καί γνωρίζετε εκ πρακτικής πείρας τί σημαίνει ναυτική απόβασις ενώπιον εχθρού,καί ότι δέν ημπορεί νά εκβιασθή, εφόσον εκείνος είναι αποφασισμένος ν’ αντισταθή καί δέν υποχωρήση από τόν φόβον τού κρότου τής κωπηλασίας καί τήν απειλητικήν θέαν τών ορμητικώς προσεγγιζόντων πλοίων – από σάς ήλθε τώρα η ώρα ν’ απαιτήσω νά σταθήτε ακλόνητοι, εμποδίζοντες τόν εχθρόν νά πατήση τό πόδι του εις τήν παραλίαν, καί νά σώσετε καί εαυτούς καί τήν θέσιν αυτήν.
11.Ήττα τών Λακεδαιμονίων εις τήν Πύλον.
Ύστερον από τούς ολίγους αυτούς προτρεπτικούς λόγους τού Δημοσθένους, οι Αθηναίοι επήραν νέον θάρρος καί κατέβησαν εις τό άκρον τής παραλίας, όπου καί παρετάχθησαν. Οι Λακεδαιμόνιοι,εν τώ μεταξύ, εξεκίνησαν καί προσέβαλαν τό οχύρωμα, όχι μόνον μέ τόν στρατόν τής ξηράς, αλλά καί μέ τήν μοίραν τού στόλου των συγχρόνως, η οποία απετελείτο από σαράντα τρία πλοία.
Ναύαρχος ήτο ο Σπαρτιάτης Θρασυμηλίδας, υιός τού Κρατησικλέους, ο οποίος επετέθη ακριβώς όπου επερίμενεν ο Δημοσθένης. Οι Αθηναίοι αντιμετώπισαν τήν επίθεσιν καί από τά δύο μέρη, τήν ξηράν δηλαδή καί τήν θάλασσαν. Οι εχθροί όμως διήρεσαν τά πλοία των εις μικρά αποσπάσματα,αφού δέν ήτο δυνατόν μεγαλύτερος αριθμός νά προσεγγίση συγχρόνως εις τήν ακτήν, καί αναπαυόμενοι εκ περιτροπής, δέν έπαυαν νά επιτίθενται μέ μεγάλην ορμήν καί νά ενθαρρύνωνται αμοιβαίως μέ κάθε τρόπον, διά νά εκτοπίσουν τούς Αθηναίους καί καταλάβουν τό οχύρωμα. Περισσότερον από όλους διεκρίθη ο Βρασίδας, ο οποίος ήτο κυβερνήτης μιάς τριήρους. Επειδή έβλεπεν ότι οι άλλοι κυβερνήται καί πηδαλιούχοι, καί όπου ακόμη ήτο δυνατή η προσέγγισις, εδίσταζαν ένεκα τού δυσβάτου τής θέσεως καί εφοβούντο μήπως συντρίψουν τό πλοίον των, τούς εφώναζεν ότι είναι εντροπή χάριν οικονομίας ξύλων νά επιτρέψουν εις τούς εχθρούς τήν κατασκευήν καί διατήρησιν οχυρώματος επάνω εις τό έδαφός των, καί τούς παρεκίνει νά συντρίψουν τά πλοία των επάνω εις τούς βράχους διά νά εκβιάσουν τήν απόβασιν. Εις τούς συμμάχους, εξ άλλου, συνίστα νά μή διστάσουν, εις ανταπόδοσιν τόσον μεγάλων ευεργεσιών, νά θυσιάσουν εις τήν περίπτωσιν αυτήν τά πλοία των πρός χάριν τών Λακεδαιμονίων, αλλά νά τά ρίψουν έξω καί εκβιάζοντες μέ κάθε μέσον τήν απόβασιν νικήσουν τούς εχθρούς καί κυριεύσουν τήν θέσιν.
12. Ο Βρασίδας όχι μόνον τούς άλλους εξώθει κατ’ αυτόν τόν τρόπον, αλλά καί τόν πηδαλιούχον του ηνάγκασε νά ρίψη έξω τό πλοίον, καί επροχώρει πρός τήν αποβάθραν τού πλοίου, αλλ’ ενώ επεχείρει ν’ αποβιβασθή, ανεκόπη από τούς Αθηναίους, καί επειδή ετραυματίσθη εις πολλά μέρη τού σώματος, ελιποθύμησε. Τήν στιγμήν πού έπιπτε εις τό εμπροσθινόν μέρος τού πλοίου, η ασπίς του εγλίστρησε εις τήν θάλασσαν, η οποία τήν έρριψεν εις τήν παραλίαν, καί οι Αθηναίοι τήν επήραν καί τήν εχρησιμοποίησαν ακολούθως διά τό τρόπαιον, πού έστησαν, εις ανάμνησιν τής επιτυχίας των κατά τήν απόκρουσιν τής επιθέσεως αυτής. Οι επίλοιποι, παρ’ όλας των τάς προσπάθειας, δέν ημπόρεσαν ν’ αποβιβασθούν, καί διά τό δύσβατον τής θέσεως καί διότι οι Αθηναίοι έστεκαν ακλόνητοι καί δέν υπεχώρουν ούτε βήμα. Αλλόκοτος τωόντι τροπή τής τύχης έφερεν, ώστε οι μέν Αθηναίοι κατά ξηράν, καί μάλιστα επί εδάφους Λακωνικού, ν’ αποκρούσουν τάς εκ τής θαλάσσης επιθέσεις τών Λακεδαιμονίων, ενώ οι Λακεδαιμόνιοι επεχείρουν από πλοία ν’ αποβιβασθούν εις τό ιδικόν των έδαφος, τό οποίον είχεν ήδη καταστή εχθρικόν καί εύρισκαν αντιμέτωπους τούς Αθηναίους. Πράγματι, εφημίζοντο τότε μεγάλως οι Λακεδαιμόνιοι ως κατ’ εξοχήν χερσαίοι διά τόν άριστον στρατόν των, οι Αθηναίοι ως ναυτικοί διά τήν μεγάλην υπεροχήν τού στόλου των.
13. Ύστερον από τάς επιθέσεις πού ενήργησαν τήν ημέραν εκείνην καί μέρος τής επομένης, οι Πελοποννήσιοι έμεναν ήσυχοι. Τήν τρίτην ημέραν έστειλαν κατά μήκος τής ακτής μερικά από τά πλοία των εις τήν Ασίνην, διά νά φέρουν ξύλα πρός κατασκευήν μηχανών, μέ τήν ελπίδα ότι διά τής χρήσεως αυτών θά κατώρθωναν νά καταλάβουν τό πρός τόν λιμένα μέρος τού τείχους, όπου ήτο μέν τούτο αρκετά υψηλόν, αλλ’ η απόβασις ήτο πολύ εύκολος. Εις τό σημείον τούτο ευρίσκοντο τά πράγματα, όταν έφθασεν εκ Ζακύνθου η μοίρα τού Αθηναϊκού στόλου, αποτελούμενη από πενήντα πλοία, καθόσον είχεν ενισχυθή μέ μερικά από τά πλοία πού εφρούρουν τήν Ναύπακτον καί τέσσαρα Χιακά πλοία. Αλλά καθώς είδαν ότι η στερεά καί η νήσος ήσαν γεμάται από οπλίτας καί ότι η Πελοποννησιακή μοίρα ήτο εντός τού λιμένος, χωρίς διάθεσιν νά εξέλθη, ηπόρουν πού νά προσορμισθούν. Επί τέλους έπλευσαν εις τήν νήσον Πρώτην, η οποία ήτο ακατοίκητος καί δέν απείχε πολύ, καί διενυκτέρευσαν εκεί. Τήν επομένην όμως εξέπλευσαν, αφού ητοιμάσθησαν, διά νά δώσουν μάχην, είτε εις τήν ανοικτήν θάλασσαν, εις περίστασιν πού ο εχθρός θά ήτο διατεθειμένος νά εκπλεύση εναντίον των, είτε εις εναντίαν περίστασιν εισερχόμενοι οι ίδιοι εις τόν λιμένα διά νά τού επιτεθούν. Οι Πελοποννήσιοι, εν τούτοις, δέν εξέπλευσαν εναντίον των, καί εξ άλλου είχαν παραμελήσει νά φράξουν τά στόμια τού λιμένος, όπως εσχεδίαζαν. Κατεγίνοντο μέ τήν ησυχίαν των εις τήν ξηράν νά επιβιβάζουν τά πληρώματά των καί νά ετοιμάζωνται, εάν ο εχθρός εισπλεύση, να ναυμαχήσουν εντός τού λιμένος, ο οποίος είχε μεγάλην ευρυχωρίαν.
14. Οι Αθηναίοι, εξ άλλου, άμα αντελήφθησαν τήν κατάστασιν, ώρμησαν εναντίον των καί από τά δύο στόμια τού λιμένος. Τά περισσότερα Πελοποννησιακά πλοία είχαν ήδη απομακρυνθή από τήν παραλίαν, έτοιμα πρός μάχην. Εναντίον τών πλοίων αυτών επέπεσαν καί τά έτρεψαν εις φυγήν,καί επειδή τά κατεδίωκαν εκ τού συστάδην, επροξένησαν ζημίας εις πολλά,συνέλαβαν πέντε, τό έν μάλιστα μέ ολόκληρον τό πλήρωμα, καί εξηκολούθησαν νά επιτίθενται διά τού εμβόλου εναντίον τών λοιπών, καί όταν ακόμη είχαν καταφύγει εις τήν ξηράν. Καί εις άλλα πάλιν πλοία κατώρθωσαν νά προξενήσουν σοβαράς βλάβας, καί πρίν εκκινήσουν, τήν ώραν πού επεβιβάζοντο ακόμη τά πληρώματά των. Μερικά μάλιστα πού είχαν εγκαταλειφθή από τά πληρώματά των, τά έδεσαν καί ήρχισαν νά τά ρυμουλκούν κενά.
Τούθ’ όπερ βλέποντες οι Λακεδαιμόνιοι καί περίλυποι διά τήν συμφοράν, διότι οι επί τής νήσου συναγωνισταί των απεκόπτοντο πραγματικώς, έσπευδαν εις βοήθειαν, καί αφού εισώρμων ωπλισμένοι εις τήν θάλασσαν, ήρπαζαν μέ τά χέρια των τά ρυμουλκούμενα ήδη πλοία καί προσεπάθουν νά τά τραβήξουν αντιθέτως πρός τήν ξηράν. Καί κανείς επίστευεν ότι όπου εκείνος δέν ανεμιγνύετο προσωπικώς, εκεί τίποτε δέν ημπορούσε νά γίνη. Η επελθούσα άλλωστε σύγχυσις καί ο θόρυβος ήσαν τρομερά, καί εις τόν αγώνα αυτόν περί τών πλοίων, οι δύο μαχηταί συνήλλαξαν τόν συνήθη εις καθένα απ’ αυτούς τρόπον τού μάχεσθαι. Διότι καί οι Λακεδαιμόνιοι, εις τήν έξαψιν καί απελπισίαν πού ευρίσκοντο, άλλο δέν έκαμναν ουσιαστικώς παρά νά ναυμαχούν από τήν ξηράν, καί οι Αθηναίοι, οι οποίοι ενίκων καί ήθελαν νά εκμεταλλευθούν όσον ημπορούσαν περισσότερον τήν σημερινήν καλήν των τύχην, επεζομάχουν από τά καταστρώματα τών πλοίων. Τέλοςαφού απεχωρίσθησαν φέροντες πολλά τραύματα καί οι Λακεδαιμόνιοι κατώρθωσαν νά διασώσουν τά κενά των πλοία, εκτός εκείνων πού είχαν συλληφθή κατ’ αρχάς, καί τά δύο μέρη επέστρεψαν εις τά στρατόπεδά των.
Οι Αθηναίοι, αφ’ ενός, έστησαν τρόπαιον, επέτρεψαν εις τόν εχθρόν νά παραλάβη τούς νεκρούς του, εσύναξαν τά ναυάγια καί ήρχισαν ευθύς νά περιπλέουν καί επιτηρούν τήν νήσον, θεωρούντες τούς επ’ αυτής εχθρούς ως αποκλεισμένους. Οι επί τής ξηράς Πελοποννήσιοι, εξ άλλου, μέ τάς ενισχύσεις πού είχαν φθάσει εν τώ μεταξύ από όλα τά μέρη, έμεναν εις τάς θέσεις των, απειλούντες τήν Πύλον.
15. Όταν η είδησις περί τών γεγονότων τής Πύλου έφθασεν εις τήν Σπάρτην, απεφάσισαν, επειδή επρόκειτο περί μεγάλης συμφοράς, νά κατέλθουν οι άρχοντες εις τό στρατόπεδον διά νά ιδούν τά πράγματα αυτοπροσώπως, καί λάβουν επί τόπου οίας δήποτε αποφάσεις εγκρίνουν. Όταν είδαν ότι ήτο αδύνατον νά βοηθήσουν τούς επί τής νήσου στρατιώτας των, καί δέν ήθελαν εξ άλλου νά τούς αφίσουν ή ν’ αποθάνουν από τήν πείναν ή νά υποκύψουν εις τήν αριθμητικήν υπεροχήν τού εχθρού, καί συλληφθούν αιχμάλωτοι, απεφάσισαν νά προτείνουν πρός τούς στρατηγούς τών Αθηναίων τήν συνομολόγησιν ανακωχής περί τής Πύλου, εάν συνήνουν εις τούτο, καί ν’ αποστείλουν πρέσβεις εις Αθήνας διά τήν ειρήνην καί επιδιώξουν τήν ταχίστην απόδοσιν τών στρατιωτών των.
16. Ανακωχή Αθηναίων καί Σπαρτιατών.
Οι Αθηναίοι στρατηγοί εδέχθησαν τήν πρότασιν καί συνωμολογήθη ανακωχή υπό τούς εξής ορούς: Οι Λακεδαιμόνιοι θά παραδώσουν τά πλοία, μέ τά οποία εναυμάχησαν, καί θά φέρουν εις Πύλον καί παραδώσουν επίσης όσα άλλα πολεμικά πλοία ευρίσκοντο εις τήν Λακωνικήν, καί δέν θά επιτίθενται εναντίον τού οχυρώματος, ούτε διά ξηράς ούτε διά θαλάσσης. Οι Αθηναίοι εξ άλλου, θά επιτρέπουν εις τούς Λακεδαιμονίους νά στέλλουν από τήν ξηράν εις τούς στρατιώτας τής Σφακτηρίας ωρισμένην ποσότητα σίτων, από δύο Αττικάς χοίνυκας αλεσμένης κρυθής διά κάθε στρατιώτην, δύο κοτύλας κρασιού καί μίαν μερίδα κρέατος, καί διά κάθε υπηρέτην τό ήμισυ τών μερίδων τούτων. Η αποστολή τών τροφίμων θά γίνεται υπό τήν επίβλεψιν τών Αθηναίων καί κανέν πλοίον δέν θά εισέρχεται εις τόν λιμένα λαθραίως.
Οι Αθηναίοι, εν τούτοις, θά εξακολουθούν νά επιτηρούν τήν νήσον, όπως μέχρι τούδε, μόνον ότι δέν θά επιτρέπεται ν’ αποβιβάζωνται εκεί καί δέν θά επιτίθενται εναντίον τού Πελοποννησιακού στρατού ούτε διά ξηράς, ούτε διά θαλάσσης. Εάν κανείς από τούς συμβαλλομένους παραβιάσει κανένα από τούς όρους αυτούς, καί τόν πλέον επουσιώδη ακόμη, η ανακωχή, εις τοιαύτην περίπτωσιν, τερματίζεται αυτοδικαίως. Άλλως ισχύει, έως ότου επανέλθουν από τάς Αθήνας οι πρέσβεις τών Λακεδαιμονίων, τούς οποίους Αθηναϊκή τριήρης θά μεταφέρη εκεί καί θά επαναφέρη πάλιν. Μετά τήν επιστροφήν τών πρέσβεων, η ανακωχή τερματίζεται αυτοδικαίως καί οι Αθηναίοι θά επιστρέψουν τά πλοία, εις τήν κατάστασιν πού θά τά παραλάβουν. Αυτοί ήσαν οι όροι τής ανακωχής. Τά πλοία, εξήντα περίπου τόν αριθμόν, παρεδόθησαν, καί οι πρέσβεις απεστάλησαν. Όταν δέ έφθασαν εις τάς Αθήνας είπαν τά εξής:
17. Λακεδαιμόνιοι πρέσβεις προτείνουν εις τούς Αθηναίους τερματισμόν τού πολέμου.
Οι Λακεδαιμόνιοι μάς έστειλαν, Αθηναίοι, διά νά επιδιώξωμε συμφωνίαν περί τών εις τήν νήσον στρατιωτών μας, υπό όρους, οι οποίοι καί διά σάς νά είναι αποδεκτοί ως επωφελείς καί δι’ ημάς συγχρόνως αξιοπρεπείς, όσον επιτρέπει η σημερινή μας ατυχία. Ούτε παραβιάζομεν τήν συνήθειάν μας, εάν ομιλήσωμεν διά μακρών, καθόσον εις τόν τόπον μας επικρατεί η αρχή νά λέγωμεν ολίγα όπου δέν χρειάζονται πολλά, νά λέγωμεν όμως περισσότερα, οσάκις παρουσιάζεται ευκαιρία νά εκτελέσωμεν τό καθήκον μας, εξηγούντες διά λόγων κάποιαν σπουδαίαν υπόθεσιν. Καί παρακαλούμεν ν’ ακούσετε τούς λόγους μας όχι μέ πνεύμα εχθρικόν, ούτε νά φαντασθήτε ότι σάς κρίνομεν ασύνετους καί θέλομεν νά σάς δώσωμεν μαθήματα, αλλά νά τούς θεωρήσετε ως υπόμνησιν εκείνου πού γνωρίζετε καλώς ότι αποτελεί τήν ορθήν πολιτικήν.
Διότι. ημπορείτε, κάμνοντες καλήν χρήσιν τής σημερινής σας επιτυχίας, όχι μόνον νά διατηρήσετε ό,τι έχετε, αλλά καί νά αποκτήσετε προσέτι τιμήν καί δόξαν, καί ν’ αποφύγετε ό,τι παθαίνουν όσοι δοκιμάζουν μίαν ασυνήθη επιτυχίαν, οι οποίοι, λόγω ακριβώς τού απροσδοκήτου τής σημερινής ευτυχίας των, δέν γνωρίζουν πλέον όριον εις τάς ελπίδας καί τούς πόθους των. Ενώ όσοι έχουν τήν πείραν επανειλημμένων μεταβολών τής τύχης, έχουν καί κάθε λόγον νά είναι τρομερά δύσπιστοι πρός τήν ευτυχίαν. Πράγμα πού είναι φυσικόν νά εδίδαξεν η πείρα καί σάς, αλλά πρό πάντων ημάς.
18. Διά νά πεισθήτε, αρκεί νά ρίψετε έν βλέμμα εις τάς σημερινάς μας ατυχίας. Ημείς, οι οποίοι κατέχομεν υπέροχον εντελώς θέσιν μεταξύ τών Ελλήνων, προσερχόμεθα σήμερον ενώπιόν σας,διά νά ζητήσωμεν εκείνο πού έως τώρα ενομίζαμεν ότι είμεθα ημείς περισσότερον από κάθε άλλον εις θέσιν νά παραχωρήσωμεν. Καί εν τούτοις, ούτε από έλλειψιν δυνάμεως επάθαμεν τήν ατυχίαν αυτήν, ούτε διότι από υπερβολήν δυνάμεως εγίναμεν αλαζόνες, αλλά διότι, άν καί έχομεν τήν ιδίαν όπως πάντοτε δύναμιν, εσφάλαμεν εις τούς υπολογισμούς μας, πράγμα τό οποίον ημπορεί νά συμβή εις τόν καθένα. Δέν πρέπει, επομένως, καί σείς, ένεκα τής δυνάμεως πού σάς δίδουν οι πόροι τής πόλεώς σας καί τών μερών επί τών οποίων εκτείνεται η ηγεμονία σας, νά πιστεύετε ότι καί η τύχη θά είναι πάντοτε μέ τό μέρος σας. Φρόνιμοι άνθρωποι είναι εκείνοι, οι οποίοι ασφαλίζουν τά κέρδη των μέ τό νά μή τά θεωρούν απολύτως ασφαλή (καί οι τοιούτοι ημπορούν νά συμπεριφέρωνται μέ μεγαλυτέραν σύνεσιν εις τάς ατυχίας), καί εκείνοι πού εννοούν ότι ο πόλεμος δέν περιορίζεται εντός τών ορίων, τά οποία θέλουν νά τού επιβάλουν, αλλ’ ακολουθεί τόν δρόμον εις τόν οποίον τούς οδηγούν αι περιπέτειαι τής τύχης των.Οι τοιούτοι εκτίθενται σπανιώτατα εις αποτυχίας, διότι δέν επαίρονται, εμπιστευόμενοι εις τάς στρατιωτικάς επιτυχίας των, αλλά σπεύδουν νά συνομολογήσουν ειρήνην εν μέσω τών επιτυχιών των. Αυτή είναι η πολιτική, τήν οποίαν συμφέρον έχετε, Αθηναίοι, ν’ ακολουθήσετε σήμερον απέναντί μας καί όχι εις τό μέλλον, διά νά μήν αποδοθούν αργότερα εις τήν τύχην καί αι τωριναί επιτυχίαι σας, όπως θά συμβή, εάν τυχόν απορρίψετε τάς προτάσεις μας καί οδηγηθήτε ακολούθως εις πολλάς αποτυχίας, όπως είναι ενδεχόμενον νά συμβή, ενώ ημπορείτε, άν θέλετε, νά κληροδοτήσετε εις τούς μεταγενεστέρους ασφαλή υπόληψιν δυνάμεως συγχρόνως καί συνέσεως.
19. “Οι Λακεδαιμόνιοι, ως εκ τούτου, σάς προτείνουν συνθηκολογίαν πρός τερματισμόν τού πολέμου. Σάς προσφέρουν ειρήνην καί συμμαχίαν καί εκτός τούτου στενήν φιλίαν καί σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης, καί σάς ζητούν ως αντάλλαγμα νά τούς αποδώσετε τούς στρατιώτας τής Σφακτηρίας. Νομίζουν προτιμότερον καί διά τούς δύο νά μήν αφίσωμεν τά πράγματα εις τό σημείον, ώστε είτε νά επωφεληθούν οι στρατιώται μας καταλλήλου ευκαιρίας πού ημπορεί νά τούς παρουσιασθή καί διαφύγουν διά τής βίας, είτε νά αιχμαλωτισθούν, εάν εξαναγκασθούν εις τούτο από τήν πείναν. Πιστεύομεν, πρός τούτοις, ότι αι μεγάλαι έχθραι ημπορούν νά τερματισθούν ασφαλέστερα, όχι όταν κανείς ζητή εκδίκησιν, καί αφού νικήση οριστικώς τόν αντίπαλόν του, τόν δεσμεύει μέ αναγκαστικούς όρκους καί τού επιβάλλει ειρήνην μέ αδίκους όρους, αλλ’ όταν δυνάμενος νά επιτύχη τήν ειρήνην σύμφωνα μέ τάς υπαγορεύσεις τής επιείκειας, νικά τόν αντίπαλον καί διά τής μεγαλοφροσύνης του καί συνδιαλλάσσεται πρός αυτόν,υπό όρους απροσδοκήτως μετριοπαθείς.Διότι ο αντίπαλος, εις τοιαύτην περίπτωσιν, επειδή δέν υπέκυψεν εις βίαν, αισθάνεται τό καθήκον όχι νά εκδικηθή αλλά ν’ ανταποδώση τήν επιδειχθείσαν γενναιοφροσύνην, καί είναι προθυμότερος από αίσθημα αυτοσεβασμού νά μείνη πιστός εις τάς συμφωνίας του. Καί οι άνθρωποι κλίνουν εις τοιαύτην συμπεριφοράν απέναντι τών μεγαλυτέρων εχθρών των, περισσότερον, παρά απέναντι εκείνων, πρός τούς οποίους περιήλθαν εις διενέξεις δι’ επουσιώδη πράγματα. Καί τέλος η φύσις των τούς σπρώχνει νά δείχνωνται προθύμως ενδοτικοί απέναντι εκείνων, οι οποίοι πρώτοι έδειξαν συμβιβαστικάς διαθέσεις, αλλά νά συνεχίζουν τόν αγώνα μέχρι τέλους, έστω καί παρά τήν κρίσιν των, εναντίον υπερόπτου αντιπάλου.
20. “Τώρα περισσότερον από κάθε άλλην στιγμήν, είναι καιρός καί διά τούς δύο νά συμβιβασθώμεν, πρίν κανείς μας πάθη εν τώ μεταξύ καμμίαν ανεπανόρθωτον συμφοράν, η οποία, κοντά εις τήν επίσημον εναντίον αλλήλων έχθραν, θά προσθέση καί άσβεστον προσωπικόν μίσος, καί θά σάς στερήση τά πλεονεκτήματα πού προσφέρομεν τώρα. Άς συμφιλιωθώμεν, επομένως εφόσον ο αγών είναι αναποφάσιστος, εφόσον ημπορείτε ν’ αποκτήσετε προσθέτως καί δόξαν καί τήν ιδικήν μας φιλίαν, καί εφόσον η ατυχία μας, προτού γίνη ατιμωτική, ημπορεί νά επανορθωθή υπό όρους επιεικείς.
Άς προτιμήσωμεν τήν ειρήνην αντί τού πολέμου δι’ εαυτούς καί άς δώσωμεν ανάπαυλαν από τά τόσα παθήματα εις τούς άλλους Έλληνας οι οποίοι εις σάς πρό πάντων θά θεωρήσουν ότι οφείλουν καί τό καλόν τούτο. Διότι, ενώ υφίστανται τάς ταλαιπωρίας τού πολέμου, χωρίς νά γνωρίζουν ασφαλώς ποίος είναι ο αίτιος, εάν γίνη σήμερον ειρήνη, η οποία από σάς κυρίως εξαρτάται,εις σάς θά οφείλουν τήν χάριν. Εάν, άλλωστε, δεχθήτε τάς προτάσεις μας, ημπορείτε, μέ τό μέσον μάλλον τής γενναιοφροσύνης παρά τής βίας, νά εξασφαλίσετε τήν διαρκή φιλίαν τών Λακεδαιμονίων, οι οποίοι αυτοί, πρώτοι σάς τήν προσφέρουν. Σκεφθήτε τά μεγάλα πλεονεκτήματα πού είναι φυσικόν νά φέρη μία τοιαύτη πολιτική. Διότι πρέπει νά γνωρίζετε ότι εάν σείς καί ημείς είμεθα σύμφωνοι, ο λοιπός Ελληνικός κόσμος, υποδεέστερος ημών κατά τήν δύναμιν, θά τρέφη τόν μεγαλύτερον σεβασμόν καί πρός τούς δύο μας.
21. Οι Αθηναίοι πείθονται υπό τού Κλέωνος νά μή δεχθούν ειρήνευσιν μέ τούς Σπαρτιάτας Αυτά είπαν οι Λακεδαιμόνιοι, οι οποίοι επίστευαν ότι οι Αθηναίοι θά εδέχοντο προθύμως τήν προσφερομένην ειρήνην καί θ’ απέδιδαν τούς στρατιώτας, αφού καί πρίν επεθύμουν τόν συμβιβασμόν,αλλά δέν τόν επέτυχαν, ένεκα τής ιδικής των εναντιώσεως. Οι Αθηναίοι όμως ενόμιζαν ότι εφόσον κρατούν τούς στρατιώτας εις τήν νήσον η ειρήνη ήτο τού λοιπού εις τήν διάθεσίν των, καί όταν θά ήθελαν νά τήν συνομολογήσουν, καί η πλεονεξία των ηύξανε.
Εις τούτο τούς έσπρωχνε κυρίως ο Κλέων, ο υιός τού Κλεαινέτου, αρχηγός τού δήμου κατά τήν εποχήν εκείνην, ο οποίος είχε πολύ μεγάλην επιρροήν επί τού πλήθους, καί ώς εκ τούτου τούς έπεισε ν’ απαντήσουν ότι έπρεπε πρώτον νά παραδοθούν οι στρατιώται τής Σφακτηρίας μαζί μέ τά όπλα των καί μεταφερθούν εις τάς Αθήνας, καί αφού γίνη τούτο ν’ αποδώσουν οι Λακεδαιμόνιοι τήν Νίσαιαν, τάς Πηγάς, τήν Τροιζήνα καί τήν Αχαΐαν, μέρη τά οποία δέν κατέκτησαν διά τού πολέμου, αλλά τά οποία παρεχώρησαν οι Αθηναίοι διά προηγουμένης συνθήκης, συνεπεία ατυχιών καί εις εποχήν πού είχαν πολύ περισσοτέραν ανάγκην ειρήνης παρά σήμερον. Υπό τοιούτους όρους, ημπορούσαν νά τούς αποδοθούν οι στρατιώται των καί νά συνομολογηθή η ειρήνη δι’ όσην διάρκειαν ήθελαν μείνει σύμφωνα τά δύο μέρη.
22. Εις τήν απάντησιν αυτήν καμμίαν αντίρρησιν δέν έφεραν οι, Λακεδαιμόνιοι, εζήτησαν μόνον νά διορισθούν πληρεξούσιοι οι οποίοι νά συναντηθούν μέ αυτούς καί αφού συζητήσουν καταρτίσουν μέ τήν ησυχίαν των τούς διαφόρους όρους, εις τούς οποίους νά μείνουν σύμφωνοι. Αλλά τήν πρότασιν αυτήν επολέμησε μέ πολλήν βιαιότητα ο Κλέων, λέγων ότι εγνώριζε μέν καί προηγουμένως, τώρα όμως τό πράγμα είναι φώς φανερόν, ότι οι σκοποί των δέν ήσαν ευθείς αφού αρνούνται νά εξηγηθούν ενώπιον τού λαού, καί θέλουν νά συνεννοηθούν ιδιαιτέρως μέ ολίγους μόνον πληρεξουσίους. Ενώ, εάν αι διαθέσεις των είναι καλαί, οφείλουν, είπε, νά ομιλήσουν ενώπιον όλων.
Οι Λακεδαιμόνιοι, εν τούτοις, μολονότι ήσαν διατεθειμένοι, ένεκα τής ατυχίας των εις παραχωρήσεις, έβλεπαν ότι ούτε οι ίδιοι ημπορούν νά ομιλήσουν περί αυτών δημοσία, διά νά μήν εκτεθούν απέναντι τών συμμάχων των,εις περίστασιν πού αι προτάσεις των απορριφθούν,ούτε οι Αθηναίοι νά δεχθούν τάς προτάσεις των μέ όρους επιεικείς, ανεχώρησαν από τάς Αθήνας άπρακτοι.
23. Μετά τήν επιστροφήν των, η ανακωχή τής Πύλου ετερματίσθη αυτοδικαίως καί οι Λακεδαιμόνιοι εζήτησαν τήν επιστροφήν τών πλοίων, σύμφωνα μέ τούς όρους της. Αλλ’ οι Αθηναίοι τούς κατηγόρουν ότι εναντίον τών όρων τής ανακωχής προέβησαν εις αιφνιδίαν επίθεσιν εναντίον τού οχυρώματος καί εις μερικάς άλλας ενεργείας, αι οποίαι δέν εφαίνοντο άξιαι λόγου, καί ηρνούντο τήν απόδοσιν, ισχυριζόμενοι ότι είχε καθαρά συμφωνηθή ότι η ανακωχή τερματίζεται αυτοδικαίως, εάν παραβιασθή κανείς από τούς όρους της, καί ο πλέον επουσιώδης ακόμη. Οι Λακεδαιμόνιοι απέκρουσαν τούς ισχυρισμούς αυτούς, καί διαμαρτυρόμενοι, διά τήν κατακράτησιν τών πλοίων ώς πράξιν παράνομον, απήλθαν καί επανέλαβαν τάς εχθροπραξίας πέριξ τής Πύλου, αι οποίαι διεξήγοντο τώρα μέ τήν μεγαλυτέραν έντασιν καί από τά δύο μέρη. Οι Αθηναίοι,κατά τήν διάρκειαν τής ημέρας, περιέπλεαν διαρκώς τήν νήσον μέ δύο πλοία, τά οποία έπλεαν κατ’ αντίθετον διεύθυνσιν. Τήν νύκτα όλα τά πλοία ανεξαιρέτως έμεναν ηγκυροβολημένα πέριξ τής νήσου, εκτός πρός τό μέρος τού πελάγους, όταν εφύσα άνεμος. Τούς είχαν άλλωστε έλθει από τάς Αθήνας είκοσι ακόμη πλοία χάριν τού αποκλεισμού, ώστε η δύναμις τού στόλου των ανήλθεν εις εβδομήντα πλοία. Οι Πελοποννήσιοι, εξ άλλου, έμειναν στρατοπεδευμένοι επί τής στερεάς καί ενήργουν επιθέσεις εναντίον τού οχυρώματος, προσέχοντες μήπως παρουσιασθή ευκαιρία διά νά σώσουν τούς στρατιώτας των.
26. Συνεχίζεται ο αγών εις τήν Πύλον υπό τήν αρχηγίαν τού Κλέωνος.
Εις τήν Πύλον, εν τώ μεταξύ, οι Αθηναίοι εξηκολούθουν τήν πολιορκίαν τών επί τής νήσου Λακεδαιμονίων, ενώ ο Πελοποννησιακός στρατός διετήρει τάς θέσεις του επί τής στερεάς. Αλλ’ ο αποκλεισμός ήτο επίπονος διά τούς Αθηναίους, ένεκα τής ανεπαρκείας τροφίμων καί νερού. Διότι δέν υπήρχε παρά μία μόνον κρήνη εις τό οχύρωμα τής Πύλου, μικρά καί αυτή, καί οι περισσότεροι στρατιώται ήνοιγαν τρύπας ανάμεσα εις τά χαλίκια τής παραλίας καί έπιναν ό,τι νερόν ημπορεί νά υποθέση τις ότι θά εύρισκαν εκεί. Ένεκα, άλλωστε, τού ότι ήσαν στρατοπεδευμένοι εντός μικράς εκτάσεως, εδοκίμασαν πολλήν στενοχωρίαν, καί επειδή ο στόλος δέν είχε πλησίον τής ξηράς μέρος διά ν’ αγκυροβολήση, τά πληρώματα, διά, νά γευματίσουν, απεβιβάζοντο εκ περιτροπής από τά διάφορα πλοία, ενώ τά επίλοιπα έμεναν ηγκυροβολημένα εις τό ανοικτόν πέλαγος. Πολλήν επίσης αδημονίαν επροξένει η απροσδόκητος παράτασις τής πολιορκίας, καθόσον επίστευαν ότι θά ηνάγκαζαν τούς εχθρούς νά παραδοθούν εντός ολίγων ημερών, αφού επολιορκούντο εις έρημον νήσον καί είχαν διά νά πίνουν μόνον υφάλμυρον νερόν. Η παράτασις αυτή ωφείλετο εις τήν προκήρυξιν τών Λακεδαιμονίων, η οποία είχε προσδιορίσει μεγάλας χρηματικάς διατιμήσεις διά καθένα πού ήθελε εισαγάγει εις τήν νήσον άλευρα, οίνον,τυρόν καί ό,τι δήποτε άλλο τρόφιμον χρήσιμον εις τούς πολιορκουμένους, καί υπέσχετο επί πλέον τήν ελευθερίαν εις κάθε Είλωτα πού ήθελεν εισαγάγει, τοιαύτα τρόφιμα. Πολλοί, τωόντι, πρό πάντων Είλωτες, εξετίθεντο εις τόν κίνδυνον καί κατώρθωναν νά εισαγάγουν τρόφιμα, εκπλέοντες από διάφορα σημεία τής Πελοποννησιακής ακτής, όπου ευρίσκοντο, καί καταπλέοντες πρίν ακόμη εξημερώση εις τό μέρος τής νήσου πού βλέπει πρός τό πέλαγος. Πρό πάντων όμως επερίμεναν διά νά καταπλεύσουν νά πνέη δυνατός άνεμος από τό πέλαγος, διότι τότε διέφευγαν ευκολώτερα τήν επιτήρησιν τών τριήρεων, καθόσον η διεξαγωγή τού αποκλεισμού εγίνετο δυσκολωτάτη, ενώ εκείνοι δέν εφείδοντο τίποτε διά νά επιτύχουν νά καταπλεύσουν, αφού διά τά πλοία πού έρριχναν έξω θά επληρώνοντο τήν αξίαν πού ήσαν διατιμημένα, καί οι οπλίται τούς επερίμεναν εις τά μέρη τής νήσου όπου ήτο δυνατή η απόβασις.
Ενώ, αντιθέτως, όσοι διεκινδύνευαν εν καιρώ γαλήνης εσυλλαμβάνοντο. Πρός τό μέρος τού λιμένος, εξ άλλου, δύται εκολύμβων υπό τήν επιφάνειαν τής θαλάσσης μέχρι τής νήσου, σύροντες όπισθέν των μέ σχοινί ασκούς γεμάτους από κοπανισμένον λινόσπορον καί από κεφαλάς μήκωνος ανακατεμμένας μέ μέλι. Οι δύται αυτοί επερνούσαν κατ’ αρχάς απαρατήρητοι, ύστερον όμως ελήφθησαν τά κατάλληλα πρός επιτήρησίν των μέτρα. Καί τά δύο, άλλωστε, μέρη επενόουν διαρκώς νέα μέσα, τό μέν διά νά εισαγάγει λαθραίως τροφάς, τό άλλο διά ν’ αποκαλύπτη καί ματαιώνη τάς αποπείρας εισαγωγής.
27. Όταν εν τοσούτω έμαθαν εις τάς Αθήνας ότι ο στρατός των ταλαιπωρείται καί ότι εισάγονται τρόφιμα εις τήν νήσον, περιήλθαν εις αμηχανίαν, διότι εφοβούντο μήπως τούς εύρη ο χειμών απησχολημένους ακόμη μέ τόν αποκλεισμόν. Έβλεπαν αφ’ ενός ότι θ’ απέβαινε τότε αδύνατον νά στέλλουν γύρω από τήν Πελοπόννησον τά αναγκαία εφόδια, αφού μάλιστα ούτε κατά τήν διάρκειαν τού θέρους ημπορούσαν νά στέλλουν διά θαλάσσης αρκετά εις μέρος όπου έλειπε κάθε τι, καί ότι αφού η παραλία εξ άλλου ήτο αλίμενος, δέν ημπορούσε νά διατηρηθή ο αποκλεισμός. Εάν η επιτήρησις είχε χαλαρωθή, οι πολιορκούμενοι θά ημπορούσαν είτε νά συντηρηθούν επάνω εις τήν Σφακτηρίαν, είτε επωφελούμενοι κάποιας κακοκαιρίας, καί χρησιμοποιούντες τά πλοία πού τούς μετέφεραν τά τρόφιμα, νά διαφύγουν. Πρό πάντων εφοβούντο, διότι επίστευαν ότι οι Λακεδαιμόνιοι είχαν πεποίθησιν ότι θά σώσουν τούς στρατιώτας των καί διά τούτο δέν τούς έκαμναν πλέον λόγον περί συνεννοήσεως, καί μετενόουν διότι είχαν απορρίψει τάς περί ειρήνης προτάσεις.Αλλ’ ο Κλέων, ο οποίος εννόησεν ότι ήτο αντικείμενον γενικής δυσπιστίας, διότι ημπόδισε τήν συνεννόησινυπεστήριζεν ότι εκείνοι πού έφεραν τάς ειδήσεις αυτάς από τήν Πύλον δέν έλεγαν τήν αλήθειαν. Καί επειδή εκείνοι συνίστων, εάν δέν τούς πιστεύουν, νά στείλουν επί τόπου απεσταλμένους πρός έλεγχον τών πληροφοριών των, εξελέχθη ώς επίτροπος υπό τών Αθηναίων ο ίδιος ο Κλέων καί μαζί μέ αυτόν ο Θεαγένης.
Επειδή όμως εννόησεν ότι ή θά ηναγκάζετο νά επιβεβαιώση τούς λόγους εκείνων, τούς οποίους εσυκοφάντει, ή εάν έλεγε τά αντίθετα, θά απεδεικνύετο ψεύτης, έβλεπε δέ συγχρόνως ότι οι Αθηναίοι ήσαν πολύ περισσότερον διατεθειμένοι τώρα νά στείλουν νέας ενισχύσεις, τούς συνέστησε νά μή στείλουν εξεταστικήν επιτροπήν, καί νά μήν αφίσουν νά περάση μέ αναβολάς ο κατάλληλος καιρός. Αλλ’ εάν πιστεύουν ότι αι ειδήσεις είναι αληθιναί, νά πλεύσουν μέ τόν στόλον των, διά νά επιτεθούν εναντίον τών πολιορκουμένων. Καί υπαινισσόμενος τόν εχθρόν του Νικίαν,υιόν τού Νικηράτου, πού ήτο τότε στρατηγός, επέκρινε τούς στρατηγούς, λέγων ότι άν ήσαν άνδρες, εύκολον ήτο νά πλεύσουν μέ τάς αναγκαίας δυνάμεις εις τήν νήσον καί συλλάβουν τούς πολιορκουμένους, καί ότι αυτός, εάν ήτο στρατηγός, αυτό θά έκαμνε.
28. Οι Αθηναίοι ήρχισαν νά ψιθυρίζουν εναντίον τού Κλέωνος καί νά λέγουν, διατί, αφού νομίζει τό πράγμα εύκολον, δέν εκστρατεύει καί τώρα ακόμη. Ο Νικίας, ο οποίος εννόησε τούτο καί συγχρόνως είχε πειραχθή από τάς επικρίσεις τού Κλέωνος, τού είπεν ότι, όσον εξαρτάται από τούς στρατηγούς, ημπορεί νά πάρη όσην στρατιωτικήν δύναμιν θέλει καί νά δοκιμάση. Ο Κλέων, επειδή ενόμιζε κατ’ αρχάς ότι ο Νικίας επροσποιείτο, λέγων ότι ήτο έτοιμος νά παραιτηθή από τήν αρχηγίαν, ήτο έτοιμος νά δεχθή. Αλλ’ όταν εννόησε ότι ο Νικίας ήθελε τωόντι νά παραδώση πρός αυτόν τήν αρχηγίαν, προσεπάθει νά υποχωρήση, λέγων ότι δέν ήτο αυτός στρατηγός, αλλ’ ο Νικίας, διότι ήρχισε νά φοβήται, επειδή δέν είχε φαντασθή ποτέ ότι ο Νικίας θ’ απεφάσιζε πραγματικώς νά τού παραχωρήση τήν θέσιν του. Αλλ’ ο Νικίας επέμενε καί πάλιν, καί παρητήθη από τήν αρχηγίαν τής εκστρατείας εναντίον τής Πύλου, καί εκάλει τούς Αθηναίους εις μαρτυρίαν. Αλλ’ όσον περισσότερον προσεπάθει ο Κλέων ν’ αποφύγη τήν εκστρατείαν καί ν’ ανακαλέση όσα είπε τόσον περισσότερον οι Αθηναίοι, όπως ο όχλος αγαπά νά κάμνη, παρεκίνουν τόν Νικίαν νά παραιτηθή καί εφώναζαν πρός τόν Κλέωνα ότι οφείλει νά εκστρατεύση. Εις τρόπον ώστε, μή γνωρίζων πλέον πώς ν’ απαλλαγή από τάς ιδίας του προτάσεις, ανέλαβε τήν εκστρατείαν, καί αφού επροχώρησεν εις τό βήμα, είπεν ότι δέν φοβείται τούς Λακεδαιμονίους καί ότι θά εκστρατεύση χωρίς νά παραλάβη ούτε ένα Αθηναίον στρατιώτην, αλλά μόνον τούς στρατιώτας από τήν Λήμνον καί Ίμβρον, πού ευρίσκοντο τότε εις τάς Αθήνας, καί τούς πελταστάς, οι οποίοι είχαν έλθει ώς επίκουροι από τήν Αίνον, καί τετρακοσίους τοξότας από άλλα μέρη.Μέ τήν δύναμιν αυτήν καί τούς στρατιώτας πού ευρίσκοντο εις τήν Πύλον, έλεγεν ότι εντός είκοσι ημερών ή θά έφερε τούς Λακεδαιμονίους εις τάς Αθήνας ή θά εδέχετο νά τόν φονεύσουν. Η ακριτολογία του επροκάλεσε κάποιον γέλωτα μεταξύ τών Αθηναίων. Οι φρονιμώτεροι, εν τούτοις,ήσαν ευχαριστημένοι, διότι εσκέπτοντο ότι έν από δύο καλά ασφαλώς θά, επιτύχουν, ή νά γλυτώσουν εις τό μέλλον από τόν Κλέωνα, πράγμα πού επροτίμων, ή, εάν η ελπίς των διεψεύδετο, νά επιτύχουν τήν αιχμαλωσίαν τών Λακεδαιμονίων.
29. Αφού επέτυχεν ό,τι εζήτει από τήν συνέλευσιν τού λαού, καί έλαβε τήν ψήφον της υπέρ τής εκστρατείας του, ο Κλέων εξέλεξε συνεργάτην του τόν Δημοσθένη, ένα από τούς στρατηγούς πού ήσαν εις τήν Πύλον, καί ητοιμάζετο ν’ αποπλεύση τό ταχύτερον. Τόν Δημοσθένη προσέλαβεν ώς συνεργάτην, μαθών ότι εσχεδίαζε καί εκείνος τήν επί τής νήσου απόβασιν. Διότι οι στρατιώται, οι οποίοι υπέφεραν από τάς ελλείψεις τού μέρους καί ωμοίαζαν μέ πολιορκουμένους μάλλον παρά πολιορκητάς, ήσαν πρόθυμοι νά εκτεθούν εις κάθε κίνδυνον. Τόν ίδιον, άλλωστε, τόν Δημοσθένη ενίσχυσε εις πραγματοποίησιν τού σχεδίου του καί ο εμπρησμός τής νήσου.Διότι προηγουμένως εφοβείτο τήν απόβασιν, λόγω τού ότι η νήσος ώς επί τό πλείστον δασώδης καί καθό ακατοίκητος δέν είχε δρόμους, καί εθεώρει ότι τούτο απετέλει πλεονέκτημα υπέρ τού εχθρού. Πράγματι, εκείνοι, επιτιθέμενοι από μέρη όπου δέν εφαίνοντο, ημπορούσαν νά προξενούν μεγάλας βλάβας εις τόν πολυάριθμον στρατόν, μέ τόν οποίον θ’ απεβιβάζετο, καθόσον η διάταξις τών δυνάμεών των καί τά σφάλματά των θά εκαλύπτοντο από τό δάσος, ενώ όλα τά σφάλματα τού ιδικού του στρατού θά ήσαν καταφανή, ώστε νά ημπορή ο εχθρός νά επιτεθή απροσδοκήτως όπου ήθελε, αφού αυτός θά είχε τήν πρωτοβουλίαν τών κινήσεων.
Εξ άλλου, εάν ευρίσκετο εις τήν ανάγκην νά επιτεθεί εναντίον τού εχθρού εντός τού δάσουςενόμιζεν ότι μικροτέρα δύναμις, η οποία όμως εγνώριζε καλά τό έδαφος, θά ήτο ισχυροτέρα από μεγαλυτέραν, η οποία ηγνόει αυτό, καί ότι ο στρατός του, όσον πολυάριθμος καί άν ήτο, θά κατεστρέφετο προτού τό αντιληφθή καλά-καλά, καθόσον τά διάφορα τμήματά του δέν θά ημπορούσαν νά βλέπουν πού υπήρχεν ανάγκη νά σπεύδουν εις αμοιβαίαν βοήθειαν.
30. Η συμφορά πού είχε πάθει εις τήν Αιτωλίαν, καί η οποία ωφείλετο κατά πολύ εις τό εκεί δάσος, έφερε κυρίως τάς σκέψεις αυτάς εις τόν νούν τού Δημοσθένους. Τά Αθηναϊκά εν τούτοις πληρώματα, πιεζόμενα από τήν στενοχωρίαν, απεβιβάζοντο εις τήν ακρογιαλιάν τής Σφακτηρίας,καί τοποθετούντα φρουράς εγευμάτιζαν εκεί, καί κάποιος απ’ αυτά χωρίς νά τό θέλη έβαλε φωτιά εις μέρος τού δάσους, καί επειδή εσηκώθη άνεμος, εκάη εντελώς τό μεγαλύτερον μέρος αυτού, πρίν καλά καλά νά τό αντιληφθούν. Κατόπιν τούτου, ο Δημοσθένης, ο οποίος υπώπτευε προηγουμένως ότι ο αριθμός τών πολιορκουμένων, διά τούς οποίους εστέλλοντο τά τρόφιμα εις τήν νήσον, ήτο εξωγκωμένος, ημπόρεσε πλέον νά διακρίνη καλλίτερα ότι οι Λακεδαιμόνιοι ήσαν αρκετοί. Εξ άλλου επείσθη ότι η επί τής νήσου απόβασις ήτο ευκολωτέρα, καί διά τούτο ήρχισε νά ετοιμάζη τήν επιχείρησιν, διότι εθεώρησε τότε ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός ήτο άξιος σοβαρωτέρας προσπάθειας εκ μέρους τών Αθηναίων. Εζήτησεν ώς εκ τούτου επικουρίας από τούς συμμάχους τών πλησίον μερών καί ητοίμαζε τό κάθε τί.
Ο Κλέων, εν τώ μεταξύ, ο οποίος είχε προηγουμένως αναγγείλει εις τόν Δημοσθένη τήν επικειμένην άφιξίν του, έφθασεν εις τήν Πύλον επί κεφαλής τού στρατού πού είχε ζητήσει.
Αφού δέ συνηντήθησαν η πρώτη των ενέργεια ήτο νά στείλουν κήρυκα εις τόν επί τής ξηράς Πελοποννησιακόν στρατόν καί νά τούς προτείνουν, πρός αποφυγήν αιματοχυσίας, νά διατάξουν, εάν ήθελαντούς πολιορκουμένους τής Σφακτηρίας νά παραδοθούν μέ τά όπλα των, υπό τόν όρον ότι θά τούς κρατήσουν υπό απλήν επιτήρησιν, έως ότου φθάσουν εις γενικωτέραν συνεννόησιν.
31. Αι προτάσεις αυταί απερρίφθησαν. Οι Αθηναίοι επερίμεναν ακόμη μίαν ημέραν, καί τήν νύκτα τής επομένης, αφού επεβίβασαν όλους τούς οπλίτας εις ολίγα πλοία, απέπλευσαν. Ολίγον δέ προτού νά ξημερώση, απεβιβάσθησαν εις τήν νήσον καί από τά δύο μέρη, δηλαδή καί από τό πέλαγος καί από τόν λιμένα, οπλίται οκτακόσιοι περίπου, καί προήλασαν τρέχοντες εναντίον τού πρώτου φυλακείου. Η διάταξις τού εχθρικού στρατού είχεν ώς εξής. Εις τό πρώτον αυτό φυλακείον έμεναν έως τριάντα οπλίται, τό κύριον σώμα τού στρατού, υπό τήν αρχηγίαν τού Επιτάδου, ήτο τοποθετημένον πλησίον τής πηγής τού νερού, εις τό κεντρικώτερον καί ομαλώτερον μέρος τής νήσου, καί μικρόν απόσπασμα εφύλαττε τήν εσχατιάν τής νήσου, ακριβώς απέναντι τής Πύλου. Τό μέρος αυτό όχι μόνον πρός τήν θάλασσαν ήτον απόκρημνον, αλλά καί από τήν ξηράν δυσκόλως ημπορούσε νά προσβληθή, καθόσον μάλιστα υπήρχεν εκεί καί παλαιόν οχύρωμα κατεσκευασμένον από διαλεκτάς ακατεργάστους πέτρας, τό οποίον εσχεδίαζαν οι Λακεδαιμόνιοι νά χρησιμοποιήσουν, εάν εξηναγκάζοντο εις εσπευσμένην υποχώρησιν. Τοιαύτη ήτο η διάταξις τών δυνάμεων τού εχθρού.
32. Οι Αθηναίοι εξολόθρευσαν αμέσως τούς φρουρούς τού πρώτου φυλακείου, εναντίον τού οποίου είχαν προελάσει τρέχοντες. Τούς επρόφθασαν μέσα εις τά κρεββάτια των, ή προσπαθούντας νά αναλάβουν τά όπλα των, διότι δέν είχαν αντιληφθή τήν απόβασιν τών Αθηναίων, αλλ’ ενόμιζαν ότι τά πλοία έπλεαν διά τήν συνειθισμένην νυκτερινήν περιπολίαν. Μέ τά χαράγματα, ήρχισε ν’ αποβιβάζεται καί ο επίλοιπος στρατός, ο οποίος απετελείτο από τούς ναύτας εβδομήντα καί πλέον πλοίων (εις τά οποία έμειναν μόνον οι κωπηλάται τής τελευταίας τάξεως), ο καθείς μέ τόν ιδιαίτερόν του οπλισμόν, από οκτακoσίους τοξότας καί όχι ολιγωτέρους πελταστάς, από τούς Μεσσηνίους, πού είχαν έλθει εις βοήθειαν, καί από τήν φρουράν τής Πύλου, εξαιρουμένων εκείνων πού έμεναν ώς φρουροί τού οχυρώματος. Ο Δημοσθένης διήρεσε τόν στρατόν του εις τμήματα,από διακοσίους κατά τό μάλλον ή ήττον άνδρας έκαστον, τά οποία κατέλαβαν τά υψηλότερα σημεία τής νήσου.Σκοπός του ήτο ο εχθρός, περικυκλωμένος από όλα τά μέρη, νά περιέλθη εις τήν μεγίστην δυνατήν αμηχανίαν, καί προσβαλλόμενος από παντού μέ μεγαλυτέρας δυνάμεις νά μή γνωρίζη πρός ποίον μέρος ν’ αντιταχθή. Διότι εάν επετίθετο εναντίον τών ευρισκομένων εμπρός, θά τόν εκτυπούσαν εκείνοι πού ήσαν εις τά νώτα του, εάν δέ πάλιν κατά τών ευρισκομένων εις τήν μίαν ή τήν άλλην πλευράν, θά επλευροκοπείτο από τούς παρατεταγμένους εις τήν αντίθετον. Πρός οιανδήποτε άλλωστε διεύθυνσιν καί άν επροχώρουν, οι ψιλοί στρατιώται τού εχθρού θά ευρίσκοντο πάντοτε εις τά νώτα των, καί οι στρατιώται αυτοί ήσαν δυσκαταγώνιστοι, καθόσον, οπλισμένοι μέ τόξα καί ακόντια καί λίθους καί σφενδόνας, εμάχοντο αποτελεσματικώς από μακρυνήν απόστασιν, αφού ούτε νά τούς καταδιώξη κανείς ημπορούσε, διότι καί κατά τήν φυγήν υπερτέρουν καί μόλις ο εχθρός υπεχώρει, τόν κατεδίωκαν, χωρίς νά τού δίδουν καιρόν ν’ ανασάνη. Μέ τοιαύτας σκέψεις κατήρτισεν ο Δημοσθένης τό σχέδιον τής αποβάσεως, τό οποίον έθετε τώρα εις εφαρμογήν.
33. Όταν οι υπό τάς αμέσους διαταγάς τού Επιτάδου στρατιώται, οι οποίοι απετέλουν τό κύριον μέρος τής Πελοποννησιακής δυνάμεως επί τής νήσου, είδαν ότι τό πρώτον φυλακείον είχεν εξολοθρευθή, καί ότι εχθρικός στρατός ήρχετο πρός αυτούς, παρετάχθησαν εις τάξιν μάχης καί επροχώρησαν εναντίον τών Αθηναίων οπλιτών, οι οποίοι ήσαν αντιμέτωποί των, θέλοντες νά συμπλακούν μετ’ αυτών εκ τού συστάδην. Οι ψιλοί όμως στρατιώται, οι οποίοι ευρίσκοντο εις τά πλάγια καί τά νώτα των, έβαλλαν εναντίον των καί από τά δύο μέρη καί δέν τούς άφιναν ούτε τήν τακτικήν εμπειρίαν των νά χρησιμοποιήσουν, ούτε τούς οπλίτας νά πλησιάσουν, οι οποίοι εξ άλλου δέν αντεπεξήρχοντο, αλλ’ έμεναν ακίνητοι.
Οπουδήποτε όμως οι ψιλοί στρατιώται τούς επλησίαζαν πολύ κατά τάς επιθέσεις των, οι Λακεδαιμόνιοι τούς έτρεπαν εις φυγήν. Εκείνοι όμως καί υποχωρούντες εξηκολούθουν νά μάχωνται, διότι ευκόλως προελάμβαναν νά διαφύγουν καί ένεκα τού ελαφρού οπλισμού των καί διότι τό έδαφος ήτο ανώμαλον καί δύσβατον, καθό πρίν ακατοίκητον, καί εις τοιούτο έδαφος η καταδίωξις απέβαινεν αδύνατος διά τούς Λακεδαιμονίους, ένεκα τού βαρέος οπλισμού των.
34. Αφού ο αμοιβαίος αυτός ακροβολισμός διήρκεσεν ολίγην ώραν, οι Λακεδαιμόνιοι δέν ήσαν πλέον εις θέσιν νά εξορμούν μέ τήν ιδίαν αποφασιστικότητα πρός τά σημεία από τά οποία ο εχθρός τους επετίθετο. Οι ψιλοί στρατιώται, αντιθέτως, εννόησαν ότι η άμυνά των ήρχισεν ήδη νά χαλαρώνεται. Η θέα τής καταφανώς μεγάλης αριθμητικής υπεροχής των τούς ενεθάρρυνε περισσότερον από κάθε άλλο. Βλέποντες, άλλωστε, ότι αι απώλειαί των εξ αρχής ήσαν πολύ μικρότεραι από ό,τι επερίμεναν, εξοικειώθησαν ολίγον κατ’ ολίγον μέ τήν ιδέαν ότι οι αντίπαλοί των είναι ολιγώτερον φοβεροί παρ’ όσον εφαίνοντο κατά τήν στιγμήν τής αποβάσεως, όταν τό φρόνημάτων ήτο εξησθενημένον από τήν σκέψιν ότι επρόκειτο ν’ αντιμετωπίσουν Λακεδαιμονίους. Εμπνευσθέντες λοιπόν από αισθήματα καταφρονήσεως απέναντί των, ώρμησαν όλοι μαζύ εναντίον των μέ μεγάλας κραυγάς, ρίπτοντες εναντίον των λίθους καί βέλη ακόντια, ό,τι έκαστος είχε προχειρότερον. Ο αλαλαγμός πού συνώδευε τήν επίθεσιν κατέπληξε τούς Λακεδαιμονίους, οι οποίοι ήσαν ασυνείθιστοι εις τοιούτο είδος μάχης.Επειδή άλλωστε εσηκώνοντο ουρανομήκη σύννεφα κονιορτού από τό προσφάτως καέν δάσος, ήτο αδύνατον νά διακρίνη κανείς εμπρός του, ένεκα τών βελών καί λίθων πού ερρίπτοντο πυκνά εις τό μέσον τού κονιορτού. Ώς εκ τούτου, ο αγών από τήν στιγμήν αυτήν ήρχισε νά γίνεται κρίσιμοςδιά τούς Λακεδαιμονίους, διότι οι θώρακές των, οι οποίοι ήσαν από πίλημα, δέν τούς επροστάτευαν από τά βέλη, τά δέ δόρατα πού εκτυπούσαν επάνω των έσπαζαν καί σφηνούμενα επάνω εις τάς ασπίδας, έπλητταν τούς άνδρας. Ούτε ήξευραν πλέον τί νά κάμουν, αφού δέν ημπορούσαν νά διακρίνουν εξ αποστάσεως, ούτε ν’ ακούσουν τά παραγγέλματα, τά οποία κατεπνίγοντο από τούς εχθρικούς αλαλαγμούς, καί ο κίνδυνος τούς περιεστοίχιζεν από όλα τά μέρη καί δέν έβλεπαν κανέν μέσον αμύνης πού νά τούς δίδη ελπίδα σωτηρίας.
35. Τέλος, όταν ο αριθμός τών τραυματιών των ήρχισε νά εξογκώνεται, λόγω τού ότι περιεστρέφοντο διαρκώς εις τό ίδιον μέρος, επύκνωσαν τάς τάξεις των καί υπεχώρησαν πρός τό οχύρωμα τής εσχατιάς τής νήσου, τό οποίον δέν απείχε πολύ καί τό οποίον εφύλαττεν ιδικόν των απόσπασμα. Αλλά τήν στιγμήν πού ήρχισαν νά υποχωρούν, οι ψιλοί στρατιώται, αντλήσαντες νέον θάρρος, επέπεσαν κατ’ αυτών μέ πολύ μεγαλυτέρους παρά πρίν αλαλαγμούς, καί εφόνευαν όσους από τούς Λακεδαιμονίους συνελάμβαναν κατά τήν υποχώρησιν. Οι πολλοί όμως επρόφθασαν νά καταφύγουν εις τό οχύρωμα, όπου παρετάχθησαν μέ τήν εκεί φρουράν, αποφασισμένοι νά υπερασπίσουν κάθε ευπρόσβλητον σημείον.
Οι Αθηναίοι τούς κατεδίωξαν, αλλ’ ένεκα τής οχυρότητος τής θέσεως, δέν ημπορούσαν νά τούς υπερφαλαγγίσουν καί τούς κυκλώσουν, ώς εκ τούτου δ’ επεχείρησαν νά τούς εκτοπίσουν δι’ επιθέσεως κατά μέτωπον. Επί πολλήν ώραν, τό μεγαλύτερον τωόντι μέρος τής ημέρας, οι δύο αντίπαλοι, μολονότι ταλαιπωρούμενοι από τήν μάχην, τήν δίψαν καί τήν θερμότητα τού ηλίου, αντείχαν προσπαθούντες, οι μέν Αθηναίοι νά εκτοπίσουν τούς Λακεδαιμονίους από τά υψώματα, αυτοί δέ νά μή ενδώσουν. Η άμυνα τών Λακεδαιμονίων, άλλωστε, ήτο τώρα ευκολωτέρα παρά πρίν, διότι δέν ημπορούσαν νά κυκλωθούν από τά πλάγια.
36. Ο αγών δέν εφαίνετο νά έχη τέλος, όταν ο αρχηγός τών Μεσσηνίων απηυθύνθη πρός τόν Κλέωνα καί τόν Δημοσθένη καί τούς είπεν ότι οι κόποι των πηγαίνουν χαμένοι, αλλ’ ότι άν θέλουν νά τού δώσουν μερικούς τοξότας καί άλλους ψιλούς στρατιώτας, διά νά επιχειρήση νά έλθη εις τά νώτα τού εχθρού από οιονδήποτε δρόμον εύρη, αυτός αναλαμβάνει νά εκβιάση τό αποτέλεσμα τούτο. Αφού δέ τού έδωσαν ό,τι εζήτησεν, εξεκίνησε από μέρος, από τό οποίον οι άνδρες του ήσαν αθέατοι εις τόν εχθρόν, καί εσκαρφάλωνε διαρκώς από τά μέρη, όπου τό κρημνώδες έδαφος τό επέτρεπε, διευθυνόμενος εις μίαν θέσιν, τήν οποίαν οι Λακεδαιμόνιοι, εμπιστευόμενοι εις τήν φυσικήν της οχυρότητα, δέν εφύλατταν.
Καί ύστερον από μακρούς καί δυσκόλους ελιγμούς, κατώρθωσε, πρίν τόν αντιληφθούν, νά παρουσιασθή αιφνιδίως εις τά νώτα των, επάνω εις τό ύψωμα. Η εμφάνισίς του κατετρόμαξε τούς εχθρούς διά τό απροσδόκητόν της, ενώ οι Αθηναίοι οι οποίοι τήν επερίμεναν, επήραν νέον θάρρος. Από τήν στιγμήν αυτήν, οι Λακεδαιμόνιοι, προσβαλλόμενοι καί από τά δύο μέρη, ευρέθησαν εις τήν ιδίαν θέσιν πού είχαν ευρέθη καί οι προπάτορές των εις τάς Θερμοπύλας, διότι, εάν επιτρέπεται νά συγκρίνωμεν τά μικρά μέ τά μεγάλα, καί εκείνοι τότε εξωλοθρεύθησαν, διότι οι Πέρσαι τούς περιεκύκλωσαν από τήν ατραπόν, καί αυτοί τώρα έπαθαν τό ίδιον. Υφιστάμενοι ήδη επίθεσιν καί από τά δύο μέρη, δέν αντείχαν πλέον, αλλ’ αγωνιζόμενοι ολίγοι εναντίον πολλών καί εξησθενημένοι σωματικώς από τήν ανεπάρκειαν τής τροφής ήρχισαν νά υποχωρούν. Οι Αθηναίοι, επομένως, ήσαν ήδη κύριοι τών προσβάσεων.
37. Ο Κλέων καί ο Δημοσθένης, αντιληφθέντες ότι άν οι Λακεδαιμόνιοι υπεχώρουν, έστω καί επ’ ελάχιστον ακόμη, θά εξωλοθρεύοντο από τόν Αθηναϊκόν στρατόν, ενώ αυτοί ήθελαν νά τούς φέρουν ζωντανούς εις τάς Αθήνας, έπαυσαν τήν μάχην καί συνεκράτησαν τόν στρατόν των, μέ τήν ελπίδα ότι εάν τούς προσκαλέσουν νά παραδοθούν, ημπορούσε νά καμφθή τό θάρρος των καί νά υποκύψουν απέναντι τού επικειμένου κινδύνου. Τούς επρότειναν επομένως διά κήρυκος νά παραδοθούν μέ τά όπλα των εις τήν απόλυτον διάκρισιν τών Αθηναίων.
38. Παράδοσις τών Λακεδαιμονίων εις τούς Αθηναίους Άμα οι Λακεδαιμόνιοι ήκουσαν τήν πρότασιν, οι πλείστοι εξ αυτών κατέβασαν τάς ασπίδας των καί ανέσεισαν τά χέρια, εις ένδειξιν αποδοχής. Αφού δέ συνωμολογήθη ανακωχή, ήλθαν εις προσωπικάς διαπραγματεύσεις, ο Κλέων καί ο Δημοσθένης μέ τόν αντιπρόσωπον τών πολιορκουμένων Στύφωνα, υιόν τού Φάρακος. Από τούς προηγουμένους αρχηγούς, ο πρώτος, ο Επιτάδας, είχε φονευθή, ο Ιπποκράτης, πού ήτο διωρισμένος αναπληρωτής του, ήτο εξηπλωμένος κατά γής μεταξύ τών νεκρών, καί εθεωρείτο ώς νεκρός, άν καί έζη ακόμη, καί ο Στύφων ήτο διωρισμένος κατά τόν νόμον τρίτος, διά ν’ αναλάβη τήν αρχηγίαν, εν περιπτώσει ατυχήματος τών δύο άλλων. Ούτος τότε, εξ ονόματος τού στρατού του, εδήλωσεν ότι επιθυμούν νά στείλουν απεσταλμένον πρός τούς επί τής ξηράς Λακεδαιμονίους, διά νά ζητήσουν οδηγίας περί τού πρακτέου. Οι Αθηναίοι όμως δέν επέτρεψαν νά σταλή κανείς από αυτούς, αλλά προσεκάλεσαν οι ίδιοι τούς επί τής ξηράς νά στείλουν τοιούτους απεσταλμένους, οι οποίοι επήγαν καί ήλθαν δύο ή τρείς φοράς. Ο τελευταίος απεσταλμένος τών επί τής στερεάς Λακεδαιμονίων έφερε τήν εξής απάντησιν. “Οι Λακεδαιμόνιοι σάς παραγγέλλουν ν’ αποφασίσετε σείς οι ίδιοι περί εαυτών, αρκεί νά μή κάμετε τίποτε τό ατιμωτικόν”.
Εκείνοι, αφού συνεσκέφθησαν αναμεταξύ των, παρεδόθησαν με τα όπλα των. Την ημέραν αυτήν και την ακόλουθον νύκτα οι Αθηναίοι τους εφρούρουν. Την επομένην αφού έστησαν τρόπαιον εις την νήσον διένειμαν τους αιχμαλώτους εις τους τριηράρχους προς φύλαξιν και προέβησαν εις όλας τας άλλας προετοιμασίας δια τον απόπλουν. Οι Λακεδαιμόνιοι, εξ άλλου, έστειλαν κήρυκα και παραλαβόντες τους νεκρούς των τους μετέφεραν εις την στερεάν.Ο αριθμός των νεκρών και των αιχμαλώτων είχεν ως εξής. Το σύνολον των οπλιτών, που είχαν αποβιβασθή εις την νήσον, ήσαν τετρακόσιοι είκοσι το όλον. Εκ τούτων, διακόσιοι ενενήντα δύο μετεφέρθησαν εις Αθήνας ως αιχμάλωτοι και οι λοιποί είχαν φονευθή. Από τους αιχμαλώτους, Σπαρτιάται ήσαν εκατόν είκοσι περίπου. Αι απώλειαι των Αθηναίων ήσαν ολίγαι, διότι μάχη εκ του συστάδην δεν είχε λάβει χώραν.
39. Η πολιορκία, από τήν ημέραν τής ναυμαχίας έως τήν ημέραν τής μάχης πού έγινεν εις τήν νήσον, διήρκεσεν εβδομήντα δύο τό όλον ημέρας. Κατά τήν διάρκειαν τών είκοσι περίπου ήμερων πού οι πρέσβεις απουσίασαν, πρός διαπραγμάτευσιν συνεννοήσεως, οι πολιορκούμενοι επεσιτίζον το κανονικώς, αλλά κατά τό επίλοιπον διάστημα διετρέφοντο από τά λαθραίως εισαγόμενα τρόφιμα. Καί ποσότης μάλιστα σίτου ευρέθη εις τήν νήσον μετά τήν παράδοσιν καί άλλα τρόφιμα πού είχαν περισσεύσει, διότι ο αρχηγός Επιτάδας έδιδεν εις τούς στρατιώτας μικροτέρας μερίδας από ό,τι τού επέτρεπαν τά μέσα του.
Οι Αθηναίοι καί οι Πελοποννήσιοι απέσυραν τώρα πλέον τόν στρατόν των από τήν Πύλον καί επέστρεψαν εις τά ίδια, καί η υπόσχεσις τού Κλέωνος, μολονότι τρελλή, επραγματοποιήθη, διότι εντός είκοσι ημερών, όπως είχεν υποσχεθή, έφερε τούς πολιορκουμένους εις τάς Αθήνας.
40. Κανέν, τωόντι, γεγονός τού πολέμου δέν επροξένησε μεγαλυτέραν από αυτό έκπληξιν μεταξύ τών Ελλήνων. Διότι ο κόσμος είχε τήν αξίωσιν από τούς Λακεδαιμονίους νά μή παραδίδωνται ούτε από πείναν ούτε από καμμίαν άλλην ανάγκην, αλλά ν’ αποθνήσκουν μέ τά όπλα εις χείρας, μαχόμενοι όπως ημπορούσαν. Κανείς δέν επίστευεν ότι εκείνοι πού παρέδωσαν τά όπλα των ήσαν άνθρωποι όμοιοι, μέ τούς φονευθέντας. Καί όταν βραδύτερον, εις κάποιαν περίστασιν, είς από τούς συμμάχους τών Αθηναίων ηρώτησεν ένα από τούς αιχμαλώτους τής Σφακτηρίας, μέ σκοπόν νά τόν πειράξη, εάν οι φονευθέντες συναγωνισταί του ήσαν όλοι γενναίοι καί καθώς πρέπει, εκείνος απήντησεν ότι η άτρακτος, εννοών μέ τήν λέξιν αυτήν τό βέλος, θά είχε τωόντι, μεγάλην αξίαν, εάν διέκρινε τούς γενναίους, υπαινιττόμενος μέ αυτό, ότι οι λίθοι καί τά βέλη εφόνευαν αδιακρίτως όσους έτυχε νά κτυπήσουν.
41. Μετά τήν άφιξιν τών αιχμαλώτων, οι Αθηναίοι απεφάσισαν νά τούς κρατήσουν εις δεσμωτήριον, έως ότου φθάσουν εις συνεννόησιν μέ τούς Πελοποννησίους, αλλ’ εάν οι τελευταίοι εισέβαλλαν προηγουμένως εις τήν Αττικήν, θά τούς έβγαζαν από τήν φυλακήν καί θά τούς εθανάτωναν. Εγκατέστησαν επίσης φρουράν εις τήν Πύλον, καί οι Μεσσήνιοι τής Ναυπάκτου, θεωρούντες τό έδαφος τούτο ώς πατρίδα των (διότι η Πύλος αποτελεί μέρος τού παλαιού Μεσσηνιακού εδάφους), από τούς ιδικούς των, οι οποίοι ελεηλάτουν τήν Λακωνικήν καί επροξένουν μεγάλας ζημίας εις τούς κατοίκους, καθόσον ωμίλουν τήν ιδίαν μέ αυτούς γλώσσαν. Οι Λακεδαιμόνιοι, εξ άλλου, οι οποίοι δέν είχαν έως τότε δοκιμάσει εις βάρος των τάς ταλαιπωρίας τοιούτου ληστρικού πολέμου, όταν είδαν ότι καί οι Είλωτες ήρχισαν ν’ αυτομολούν εις τήν Πύλον, εφοβήθησαν μήπως μέ βίαια κινήματα επιδιωχθή σοβαρά πολιτική μεταβολή εις τήν χώραν των, καί έφεραν βαρέως τήν κατάστασιν αυτήν. Αλλά μολονότι δέν ήθελαν ν’ αντιληφθούν οι Αθηναίοι τάς ανησυχίας των, εξηκολούθουν νά στέλλουν πρεσβείας πρός αυτούς, προσπαθούντες νά επιτύχουν τήν απόδοσιν καί τής Πύλου καί τών αιχμαλώτων. Αλλά τών Αθηναίων αι απαιτήσεις εμεγάλωναν διαρκώς, καί μολονότι ήλθαν αλλεπάλληλοι πρεσβείαι, όλαι απεπέμποντο άπρακτοι. Τοιαύτη υπήρξεν η πορεία τών γεγονότων τής Πύλου.
Η μάχη τής Σφακτηρίας καί η ευνοϊκή, γιά τούς Αθηναίους έκβασή της, έδινε τήν ευκαιρία στούς τελευταίους, νά τελειώσουν τόν καταστρεπτικό -καί γιά τίς δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις- αυτό πόλεμο, αλλά οι Αθηναίοι μέ τίς διαρκώς αυξανόμενες απαιτήσεις τους, ματαίωσαν κάθε ειρηνευτική πρόταση τών Λακεδαιμονίων. Άλλως τε καί ο Κλέων ήταν αντίθετος στίς προτάσεις ειρήνης καί μέ τήν αίγλη τού νικητή τής Σφακτηρίας, επεβαλε τίς απόψεις του στήν Εκκλησία τού Δήμου.
Οι περισσότεροι ιστορικοί κακίζουν τόν Κλέωνα γιά τήν στάση του αυτή, αλλά οι επικρίσεις τους εστιάζονται μόνο στό γεγονός καί δέν αναλύουν τίς αιτίες πού δημιουργούσαν τήν ακραία αυτή αντιμετώπιση τού προβλήματος.
Καί οι αιτίες ήταν: η τέλεια αντίθεση ανάμεσα στά πολιτεύματα τών δύο μεγάλων ελληνικών δυνάμεων, αλλά, κυρίως η συμπάθεια πού έτρεφε η αριστοκρατική τάξη τής Αθήνας πρός τήν Σπάρτη καί τό πολίτευμά της, συμπάθεια πού πολλές φορές, κατά τήν διάρκεια αυτού τού πολέμου, θά ωθεί τήν άρχουσα τάξη σέ ενέργειες πού θά ξεπερνούν τά όρια τής προδοσίας.
- ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ -
ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΗΣ ΚΟΡΟΙΒΟΣ
ο ΗΛΕΙΟΣ
ΜΗΔ’ ΟΛΥΜΠΙΑΣ ΑΓΩΝΑ ΦΕΡΤΕΡΟΝ ΑΥΔΑΣΟΜΕΝ

Πίνδαρος
~~~~~~~~~~
Από όλους τους πανελλήνιους αγώνες στην αρχαία Ελλάδα οι σημαντικότεροι λάμβαναν χώρα στην Ολυμπία.
«Όπως το νερό είναι το πολυτιμότερο από τα στοιχεία, και όπως ο χρυσός προβάλλει σαν το πιο ακριβό ανάμεσα σε όλα τα αγαθά, και όπως, τέλος, ο ήλιος φωτοβολεί περισσότερο από κάθε άλλο άστρο, έτσι και η Ολυμπία λάμπει σκιάζοντας κάθε άλλον αγώνα» τραγουδά ο Πίνδαρος στην πρώτη ολυμπιακή ωδή του. Σύμφωνα με την παράδοση, πρώτοι οι θεοί αγωνίστηκαν στην Ολυμπία. Ο Δίας νίκησε τον Κρόνο στην πάλη, ο Απόλλωνας τον Ερμή στο δρόμο και τον Άρη στην πυγμή. Επίσης οι αρχαίες πηγές αναφέρουν αρκετούς ήρωες ως ιδρυτές των αγώνων. Στη μυκηναϊκή παράδοση ανήκει ο μύθος του Πέλοπα. Μετά τη νίκη του επί του Οινόμαου, ο Πέλοπας ίδρυσε αγώνες προς τιμήν του Οινόμαου για να καθαρθεί, αλλά και για να ευχαριστήσει τους θεούς για τη νίκη που του χάρισαν. Η Ιπποδάμεια ίδρυσε γυναικείους αγώνες προς τιμήν της Ήρας, τα λεγόμενα Ηραία. Έτσι λοιπόν καθιερώθηκαν οι αγώνες στην Ολυμπία. Η ίδρυση των αγώνων, σύμφωνα με άλλους μύθους, αποδίδεται στον ημίθεο Ηρακλή, ο οποίος ιδρύει τους αγώνες δρόμου αλλά και τις αρματοδρομίες. Ο Ηρακλής είναι εκείνος που έφερε την αγριελιά από τη χώρα των Υπερβορείων, τη φύτεψε στο Ιερό, και καθόρισε τα όρια της ιεράς Άλτεως.
Επίσης σύμφωνα με άλλους μύθους, ο Ιδαίος Ηρακλής με τα τέσσερα αδέλφια του, τους Δακτύλους ή Κουρήτες, φτάνει στην Ολυμπία από την Κρήτη, ορίζει το μήκος του σταδίου, οργανώνει αγώνες δρόμου με τα αδέλφια του και στεφανώνει το νικητή με αγριελιά. Ανάμεσα στα ονόματα των ιδρυτών των αγώνων αναφέρονται επίσης ο Νηλέας, ο Πελίας αλλά και ο Πίσος, επώνυμος ήρωας της Πισάτιδας. Τέλος ο Στράβων θεωρεί ότι οι αγώνες οργανώθηκαν από τον Όξυλλο, βασιλιά των Ηρακλειδών μετά την κάθοδό τους στην Ηλεία (μετά το -1200). Αργότερα αναδιοργανώθηκαν από τον Ίφιτο, που σύναψε συμφωνία (την ιερή εκεχειρία) με το βασιλιά και νομοθέτη της Σπάρτης Λυκούργο και το βασιλιά της Πίσας Κλεισθένη. Τότε λοιπόν η Ολυμπία μετατράπηκε σε πανελλήνιο κέντρο. Οι αρχαίες γραπτές πηγές αναφέρουν ως έτος έναρξης των αγώνων το-776. Από το έτος αυτό αρχίζει και ο κατάλογος των Ολυμπιονικών (που συμπληρώθηκε βέβαια πολύ αργότερα).
Οι Πισάτες διοργάνωναν τους αγώνες από το -688 έως το -572. Το -570 οι Ηλείοι κατέλαβαν την Πίσα και έθεσαν υπό τον έλεγχό τους τη διοργάνωση των αγώνων. Τον -5ο αι.οι αγώνες έφτασαν στο απόγειο της δόξας τους. Στην ελληνιστική εποχή όμως, έχασαν τον αρχικό τους χαρακτήρα και μετατράπηκαν σε επαγγελματικές αθλητικές εκδηλώσεις κάτι που παγιώθηκε στη ρωμαϊκή εποχή. Τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα που διαδραματίσθηκαν, στην πορεία των αιώνων στον ελλαδικό χώρο, είχαν τον αντίκτυπό τους στα αθλητικά ιδεώδη των Ολυμπιακών αγώνων, με αποτέλεσμα να επέλθει σταδιακή πτώση των ηθικών αξιών, που επιδεινώθηκε αισθητά από το 146, όταν η κυρίως Ελλάδα υποτάχθηκε στο ρωμαϊκό κράτος και οι Ηλείοι έχασαν την ανεξαρτησία τους. Το 2ο αι., όταν παραχωρήθηκε το δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη σε όλους τους κατοίκους της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, παρατηρήθηκε και μία διεθνοποίηση των αγώνων. Τελικά, καταργήθηκαν από το Θεοδόσιο Α΄ το 393 (293η Ολυμπιάδα), όταν με διάταγμά του απαγορεύθηκε η λειτουργία όλων των ειδωλολατρικών Ιερών.
Με τους Ολυμπιακούς αγώνες σφυρηλατήθηκε η εθνική, φυλετική και πνευματική ενότητα των Ελλήνων. Οι αγώνες συνδύαζαν το βαθύ θρησκευτικό πνεύμα με το ηρωικό παρελθόν των Ελλήνων, τον μέγιστο βαθμό της καλλιέργειας του σώματος, του νου και της ψυχής με τις πανανθρώπινες φιλοσοφικές αξίες και την προβολή του ατόμου και των πόλεων με το ύψιστο ιδανικό της ελευθερίας. Ο υπερεθνικός χαρακτήρας τους επιζεί και στους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες, που ύστερα από διακοπή 15 αιώνων οργανώθηκαν στην Αθήνα το 1896, και τελούνται από τότε κάθε τέσσερα χρόνια.
Η οργάνωση των αγώνων.
Οι Ολυμπιακοί αγώνες ετελούντο κάθε τέσσερα πλήρη χρόνια, ήταν δηλαδή πεντετηρικοί. Το διάστημα που μεσολαβούσε από τη λήξη των αγώνων ως την αρχή των επόμενων ονομαζόταν Ολυμπιάς, όρος που χρησιμοποιείτο για να δηλώσει και τους ίδιους τους αγώνες. Οι αγώνες γίνονταν την πρώτη πανσέληνο μετά το θερινό ηλιοστάσιο (Ιούλιο-Αύγουστο). Ως το -684 που τα αγωνίσματα ήταν έξι, οι αγώνες γίνονταν σε μια μέρα. Όσο όμως αυξάνονταν τα αγωνίσματα (στην κλασική εποχή είχαν φτάσει τα 18), αυξάνονταν και οι μέρες διάρκειας των αγώνων.
Δικαίωμα συμμετοχής είχαν όλοι οι ελεύθεροι Έλληνες πολίτες, που δεν είχαν διαπράξει φόνο ή ιεροσυλία. Απαγορευόταν η συμμετοχή στους βάρβαρους και στους δούλους. Οι Ρωμαίοι αργότερα, προκειμένου να λάβουν μέρος στους αγώνες, προσπάθησαν να αποδείξουν την ελληνική τους καταγωγή. Οι γυναίκες είχαν δικαίωμα συμμετοχής στους ιππικούς αγώνες μόνο ως ιδιοκτήτριες των ίππων. Όλοι όμως, εκτός από τις γυναίκες, είχαν δικαίωμα να παρακολουθήσουν τους αγώνες ακόμα και οι βάρβαροι και οι δούλοι. Η αυστηρότατη διάταξη που απαγόρευε στις γυναίκες την παρακολούθηση των αγώνων παραμένει ανεξήγητη. Σύμφωνα με τον Παυσανία η απαγορευτική διάταξη ίσχυε μόνο για τις παντρεμένες γυναίκες.
Μόνο η ιέρεια της θεάς Δήμητρας Χαμύνης μπορούσε να τους παρακολουθήσει καθισμένη στο βωμό της θεάς, που βρίσκεται στη βόρεια πλευρά του σταδίου. Η τιμωρία των γυναικών που θα παρέβαιναν τον απαγορευτικό νόμο ήταν ο θάνατος. Τις κατακρήμνιζαν από το όρος Τυπαίο που βρίσκεται νότια του Ιερού. Ωστόσο η μόνη που παραβίασε το νόμο και δεν τιμωρήθηκε ήταν η Καλλιπάτειρα, κόρη του ξακουστού Ολυμπιονίκη Διαγόρα, η οποία καταγόταν από γένος Ολυμπιονικών. Για το λόγο αυτό οι κριτές δεν θέλησαν να την τιμωρήσουν.
Από τα πέρατα του ελληνικού κόσμου έρχονταν θεατές για να παρακολουθήσουν τους αγώνες. Το πλήθος που έφτανε στην Ολυμπία για την παρακολούθηση των αγώνων, έστηνε τις σκηνές του κατά μήκος των ποταμών ή κάτω από τα δέντρα. Εκτός από τους μεμονωμένους προσκυνητές υπήρχαν και οι θεωρίες, οι επίσημες δηλαδή αντιπροσωπείες των πόλεων, οι οποίες απαρτίζονταν από επιφανείς πολίτες και έφερναν πλουσιότατα δώρα στο Ιερό. Οι αθλητές έπρεπε να πάνε στην Ήλιδα, τη διοργανώτρια πόλη των αγώνων ένα μήνα πριν την έναρξή τους, για να προπονηθούν κάτω από την επίβλεψη των Ηλείων κριτών.
Την εποπτεία για την τήρηση των κανονισμών είχαν οι Ελλανοδίκες. Αρχικά ο θεσμός των Ελλανοδικών ήταν κληρονομικός και ισόβιος. Αργότερα όμως (ίσως από το -584) η εκλογή τους γινόταν με κλήρο ανάμεσα σε όλους τους Ηλείους πολίτες. Εκλέγονταν για μια Ολυμπιάδα και η εκπαίδευσή τους διαρκούσε δέκα μήνες. Το διάστημα αυτό έμεναν στην Ήλιδα στον Ελλανοδικαιώνα, όπου μάθαιναν τους κανονισμούς των αγώνων. Επίσης, εκτός από την οργάνωση και τη διεξαγωγή των αγωνισμάτων έργο τους ήταν και η απονομή των βραβείων. Μπορούσαν επίσης να επιβάλουν ποινές χρηματικές και σωματικές, ή και να αποκλείσουν ακόμα αθλητές από τους αγώνες. Από τις χρηματικές ποινές κατασκευάζονταν χάλκινα αγάλματα του Διός, οι Ζάνες (πληθυντικός της λέξης Ζευς), τα οποία τοποθετούσαν στην Άλτη, μπροστά στην είσοδο του Σταδίου. Ο αριθμός των Ελλανοδικών δεν ήταν ο ίδιος καθ΄όλη τη διάρκεια των αγώνων.
Αρχικά ήταν δύο, μετά εννέα, αργότερα δώδεκα και τέλος δέκα (από το -348) έως το τέλος των αγώνων. Κατά τη διάρκεια των αγώνων ήταν ντυμένοι με κόκκινο μανδύα και κάθονταν στην εξέδρα που βρίσκεται στη νότια πλευρά του Σταδίου. Η αναγγελία των αγώνων γινόταν από τους σπονδοφόρους, οι οποίοι κρατούσαν κλαδιά ελιάς και μετέφεραν το μήνυμα της ιερής εκεχειρίας από πόλη σε πόλη. Κατά τη διάρκεια της εκεχειρίας (αρχικά ένας μήνας, αργότερα τρεις, ενώ μερικοί αναφέρουν και το διάστημα των δέκα μηνών), σταματούσε κάθε εχθροπραξία, απαγορευόταν η είσοδος στην Ηλεία σε οπλισμένο άνδρα ή σε ομάδα στρατού και απαγορευόταν η εκτέλεση οποιασδήποτε θανατικής καταδίκης. Αξίζει να σημειωθεί ότι στα 1200 περίπου χρόνια που διήρκεσαν οι αγώνες οι παραβιάσεις του θεσμού ήταν ελάχιστες και ασήμαντες. Αυτό ακριβώς δείχνει ότι ήταν ένας θεσμός ισχυρός, απόλυτα σεβαστός από όλους. Οι αγώνες ήταν γυμνικοί, ιππικοί και αργότερα προστέθηκαν και μουσικοί. Οι γυμνικοί αγώνες γινόντουσαν στο στάδιο και οι ιππικοί στον ιππόδρομο.
~~~~~~~~~~
Όποιος έζησε κάποτε μια άγρια χειμερινή καταιγίδα με εκτυφλωτικές αστραπές στον ουρανό της κοιλάδας του Αλφειού ή τρόμαξε από ένα δυνατό κεραυνό μια αποπνικτική καλοκαιριάτικη μέρα, δεν θά ‘χει κανένα λόγο να απορεί που το πιο σημαντικό ιερό του κεραυνοσείστη Διός, του πατέρα των θεών, βρίσκεται σ’ αυτήν την απόμακρη περιοχή της δυτικής Πελοποννήσου.
Κλάους Χέρμαν
Ολυμπία. Το ιερό και οι Αγώνες.
Το Σώμα και το Πνεύμα.
Ένα από τα σημαντικότερα Ιερά της Αρχαιότητας, αφιερωμένο στον πατέρα των θεών, Ολύμπιο Δία. Η Ολυμπία είναι ο τόπος όπου γεννήθηκαν και τελούνταν κατά την αρχαιότητα οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Οι ανασκαφές στην Ολυμπία άρχισαν τον Μάιο του 1829, δύο χρόνια μετά τη ναυμαχία του Ναυαρίνου, από Γάλλους αρχαιολόγους. Τα ευρήματα (τμήματα από τις μετόπες του πρόναου και του οπισθόδομου του ναού του Διός) μεταφέρθηκαν στο Μουσείο του Λούβρου, όπου εκτίθενται σήμερα. Όταν η ελληνική κυβέρνηση πληροφορήθηκε το γεγονός της αρπαγής των ευρημάτων, οι ανασκαφές διακόπηκαν για να ξαναρχίσουν αργότερα, το 1875 από Γερμανούς αρχαιολόγους. Οι έρευνες συνεχίζονται έως σήμερα από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο της Αθήνας υπό την εποπτεία της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ολυμπίας.
Το Ιερό της Ολυμπίας απλώνεται στους νότιους πρόποδες του δασωμένου λόφου του Κρονίου, ανάμεσα στην συμβολή του Αλφειού και του Κλαδέου ποταμού. Η κοιλάδα μεταξύ των δύο ποταμών στην αρχαιότητα ήταν κατάφυτη από αγριελιές, λεύκες, δρύες, πεύκα και πλατάνια, γι’ αυτό το Ιερό ονομάστηκε ΄Αλτις, δηλαδή άλσος.
Η Άλτις περικλείεται από περίβολο εντός του οποίου περιλαμβάνονται τα κυριότερα θρησκευτικά οικοδομήματα και αναθήματα του ιερού. ΄Έξω από τον περίβολο βρίσκονταν οι βοηθητικοί χώροι, δηλαδή οι κατοικίες των ιερέων, τα λουτρά, οι χώροι προετοιμασίας των αθλητών, και οι ξενώνες. Η απαρχή της λατρείας αλλά και των μυθικών αναμετρήσεων που έλαβαν χώρα στην Ολυμπία χάνεται στα βάθη των αιώνων. Ήδη από την Πρωτοελλαδική εποχή υπάρχει μια οικιστική εγκατάσταση στην περιοχή. Γύρω στο -1200 στην ευρύτερη περιοχή του Ιερού εγκαθίστανται οι Αιτωλοί, δωρικό φύλο με αρχηγό τον Όξυλο. Τότε πιθανότατα άρχισε και η λατρεία του Διός και η Ολυμπία από τόπος κατοίκησης έγινε τόπος λατρείας. Σύντομα εξελίσσεται σε πανελλήνιο κέντρο. Κατά την πρώιμη αρχαϊκή εποχή ιδρύθηκαν τα πρώτα κτήρια του ιερού. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες ξεκίνησαν το -776 προς τιμήν του Διός. Οι αγώνες, που από την αρχή έως το τέλος του θεσμού περιβάλλονται από θρησκευτικό χαρακτήρα και αυστηρό τελετουργικό, διεξάγονταν στην αρχή μπροστά από το χώρο των βωμών, ενώ οι οργανωμένες εγκαταστάσεις, γίνονταν όλο και πιο απαραίτητες με τη συνεχή αύξηση του αριθμού, τόσο των αθλητών όσο και των θεατών.
Ταυτόχρονα και τα αθλήματα εμπλουτίζονταν σε αριθμό και ποικιλία. Ο αγώνας δρόμου ενός σταδίου ήταν το μοναδικό αγώνισμα στο Ιερό έως την 13η Ολυμπιάδα (-728), οπότε οι αγώνες διαρκούσαν μία μόνο ημέρα. Οι αθλητές έτρεχαν γυμνοί σε μία έκταση, το μήκος της οποίας ορίστηκε στα 600 πόδια (192,27 μ.), ένα στάδιο. Από την απόσταση αυτή πήρε το όνομά της και η εγκατάσταση που απαιτείτο για την τέλεση του αγωνίσματος του δρόμου. Οι χώροι αυτοί, τα στάδια, βρίσκονταν σε πλαγιές λόφων ή μικρές κοιλάδες, όπου μπορούσε το κοινό να παρακολουθεί τους αγώνες. Αργότερα και όσο τα πλήθη που συνέρρεαν μεγάλωναν κατασκευάστηκαν τεχνητά πρανή και οι θεατές κάθονταν στο χώμα. Το στάδιο της Ολυμπίας είχε χωρητικότητα 45.000 θεατών. Μόνο άνδρες επιτρεπόταν να παρακολουθήσουν τους αγώνες, εκτός από την ιέρεια της Δήμητρας Χαμύνης. Η εκκίνηση και η διεξαγωγή των αγωνισμάτων του δρόμου καθορίζονταν από σαφείς κανονισμούς και προβλεπόμενες τιμωρίες για τους παραβάτες αθλητές. Σαφείς ήταν οι κανονισμοί για όλα τα Ολυμπιακά αγωνίσματα, ενώ κατά τη διάρκεια των αγώνων υπήρχαν ειδικά σώματα, οι αλύται, για την τήρηση της τάξης σε όλους τους χώρους διεξαγωγής τους. Κριτές και υπέυθυνοι διεξαγωγής των αγώνων ήταν οι Ελλανοδίκες, ισόβιοι στην αρχή και κατόπιν κληρωτοί Ηλείοι πολίτες.
Τα αναρίθμητα αφιερώματα του -7ου / -6ου αιώνα τοποθετούνταν στο ύπαιθρο, επάνω στα δέντρα και σε βωμούς. Σημαντικότερα από τα αναθήματα αυτής της περιόδου είναι οι εξαιρετικής τέχνης χάλκινοι τρίποδες και λέβητες, καθώς και τα όπλα. Με το πέρασμα των αιώνων διαμορφώνεται το αρχιτεκτονικό πρόγραμμα του Ιερού, το οποίο ολοκληρώνεται στο τέλος του -4ου αιώνα.
Ωστόσο και κατά τη Ρωμαϊκή εποχή, κατασκευάζονται νέα οικοδομήματα (κυρίως θέρμες, επαύλεις, ξενώνες, υδραγωγείο κ.α), παρότι έχει ήδη αρχίσει η παρακμή του Ιερού. Η Ολυμπία λειτουργούσε ανέκαθεν ως χώρος πολιτικής προβολής και οι αγώνες γίνονταν συχνά – ιδίως κατά την ύστερη αρχαιότητα – θύμα πολιτικής εκμετάλλευσης από μεγάλες προσωπικότητες όπως ο Φίλιππος Β΄, ο Μέγας Αλέξανδρος και οι διάδοχοί του. Οι Ρωμαίοι παρουσιάζοντας πειστήρια για την ελληνική τους καταγωγή, μετείχαν και αυτοί στους αγώνες, μετά την πλήρη υποταγή της Ελλάδας στη Ρώμη, όμως η λάμψη και το ιδεολογικό υπόβαθρο των αγώνων εξασθένισε σημαντικά. Άμεσα συνδεδεμένη με τους αγώνες και το Ιερό της Ολυμπίας ήταν η πόλη της ΄Ήλιδας, της οποίας μέλημα και προνόμιο ήταν η τέλεση και η προετοιμασία των αγώνων. Το 267 υπό την απειλή της επιδρομής των Ερούλων, οι οποίοι τελικά δεν έφτασαν στο Ιερό, κτίστηκε βιαστικά ένα τείχος, για να προστατευθούν τα σημαντικότερα κτήρια, τα αναθήματα και κυρίως το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Διός. Τότε αρκετά κτήρια υπέστησαν σοβαρές ζημιές, προκειμένου το οικοδομικό υλικό τους να χρησιμοποιηθεί στην κατασκευή του τείχους. Το τέλος του Ιερού του Διός ήλθε στα 393 όταν ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Θεοδόσιος ο Α΄ με ένα διάταγμά του απαγόρευσε τη λειτουργία των ειδωλολατρικών ιερών. Λίγο αργότερα το 426 ο Θεοδόσιος ο Β΄ διέταξε την καταστροφή των κτηρίων της Άλτεως. Η καταστροφή του Ιερού ολοκληρώθηκε με δύο ισχυρούς σεισμούς το 522 και 551.
Τον 5ο και 6ο αι. εγκαταστάθηκε στην Ολυμπία ένα μικρός χριστιανικός οικισμός, και το εργαστήριο του Φειδία διαμορφώθηκε σε χριστιανική βασιλική. Λίγο αργότερα οι πλημμύρες των δύο ποταμών, του Αλφειού και του Κλαδέου, καθώς και οι κατολισθήσεις του Κρονίου, κάλυψαν το Ιερό. Για πολλούς αιώνες η Ολυμπία ξεχάσθηκε, μέχρι που άρχισαν οι πρώτες έρευνες το 19ο αιώνα.
Το πρόγραμμα των αγώνων.
Στο διάστημα της προετοιμασίας των αθλητών στην πόλη της Ήλιδας, οι Ελλανοδίκες τους χώριζαν, ανάλογα με την ηλικία τους, σε κατηγορίες (ανδρών και παίδων). Δύο ημέρες πριν την έναρξη των αγώνων, αθλητές, κριτές και επίσημοι ξεκινούσαν σε πομπή από την Ήλιδα και έφταναν στην Ολυμπία διανύοντας την Ιερά Οδό.
Πρώτη ημέρα.
Την πρώτη ημέρα το πρωί γινόταν η τελετή ορκωμοσίας για την τήρηση των κανόνων εκ μέρους των αθλητών, των συγγενών τους και των κριτών στο Βουλευτήριο, μπροστά στο άγαλμα του Ορκίου Διός. Στη συνέχεια γινόταν η καταγραφή των αθλητών, ο χωρισμός τους κατά αγωνίσματα, και η κλήρωσή τους κατά ζεύγη ή τη σειρά που θα αγωνίζονταν. Έπειτα, κοντά στην είσοδο του σταδίου πραγματοποιούνταν οι αγώνες των κηρύκων και των σαλπιγκτών. Το απόγευμα τελούνταν θυσίες στην ιερή Άλτη και χρησμοδοσίες. Επίσης φιλόσοφοι, ιστορικοί και ποιητές απήγγειλλαν λόγους και γίνονταν διάφορες συναθροίσεις.
Δεύτερη ημέρα.
Το πρωί όλοι οι αθλητές και οι Ελλανοδίκες σε πομπή πήγαιναν στο στάδιο, όπου τους περίμενε συγκεντρωμένο το πλήθος. Οι αγώνες άρχιζαν με το αγώνισμα του σταδίου δρόμου, ακολουθούσε η πάλη παίδων, η πυγμή και το παγκράτιο.
Τρίτη ημέρα.
Το πρωί διεξάγονταν οι αρματοδρομίες και τα ιππικά αγωνίσματα στον ιππόδρομο. Το απόγευμα στο στάδιο γινόταν το αγώνισμα του πεντάθλου (άλμα, δίσκος, δρόμος, ακόντιο, πάλη). Το βράδυ της ίδιας μέρας έκαναν θυσίες προς τιμήν του Πέλοπα και ακολουθούσαν εορταστικά δείπνα.
Τέταρτη ημέρα.
Όλοι οι αθλητές, οι Ελλανοδίκες, οι θεωρίες σε πομπή που ξεκινούσε από το γυμνάσιο έφτανε στο μεγάλο βωμό του Διός, όπου έκαναν θυσία 100 ζώων (εκατόμβη). Μετά το τέλος της λαμπρής αυτής τελετής, γίνονταν οι αγώνες δρόμου των ανδρών, της πάλης, της πυγμής και του παγκρατίου. Η μέρα τελείωνε με την οπλιτοδρομία.
Πέμπτη ημέρα.
Η τελευταία μέρα ήταν αφιερωμένη στην βράβευση των αθλητών. Οι νικητές πήγαιναν προς το ναό του Διός, όπου τους στεφάνωναν οι Ελλανοδίκες. Ακολουθούσε επίσημο γεύμα στο πρυτανείο και εορταστικές εκδηλώσεις που διαρκούσαν μέχρι το βράδυ.
Οι τιμές στους Ολυμπιονίκες.
Οι αγώνες ήταν στεφανίτες. Το άθλο, δηλαδή, ήταν ένα στεφάνι από κλαδί αγριελιάς, ο κότινος. Σύμφωνα με την παράδοση, τον κότινο ως έπαθλο των αγώνων καθιέρωσε ο Ίφιτος, ύστερα από σχετικό χρησμό του μαντείου των Δελφών. Τα κλαδιά για τα στεφάνια των νικητών έκοβαν από την Καλλιστέφανο ελιά που ήταν νοτίως του ναού του Διός. Ένας «παις αμφιθαλής» (που ήταν δηλαδή στη ζωή οι γονείς του) με χρυσό ψαλίδι έκοβε τα κλαδιά. Στη συνέχεια τα πήγαινε στο ναό της Ήρας και τα ακουμπούσε επάνω σε μία χρυσελεφάντινη τράπεζα. Από εκεί τα έπαιρναν οι Ελλανοδίκες για να στεφανώσουν τους νικητές. Για βραβείο χρησιμοποιούσαν ακόμη μάλλινες ταινίες τις οποίες έδεναν στο μέτωπο ή σε άλλα μέρη του σώματος των αθλητών.
Ανυπολόγιστη, όμως, ήταν η ηθική σημασία της νίκης στην Ολυμπία. Τις νίκες αυτές ύμνησαν μεγάλοι ποιητές, όπως ο Συμωνίδης, ο Βακχυλίδης και ο σπουδαιότερος όλων, ο Πίνδαρος. Ο Ολυμπιονίκης όταν επέστρεφε στην πόλη του απολάμβανε μεγάλες τιμές. Κατεδαφιζόταν ένα τμήμα των τειχών της πόλης, εφόσον πόλη που γέννησε Ολυμπιονίκη δεν είχε ανάγκη από τείχη, και από τη νέα είσοδο έμπαινε ο νικητής στην πόλη, ανεβασμένος σε ένα μεγαλόπρεπο τέθριππο άρμα. Στη συνέχεια ο νικητής πρόσφερε θυσία στο θεό προστάτη της πόλης και του αφιέρωνε το στεφάνι του. Ακολουθούσε εορταστικό δείπνο στο οποίο καθόταν όλη η πόλη.
Άλλα προνόμια που έδιναν στους νικητές ήταν η ισόβια σίτισή του με δημόσια δαπάνη, η ατέλεια (φορολογική απαλλαγή), ενώ στην Αθήνα ο Σόλων θέσπισε και χρηματικό βραβείο. Στη Σπάρτη ο νικητής αποκτούσε το δικαίωμα να πολεμάει δίπλα στο βασιλιά. Στις δημόσιες εκδηλώσεις είχαν πάντα τιμητική θέση, ενώ πολλές φορές το όνομά τους χαρασσόταν πάνω σε στήλες που τοποθετούσαν σε περίοπτη θέση. Σε μερικές πόλεις οι Ολυμπιονίκες λατρεύονταν σαν ήρωες μετά το θάνατό τους.
Οι τιμές και τα προνόμια των Ολυμπιονικών ποίκιλλαν από πόλη σε πόλη. Ωστόσο η σημαντικότερη τιμή του Ολυμπιονίκη ήταν το δικαίωμα του να τοποθετήσει το άγαλμά του στην ιερή Άλτη και ο επινίκιος, ο ύμνος δηλαδή που γραφόταν για να εξυμνήσει τη νίκη του. Οι δύο αυτές τιμές εξασφάλιζαν τη δόξα του και το όνομά του έμενε γνωστό για πάντα.
ΤΑ ΚΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΑΛΤΕΩΣ.
Ο σημερινός επισκέπτης της Ολυμπίας, με την είσοδό του στον Αρχαιολογικό Χώρο μπορεί να δει τα παρακάτω κτήρια:
1. Γυμνάσιο
Μεγάλο περίκλειστο ορθογώνιο κτήριο (120 x 220 μ.), με ευρύχωρη αυλή στο μέσον και δωρικές στοές στις τέσσερις πλευρές του. Κτίσθηκε τον -2ο αιώνα και στα τέλη του ίδιου αιώνα προστέθηκε ανάμεσα σ’ αυτό και την παλαίστρα, ένα μνημειακό κορινθιακό αμφιπρόστυλο πρόπυλο. Εδώ γινόταν η προπόνηση των αθλητών στα αγωνίσματα που απαιτούσαν εκτεταμένο χώρο, δηλαδή: δρόμο, δίσκο, ακόντιο. Το Γυμνάσιο δεν έχει ερευνηθεί σε όλη του την έκταση, ενώ η δυτική του πλευρά έχει παρασυρθεί από τον ποταμό Κλαδέο.
2. Παλαίστρα
Τετράγωνο οικοδόμημα (66,35 x 66,75 μ.) του -3ου αιώνα, με περίστυλη αυλή, γύρω από την οποία υπήρχαν στεγασμένοι βοηθητικοί χώροι, όπως αποδυτήρια, ελαιοθέσιον (χώρος που αλείφονταν οι αθλητές με λάδι), κονιστήριο (όπου οι αθλητές έβαζαν στο σώμα τους σκόνη ή άμμο), λουτρά, καθώς και αίθουσες με πάγκους για διδασκαλία. Εδώ προπονούνταν οι αθλητές στην πάλη, την πυγμή και το άλμα.
3. Θεηκολεών
Έδρα των θεηκόλων, ιερέων της Ολυμπίας, που είχαν την φροντίδα του Ιερού και των θυσιών. Πρόκειται για ορθογώνιο κτήριο με περίστυλη αυλή και δωμάτια γύρω από αυτήν, που κτίστηκε σε δύο φάσεις. Η πρώτη χρονολογείται στον -4ο αι. και η δεύτερη στη ρωμαϊκή εποχή.
4. Ηρώον.
Κυκλικό κτίριο εγγεγραμμένο σε τετράγωνο, όπου υπήρχε βωμός αφιερωμένος σε άγνωστο ήρωα. Στο χώρο του βρέθηκε υστεροελληνιστική επιγραφή με τη λέξη ΗΡΩΟΣ. Έχει διατυπωθεί και η γνώμη ότι αρχικά θα ήταν χώρος θερμών λουτρών και στη συνέχεια μετατράπηκε σε ηρώο.
5. Εργαστήριο του Φειδία.
Ορθογώνιο μακρόστενο κτήριο με δύο εσωτερικές κιονοστοιχίες. Κτίστηκε γύρω στο -440 / -430 για την κατασκευή του χρυσελεφάντινου αγάλματος του Διός από το Φειδία. Έχει τις ίδιες διαστάσεις με το σηκό του ναού του Διός. Εδώ βρέθηκαν πολλά εργαλεία, γυάλινα κοσμήματα και πήλινες μήτρες που χρησιμοποίησε ο Φειδίας για την κατασκευή του αγάλματος, καθώς και μια μικρή μελαμβαφής οινοχόη, στη βάση της οποίας ο μεγάλος γλύπτης είχε χαράξει το όνομά του “ΦΕΙΔΙΟΥ ΕΙΜΙ”. Τον -5ο αι. το εργαστήριο μετατράπηκε σε παλαιοχριστιανική τρίκλιτη βασιλική.
6. Λουτρά – Δυτικές Θέρμες.
Κοντά στον Κλαδέο ποταμό, κτίστηκαν τον -5ο αι. Λουτρά και Κολυμβητήριο. Τα Λουτρά επεκτάθηκαν γύρω στο -300 και στο -100 εφοδιάστηκαν με υπόκαυστα. Πλησίον αυτών των Λουτρών κτίσθηκαν στα ρωμαϊκά χρόνια οι λεγόμενες Δυτικές Θέρμες. Τα δάπεδα των δωματίων διακοσμούνταν με ωραιότατα ψηφιδωτά, μερικά από τα οποία σώζονται μέχρι σήμερα, σε αρκετά καλή κατάσταση.
7. Το Σπίτι των Φαιδρυντών.
Νότια του εργαστηρίου του Φειδία, σώζονται ερείπια κτηρίου, που πιθανότατα ανήκουν στο σπίτι των Φαιδρυντών. Οι Φαιδρυντές είχαν την ευθύνη για τη φροντίδα και τη συντήρηση του χρυσελεφάντινου αγάλματος του Δία καθώς και των άλλων αγαλμάτων του Ιερού.
8. Ρωμαϊκοί Ξενώνες.
Στα ρωμαϊκά χρόνια, πλησίον των Δυτικών Θερμών και δυτικά του εργαστηρίου του Φειδία, κτίστηκαν ξενώνες. Πρόκειται για ορθογώνιο οικοδόμημα με αρκετά δωμάτια και ψηφιδωτά δάπεδα.
9. Λεωνιδαίο.
Μεγάλος ξενώνας που κτίστηκε στα -330. Οφείλει το όνομά του στο Νάξιο Λεωνίδα ή Λεωνίδη, που ήταν δωρητής και ο αρχιτέκτονας του κτηρίου. Προοριζόταν για την φιλοξενία των επισήμων. Είναι ένα τετράγωνο κτήριο, που εξωτερικά περιβάλλεται από 138 ιωνικούς κίονες, και στο κέντρο είχε περίστυλη αυλή με 44 δωρικούς κίονες. Ανάμεσα στις δύο κιονοστοιχίες υπήρχαν τα δωμάτια. Στα ρωμαϊκά χρόνια ήταν η κατοικία των Ρωμαίων αξιωματούχων.
10. Ρωμαϊκά Λουτρά.
Στα ρωμαϊκά χρόνια, χτίστηκαν σε διάφορα σημεία του Ιερού λουτρικές εγκαταστάσεις. Αυτά είναι τα Νότια Λουτρά (νοτίως του ναού του Διός) και οι λεγόμενες ΝΔ Θέρμες του Λεωνιδαίου. Τα δάπεδά τους διακοσμούνταν με ψηφιδωτά, μερικά από τα οποία σώζονται μέχρι και σήμερα.
11. Νότια Στοά.
Αποτελούσε το νότιο όριο του Ιερού με κύρια πρόσοψη προς τον Αλφειό ποταμό. Χρονολογείται στα μέσα του -4ου αιώνα και είχε μία εξωτερική δωρική κιονοστοιχία και μία εσωτερική κορινθιακού ρυθμού.
12. Βουλευτήριο.
Έδρα στην οποία συνεδρίαζε το ανώτατο Συμβούλιο του Ιερού, η Ολυμπιακή Βουλή. Η κατασκευή του άρχισε στα τέλη του -6ου αι. και ολοκληρώθηκε τον -4ο αι. Αποτελείται από δύο επιμήκη αψιδωτά κτήρια, που συνδέονται μεταξύ τους με ένα τετράγωνο κτίσμα και ιωνική στοά στο Ανατολικό τμήμα τους. Στο τετράγωνο κτίσμα, που βρισκόταν μεταξύ των αψιδωτών κτηρίων, υπήρχε το άγαλμα και ο βωμός του Ορκίου Διός, στον οποίο οι αθλητές και οι κριτές έδιναν τον καθιερωμένο ιερό όρκο πριν τους αγώνες.
13. Ναός του Διός.
Ο γιγάντιος περίπτερος δωρικός ναός (64,12 x 27,68 και ύψος 20,25 μ.), με 6 κίονες στις στενές και 13 κίονες στις μακριές πλευρές καταλαμβάνει την πιο περίοπτη θέση στο ιερό. Υπήρξε έργο του Ηλείου αρχιτέκτονα Λίβωνα. Πρόκειται για τον μεγαλύτερο ναό της Πελοποννήσου και κτίστηκε μεταξύ του -470 / -456. Ήταν αφιέρωμα στο Ιερό από τα λάφυρα των Ηλείων εναντίον των Πισατών. Θεωρείται η τέλεια έκφραση, «ο κανών» της δωρικής ναοδομίας. Για την κατασκευή του χρησιμοποιήθηκε κογχυλιάτης λίθος.
Αποτελείται από πρόναο, σηκό και οπισθόδομο. Ο πρόναος και ο οπισθόδομος είναι δίστυλοι εν παραστάσι. Στο δάπεδο του πρόναου σώζεται ψηφιδωτό δάπεδο ελληνιστικών χρόνων με παράσταση Τριτώνων. Ο σηκός χωρίζεται σε τρία κλίτη από δύο σειρές δίτονης κιονοστοιχίας. Στο βάθος του σηκού στο κεντρικό κλίτος, βρισκόταν το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Διός, έργο του Φειδία, που κατασκευάστηκε γύρω στα -430. Το άγαλμα, ένα από τα επτά θαύματα του κόσμου, ύψους 12 μ. περίπου απεικόνιζε το Δία καθισμένο στο θρόνο του. Κρατούσε το σκήπτρο του στο αριστερό χέρι και φτερωτή Νίκη στο δεξί. Μετά την κατάργηση των Ολυμπιακών Αγώνων το 393, το άγαλμα μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και καταστράφηκε το 475 από φωτιά. Ο ναός είχε πλούσιο γλυπτό διάκοσμο (εναέτιες συνθέσεις και μετόπες) από παριανό μάρμαρο. Στο ανατολικό αέτωμα απεικονιζόταν η αρματοδρομία μεταξύ Πέλοπα και Οινομάου, με κεντρική μορφή τον Δία. Στο δυτικό αέτωμα η σύγκρουση μεταξύ Λαπιθών και Κενταύρων με κεντρική μορφή τον Απόλλωνα. Οι μετόπες που βρίσκονταν πάνω από την είσοδο του πρόναου και του οπισθόδομου, παρίσταναν τους 12 άθλους του Ηρακλή. Πρόκειται για τα πιο αντιπροσωπευτικά δείγματα γλυπτικής του αυστηρού ρυθμού, που ο επισκέπτης του Ιερού έχει την τύχη να θαυμάσει στο Μουσείο της Ολυμπίας, όπου εκτίθενται. Ως κεντρικό ακρωτήριο του ανατολικού αετώματος ήταν μια επίχρυση Νίκη, έργο του φημισμένου γλύπτη Παιωνίου, ενώ στα πλάγια ακρωτήρια είχε τοποθετηθεί από ένας επίχρυσος λέβητας. Ο ναός υπέστη μεγάλες καταστροφές το 426 μ.Χ. όταν πυρπολήθηκε ύστερα από διαταγή του Θεοδοσίου του Β΄, ενώ αργότερα, το 522 και 551, καταστράφηκε εντελώς από σεισμό.
15. Στοά της Ηχούς.
Μεγάλη στοά, που κατασκευάστηκε στα μέσα του -4ου αι. για να χωρίσει την Άλτη από το Στάδιο. Είχε μία εξωτερική κιονοστοιχία δωρικού ρυθμού και μία εσωτερική, ίσως κορινθιακού. Οφείλει το όνομά της στην ακουστική της, ενώ ονομαζόταν και “Επτάηχος”, εφόσον ο ήχος επαναλαμβανόταν 7 φορές. Ονομαζόνταν επίσης και “ποικίλη στοά” εξαιτίας των ζωγραφικών πινάκων που διακοσμούσαν το εσωτερικό της. Γύρω στα μέσα του -3ου αι. μπροστά στη στοά της Ηχούς στήθηκαν πάνω σε δύο ψηλούς ιωνικούς κίονες τα επίχρυσα αγάλματα του βασιλιά Πτολεμαίου Β΄ του Φιλαδέλφου και της συζύγου του Αρσινόης.
16. Κρύπτη.
Είναι η μνημειακή είσοδος του Σταδίου. Κτίστηκε τον -3ο αι. για να συνδέσει το στάδιο με το Ιερό. Είναι ένας στενός αψιδωτός διάδρομος, που στο δυτικό του τμήμα απέληγε σε πύλη με κορινθιακούς κίονες.
17. Στάδιο.
Το στάδιο που βλέπει σήμερα ο επισκέπτης είναι το τρίτο κατά σειρά της Ολυμπίας και χρονολογείται στον -5ο αι. Το στάδιο των αρχαϊκών χρόνων ήταν απλό, χωρίς κανονικά πρανή (στάδιο Ι) και πρέπει να εκτεινόταν κατά μήκος του ανδήρου των θησαυρών. Η δυτική στενή πλευρά του, που ήταν και το τέρμα, ήταν ανοιχτή προς το Μεγάλο Βωμό του Διός.
Στα τέλη του -6ου αι. / αρχές -5ου αι. μετατοπίζεται λίγο ανατολικότερα και διαμορφώνονται τα πρανή των μακρών πλευρών (στάδιο ΙΙ). Στα μέσα του -5ου αι. το στάδιο μετατοπίζεται 82 μ. ανατολικότερα και 7 μ. βορειότερα και παίρνει τη μορφή με την οποία σώζεται σήμερα (στάδιο ΙΙΙ). Στα μέσα του -4ου αι. κατά μήκος του δυτικού πρανούς κτίζεται η στοά της Ηχούς, η οποία χώρισε οριστικά το Ιερό από το Στάδιο. Ο στίβος του σταδίου έχει μήκος 212,54 μ. και πλάτος 28,50 μ. Οι λίθινες αφέσεις (αφετηρία και τέρμα) απέχουν η μία από την άλλη 192,28 μ. Τα πρανή διαμορφώνονται κανονικά στις τέσσερις πλευρές, και δεν είχαν λίθινα καθίσματα, εκτός από λίγα που υπήρχαν για τους επισήμους. Στο νότιο πρανές ήταν η Εξέδρα των Ελλανοδικών και απέναντι, στο βόρειο πρανές, ο βωμός της θεάς Δήμητρας Χαμύνης. Η χωρητικότητα του Σταδίου είναι 45.000 θεατές, που κάθονταν απευθείας στη γη. Γύρω από το στίβο του σταδίου, βρέθηκε σε καλή κατάσταση και ο λίθινος ανοιχτός αγωγός, με μικρές λεκάνες κατά διαστήματα, απ’ όπου οι θεατές έπιναν νερό, όταν παρακολουθούσαν του Αγώνες.
18. Ιππόδρομος.
Στον ιππόδρομο διεξάγονταν οι αρματοδρομίες και οι ιπποδρομίες. Βρισκόταν νότια του σταδίου και σύμφωνα με τις πληροφορίες του Παυσανία θα πρέπει να είχε μήκος 600 μ. και πλάτος 200 μ. Η ακριβής θέση του ιπποδρόμου δεν έχει εντοπιστεί, επειδή καταχώθηκε από τις προσχώσεις του ποταμού Αλφειού. Είχε ένα πολύπλοκο σύστημα εκκίνησης, το οποίο περιγράφει πολύ αναλυτικά ο Παυσανίας. Προς τα δυτικά έκλεινε με τη στοά του Αγνάπτου.
19. Ζάνες.
Κατά μήκος του αναλημματικού τοίχου του ανδήρου των θησαυρών υπήρχαν οι Ζάνες (πληθυντικός της λέξης Ζευς). Πρόκειται για χάλκινα αγάλματα του Διός, που αφιερώνονταν στο ιερό από τα χρηματικά πρόστιμα που πλήρωναν όσοι παρέβαιναν τους κανονισμούς των Ολυμπιακών Αγώνων. Σώζονται οι 16 βάσεις των αγαλμάτων που ήταν τοποθετημένα μπροστά από την κύρια είσοδο του Σταδίου, την «Κρυπτή», ως παράδειγμα προς αποφυγή για τους αθλητές.
20. Μητρώο.
Μικρός δωρικός περίπτερος ναός, με 6 κίονες στις στενές και 11 στις μακριές πλευρές, αφιερωμένος στη Μητέρα των θεών Ρέα (ή Κυβέλη). Κτίστηκε στις αρχές του -4ου αι. Στη ρωμαϊκή εποχή χρησιμοποιήθηκε ως χώρος λατρείας των Ρωμαίων αυτοκρατόρων. Τα αγάλματα που έχουν βρεθεί στο Μητρώο εκτίθενται στο Μουσείο της Ολυμπίας.
21. Θησαυροί.
Πάνω σε φυσικό άνδηρο, που σχηματίζεται στο νότιο πρανές του Κρονίου λόφου, έχουν κτιστεί οι θησαυροί. Είναι μικρά ναόσχημα οικοδομήματα, που αφιέρωναν διάφορες πόλεις στο Ιερό, για να στεγάσουν τα πλούσια αναθήματά τους στο Δία. Οι θησαυροί άρχιζαν να κτίζονται τον -6ο αι. και ολοκληρώθηκαν στα μέσα του -5ου αι. Ο Παυσανίας αναφέρει δέκα θησαυρούς, όμως η ανασκαφική έρευνα έχει φέρει στο φως συνολικά δώδεκα. Βέβαιη είναι η ταύτιση των θησαυρών των Σικυωνίων, Σελινουντίων, Μεταποντίων, Μεγαρέων και Γελώων.
22. Νυμφαίον.
Υδραγωγείο που κτίστηκε από τον Ηρώδη τον Αττικό προς τιμήν της συζύγου του Ρήγιλας. Είναι ημικυκλικού σχήματος με δύο κυκλικούς ναΐσκους στα δύο άκρα του και δύο ανισοϋψείς δεξαμενές. Στο διώροφο ημικυκλικό τοίχο, υπήρχαν κόγχες που διακοσμούνταν με τους αδριάντες του Αντωνίνου Πίου, του Ηρώδη του Αττικού και των οίκων τους. Κτίστηκε περίπου το -160. Στις δεξαμενές του συγκεντρώνονταν τα νερά από τους γύρω λόφους της Ολυμπίας και από εκεί διοχετεύονταν σε όλο το Ιερό με λίθινο αγωγό. Πρόκειται για σημαντικότατο έργο ύδρευσης, που έλυσε το πρόβλημα λειψυδρίας, το οποίο υπήρχε στην Ολυμπία κυρίως κατά την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων.
23. Προϊστορικό κτήριο.
Σε βαθύτερο στρώμα, ΝΑ του Ηραίου διατηρείται η θεμελίωση ενός μεσοελλαδικού αψιδωτού κτηρίου (-2.000 / -1600). Πρόκειται για το αρχαιότερο οικιστικό κατάλοιπο στο χώρο της Άλτεως.
24. Ναός της Ήρας.
Δωρικός περίπτερος ναός με 6 κίονες στις στενές και 16 στις μακριές πλευρές, που κτίστηκε στα τέλη περίπου του -7ου αι. Αρχικά οι κίονες και ο θριγκός ήταν ξύλινοι. Σταδιακά, σε διάστημα πολλών αιώνων, αντικαταστάθηκαν με λίθινους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να αποτυπώνεται στο μνημείο η εξέλιξη του δωρικού ρυθμού (κυρίως του κιονόκρανου). Ο ναός αποτελείται από πρόναο, σηκό και οπισθόδομο. Ο σηκός χωριζόταν σε τρία κλίτη. Εντός του ναού φυλασσόταν ο δίσκος της ιερής εκεχειρίας καθώς και άλλα πολύτιμα αντικείμενα (όπως η τράπεζα του Κολώτη, η λάρνακα του Κυψέλου κ.ά). Στο βάθος του σηκού πάνω σε βάθρο ήταν στημένα τα αγάλματα της Ήρας και του Διός. Πιθανότατα στο άγαλμα της Ήρας ανήκει το αρχαϊκό λίθινο κεφάλι (Λ 1) που εκτίθεται στο Μουσείο της Ολυμπίας. Στο Μουσείο εκτίθεται επίσης και ο Ερμής του Πραξιτέλους που βρέθηκε κατά τις ανασκαφές στο σηκό του ναού, καθώς και το κεντρικό πήλινο ακρωτήριο του ναού. Το Ηραίο της Ολυμπίας αποτελεί ένα από τα αρχαιότερα δείγματα μνημειακής δωρικής αρχιτεκτονικής.
25. Βωμός της Ήρας.
Βρίσκεται μπροστά στο ναό της Ήρας και εδώ γίνεται η αφή της Ολυμπιακής Φλόγας, κάθε τέσσερα χρόνια.
26. Μεγάλος Βωμός Διός.
Στο κέντρο περίπου της Άλτεως, ΝΑ του ναού της Ήρας βρισκόταν ο Μεγάλος Βωμός του Διός, από τον οποίο δεν έχει σωθεί κανένα ίχνος. Ο βωμός ήταν μεγάλος, κωνικού σχήματος και είχε διαμορφωθεί από την τέφρα των θυσιών και της εστίας του Πρυτανείου.
27. Πελόπιο.
Ταφικό μνημείο (κενοτάφιο), αφιερωμένο στον ήρωα Πέλοπα. Πρόκειται για μικρό γήλοφο που δημιουργήθηκε κατά τη μυκηναϊκή εποχή. Στα κατώτερα στρώματα του Πελοπίου βρέθηκαν οικοδομικά λείψανα, που χρονολογούνται ήδη από την Πρωτοελλαδική εποχή. Ο γήλοφος περιβάλλεται από πεντάγωνο περίβολο με πρόπυλο, που ανακαινίστηκε τον -6ο αι., ενώ η σημερινή μορφή του χρονολογείται πιθανότατα τον -5ο αι.
28. Φιλιππείο.
Περίπτερο κυκλικό οικοδόμημα με 18 ιωνικούς κίονες εξωτερικά και κορινθιακούς ημικίονες εσωτερικά. Αφιερώθηκε από το Φίλιππο Β΄, τον πατέρα του μεγάλου Αλεξάνδρου στον οποίο οφείλει και την ονομασία του, μετά τη μάχη της Χαιρώνειας το -338. Το έργο αποπεράτωσε ο Αλέξανδρος επειδή το -336 δολοφονήθηκε ο Φίλιππος. Ήταν ένα όμορφο, κομψό οικοδόμημα, όπου στο εσωτερικό του (στο σηκό) απέναντι από την είσοδο, σε ένα ημικυκλικό βάθρο ήταν στημένοι πέντε χρυσελεφάντινοι ανδριάντες της βασιλικής οικογένειας (Φιλίππου, Αλεξάνδρου, Ολυμπιάδας, Αμύντα και Ευρυδίκης), έργα του φημισμένου γλύπτη Λεωχάρους.
29. Πρυτανείο.
Ήταν η έδρα των πρυτάνεων, αξιωματούχων του Ιερού. Το κτήριο βρίσκεται στη ΒΔ γωνία της Άλτεως. Πρόκειται για ένα τετράγωνο οικοδόμημα, η κατασκευή του οποίου άρχισε στον -5ο αι., αλλά υπήρξαν στη συνέχεια διάφορες οικοδομικές φάσεις. Σε έναν από τους χώρους του στεγαζόταν ο βωμός της Εστίας όπου έκαιγε το άσβεστο πυρ, ενώ σε μία από τις αίθουσες γίνονταν οι πανηγυρικές συνεστιάσεις προς τιμή των Ολυμπιονικών και των επισήμων, κατά τη διάρκεια των αγώνων.
Στο Ιερό του Διός υπήρχαν και άλλα οικοδομήματα, κυρίως επαύλεις, οικίες ρωμαϊκών χρόνων κ.ά, που προς το παρόν παραμένουν κλειστά για το κοινό.
Πρώτος καταγεγραμμένος Ολυμπιονίκης της ιστορίας, στέφεται ο Ηλείος ΚΟΡΟΙΒΟΣ.
Πρώτος καταγεγραμμένος Ολυμπιονίκης της ιστορίας, στέφεται ο Ηλείος ΚΟΡΟΙΒΟΣ, νικητής στο αγώνισμα του ΣΤΑΔΙΟΥ, που ήταν και το μοναδικό των 13 πρώτων Ολυμπιάδων.
Στην 14η Ολυμπιάδα θα προστεθεί το αγώνισμα του ΔΙΑΥΛΟΥ, στην 15η ο ΔΟΛΙΧΟΣ, στην 18η το ΠΕΝΤΑΘΛΟΝ και η ΠΑΛΗ, στην 23η η ΠΥΓΜΑΧΙΑ, στην 25η η ΑΡΜΑΤΟΔΡΟΜΙΑ των ΤΕΘΡΙΠΠΩΝ στην 33η η ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΑ του ΚΕΛΗΤΟΣ και το ΠΑΓΚΡΑΤΙΟΝ και στην 65η ο ΟΠΛΙΤΗΣ ΔΡΟΜΟΣ.
Αυτά ήταν και τα βασικά αγωνίσματα των Ολυμπιακών αγώνων, αν και κατά καιρούς διεξήχθησαν και αρκετά άλλα όπως: η ΑΠΗΝΗ, η ΚΑΛΠΗ, η ΣΥΝΩΡΙΣ, το ΑΡΜΑ ΠΩΛΙΚΟΝ, το ΔΕΚΑΠΩΛΟΝ οι αγώνες ΚΗΡΥΚΩΝ, ΣΑΛΠΙΓΚΤΩΝ ακόμη και ΚΙΘΑΡΩΔΩΝ και ΤΡΑΓΩΔΩΝ. Τα δύο τελευταία αγωνίσματα, καθώς και το ΔΕΚΑΠΩΛΟΝ έγιναν μόνο μία φορά κατά την διάρκεια της 211ης Ολυμπιάδας του 65, με μοναδικό στόχο την ματαιοδοξία του ΝΕΡΩΝΟΣ, που ήταν βέβαια νικητής και στα τρία. Άλλωστε στην Ολυμπιάδα αυτή ανακηρύχτηκε πολυνίκης με έξι νίκες σε ισάριθμα αγωνίσματα, αφού παραμερίστηκαν κλασσικά αγωνίσματα για να διεξαχθούν αυτά που μπορούσε να συμμετάσχει.
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΓΩΝΙΣΜΑΤΩΝ
ΣΤΑΔΙΟ: δρόμος ταχύτητας ενός σταδίου, δηλαδή 600 ποδιών ( 192,28 μ.). Έως την 13η Ολυμπιάδα ( -728 ) ήταν και το μοναδικό αγώνισμα. Πρώτος Ολυμπιονίκης του Σταδίου ήταν ο Ηλείος ΚΟΡΟΙΒΟΣ, και πολυνίκες στην ιστορία του αγωνίσματος οι ΛΕΩΝΙΔΑΣ ο Ρόδιος με 4 νίκες, ΧΙΟΝΙΣ ο Σπαρτιάτης με 3, ΚΡΙΣΩΝ από την Ιμέρα της Σικελίας με 3, και ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ο Σαλαμίνιος με 3.
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΔΙΑΥΛΟΣ: δρόμος ταχύτητας, με διπλή διαδρομή του σταδίου, απόσταση δηλαδή 1200 ποδιών.
Εισήχθη στους Ολυμπιακούς Αγώνες στη 14η Ολυμπιάδα ( -724 ).
Πρώτος Ολυμπιονίκης του Διαύλου ήταν ο ΥΠΙΝΟΣ από την Πίσα της Πελοποννήσου, και πολυνίκες οι ΛΕΩΝΙΔΑΣ ο Ρόδιος με 4 νίκες, ΧΙΟΝΙΣ ο Σπαρτιάτης με 3, και ΦΙΛΙΝΟΣ ο Κώος με 3.
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΔΟΛΙΧΟΣ: ( μακρός ). Δρόμος αντοχής 7 έως 24 σταδίων. Τις περισσότερες φορές η απόσταση ήταν καθορισμένη στα 20 στάδια, ( 3845 περίπου μ.) Εισήχθη στην 15η Ολυμπιάδα ( -720 ).
Πρώτος Ολυμπιονίκης του Δολίχου ήταν ο ΑΚΑΝΘΟΣ ο Σπαρτιάτης, και πολυνίκες οι ΓΡΑΟΣ από την Βυθινία με 3 νίκες, ΔΡΟΜΕΥΣ από την Στυμφαλία με 2 και ΕΡΓΟΤΕΛΗΣ από την Ιμέρα με 2.
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΠΕΝΤΑΘΛΟΝ: Αποτελείτο από πέντε αγωνίσματα: το άλμα, τον δρόμο, το ακόντιο, το δίσκο και την πάλη. Τα τρία πρώτα αγωνίσματα θεωρούντο ελαφρά και τα δύο τελευταία βαρέα.
Ο νικητής του πεντάθλου θεωρείτο και ο πιο σπουδαίος Ολυμπιονίκης. Άγνωστος παραμένει ο τρόπος ανακήρυξης του πενταθλητή. Εισήχθη στην 18η Ολυμπιάδα ( -708 )
Πρώτος Ολυμπιονίκης του Πεντάθλου ήταν ο Σπαρτιάτης ΛΑΜΠΙΣ και πολυνίκες οι ΦΙΛΟΜΒΡΟΤΟΣ ο Σπαρτιάτης με 3 νίκες, ΘΕΟΠΟΜΠΟΣ ο Ηραίος με 2, ΑΙΛΙΟΣ ΓΡΑΝΙΑΝΟΣ ο Σικυώνιος με 2 και ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ο Σαλαμίνιος με 2.
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΑΛΜΑ: Στην Ολυμπία το άλμα αποτελούσε πάντα αγώνισμα του Πεντάθλου.
Κατά την εκτέλεση του άλματος πού ήταν άνευ φοράς, οι αθλητές χρησιμοποιούσαν λίθινα ή μολύβδινα βάρη τους αλτήρες προκειμένου να εξασφαλίσουν οι άλτες καλύτερη επίδοση. Οι αλτήρες ήταν διαφόρων τύπων, καί το βάρος τους κυμαινόταν από 1600 έως 2000 γραμμάρια περίπου.
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΔΙΣΚΟΣ: Στους Ολυμπιακούς Αγώνες ο δίσκος αποτελούσε πάντα αγώνισμα του Πεντάθλου.
Οι δίσκοι που χρησιμοποιούσαν οι δισκοβόλοι αρχικά ήταν λίθινοι, αργότερα όμως ήταν από χαλκό, μολύβι ή σίδερο. Όπως και σήμερα ήταν στρογγυλοί και το βάρος τους ήταν 1250 γραμμάρια περίπου.
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΑΚΟΝΤΙΟ: Στην Ολυμπία το ακόντιο αποτελούσε πάντα αγώνισμα του Πεντάθλου.
Το ακόντιο είχε μήκος 1,50 – 2 μ., με μυτερή την άκρη του, χωρίς μεταλλική αιχμή.
Μία λουρίδα από δέρμα, η λεγόμενη αγκύλη, μήκους 0,40 μ. σχημάτιζε θηλειά στο κέντρο βάρους του ακοντίου. Στη θηλειά αυτή ο αθλητής περνούσε το δείκτη και το μέσο δάκτυλο του χεριού.
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΠΑΛΗ: Από τα πιο αγαπημένα αγωνίσματα στην αρχαία Ελλάδα.
Οι αθλητές της πάλης αγωνίζονταν με το σώμα γυμνό αλειμμένο με λάδι, και υπήρχαν δύο είδη :
η ορθία πάλη ή σταδαία πάλη και η αλίνδησις ή κάτω πάλη. Στην πρώτη αρκούσε ο παλαιστής να ρίξει κάτω τον αντίπαλό του τρεις φορές ( τριακτήρ ). Στη δεύτερη μετά την πτώση εξακολουθούσε ο αγώνας μέχρι ο ένας εκ των δύο αντιπάλων να παραδεχτεί την ήττα του. Εισήχθη στην 18η Ολυμπιάδα ( -708 ) ως αγώνισμα του Πεντάθλου αλλά και ώς ανεξάρτητο. Πρώτος Ολυμπιονίκης της Πάλης ήταν ο Σπαρτιάτης ΕΥΡΥΒΑΤΟΣ και πολυνίκες οι ΙΠΠΟΣΘΕΝΗΣ ο Σπαρτιάτης με 5 νίκες, ΜΙΛΩΝ ο Κροτωνιάτης με 5 και ΕΤΟΙΜΟΚΛΗΣ ο Σπαρτιάτης με 4. Ο ΜΙΛΩΝ ο Κροτωνιάτης, έγινε θρύλος αφού κατέκτησε 1 νίκη στην Πάλη Παίδων και 5 στην Πάλη Ανδρών στην Ολυμπία, 7 νίκες στα Πύθια, 9 στα Νέμεα και 10 στα Ίσθμια.
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΠΥΓΜΗ ( πυγμαχία ): Δημοφιλέστατο και αυτό αγώνισμα. Εισήχθη στην 23η Ολυμπιάδα ( -688 ). Οι αντίπαλοι αγωνίζονταν έως ότου ο ένας από τους δύο πέσει αναίσθητος ή παραδεχτεί την ήττα του. Οι αθλητές φορούσαν στα χέρια τους ιμάντες, από λεπτό δέρμα βοδιού. Αργότερα, πρόσθεσαν λουρίδες από σκληρό δέρμα και στο εσωτερικό έβαζαν μαλλί. Στα ρωμαϊκά χρόνια ακολουθώντας τις βάρβαρες συνήθειες των κατακτητών, οι πυγμάχοι χρησιμοποιούσαν ένα γάντι ενισχυμένο με σίδερο και μολύβι. Πρώτος Ολυμπιονίκης της Πυγμαχίας ήταν ο ΟΝΟΜΑΣΤΟΣ από την Σμύρνη και πολυνίκες οι ΤΙΣΑΝΔΡΟΣ από τη Νάξο της Σικελίας με 4 νίκες ο ΕΥΘΥΜΟΣ ο Λοκρός με 3 και ο ΔΗΜΟΚΡΑΤΗΣ από το Μαίανδρο της Μικράς Ασίας με 3. Θρυλικοί πυγμάχοι όμως, έμειναν στην ιστορία ο ΘΕΑΓΕΝΗΣ ο Θάσιος, με 1 νίκη στην Πυγμαχία και 1 στο Παγκράτιο, ο ΔΙΑΓΟΡΑΣ ο Ρόδιος με 1 νίκη και ο ΜΕΛΑΝΚΟΜΑΣ ο Κάριος, με 1 νίκη και αυτός.
Άλλος πυγμάχος πού το όνομά του έγραψε ιστορία, είναι ο ΒΑΡΑΣΔΑΤΗΣ ο Αρμένιος, αφού είχε την τιμή να είναι ο τελευταίος καταγεγραμμένος Ολυμπιονίκης ( 287η Ολυμπιάς του 369 ).
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΠΑΓΚΡΑΤΙΟΝ: Από τα πιο θεαματικά αγωνίσματα το παγκράτιο ήταν συνδυασμός πυγμής και πάλης. Οι παγκρατιαστές έπρεπε να συνδυάζουν ταυτόχρονα τα προσόντα των παλαιστών και των πυγμάχων, καί υπήρχαν αυστηροί κανόνες διεξαγωγής του. Εισήχθη στην 33η Ολυμπιάδα ( -648). Πρώτος Ολυμπιονίκης του Παγκράτιου ήταν ο ΛΥΓΔΑΜΙΣ ο Συρακούσιος. Πολυνίκες οι ΑΡΡΙΧΙΩΝ από την Φιγάλεια της Πελοποννήσου ΔΩΡΙΕΥΣ ο Ρόδιος, ΣΩΣΤΡΑΤΟΣ ο Σικυώνιος και ΑΣΤΥΑΝΑΞ ο Μιλήσιος, όλοι με 3 νίκες.
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΟΠΛΙΤΗΣ ΔΡΟΜΟΣ: Δρόμος ταχύτητας, όπου ο δρομέας έτρεχε φορώντας χάλκινη αμυντική πανοπλία ( κράνος, κνημίδες, ασπίδα ). Η διαδρομή του οπλίτη δρόμου ήταν 2 στάδια, αν και αναφέρονται περιπτώσεις 4 σταδίων. Εισήχθη στην 65η Ολυμπιάδα ( -520 ). Πρώτος Ολυμπιονίκης τού Οπλίτη Δρόμου ήταν ο ΔΗΜΑΡΕΤΟΣ ο Ηραίος και πολυνίκες οι ΛΕΩΝΙΔΑΣ ο Ρόδιος με 4 νίκες, ΔΗΜΑΡΕΤΟΣ ο Ηραίος μέ 2, καί ΦΡΙΚΙΑΣ από την Πελλίνα της Θεσσαλίας, με 2.
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΑΡΜΑΤΟΔΡΟΜΙΕΣ: Οι ηνίοχοι δεν ήταν οι ιδιοκτήτες των αλόγων. Η νίκη, όμως, ανήκε στους ιδιοκτήτες οι οποίοι στέφονταν νικητές,ενώ για τον ηνίοχο το βραβείο ήταν μία μάλλινη ταινία που ο ιδιοκτήτης του ίππου του έδενε στο μέτωπο. Για το λόγο αυτό στην Ολυμπία έχομε ονόματα γυναικών που αναφέρονται ως νικητές στις αρματοδρομίες.
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΤΕΘΡΙΠΠΟΝ: Δίτροχο άρμα, συρόμενο από τέσσερα ίππους. Το μήκος της διαδρομής ήταν δώδεκα γύροι του ιπποδρόμου. Εισήχθη στην 25η Ολυμπιάδα ( -680 ). Πρώτος Ολυμπιονίκης του Τεθρίππου ήταν ο ΠΑΓΩΝΟΣ ο Θηβαίος. Πολυνίκες οι ΕΥΑΓΟΡΑΣ ο Σπαρτιάτης και ΚΑΛΛΙΑΣ ο Αθηναίος με 3 νίκες και οι δύο. Την 91η Ολυμπιάδα ( -416 ) την νίκη κατέκτησε ο διαβόητος Αθηναίος στρατηγός ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ.
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΑΠΗΝΗ: Άρμα συρόμενο από δύο ημίονους.
Εισήχθη στην 70η Ολυμπιάδα ( -500 ) και διεξήχθη μόνο σε 4 Ολυμπιάδες.
Πρώτος Ολυμπιονίκης της Απήνης ήταν ο ΘΕΡΣΙΟΣ ο Θεσσαλός.
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΣΥΝΩΡΙΣ: Άρμα συρόμενο από δύο ίππους.
Εισήχθη στην 93η Ολυμπιάδα ( -408 )
Πρώτος Ολυμπιονίκης της Συνωρίδος ήταν ο ΕΥΑΓΟΡΑΣ ο Ηλείος.
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΤΕΘΡΙΠΠΟΝ ΠΩΛΙΚΟΝ: Άρμα, συρόμενο από τέσσερις πώλους. Το μήκος της διαδρομής ήταν οκτώ γύροι του ιπποδρόμου.
Εισήχθη στην 121η Ολυμπιάδα ( -296 )
Πρώτος Ολυμπιονίκης του Τεθρίππου Πωλικού ήταν ο ΤΛΑΣΙΜΑΧΟΣ ο Αμβρακιώτης.
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΣΥΝΩΡΙΣ ΠΩΛΙΚΗ: Άρμα, συρόμενο από δύο πώλους.
Εισήχθη στην 129η Ολυμπιάδα ( -264 )
Πρώτος Ολυμπιονίκης τής Συνωρίδος Πωλικής ήταν ο ΒΕΛΙΣΤΙΧΗΣ ο Μακεδών.
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΑΡΜΑ ΤΕΛΕΙΟΝ: Διεξήχθη μόνο μία φορά κατά την 211η Ολυμπιάδα ( 65 ) για να στεφανωθεί νικητής ο Ρωμαίος αυτοκράτωρ ΝΕΡΩΝ.
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΔΕΚΑΠΩΛΟΝ: Διεξήχθη μόνο μία φορά κατά την 211η Ολυμπιάδα ( 65 ) για να στεφανωθεί νικητής ο Ρωμαίος αυτοκράτωρ ΝΕΡΩΝ.
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΑ ΚΕΛΗΤΩΝ: Αγώνισμα με αναβάτη σε άλογο που έκανε έξι φορές το γύρο του ιπποδρόμου. Ο αναβάτης ίππευε γυμνός, δίχως εφίππιο και αναβολείς κρατώντας το μαστίγιο και τα ηνία, και όπως στις αρματοδρομίες νικητής ήταν ο ιδιοκτήτης του ίππου, καί όχι ο αναβάτης.
Εισήχθη στην 33η Ολυμπιάδα ( -648 )
Πρώτος Ολυμπιονίκης τής Ιπποδρομίας Κελήτων ήταν η ΚΡΑΞΙΛΑ από την Θεσσαλία..
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΚΑΛΠΗ: Αγώνισμα με αναβάτη σε φοράδα.
Διεξήχθη μόνο μία φορά κατά την 71η Ολυμπιάδα ( -469 ) και νικητής ήταν ο ΠΑΤΑΙΚΟΣ από την Δύμη της Πελοποννήσου.
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΑ ΠΩΛΩΝ: Αγώνισμα με αναβάτη σε πώλο.
Εισήχθη στην 131η Ολυμπιάδα ( -256 )
Πρώτος Ολυμπιονίκης τής Ιπποδρομίας Πώλων ήταν ο ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ από την Θεσσαλία.
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΑΓΩΝΑΣ ΚΗΡΥΚΩΝ: Εισήχθη στην 96η Ολυμπιάδα ( -396 )
Πρώτος Ολυμπιονίκης του Αγώνα Κηρύκων ήταν ο ΚΡΑΤΗΣ ο Ηλείος και πολυνίκης ο ΒΑΛΕΡΙΟΣ ΕΚΛΕΚΤΟΣ από την Σινώπη της Μ. Ασίας, με 4 νίκες.
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΑΓΩΝΑΣ ΣΑΛΠΙΓΚΤΩΝ: Εισήχθη στην 96η Ολυμπιάδα ( -396 )
Πρώτος Ολυμπιονίκης του Αγώνα Σαλπιγκτών ήταν ο ΤΙΜΑΙΟΣ ο Ηλείος και πολυνίκης ο ΗΡΟΔΩΡΟΣ ο Μεγαρεύς με 10 νίκες σε 10 συνεχόμενες Ολυμπιάδες από την 113η έως την 122η.
Σπουδαίος άθλος που δεν μειώνεται καθόλου από το γεγονός ότι το αγώνισμα πού μετείχε του έδινε την δυνατότητα να έχει δυνάμεις για τόσα πολλά χρόνια.
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΑΓΩΝΑΣ ΚΙΘΑΡΩΔΩΝ: Διεξήχθη μόνο μία φορά κατά την 211η Ολυμπιάδα ( 65 ) για να στεφανωθεί νικητής ο Ρωμαίος αυτοκράτωρ ΝΕΡΩΝ.
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΑΓΩΝΑΣ ΤΡΑΓΩΔΩΝ: Διεξήχθη μόνο μία φορά κατά την 211η Ολυμπιάδα ( 65 ) για να στεφανωθεί νικητής ο Ρωμαίος αυτοκράτωρ ΝΕΡΩΝ.
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΣΤΑΔΙΟ ΠΑΙΔΩΝ: Εισήχθη στους Ολυμπιακούς Αγώνες στη 37η Ολυμπιάδα ( -632 ).
Πρώτος Ολυμπιονίκης του Σταδίου Παίδων ήταν ο ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ ο Ηλείος.
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΠΑΛΗ ΠΑΙΔΩΝ: Εισήχθη στους Ολυμπιακούς Αγώνες στη 37η Ολυμπιάδα ( -632 ).
Πρώτος Ολυμπιονίκης της Πάλης Παίδων ήταν ο ΙΠΠΟΣΘΕΝΗΣ ο Σπαρτιάτης, ο οποίος κατέκτησε και 5 νίκες στην Πάλη Ανδρών.
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΠΕΝΤΑΘΛΟ ΠΑΙΔΩΝ: Διεξήχθη μόνο μία φορά κατά την 38η Ολυμπιάδα ( -628 ), και νικητής ήταν ο ΕΥΤΕΛΙΔΑΣ ο Σπαρτιάτης.
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΠΥΓΜΑΧΙΑ ΠΑΙΔΩΝ: Εισήχθη στους Ολυμπιακούς Αγώνες στη 41η Ολυμπιάδα ( -616 ).
Πρώτος Ολυμπιονίκης της Πυγμαχίας Παίδων ήταν ο ΦΙΛΥΤΑΣ ο Συβαρίτης.
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΠΑΓΚΡΑΤΙΟ ΠΑΙΔΩΝ: Εισήχθη στους Ολυμπιακούς Αγώνες στη 145η Ολυμπιάδα ( -200 ).
Πρώτος Ολυμπιονίκης του Παγκρατίου Παίδων ήταν ο ΦΑΙΔΙΜΟΣ από την Τρωάδα της Μ. Ασίας
- ΠΛΑΤΩΝΑΣ: (Ή Επιτάφιος – Ηθικός) ΣΩΚΡΑΤΗΣ & ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ -
ΠΛΑΤΩΝΑΣ
ΣΩΚΡΑΤΗΣ & ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ
(Ή Επιτάφιος – Ηθικός)
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Ο Μενέξενος! Από πού έρχεσαι; Από την αγορά;
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ
Από την αγορά, Σωκράτη, και βασικά από το βουλευτήριο.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Τι σχέση έχεις εσύ, προ πάντων εσύ, με το βουλευτήριο; Ή προφανώς νομίζεις ότι έφθασες στο τέλος της εκπαίδευσης και της φιλοσοφικής μελέτης και θεωρώντας τον εαυτό σου αρκετά έτοιμο, σκέπτεσαι πια να στραφείς προς τα σοβαρότερα πράγματα; Θαυμαστέ άνθρωπε, επιχειρείς με την τόση σου νεότητα να κυβερνήσεις εμάς τους μεγαλύτερους, για να μην παύσει το σπίτι σας να αναδεικνύει πάντα ένας άρχοντά μας;
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ
Βέβαια, Σωκράτη, αν μου επιτρέπεις και αν με συμβουλεύεις να λάβω κάποια αρχή, θα το επιδιώξω πρόθυμα. Αλλιώς δεν θα το κάνω. Η τωρινή μου όμως επίσκεψη στο βουλευτήριο έγινε, γιατί πληροφορήθηκα, ότι η βουλή πρόκειται να εκλέξει τον ρήτορα που θα εκφωνήσει τον επιτάφιο λόγο. Ξέρεις βέβαια, ότι πρόκειται να κάνουν ταφές.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Ασφαλώς το ξέρω. Αλλά ποιον εξέλεξαν;
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ
Κανέναν. Το ανέβαλαν γι’ αύριο. Νομίζω όμως, ότι θα εκλεγεί ο Αρχίνος ή ο Δίων.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Λοιπόν, Μενέξενε, φαίνεται, ότι από πολλές απόψεις είναι ωραίο πράγμα να πεθαίνει κανείς στον πόλεμο. Ενταφιάζεται με τιμή και μεγαλοπρέπεια, έστω και αν πεθάνει φτωχός, και εγκωμιάζεται ανεξάρτητα πάλι από το αν μπορεί να είναι φτωχός. Και τιποτένιος αν είναι, επαινείται από σοφούς άνδρες, οι οποίοι δεν κάνουν πρόχειρο εγκώμιο, αλλά έχουν από πολύ χρόνο προετοιμάσει τους λόγους τους και τόσο θαυμάσια επαινούν, ώστε μαγεύουν τις ψυχές μας, όταν περιγράφουν με ένα υπέροχο λεκτικό στολισμό όσες αρετές έχει και όσες δεν έχει ο καθένας. Και την πόλη εγκωμιάζουν με όλους τους τρόπους και τους πεσόντες στον πόλεμο και όλους τους προγόνους μας τους πριν, ακόμη και εμάς, όσους βρισκόμαστε στη ζωή, μας επαινούν. Σε εμένα προσωπικά, Μενέξενε, οι έπαινοι των ανθρώπων αυτών προκαλούν διάθεση μεγάλης γενναιοψυχίας και κάθε φορά μένω ακίνητος στο άκουσμα και τη μαγεία των λόγων με την εντύπωση, ότι αμέσως εκείνη τη στιγμή έχω γίνει ψηλότερος, ευγενέστερος και ωραιότερος. Και έρχονται πάντοτε μαζί μου ξένοι, πράγμα συνηθισμένο για μένα, και ακούν και αυτοί, απέναντι των οποίων εγώ αμέσως παίρνω αγερωχότερο ύφος.
Γιατί κι εκείνοι ανάλογα επηρεάζονται στην εκτίμησή τους προς εμένα και προς την πόλη. Την βρίσκουν δηλαδή θαυμαστότερη από ό,τι την νόμιζαν πριν, γιατί πείθονται από τον ρήτορα για το μεγαλείο της. Και αυτή η έπαρσή μου διαρκεί περισσότερο από 3 ημέρες. Τόσο έντονα εισδύει στην ακοή μου ο λόγος και η απαγγελία από το στόμα του ομιλητού, ώστε μόλις την τέταρτη ή την πέμπτη ημέρα αναγνωρίζω τον εαυτό μου και αντιλαμβάνομαι σε ποιο μέρος της γης βρίσκομαι, ενώ μέχρι τότε έχω σχεδόν την αίσθηση ότι κατοικώ στα νησιά των μακάρων. Τόσο δεινούς ρήτορες έχουμε εμείς.
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ
Εσύ Σωκράτη, πάντα ειρωνεύεσαι τους ρήτορες. Εν τούτοις, όποιος εκλεγεί τώρα θα βρεθεί, νομίζω, σε δύσκολη θέση. Γιατί η απόφαση έχει ληφθεί ξαφνικά, ώστε θα αναγκασθεί ο ρήτορας να μιλήσει κάπως αυτοσχέδια.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Από πού το συμπεραίνεις αυτό, αγαπητέ μου; Έχει ο καθένας τους έτοιμους λόγους, και εξάλλου δεν είναι δύσκολο να αυτοσχεδιάζει κανείς τέτοια θέματα μάλιστα. Βέβαια, αν έπρεπε ο ρήτορας να επαινέσει Αθηναίους σε ακροατήριο Πελοποννησίων ή Πελοποννήσιους σε Αθηναίων, θα χρειαζόταν να είναι ικανός ρήτορας, για να πείσει και για να πετύχει. Όταν όμως μιλάει κανείς έχοντας ακροατές αυτούς ακριβώς τους οποίους και εγκωμιάζει, δεν είναι καθόλου δύσκολο να κάνει εντύπωση καλού ρήτορα.
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ
Δεν το νομίζεις αυτό δύσκολο, Σωκράτη;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Όχι μα το Δία.
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ
Ώστε για τον εαυτό σου φαντάζεσαι ότι θα μπορούσες να μιλήσεις, αν χρειαζόταν και αν σε εξέλεγε η βουλή;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Ασφαλώς, Μενέξενε. Προκειμένου μάλιστα για μένα, δεν είναι καθόλου περίεργο ότι μπορώ να εκφωνήσω λόγο, αφού συμβαίνει να έχω για δάσκαλό μου μια γυναίκα όχι απλά διακεκριμένη στην ρητορική, αλλά ακριβώς εκείνη, η οποία ανέδειξε και άλλους πολλούς και καλούς ρήτορες και μάλιστα έναν, ο οποίος είναι ο εξοχώτερος στην Ελλάδα, τον Περικλή του Ξανθίππου.
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ
Ποια είναι αυτή; Ή προφανώς εννοείς την Ασπασία;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Γι’ αυτήν πράγματι μιλάω, και για τον Κόννον του Μητροβίου βέβαια. Γιατί αυτοί είναι οι δυο δάσκαλοί μου, ο ένας της μουσικής, η άλλη της ρητορικής. Λοιπόν δεν είναι καθόλου παράξενο ένας άνδρας που μορφώνεται έτσι, να είναι πολύ καλός στο να μιλάει. Αλλά και όποιος εκπαιδεύτηκε με κατώτερη μόρφωση από μένα, αν διδάχθηκε μουσική από τον Λάμπρον και ρητορική από τον Αντιφώντα τον Ραμνούσιο, και αυτός θα μπορούσε να έχει πετύχει σαν ρήτορας, εφ’ όσον επαινεί Αθηναίους μεταξύ Αθηναίων.
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ
Και τι θα είχες να πεις εσύ, αν χρειαζόταν να μιλήσεις;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Μόνος μου από τον εαυτό μου ίσως τίποτα, αλλά μόλις χθες άκουγα την Ασπασία, ενώ τελείωνε έναν επιτάφιο λόγο, ακριβώς με τέτοιο περιεχόμενο. Γιατί άκουσε αυτά που λες εσύ, ότι δηλαδή επρόκειτο να εκλέξουν οι Αθηναίοι τον ομιλητή. Έπειτα άρχισε να μου αναπτύσσει το θέμα, και άλλα μεν τα έλεγε αυτοσχέδια, τι δηλαδή θα έπρεπε να πει ο ρήτορας, άλλα όμως τα είχε επινοήσει άλλη φορά, νομίζω, όταν συνέθετε τον επιτάφιο που εκφώνησε ο Περικλής και προσπαθούσε να συγκολλήσει μερικά κομμάτια από εκείνο τον λόγο.
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ
Ώστε θα μπορούσες τώρα να θυμηθείς αυτά που έλεγε η Ασπασία;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Ναι. Αλλιώς είναι ανάξιος μαθητής. Αυτή βέβαια προσπαθούσε να μου μάθει απ’ έξω τον λόγο και παρά λίγο να τις φάω γιατί ξεχνούσα τη συνέχεια.
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ
Λοιπόν να μου τον πεις εξάπαντος.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Φοβάμαι μήπως θυμώσει η δασκάλα μου, αν πω σε άλλον τον λόγο της.
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ
Να μη φοβάσαι καθόλου, Σωκράτη, αλλά να τον πεις σε μένα και θα με ευχαριστήσεις πολύ, είτε της Ασπασίας λόγο θέλεις να πεις είτε οποιουδήποτε. Φθάνει μόνο να μου τον πεις.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Αλλά ίσως θα με περιγελάσεις, αν φανώ, ότι γέρος άνθρωπος καταγίνομαι ακόμα με αστειότητες.
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ
Καθόλου, Σωκράτη. Πες μου τέλος πάντων είτε σοβαρά είτε αστεία.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Όμως πρέπει βέβαια να εκτελώ τις επιθυμίες σου, ώστε αν μου ζητούσες να βγάλω το ιμάτιό μου και να χορέψω, θα το έκανα παρά λίγο και αυτό, εφόσον είμαστε μόνοι οι δυο μας. Λοιπόν άκου. Αυτή άρχισε, νομίζω, τον λόγο της αμέσως από τους νεκρούς και μιλούσε έτσι:
Οι προκείμενοι νεκροί με έργα τιμήθηκαν, όπως τους άξιζε, και μετά τις τιμές αυτές πηγαίνουν τον μοιραίο δρόμο, αφού κηδεύτηκαν με την πάνδημο συμμετοχή της πόλης και με το συγγενικό πένθος των δικών τους. Αλλά ο νόμος προστάζει, και υποχρεώσή μας εξάλλου είναι, να αποδώσουμε στους άνδρες δια λόγου όση ακόμη τιμή οφείλεται σε αυτούς. Γιατί με την εκφώνηση ενός ωραίου λόγου οι επιτελέσαντες ένδοξα έργα παραμένουν στην μνήμη και εξαίρονται στην ψυχή των ακροατών. Κατ’ ανάγκη λοιπόν ο λόγος θα έχει τέτοιο περιεχόμενο περίπου: Θα εγκωμιάσει ικανοποιητικά τους νεκρούς και θα παραινέσει με ευμένεια τους ζώντες, συνιστώντας στα παιδιά και τους αδελφούς αυτών των ανδρών να γίνουν μιμητές της αρετής τους και παρηγορώντας τους πατέρες τους, τις μητέρες τους και όσους ζουν ακόμα από τους μακρινότερους συγγενείς τους. Με ποιον λόγο λοιπόν θα ανταποκριθώ σε αυτόν τον σκοπό; Με άλλες λέξεις, από πού είναι σωστό να αρχίσω τον έπαινο των γενναίων ανδρών, οι οποίοι και όσο ζούσαν ευχαριστούσαν τους δικούς τους με την αρετή τους και με τον θάνατό τους αντάλλαξαν την σωτηρία των ζωντανών;
Νομίζω ότι πρέπει να τους εγκωμιάσω σύμφωνα με τη φυσική ανάπτυξη της αρετής τους. Υπήρξαν γενναίοι, γιατί γεννήθηκαν από γενναίους. Ας εγκωμιάσω πρώτα λοιπόν την καταγωγή τους, δεύτερον την τροφή και εκπαίδευσή τους και έπειτα ας επιδείξω πόσο ωραία και αντάξια προς αυτά ανδραγαθήματα πραγματοποίησαν.
Η ευγενική καταγωγή των ανδρών αυτών έχει τη ρίζα της στη γέννηση των προγόνων τους, οι οποίοι δεν ήταν μετανάστες. Η γέννηση αυτή απέδειξε και για τους απογόνους τους αυτούς, ότι δεν έμεναν στη χώρα σαν μέτοικοι – πράγμα, το οποίο θα συνέβαινε, αν οι πρόγονοί τους είχαν έλθει από αλλού – αλλά σαν αυτόχθονες, ότι κατοικούσαν και ζούσαν σε πατρίδα πραγματική και τρέφονταν όχι από μητριά, όπως άλλοι, αλλά από μητέρα, από τη χώρα στην οποία κατοικούσαν, και ότι τώρα νεκροί αναπαύονται σε δικούς τους τόπους της μητέρας γης που τους γέννησε και τους έθρεψε και τους έδωσε τη ζωή. Είναι λοιπόν δικαιότατο να τιμήσουμε πρώτα τη μητέρα αυτή. Γιατί έτσι συμβαίνει να εξαίρεται συγχρόνως και η ευγενική καταγωγή των ανδρών αυτών.
Και αξίζει να επαινείται αυτή η χώρα όχι μόνο από εμάς, αλλά και από όλο τον κόσμο και για τα άλλα της πολλά καλά, αλλά, πρώτα και σπουδαιότερα, γιατί τυχαίνει να είναι αγαπητή στους θεούς. Βεβαιώνει αυτόν τον λόγο μου ο καυγάς και η απόφαση των θεών, οι οποίοι φιλονίκησαν γι’ αυτήν. Και μια πόλη, την οποία οι θεοί επαίνεσαν, πως δεν είναι δίκαιο να επαινείται από όλη την ανθρωπότητα;
Δεύτερος έπαινος αυτής μπορεί να είναι το γεγονός, ότι στο απώτατο παρελθόν, όταν ολόκληρη η γη ανέδιδε και παρήγε παντός είδους ζώα και θηρία και βοσκήματα, η δική μας χώρα στην εποχή αυτή απεδείχθη ότι δεν γέννησε και δεν καταπατήθηκε από άγρια θηρία, αλλά εξέλεξε από τα ζώα και γέννησε τον άνθρωπο, το πλάσμα δηλαδή, που υπερέχει από τα άλλα στη σύνεση και μόνο αυτό πιστεύει στη δικαιοσύνη και στους θεούς. Μεγάλη δε απόδειξη αυτού του λόγου, ότι δηλαδή η γη αυτή γέννησε τους προγόνους και αυτών και τους δικούς μας, είναι το εξής: κάθε ζώο, όταν γεννήσει, έχει και την κατάλληλη τροφή για το γέννημά του. Και από αυτό φανερώνεται αν μια γυναίκα πράγματι γέννησε, ή αν πήρε ξένο παιδί, αν δηλαδή δεν έχει πηγή τροφής για το βρέφος της. Αυτό ακριβώς παρουσιάζει και η δική μας γη και μητέρα μας ως πειστική απόδειξη, ότι γέννησε ανθρώπους.
Γιατί μόνη και πρώτη αυτή εκείνα τα χρόνια, παρήγαγε, σαν τροφή κατάλληλη για τον άνθρωπο, τον καρπό του σιταριού και του κριθαριού, με τον οποίο ωραιότατα και υγιεινότατα τρέφεται το ανθρώπινο γένος, βεβαιώνοντας έτσι ότι πράγματι αυτή γέννησε αυτό το ζώο. Και περισσότερο ισχύουν οι αποδείξεις αυτές για τη γη παρά για μια γυναίκα. Γιατί στην κυοφορία και τη γέννηση δεν έχει μιμηθεί η γη τη γυναίκα, αλλά η γυναίκα τη γη. Αυτό δεν τον καρπό δεν τον κράτησε ζηλότυπα, αλλά τον μοίρασε και στους άλλους. Κατόπιν δε βλάστησε για τα παιδιά της το δέντρο που δίνει το λάδι, το καταπραϋντικό των πόνων. Αφού δε έθρεψε και μεγάλωσε τα παιδιά της μέχρι την ήβη, προσκάλεσε σαν άρχοντες και δασκάλους αυτούς τους ίδιους τους θεούς. Αυτών τα ονόματα είναι περιττό να τα αναφέρω στην προκείμενη περίσταση. Τα ξέρουμε τα ονόματα των θεών, οι οποίοι οργάνωσαν τη ζωή μας, αφού σε μας πρώτους μετάδωσαν τις τέχνες για τις καθημερινές μας ανάγκες και μας δίδαξαν την κτήση και την χρήση των όπλων για την άμυνα της χώρας.
Αφού λοιπόν γεννήθηκαν και εκπαιδεύθηκαν με τον τρόπο αυτό οι πρόγονοι των νεκρών αυτών, κατοικούσαν στη χώρα ζώντας σύμφωνα με το πολίτευμα το οποίο θέσπισαν και για το οποίο είναι σωστό με λίγες λέξεις να μιλήσω. Γιατί το πολίτευμα παιδαγωγεί τους ανθρώπους: το καλό τους καλούς, το δε αντίθετο τους κακούς. Ώστε είναι ανάγκη να κάνω φανερό, ότι οι προγενέστεροί μας έζησαν με καλό πολίτευμα και αποτέλεσμα αυτού ακριβώς είναι η αρετή και εκείνων και των συγχρόνων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και οι προκείμενοι νεκροί . Πράγματι το πολίτευμα ήταν το ίδιο και τότε όπως και τώρα, δηλαδή αριστοκρατία. Με αυτή τη μορφή του πολιτεύματος και τώρα πολιτευόμαστε και σχεδόν πάντοτε μετά από εκείνη την εποχή. Το ονομάζουν άλλος δημοκρατία, άλλος με άλλο όνομα, όπως του αρέσει καλύτερα. Αλλά ουσιαστικά είναι αριστοκρατία που περιορίζεται από τις ορθές γνωματεύσεις του λαού. Άρχοντες βέβαια έχουμε πάντοτε. Αυτοί παίρνουν την εξουσία, άλλοτε κληρονομικά άλλοτε κατ’ εκλογή. Επειδή όμως ο λαός κρατάει ως επί το πλείστον την πολιτική εξουσία, αυτός δίνει τα αξιώματα και τις κυβερνητικές θέσεις σε αυτούς που κάθε φορά κρίθηκαν άριστοι.
Ούτε η σωματική ασθένεια, ούτε η φτώχεια, ούτε η αφάνεια των πατέρων γίνεται αιτία να αποκλεισθεί κανείς από τα κοινά. Ούτε με τα αντίθετα πλεονεκτήματα ανοίγεται σε κανέναν ο δρόμος προς τις τιμές, όπως συμβαίνει σε άλλες πόλεις. Εδώ ένας είναι ο όρος: κυβερνά και καταλαμβάνει αξιώματα εκείνος που κρίθηκε σοφός ή αγαθός. Το δε πολίτευμα αυτό το δημιούργησε σε μας η ισότιμη γέννηση. Γιατί οι μεν άλλες πόλεις κατοικήθηκαν από κάθε είδους και διαφόρων τάξεων ανθρώπους, ώστε τα πολιτεύματά τους είναι ανώμαλα, ή τυραννικά ή ολιγαρχικά. Έτσι στην μεταξύ τους συμβίωση μερικοί θεωρούν τους άλλους σαν κυρίαρχους και αυτοί εκείνους σαν δούλους. Ενώ εμείς και οι δικοί μας, γεννημένοι αδέλφια όλοι από μια μητέρα, κρίνουμε ανάξιο να είμαστε κυρίαρχοι και δούλοι ο ένας του άλλου. Απεναντίας, η φυσική μας ισογονία μας οδηγεί να ζητάμε και πολιτική κατά νόμο ισότητα και να μην παραδεχόμαστε στην κοινωνία μας άρχοντες με άλλα προσόντα εκτός από την κατοχή της αρετής και της φρόνησης.
Αφού λοιπόν εκπαιδεύθηκαν με κάθε ελευθερία οι πατέρες αυτών και ημών, και αυτοί οι ίδιοι μετά, συντελούσης και της έμφυτης ευγένειας, παρουσίασαν σε όλο τον κόσμο πολλά και λαμπρά έργα και σαν άνθρωποι και σαν κράτος, πιστεύοντας ότι οφείλουν υπέρ της ελευθερίας και υπέρ των Ελλήνων να μάχονται και κατά των βαρβάρων και κατά των Ελλήνων αν χρειάζεται. Δεν έχω βέβαια τον χρόνο, για να διηγηθώ επάξια πως απέκρουσαν τον Εύμολπο και τις Αμαζόνες και παλαιότερους ακόμα εχθρούς, οι οποίοι εκστράτευσαν κατά της χώρας μας, και πως βοήθησαν τους Αργείους κατά των Καδμείων και τους Ηρακλείδες κατά των Αργείων. Άλλωστε και ποιητές έχουν ήδη υμνήσει σε όλους μας την αρετή αυτών των ανδρών με τους ποιητικούς τους ύμνους. Ώστε, αν εγώ επιχειρήσω να υμνήσω τα ίδια έργα με τη γυμνότητα του πεζού λόγου, ίσως φανώ κατώτερος. Γι’ αυτό προτιμώ να τα παραλείψω αυτά, εφόσον μάλιστα έχουν ήδη πάρει το βραβείο για την αξία τους. Υπάρχουν όμως και άλλα αξιόλογα έργα, για τα οποία ακόμη ποιητής δεν κέρδισε δόξα επαινώντας τα όπως τους έπρεπε, έργα, τα οποία περιμένουν τον υμνητή τους.
Νομίζω ότι αυτά πρέπει να επαινέσω σε αυτόν τον λόγο μου και να προκαλέσω άλλους να τα υμνήσουν και σε λυρική και σε άλλη ποίηση, όπως αξίζει σε κείνους που τα εκτέλεσαν. Από αυτά τα έργα αναφέρω σαν σπουδαιότερα τα εξής: Τους Πέρσες, οι οποίοι κυριαρχούσαν στην Ασία και ζητούσαν να υποδουλώσουν την Ευρώπη, τους απέκρουσαν τα παιδιά αυτής της γης και δικοί μας πατέρες. Δίκαιο λοιπόν και υποχρέωσή μας είναι αυτούς πρώτα να θυμηθούμε και να επαινέσουμε την αρετή τους. Πρέπει μάλιστα, αν πρόκειται κανείς επάξια να τους επαινέσει, να εκτιμήσει την ανδρεία τους, μεταφερόμενος δια του λόγου του σε εκείνα τα χρόνια, όταν όλη η Ασία ήταν δούλη κιόλας στον τρίτο Πέρση βασιλέα. Από αυτούς τους τρεις βασιλείς ο μεν Κύρος, αφού ελευθέρωσε με την προσωπική του γενναιότητα τους συμπολίτες του Πέρσες, και καθυπόταξε τους κυρίαρχους Μήδους, επεκράτησε σε όλη την άλλη Ασία μέχρι τα όρια της Αιγύπτου, ο δε γιός του Καμβύσης κατέκτησε την Αίγυπτο και όσο μέρος της Λιβύης μπορούσε, και τρίτος ο Δαρείος και κατά ξηρά εξέτεινε τα όρια του κράτους μέχρι την Σκυθία και με το ναυτικό του κυριαρχούσε στην θάλασσα και τα νησιά με τρόπο, ώστε ούτε να περνά από το νου κανενός καμιά ιδέα αντίστασης.
Εξ άλλου όλων των ανθρώπων το φρόνημα ήταν υποδουλωμένο. Τόσα πολλά και μεγάλα και μάχιμα έθνη είχε υποτάξει η περσική δύναμη.
Ο Δαρείος λοιπόν επιρρίπτοντας σε μας και στους Ερετριείς την αιτία του πολέμου, με την πρόφαση ότι επιβουλευτήκαμε τις Σάρδεις, έστειλε πεντακόσιες χιλιάδες στρατού με μεταγωγικά και πολεμικά σκάφη και στόλο από 300 πλοία υπό τη στρατηγία του Δάτη, τον οποίο και διέταξε να επιστρέψει φέρνοντας τους Ερετριείς και τους Αθηναίους, αν ήθελε να διατηρήσει το κεφάλι του. Κι έπλευσε εκείνος στην Ερέτρια εναντίον ανδρών, οι οποίοι ήσαν μεταξύ των τότε Ελλήνων από τους πιο φημισμένους πολεμιστές και αρκετοί στον αριθμό. Και όμως μέσα σε τρεις μέρες τους υπέταξε και διερεύνησε τη χώρα τους ολόκληρη, ώστε κανείς να μη διαφύγει, μεταχειριζόμενος το εξής μέσο: Οι στρατιώτες του ήλθαν στα σύνορα της ερετρικής γης, παρατάχθηκαν αραιά από τη μια θάλασσα έως την άλλη, και κατόπιν, αφού ένωσαν τα χέρια τους, πέρασαν όλη τη χώρα, για να μπορούν να πουν στο βασιλιά τους, ότι κανείς δεν τους είχε ξεφύγει. Και με το ίδιο σχέδιο κατέπλευσαν από την Ερέτρια στον Μαραθώνα, υποθέτοντας, ότι δεν θα είχαν καμιά δυσκολία να νικήσουν και τους Αθηναίους και αφού τους δέσουν με τον ίδιο τρόπο, όπως και τους Ερετριείς να τους πάρουν μαζί τους.
Όσο γίνονταν αυτά και προετοιμάζοντο τα επόμενα, κανείς Έλληνας δεν έσπευσε να βοηθήσει ούτε τους Ερετριείς ούτε τους Αθηναίους, εκτός από τους Λακεδαιμόνιους. Αλλά αυτοί ήλθαν την επομένη της μάχης, ενώ όλοι οι άλλοι τρομαγμένοι απέφευγαν να πάρουν μέρος στον πόλεμο, ευχαριστημένοι, γιατί αυτοί προς το παρόν ήταν εκτός κινδύνου. Εάν λοιπόν κανείς γυρίσει με τη φαντασία του σε εκείνη την εποχή, θα καταλάβει ποια ήταν η αρετή εκείνων, που αντιμετώπισαν στον Μαραθώνα τον βαρβαρικό στρατό και ταπείνωσαν την έπαρση ολόκληρης της Ασίας και πρώτοι έστησαν τρόπαια νικώντας βαρβάρους. Αυτοί έδειξαν και δίδαξαν στους άλλους, ότι δεν ήταν ακαταμάχητη η δύναμη των Περσών, αλλά όσο μεγάλος και πλούσιος μπορεί να είναι ένας στρατός πάντα υποχωρεί μπροστά στους γενναίους. Όσον αφορά εμένα, διακηρύσσω, ότι εκείνοι οι άνδρες δεν είναι μόνον πατέρες των σωμάτων μας, αλλά και πατέρες της ελευθερίας και της δικής μας και όλων όσων κατοικούν στην ήπειρο αυτή. Γιατί εκείνο το κατόρθωμα γνωρίζοντας οι Έλληνες τόλμησαν να αγωνισθούν τις μετέπειτα μάχες υπέρ της σωτηρίας τους, αφού πήραν μάθημα από τους Μαραθωνομάχους.
Ώστε σε αυτόν τον λόγο μου οφείλω να δώσω τον καλύτερο έπαινο σε εκείνους. Και αμέσως μετά σε όσους ναυμάχησαν και νίκησαν γύρω από τη Σαλαμίνα και απέναντι στο Αρτεμήσιο. Πράγματι και για τους άνδρες αυτούς πολλά θα είχε να διηγηθεί κανείς, δηλαδή τι είδους επιθέσεις υπέμειναν και στην ξηρά και στη θάλασσα και πως τις απέκρουσαν. Θα αναφέρω όμως και γι’ αυτούς, ό,τι νομίζω καλύτερο, ότι δηλαδή αυτοί συμπλήρωσαν το έργο αυτών που πολέμησαν στον Μαραθώνα. Γιατί όσοι βρίσκονταν στον Μαραθώνα απέδειξαν στους Έλληνες τόσο μόνο, ότι στην ξηρά είναι δυνατόν λίγοι να αποκρούσουν πολλούς βαρβάρους. Δεν μπορούσε όμως να ξέρει κανείς αν θα γινόταν το ίδιο και σε ναυτικό αγώνα, και μάλιστα οι Πέρσες είχαν φήμη, ότι κατά θάλασσα ήταν ακαταμάχητοι, γιατί και πολλοί και πλούσιοι και έμπειροι και ρωμαλέοι ήταν. Αυτό ακριβώς το κατόρθωμα των ανδρών, που τότε ναυμάχησαν, αξίζει να το εγκωμιάσω, γιατί διέλυσαν τον φόβο που κατείχε τους Έλληνες και τους έκανε να τρομάζουν το πλήθος των πλοίων και των ανδρών.
Γεγονός πάντως είναι ότι τόσο εκείνοι που πολέμησαν στον Μαραθώνα όσο και αυτοί που ναυμάχησαν στη Σαλαμίνα δίδαξαν τους Έλληνες. Αυτοί τους έμαθαν και τους συνήθισαν να μη φοβούνται τους βαρβάρους, οι μεν πρώτοι στην ξηρά οι δε άλλοι στη θάλασσα.
Ως τρίτο και κατά χρονολογική σειρά και κατά αρετήν έργο από αυτά που εξασφάλισαν στους Έλληνες την σωτηρία, αναφέρω τη μάχη στις Πλαταιές, κοινή πια μάχη και για τους Λακεδαιμονίους και για τους Αθηναίους. Αναμφίβολα αυτοί όλοι αντιμετώπισαν τον μεγαλύτερο και φοβερότερο αγώνα και γι’ αυτή τους τη γενναιότητα και τώρα εγκωμιάζονται από εμάς και στο μέλλον από τους μεταγενέστερους. Αλλά και μετά τις νίκες αυτές πολλές ελληνικές πόλεις ήταν ακόμη στην συμμαχία του βαρβάρου και γινόταν γνωστό ότι ο βασιλιάς είχε στο μυαλό του να επιχειρήσει ο ίδιος νέα επίθεση κατά των Ελλήνων. Είναι δίκαιο λοιπόν να αναφέρω και αυτούς, οι οποίοι μετά από τα έργα των προηγουμένων ολοκλήρωσαν τη σωτηρία, καθαρίζοντας και διώχνοντας από τη θάλασσα κάθε βαρβαρικό στοιχείο. Και ήταν αυτοί όσοι ναυμάχησαν στις εκβολές του Ευρυμέδοντα και όσοι εκστράτευσαν στην Κύπρο και όσοι έπλευσαν στην Αίγυπτο και σε άλλους πολλούς τόπους. Σε αυτούς οφείλεται ανάμνηση και ευγνωμοσύνη, γιατί έκαναν τον βασιλιά να φροντίζει κατατρομαγμένος για την δική του σωτηρία και να μην σχεδιάζει την καταστροφή των Ελλήνων.
Αυτόν τον πόλεμο κατά των βαρβάρων τον πολέμησαν μέχρι τέλους όλοι οι πολίτες αυτής της πόλης σώζοντας και τους εαυτούς τους και τους άλλους ομόγλωσσους. Εν τούτοις μετά την ειρήνη έπληξε την πόλη μας, όταν ήταν στο απόγειο της δόξας της, το κακό ακριβώς που συνηθίζει να πλήττει και τους ευτυχισμένους ανθρώπους, δηλαδή πρώτα η ζήλεια και έπειτα από τη ζήλεια ο φθόνος. Και το κακό αυτό έφερε την πόλη μας σε ακούσια εχθρότητα κατά των Ελλήνων. Έπειτα, όταν κηρύχθηκε πόλεμος, συγκρούσθηκαν οι Αθηναίοι, μαχόμενοι υπέρ της ελευθερίας των Βοιωτών με τους Λακεδαιμόνιους στην Τανάγρα, αλλά επειδή η μάχη υπήρξε αμφίρροπη, κρίθηκε η έκβαση του πολέμου στον επόμενο αγώνα. Δηλαδή οι μεν Λακεδαιμόνιοι έσπευσαν να φύγουν εγκαταλείποντας τους συμμάχους τους, ενώ οι δικοί μας νίκησαν μετά από τρεις ημέρες στα Οινόφυτα και εκτελώντας έργο δικαιοσύνης επανέφεραν τους άδικα εξορισθέντες. Αυτοί πρώτοι μετά τον Περσικό πόλεμο, υποστηρίζοντας πλέον Έλληνες εναντίον Ελλήνων χάριν της ελευθερίας, πολεμώντας γενναία και ελευθερώνοντας τους συμμάχους τους, πρώτοι μπήκαν σε αυτό το μνήμα με τις τιμές της πόλης.
Κατόπιν, όταν γενικεύθηκε ο πόλεμος και ήλθαν όλοι οι Έλληνες εναντίον μας και δενδροτόμησαν τη γη μας – ωραία ευγνωμοσύνη πλήρωσαν στην πόλη! – , οι δικοί μας τους νίκησαν σε ναυμαχία και αφού αιχμαλώτησαν στη Σφακτηρία τους αρχηγούς των Λακεδαιμονίων, αν και μπορούσαν να τους σκοτώσουν, τους λυπήθηκαν και τους έδωσαν πίσω. Και έκαναν ειρήνη νομίζοντας ότι εναντίον ομοφύλων τους έπρεπε να πολεμήσουν μέχρι νίκης και όχι μέχρι εξοντώσεως, όπως θα έκαναν εναντίον βαρβάρων, ώστε να μη γίνει αφορμή η οργή μιας πόλης να καταστραφεί και όλη η Ελλάδα. Αξίζει πράγματι να επαινέσει κανείς αυτούς τους άνδρες, οι οποίοι, αφού πολέμησαν αυτόν τον πόλεμο, τάφηκαν εδώ, γιατί αυτοί απέδειξαν ψευδή τα λεγόμενα μερικών, οι οποίοι αμφισβητούσαν την υπεροχή των Αθηναίων στον προηγούμενο πόλεμο, τον εναντίον των βαρβάρων. Στην προκειμένη περίσταση, νικώντας στον εμφύλιο πόλεμο και αιχμαλωτίζοντας τους αρχηγούς των άλλων Ελλήνων, απέδειξαν ότι μπορούν να νικούν σε μεμονωμένο αγώνα εκείνους, μαζί με τους οποίους τότε νικούσαν από κοινού τους βαρβάρους.
Αλλά μετά την ειρήνη αυτή έγινε τρίτος φοβερός και ανέλπιστος πόλεμος, του οποίου οι νεκροί, πολλοί και γενναίοι, κείνται κι αυτοί σε τούτο το μνήμα. Πολλοί έπεσαν στις ακτές της Σικελίας, αφού έστησαν πολλά τρόπαια αγωνιζόμενοι υπέρ της ελευθερίας των Λεοντίνων, επειδή έσπευσαν σε αυτούς τους τόπους για να βοηθήσουν αυτούς υπακούοντας στους συμμαχικούς όρκους. Αλλά επειδή εξ αιτίας της μεγάλης απόστασης η πόλη βρέθηκε σε δύσκολη θέση και δεν μπορούσε να στείλει βοήθεια, γι’ αυτό το λόγο κουράστηκαν και ατύχησαν.
Όμως και οι εχθροί αυτών των ανθρώπων, οι εχθροί εναντίον των οποίων πολέμησαν, επαινούν τη σωφροσύνη και την ανδρεία τους περισσότερο απ’ όσο άλλοι επαινούν σαν φίλοι τους φίλους τους. Άλλοι έπεσαν σε ναυμαχίες που έγιναν στον Ελλήσποντο, όπου μέσα σε μια μέρα συνέλαβαν όλα τα πλοία των εχθρών και έδωσαν και άλλες πολλές ναυμαχίες νικηφόρα. Και να γιατί χαρακτήρισα φοβερό και ανέλπιστο αυτό τον πόλεμο: Σε τέτοιο σημείο ανταγωνισμού προς την πόλη μας έφθασαν οι άλλοι Έλληνες, ώστε τόλμησαν να έλθουν σε διαπραγματεύσεις με το βασιλέα (των Περσών), τον μεγαλύτερο εχθρό μας, αυτόν, τον οποίο εκδίωξαν από κοινού με μας, να τον φέρουν πίσω για ατομικό τους συμφέρον, αυτόν τον βάρβαρο εναντίον Ελλήνων
και να συνασπίσουν εναντίον της πόλης μας όλους, και Έλληνες και βαρβάρους. Αλλά ακριβώς τότε έγινε ολοφάνερη η δύναμη και η γενναιότητα της πόλης. Ενώ δηλαδή νόμιζαν ότι αυτή είχε πια συντριβεί στον πόλεμο και είχε αποκλεισθεί ο στόλος μας στην Μυτιλήνη, στάλθηκε προς αυτόν βοήθεια 60 πλοίων, στα οποία επέβαιναν οι ίδιοι οι πολίτες. Και έχουν και αυτόν εδώ τον τάφο, έστω και αν είχαν την ανάξια τύχη να μην περιμαζευτούν από τη θάλασσα, φθάνει ότι έδειξαν ομολογουμένως γενναιότητα νικώντας τους εχθρούς και ελευθερώνοντας τους δικούς τους. Αυτούς οφείλουμε να μνημονεύουμε και να επαινούμε πάντοτε. Γιατί με τη γενναιότητα εκείνων κερδίσαμε όχι μόνο την τότε ναυμαχία, αλλά και τον υπόλοιπο πόλεμο. Χάρις σ’ αυτούς η πόλη μας απέκτησε την φήμη ότι δεν θα συντριβεί ποτέ, και αν ακόμη όλοι ενωθούν εναντίον της. Και ήταν δικαιολογημένη αυτή η φήμη. Νικηθήκαμε εμείς όχι όμως από τους άλλους, αλλά από τις εσωτερικές μας διαιρέσεις. Εκείνοι ακόμα και τώρα δεν μπορούν να μας νικήσουν, αλλά μεταξύ μας χωριστήκαμε σε νικητές και νικημένους.
Ακολούθησε έπειτα μια περίοδος ησυχίας και εξωτερικής ειρήνης, κατά την οποία διεξήχθη ο εσωτερικός μας πόλεμος, με τέτοιο τρόπο, ώστε ο καθένας να εύχεται έτσι να διαταραχθεί η πατρίδα του, αν οπωσδήποτε πρέπει να περιέλθει σε αυτή την κατάσταση. Με πόση πράγματι ευχαρίστηση και οικειότητα ενώθηκαν οι πολίτες που είναι από τον Πειραιά και από το Άστυ, πράγμα που δεν το περίμεναν οι άλλοι Έλληνες, και με πόση μετριοπάθεια σταμάτησαν τον πόλεμο εναντίον αυτών που κατέφυγαν στην Ελευσίνα. Αιτία βέβαια για όλα αυτά δεν είναι άλλη παρά η πραγματική συγγένεια, η οποία κάνει τους πολίτες να αγαπώνται με αγάπη διαρκή και συγγενική όχι μόνο με λόγια αλλά και με έργα.
Πρέπει με την ανάμνησή μας να τιμάμε και αυτούς, όσους πέθαναν σε αυτόν τον πόλεμο μαχόμενοι εναντίον αλλήλων, και να τους συμφιλιώνουμε κατά την εορτή αυτή, όπως μπορούμε, με ευχές δηλαδή και με θυσίες, επικαλούμενοι τους θεούς που τους εξουσιάζουν, αφού και εμείς οι ζωντανοί έχουμε συμφιλιωθεί. Άλλωστε δεν σκότωσαν ο ένας τον άλλο από κακία, ούτε από έχθρα, αλλά από κακοτυχία. Και μάρτυρες τούτων είμαστε εμείς οι ζωντανοί. Οι συγγενείς των νεκρών και της μιας και της άλλης παράταξης συγχωρήσαμε ο ένας τον άλλο και για όσα κάναμε και για όσα πάθαμε.
Έπειτα, αφού παγιώθηκε η εσωτερική ειρήνη, η πόλη απέφυγε να αναμιχθεί σε εξωτερικό πόλεμο. Εναντίων των βαρβάρων δεν μνησικακούσε, γιατί έπαθαν από αυτή αρκετά σαν εκδίκηση. Αλλά εναντίον των Ελλήνων είχε μεγάλη αγανάκτηση, ενθυμούμενη, ότι όσα καλά ευεργετήθηκαν από αυτήν τα πλήρωσαν – με ποια αγνωμοσύνη! – συμπράττοντας με τους βαρβάρους και αιχμαλωτίζοντας τον στόλο, που κάποτε τους έσωσε και γκρεμίζοντας τα τείχη τα οποία εμείς θυσιάσαμε για να μην πέσουν τα δικά τους.
Πάντως η πόλη αποφασισμένη να μην βοηθήσει πια τους Έλληνες, των οποίων η ελευθερία κινδύνευε είτε από βαρβάρους είτε από άλλους Έλληνες, πολιτευόταν ανάλογα. Ενώ λοιπόν εφαρμόζαμε αυτή την πολιτική, οι Λακεδαιμόνιοι νομίζοντας πως είχαμε πια πέσει εμείς οι προστάτες της ελευθερίας και ότι ήταν έργο τους πια να κυριαρχήσουν αυτοί πάνω στους άλλους, έβαλαν σε πράξη αυτό το πρόγραμμα.
Και τι χρειάζεται να μακρολογώ; Αν ανέφερα όσα επακολούθησαν θα έλεγα γεγονότα όχι παλαιά ούτε καν αναγόμενα σε προηγούμενη γενεά. Από προσωπική μας εμπειρία πράγματι γνωρίζουμε πόσο τρομαγμένοι ήλθαν να ζητήσουν την βοήθεια της πόλης τόσο οι πρώτοι των Ελλήνων Αργείοι και Βοιωτοί και Κορίνθιοι όσο και ο βασιλιάς – το πιο εκπληκτικό όλης αυτής της μεταβολής – βρέθηκε σε τόσο άσχημη θέση, ώστε να μην έχει από πουθενά αλλού δυνατότητα σωτηρίας παρά μόνο από αυτήν εδώ την πόλη, την οποία άλλοτε προσπαθούσε να καταστρέψει. Όμως βέβαια, αν ήθελε κανείς να προσάψει μια δίκαιη κατηγορία στην πόλη μας, αυτό μόνο θα είχε να πει στ’ αλήθεια, ότι πάντα είναι πολύ ευσπλαχνική και πρόθυμη να υπηρετήσει τον ασθενέστερο. Ακριβώς και σε εκείνη την περίσταση δεν στάθηκε ικανή να επιμείνει και να διαφυλάξει όσα είχε αποφασίσει, να μη συντρέξει δηλαδή κανέναν από όσους την αδίκησαν, έστω κι αν αυτός διέτρεχε τον κίνδυνο να υποδουλωθεί, αλλά συγκινήθηκε και έδωσε βοήθεια. Και τους μεν Έλληνες με τη δική της συνδρομή έσωσε από τη δουλεία, ώστε έμειναν ελεύθεροι, μέχρις ότου αυτοί πάλι οι ίδιοι προκάλεσαν την υποδούλωσή τους.
Τον βασιλιά όμως δεν τόλμησε επίσημα να βοηθήσει σεβόμενη τα τρόπαια του Μαραθώνα και της Σαλαμίνας και των Πλαταιών, αλλά και μόνο και μόνο που του έστειλε εξόριστους και εθελοντές να τον βοηθήσουν, αναμφισβήτητα τον έσωσε. Αφού δε ανοικοδόμησε τα τείχη της και ναυπήγησε στόλο, έλαβε επίσημα μέρος στον πόλεμο, εφόσον αναγκάσθηκε να πολεμήσει, και αγωνιζόταν εναντίον των Λακεδαιμονίων στο πλευρό των Παρίων.
Αλλά ο βασιλιάς φοβήθηκε την πόλη επειδή έβλεπε, ότι οι Λακεδαιμόνιοι εξαντλούνταν στον κατά θάλασσα πόλεμο και, θέλοντας να ξεκοπεί από τη συμμαχία, απαιτούσε να περιέλθουν στην υπηκοότητά του οι Έλληνες που βρίσκονταν σε εκείνη την ήπειρο, τους οποίους πριν είχαν παραδώσει οι Λακεδαιμόνιοι στην εξουσία του. Το έθεσε δε αυτό σαν όρο της συμμαχίας σε μας και με τους άλλους συμμάχους, πιστεύοντας ότι δεν θα θελήσουμε τέτοιο πράγμα, ώστε να έχει πρόφαση για την αποστασία του. Και ως προς τους άλλους μεν πλανήθηκε, γιατί συμφώνησαν στην παράδοση και έκαναν συνθήκες και ορκίσθηκαν οι Κορίνθιοι και οι Αργείοι και οι Βοιωτοί και οι άλλοι σύμμαχοι, ότι θα παραδώσουν τους Έλληνες που βρίσκονταν σε εκείνη την ήπειρο, εφόσον ο βασιλιάς επρόκειτο να τους δίνει χρήματα. Και μόνοι εμείς δεν τολμήσαμε ούτε να παραδώσουμε Έλληνες, ούτε να κάνουμε όρκους μαζί του.
Τόσο σταθερή και αμόλυντη και από τη φύση της μισοβάρβαρη είναι η γενναιότητα και η ελευθερία της πόλης, γιατί είμαστε γνήσιοι Έλληνες και ανόθευτοι από βαρβαρικό αίμα. Γιατί δεν ζουν στην κοινωνία μας Πέλοπες ή Κάδμοι ή Αίγυπτοι και Δαναοί και άλλοι πολλοί, οι οποίοι συμβατικά είναι Έλληνες, ενώ από καταγωγή είναι βάρβαροι. Εμείς μένουμε αυτούσιοι Έλληνες όχι βαρβαρόμεικτοι και γι’ αυτό έχει εγχαρακτεί στην πόλη έντονο το μίσος κατά των ξένων φυλών. Το γεγονός όμως είναι ότι και πάλι βρεθήκαμε απομονωμένοι, γιατί δεν θέλαμε να κάνουμε το αισχρό και ανόσιο έργο να παραδώσουμε Έλληνες σε βάρβαρους. Φθάσαμε λοιπόν στην ίδια περίπτωση, η οποία και πριν έγινε αιτία να ηττηθούμε στον πόλεμο, αλλά με τη βοήθεια του θεού αυτή τη φορά σταματήσαμε τον πόλεμο με τις πιο καλές συνθήκες από ποτέ πριν. Γιατί σταματήσαμε τις εχθροπραξίες διατηρώντας τον στόλο και τα τείχη και τις αποικίες μας έτσι ώστε ικανοποιημένοι τις έπαυσαν και οι εχθροί. Χάσαμε όμως και στον πόλεμο αυτό γενναίους άνδρες.
Αυτούς που σκοτώθηκαν στην Κόρινθο λόγω εδαφικής δυσχέρειας και όσους από προδοσία έπεσαν στο Λέχαιο. Γενναίοι υπήρξαν και όσοι ελευθέρωσαν τον βασιλιά και όσοι εκδίωξαν τους Λακεδαιμόνιους από τη θάλασσα. Αυτούς επαναφέρω στην ανάμνησή σας και σεις πρέπει να επαινείτε μαζί μου και να τιμάτε αυτούς τους άνδρες.
Και όσα μεν έργα των ανδρών αυτών ανέφερα, που τάφηκαν εδώ, καθώς και των άλλων, όσοι έπεσαν υπέρ της πόλης μας, είναι βέβαια έργα πολλά και υπέροχα, αλλά ακόμη περισσότερα και θαυμαστότερα είναι όσα έχω παραλείψει.. Γιατί δεν θα αρκούσαν πολλές μέρες και νύχτες σ’ αυτόν, που θα ήθελε να τα διηγηθεί όλα. Κάθε ένας λοιπόν οφείλει με την ανάμνηση των έργων τους να παρακινεί τους απογόνους των νεκρών αυτών να μην εγκαταλείπουν την τάξη των προγόνων, όπως έχουν καθήκον να μην εγκαταλείπουν την τάξη τους στον πόλεμο και να μην οπισθοχωρούν νικημένοι από δειλία. Εγώ βέβαια και τώρα παρακινώ σε αυτό εσάς, τα παιδιά γενναίων ανδρών, και στο μέλλον, όπου συναντώ κανένα από εσάς, θα σας υπενθυμίζω και με επιμονή θα σας συμβουλεύω να είσθε πρόθυμοι για τις γενναιότατες πράξεις. Στην δε παρούσα περίσταση είναι δίκαιο να σας πω όσα οι πατέρες σας, όταν βρέθηκαν μπροστά στο θάνατο, μας παράγγειλαν να λέμε εμείς στους ζωντανούς, λόγια που είπαν, όταν επρόκειτο να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο.
Θα σας πω και όσα άκουσα από το στόμα τους και, συμπεραίνοντας από τα λόγια τους, θα πω εξ ονόματός τους όσα περίπου θα έλεγαν τώρα αυτοί, αν επανέρχονταν στη ζωή. Εσείς θα υποθέσετε ότι ακούτε από εκείνους τους ίδιους όσα σας λέω. Έλεγαν λοιπόν τα εξής:
Παιδιά, αυτή καθ’ αυτήν τη παρούσα στιγμή αποδεικνύεται ότι είσθε γεννημένοι από ανδρείους πατέρες. Εμείς έχουμε την δυνατότητα να σώσουμε όπως όπως τη ζωή μας, αλλά εν τούτοις προτιμάμε πιο καλά να πεθάνουμε ένδοξα παρά να ρίξουμε στο όνειδος εσάς τους απογόνους μας και να ντροπιάσουμε τους πατέρες και τους προγόνους μας όλους, πεισμένοι, ότι δεν αξίζει να ζει εκείνος που ντροπιάζει τους δικούς του και ότι αυτόν τον άνθρωπο δεν τον αγαπά ούτε άνθρωπος κανείς ούτε θεός, ούτε στη γη ούτε κάτω από τη γη μετά από το θάνατό του. Πρέπει λοιπόν ενθυμούμενοι τα λόγια μας, να εκτελείτε με ανδρεία το έργο σας, έστω και αν επιδίδεσθε σε άλλη παρά σε πολεμική ασχολία, και να ξέρετε, ότι ο πλούτος που αποκτήθηκε με ανανδρία δεν φέρνει ευτυχία σ’ αυτόν που τον κατέχει. Γιατί αυτός πλουτίζει για άλλον και όχι για τον εαυτό του. Ούτε το σωματικό κάλλος και η δύναμη φαίνονται να έχουν την αξία που τους αρμόζει, όταν είναι προσόντα ενός δειλού, αλλά απεναντίας κάνουν παραφωνία και αποκαλύπτουν περισσότερο το ελάττωμα και ξεσκεπάζουν τη δειλία. Και κάθε πνευματική επίδοση, όταν χωρίζεται από τη δικαιοσύνη και την άλλη αρετή, φαίνεται πανουργία και όχι σοφία.
Γι’ αυτό να προσπαθείτε και στα πρώτα και στα τελευταία και σε όλη σας τη ζωή να στρέφετε όλη την προθυμία με όλους τους τρόπους σε αυτό: πώς να ξεπεράσετε και εμάς και τους προγόνους στην δόξα. Αλλιώς, να ξέρετε ότι, αν εμείς σας ξεπερνάμε στην αρετή, αυτή η υπεροχή μας μας δίνει ντροπή, ενώ αν είμαστε κατώτεροί σας, αυτό μας κάνει ευτυχισμένους. Θα γίνουμε εμείς οι νικημένοι και σεις οι νικητές αν εσείς βάλετε σαν σκοπό της ζωής σας, να μην καταχρασθείτε τη δόξα των προγόνων σας και να μην την ξοδέψετε, συναισθανόμενοι ότι για έναν άνδρα ο οποίος δίνει κάποια αξία στον εαυτό του, δεν υπάρχει άλλο αισχρότερο πράγμα παρά να εμφανίζεται τιμώμενος, όχι για τα προσωπικά του έργα αλλά για δόξα προγόνων. Βέβαια είναι για τους μεταγενέστερους καλός και μεγαλοπρεπής θησαυρός και υπάρχουν προγονικές τιμές.
Αλλά είναι άνανδρο και αισχρό να χρησιμοποιεί κανείς έναν θησαυρό, είτε χρημάτων είτε τιμών, επειδή ο ίδιος δεν έχει δικά του αποκτήματα και ένδοξα έργα, και να μην τον παραδίνει στους απογόνους του. Και αν μεν επιδιώξετε αυτά στη ζωή σας, θα έλθετε κοντά μας αγαπημένοι προς αγαπημένους, όταν σας φέρει η κοινή μας μοίρα. Αν όμως αμελήσετε και φανείτε δειλοί, κανείς δεν θα σας υποδεχθεί με προθυμία. Για τα παιδιά ας τελειώσει με αυτά ο λόγος μου.
Όσοι δε έχουμε πατέρες και μητέρες, οφείλουμε πάντα να τους παρηγορούμε, ώστε να υπομένουν όσο το δυνατόν πιο γαλήνια την συμφορά, αν τυχόν συμβεί να έλθει το κακό, και να μην παρασυρόμαστε σε θρήνους μαζί τους. Γιατί δεν θα έχουν ανάγκη από άλλον για να νοιώσουν την λύπη τους. Θα είναι αρκετή η δυστυχία που τους ήρθε, για να το κάνει από μόνη της αυτό. Απεναντίας σαν γιατροί και παρήγοροι του πόνου τους να τους θυμίζουμε ότι οι θεοί έχουν εισακούσει τις μεγαλύτερες προσευχές τους. Δεν εύχονταν βέβαια να αποκτήσουν αθάνατα παιδιά, αλλά ενάρετα και δοξασμένα. Και τα πέτυχαν αυτά, τα οποία είναι και τα μεγαλύτερα αγαθά. Εξ άλλου δεν είναι εύκολο σε θνητό άνθρωπο να του πηγαίνουν όλα στη ζωή κατά τη δική του απόφαση. Και αν μεν υπομένουν με θάρρος τις συμφορές, θα φανούν ότι πράγματι είναι πατέρες ανδρείων παιδιών και αυτοί επίσης ανδρείοι. Αν όμως αφήσουν να τους νικήσει η λύπη, θα προκαλέσουν υποψία, ή ότι δεν είναι γονείς μας ή ότι ψεύδονται όσοι μας επαινούν. Αλλά ούτε το ένα ούτε το άλλο πρέπει να τίθεται σε αμφισβήτηση, αλλά εκείνοι πιο πολύ να γίνονται οι δικοί μας επαινέτες με τη διαγωγή τους, αποδεικνύοντας με ολοφάνερο τρόπο ότι πράγματι είναι πατέρες άνδρες ανδρών.
Πράγματι το απόφθεγμα “Μηδέν άγαν” που λέγεται τόσους αιώνες θεωρείται σωστή φράση. Και αλήθεια εκφράζει μια λαμπρή σκέψη. Γιατί ο άνθρωπος, ο οποίος έχει εξαρτήσει από τον εαυτό του όλους τους συντελεστές, που οδηγούν στην ευτυχία ή κοντά στην ευτυχία, και δεν αφήνει να ταλαντεύονται σε άλλους ανθρώπους, των οποίων η ατυχία ή η δυστυχία αναγκαστικά επηρεάζει και τη δική του διάθεση, αυτός είναι ο σώφρων και αυτός ο ανδρείος και ο φρόνιμος. Αυτός, και όταν αποκτά χρήματα και παιδιά, και όταν τα χάνει, θα πείθετε εντελώς σε αυτό το παράγγελμα. Τέτοιοι άνθρωποι του μέτρου να είναι και οι δικοί μας γονείς. Το απαιτούμε αυτό και το θέλουμε και το τονίζουμε. Τέτοιοι αναδεικνυόμαστε κι εμείς τώρα. Δεν αγανακτούμε ούτε κυριευόμαστε από φόβο εξ αιτίας του γεγονότος ότι όταν χρειαστεί πρέπει να θυσιάσουμε τη ζωή μας. Παρακαλούμε λοιπόν τους πατέρες και τις μητέρες μας να περάσουν την υπόλοιπη ζωή τους εφαρμόζοντας την ίδια ακριβώς αρχή και να ξέρουν ότι δεν θα μας ευχαριστήσουν καθόλου με τους θρήνους και με τους οδυρμούς τους. Τουναντίον, αν έχουν οι νεκροί κάπως την αίσθηση των ζωντανών, θα μας δυσαρεστήσουν πολύ, αν βασανίζουν τον εαυτό τους και αν κάμπτονται από τις συμφορές.
Ενώ, αν πενθούν με υπομονή και με μέτρο, θα μας δίνουν τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση. Γιατί η δική μας ζωή, ναι μεν θα τελειώσει, αλλά θα τελειώσει με το τέλος που είναι το ωραιότερο για ανθρώπινη ζωή, ώστε μάλλον να τιμάτε παρά να θρηνείτε τον θάνατο αυτής. Εάν δε οι γονείς μας αφιερώσουν την φροντίδα τους στο να προστατεύουν και να τρέφουν τις γυναίκες και τα παιδιά μας, θα ξεχνούν και θα ζουν καλύτερα και λογικότερα και αγαπητότερα σε μας. Αρκούν αυτά σαν μηνύματα εκ μέρους μας προς τους δικούς μας. Προς δε τους συμπολίτες μας θα είχαμε να απευθύνουμε την παράκληση να μας φροντίζουν τους πατέρες και τους γιούς μας, αυτούς μεν εκπαιδεύοντας στην κοσμιότητα, εκείνους δε τρέφοντας αξιοπρεπώς στα γηρατειά τους. Αλλά τώρα ξέρουμε ότι, και αν δεν τους παρακαλέσουμε, αυτοί θα πάρουν την φροντίδα που τους αξίζει.
Λοιπόν, παιδιά και γονείς των πεσόντων, αυτά μας ανέθεσαν εκείνοι να πούμε και εγώ όσο μπορώ πιο πρόθυμα σας τα διαβιβάζω. Και σας παρακαλώ εκ μέρους τους, εσείς οι γιοί να μιμηθείτε τους πατέρες σας. Εσείς οι γονείς να μην αποθαρρύνεσθε, γιατί εμείς και σαν ιδιώτες και σαν κράτος θα φροντίσουμε για τα γηρατειά σας και θα παρέχουμε την προστασία μας στον καθένα, οποιονδήποτε συγγενή εκείνων, όπου κάθε ένας μας τον συναντά. Ως προς την πόλη ξέρετε και σεις οι ίδιοι με ποιον τρόπο φροντίζει για τους συγγενείς αυτών που σκοτώθηκαν σε πόλεμο, ότι δηλαδή με ειδικούς νόμους προστατεύει τα παιδιά και τους γονείς τους και έχει αναθέσει σε έναν από τους πιο σπουδαίους άρχοντες να προσέχει περισσότερο, απ’ ό,τι κάνει για τους άλλους πολίτες, μήπως αδικηθούν οι πατέρες και οι μητέρες αυτών. Συνεισφέρει δε και αυτή στη συντήρηση των παιδιών τους, πρόθυμη να τα κάνει να ξεχάσουν όσο το δυνατό περισσότερο την ορφάνια τους. Η πόλη παίρνει απέναντί τους θέση πατέρα, εφ’ όσον είναι ακόμη παιδιά, και, όταν φθάσουν στο όριο της ανδρικής ηλικίας, τα αποδίδει στην οικογένειά τους, αφού τα εφοδιάσει με πλήρη οπλισμό. Με αυτό προσπαθεί να τους δείξει και να τους υπενθυμίσει τα έργα του πατέρα τους,
δίνοντας σε αυτά τις αξίες της πατρικής αρετής, ενώ εξάλλου γίνεται καλός οιωνός να εγκαινιάζει ο νέος στολισμένος με όπλα την είσοδό του στην πατρική εστία, την οποία αναλαμβάνει με σθένος να κυβερνήσει. Τους ίδιους τους πεσόντες δεν σταματά να τιμά ποτέ. Κάθε χρόνο τελεί γι’ αυτούς, όλους μαζί, όσα καθιερωμένα γίνονται για τον καθένα εκ μέρους της οικογένειάς του, και εκτός από αυτά, οργανώνει αγώνες γυμναστικούς και ιππικούς και μουσικής κάθε είδους. Και εν γένει απέναντι μεν στους αποθανώντες έχει λάβει θέση υιού και κληρονόμου, απέναντι δε στους γιους θέση πατέρα, απέναντι στους γονείς και τους άλλους συγγενείς θέση κηδεμόνα, προστατεύοντας πάντα αυτούς με κάθε τρόπο. Με αυτές τις σκέψεις πρέπει να υπομένετε καρτερικότατα την συμφορά. Γιατί έτσι θα είσθε αγαπητότεροι και στους πεθαμένους και στους ζωντανούς και σεις οι ίδιοι ευκολότερα θα μπορέσετε και την πόλη να υπηρετείτε και την προστασία της να δέχεσθε. Και τώρα πια, αφού σύμφωνα με το έθιμο θρηνήσετε τους νεκρούς εσείς και όλοι οι άλλοι, να διαλυθείτε.
- Ορίστε, Μενέξενε, αυτός είναι ο λόγος της Ασπασίας της Μιλήσιας.
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ
Μα τον Δία, Σωκράτη, πράγματι καλότυχη παρουσιάζεις την Ασπασία, αν αυτή, μια γυναίκα, κατορθώνει να συνθέτει τέτοιους λόγους.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Αν δεν πιστεύεις, έλα μαζί μου και θα ακούσεις την ίδια να μιλάει.
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ
Έχω συναντήσει εγώ πολλές φορές την Ασπασία και ξέρω ποια είναι.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Λοιπόν; Δεν την θαυμάζεις και δεν της είσαι ευγνώμων τώρα γι’ αυτόν τον λόγο που άκουσες;
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ
Βεβαίως, Σωκράτη, γι’ αυτόν τον λόγο είμαι καταϋποχρεωμένος σε εκείνη ή σε εκείνον, όποιος και αν είναι αυτός που σου τον είπε. Αλλά προπάντων οφείλω πολύ ευγνωμοσύνη σε αυτόν που μου τον απήγγειλε.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Ωραία! Πρόσεχε μόνο μη με προδώσεις, ώστε και πάλι να σου λέω πολλούς και ωραίους της λόγους πολιτικούς.
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ
Μη σε νοιάζει, δεν θα σε προδώσω. Μόνο να μου τους λες.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Φυσικά θα στους λέω.
ΤΕΛΟΣ
- ΠΛΑΤΩΝΑΣ: ΚΡΙΤΩΝ (Ή περί πρακτέου ηθικός) -
ΠΛΑΤΩΝΑΣ
ΚΡΙΤΩΝ
(Ή περί πρακτέου ηθικός)
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Γιατί έχεις έλθει τέτοια ώρα, Κρίτωνα; Ή δεν είναι πια πολύ πρωί;
ΚΡΙΤΩΝ
Ναι, είναι πολύ πρωί.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Τι ώρα ακριβώς;
ΚΡΙΤΩΝ
Βαθειά χαράματα.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Απορώ πως ο δεσμοφύλακας δέχθηκε να σου ανοίξει.
ΚΡΙΤΩΝ
Μου είναι πια γνώριμος, Σωκράτη, επειδή έρχομαι συχνά εδώ. Έπειτα του έδωσα και κάποιο φιλοδώρημα.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Και ήλθες τώρα μόλις, ή έχεις πολλή ώρα εδώ;
ΚΡΙΤΩΝ
Είναι αρκετή ώρα.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Και γιατί δεν με ξύπνησες αμέσως, αλλά κάθισες πλάι μου σιωπηλός;
ΚΡΙΤΩΝ
Γιατί ούτε κι εγώ ο ίδιος, Σωκράτη, μα τον Δία, αν ήμουν στην θέση σου, δεν θα ήθελα να αγρυπνώ με τόση στενοχώρια. Κι έπειτα ήμουν γοητευμένος που σε έβλεπα να κοιμάσαι τόσο ήσυχα. Και δεν σε ξύπνησα επίτηδες, για να σου περάσει η ώρα όσον το δυνατόν πιο ευχάριστα. Και πολλές φορές έως τώρα πριν σε όλη σου τη ζωή σε καλοτύχισα για τον χαρακτήρα σου, πολύ περισσότερο όμως σε θαυμάζω σε αυτή σου τη συμφορά, γιατί βλέπω πόσο ήρεμα και ατάραχα την υποφέρεις.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Θα ήταν, Κρίτωνα, μια παραφωνία να το πάρω βαριά σε αυτή την ηλικία, γιατί είναι ανάγκη πια να πεθάνω.
ΚΡΙΤΩΝ
Είναι όμως κι άλλοι στην ηλικία σου, Σωκράτη, δυστυχισμένοι, αλλά η ηλικία δεν τους εμποδίζει να μην αγανακτούν για την τύχη που τους προσμένει.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Είναι αλήθεια. Αλλά γιατί τέλος πάντων ήλθες τόσο νωρίς;
ΚΡΙΤΩΝ
Για να σου φέρω μια δυσάρεστη είδηση, Σωκράτη, για σένα όχι, το βλέπω, αλλά δυσάρεστη και θλιβερή για μένα και για όλους τους φίλους σου. Όσο για μένα, νοιώθω πως δεν θα μπορέσω να την υποφέρω.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Τι συμβαίνει; Μήπως ήλθε το πλοίο από την Δήλο, που μόλις φθάσει πρέπει να πεθάνω;
ΚΡΙΤΩΝ
Όχι δεν έφθασε ακόμη. Συλλογίζομαι όμως πως θα φθάσει σήμερα απ’ όσα είπαν κάποιοι που ήλθαν από το Σούνιο και το άφησαν εκεί. Είναι λοιπόν φανερό, από αυτά τα νέα, ότι θα φθάσει σήμερα και αναγκαστικά τότε μέχρι αύριο θα πεθάνεις.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Αλλά, Κρίτωνα, ας είναι καλή η ώρα αυτή. Αν έτσι το θέλουν οι θεοί, ας γίνει έτσι. Δεν πιστεύω όμως να φθάσει σήμερα.
ΚΡΙΤΩΝ
Από πού το συμπεραίνεις αυτό;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Θα σου πω. Αν δεν απατώμαι, πρέπει να θανατωθώ την επομένη του ερχομού του πλοίου.
ΚΡΙΤΩΝ
Έτσι τουλάχιστον λένε οι αρμόδιοι σε αυτά τα ζητήματα.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Δεν νομίζω λοιπόν πως θα φθάσει το πλοίο αυτή την ημέρα που μας ξημερώνει, αλλά αύριο. Και αυτό το συμπεραίνω από ένα όνειρο που είδα αυτή τη νύχτα, λίγο πριν έλθεις. Και ίσως καλά έκανες που δεν με ξύπνησες.
ΚΡΙΤΩΝ
Και ποιο ήταν αυτό το όνειρο;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Μου φάνηκε πως κάποια γυναίκα, χαριτωμένη και όμορφη, ασπροντυμένη, προχωρώντας προς εμένα, με φώναξε με το όνομά μου και μου είπε: Σωκράτη,
“Την τρίτη αυγή, θα φθάσεις στην όμορφη Φθία”.
ΚΡΙΤΩΝ
Τι περίεργο όνειρο, Σωκράτη!
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Όμως ολοφάνερο, όπως νομίζω εγώ, Κρίτωνα!
ΚΡΙΤΩΝ
Και πολύ μάλιστα, όπως φαίνεται. Μα έλα, ευλογημένε μου Σωκράτη, άκουσέ με αυτή τη φορά και σώσου όσο είναι ακόμα καιρός. Γιατί, αν εσύ πεθάνεις, αυτό θα είναι για μένα κάτι παραπάνω από μια συμφορά. Γιατί εκτός του ότι θα χάσω έναν φίλο, που δεν θα τον ξανάβρω ποτέ, ο κόσμος, εκείνοι που δεν μας ξέρουν καλά, θα πουν πως εγώ, αν ήθελα να ξοδεύσω χρήματα, μπορούσα να σε σώσω, αλλά δεν το έκανα. Ω! και τι χειρότερη δυσφήμηση από αυτήν μπορεί να γίνει για μένα, το να νομίζει ο κόσμος, πως λογαριάζω περισσότερο τα χρήματα από τους φίλους; Γιατί ο κόσμος δεν θα πιστέψει ποτέ πως εσύ δεν ήθελες να βγεις από εδώ μέσα, αν και εμείς δείξαμε μεγάλη προθυμία να σε σώσουμε.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Μα τι μας μέλει, καλέ μου Κρίτωνα, για τη γνώμη των πολλών; Οι φρόνιμοι, για τους οποίους αξίζει να ενδιαφερόμαστε, θα πιστέψουν πως όλα έγιναν όπως θα έπρεπε να γίνουν.
ΚΡΙΤΩΝ
Μολαταύτα, το βλέπεις, Σωκράτη, ότι πρέπει να ενδιαφερόμαστε και για τη γνώμη του κόσμου. Η δική σου τωρινή κατάσταση το λέει καθαρά ότι ο κόσμος μπορεί να κάνει όχι τα μικρότερα κακά, αλλά τα μεγαλύτερα σε έναν άνθρωπο που χτυπήθηκε ανάμεσά του με ψεύτικες κατηγορίες.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Πόσο πιο καλά θα ήταν, Κρίτωνα, αν ο κόσμος, όπως μπορεί να κάνει το κακό, άλλο τόσο να μπορούσε να κάνει και το καλό. Αλλά δεν μπορεί να κάνει ούτε το ένα ούτε το άλλο. Δηλαδή δεν μπορεί να πράξει ούτε σωστά ούτε λάθος, και ό,τι κάνει το κάνει στην τύχη.
ΚΡΙΤΩΝ
Έτσι είναι. Μα, Σωκράτη, πες μου. Μήπως φοβάσαι για μένα και για τους άλλους φίλους, μήπως αν βγεις από εδώ μέσα οι συκοφάντες μας δημιουργήσουν προβλήματα, διαδίδοντας ότι εμείς σε βοηθήσαμε να δραπετεύσεις, και έτσι αναγκασθούμε ή όλη μας την περιουσία να χάσουμε ή πολλά χρήματα ή και εκτός από αυτά να πάθουμε και κάποιο άλλο κακό; Αν έχεις τέτοιον φόβο, άφησέ τον να πάει στο καλό. Γιατί είναι δίκαιο, προκειμένου να σωθείς, να διατρέξουμε αυτόν τον κίνδυνο και ακόμα μεγαλύτερο, αν χρειαστεί. Μα έλα, άκουσε τα λόγια μου και μη κάνεις διαφορετικά.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Και αυτά φοβάμαι, Κρίτωνα, και πολλά άλλα.
ΚΡΙΤΩΝ
Όσο γι’ αυτό δεν πρέπει να έχεις κανέναν φόβο. Γιατί στο κάτω – κάτω δεν ζητούν και μεγάλα πράγματα αυτοί που αναλαμβάνουν να σε βγάλουν από εδώ μέσα. Έπειτα δεν βλέπεις πόσο φτηνά πουλιούνται αυτοί οι συκοφάντες και πως δεν χρειαζόμαστε πολλά χρήματα να τους εξαγοράσουμε; Και συ έχεις στη διάθεσή σου τα δικά μου χρήματα, αρκετά, όπως μου φαίνεται, έπειτα και αν φροντίζεις για μένα ότι δεν θα έπρεπε να ξοδέψω την περιουσία μου, εδώ είναι αυτοί οι φίλοι μας, από τα ξένα, πρόθυμοι να ξοδέψουν από τα δικά τους. Ένας μάλιστα, ο Σιμμίας ο Θηβαίος, γι’ αυτόν ακριβώς τον σκοπό έχει φέρει μαζί του αρκετά χρήματα. Και ο Κέβης και πολλοί άλλοι είναι εδώ, πρόθυμοι, ώστε αυτός ο φόβος να μη σε κρατάει από του να σώσεις τη ζωή σου, μήτε και ο λόγος που έλεγες στο δικαστήριο να σε εμποδίσει, ότι δηλαδή, αν έφευγες από τον τόπο σου, δεν θα ήξερες τι να κάνεις τον εαυτό σου. Γιατί και σε πολλά άλλα μέρη, οπουδήποτε πας, θα σε εκτιμήσουν. Και αν θέλεις να πας στην Θεσσαλία, εκεί έχω φίλους μου που θα σε περιποιηθούν πολύ και θα φροντίσουν για την ασφάλειά σου, ώστε κανείς να μη σε ενοχλήσει.
Κι ακόμη, Σωκράτη, έχω τη γνώμη ότι αυτό που πας να κάνεις δεν είναι ούτε ηθικό, να προδώσεις δηλαδή τον εαυτό σου ενώ μπορείς να σωθείς, και βιάζεσαι να γίνει αυτό ακριβώς που οι εχθροί σου περισσότερο θα βιάζονταν να γίνει, γιατί ήθελαν να σε καταστρέψουν. Και να ήταν μόνο αυτό; Νομίζω πως προδίδεις ακόμη και τα παιδιά σου, γιατί, ενώ μπορείς να τ’ αναθρέψεις και να τα μορφώσεις, τα αφήνεις και φεύγεις, εγκαταλείποντάς τα στην τύχη τους. Γιατί θα συμβεί φυσικά σε αυτά ό,τι ακριβώς συμβαίνει σε όλα τα ορφανά παιδιά.
Άκουσε, ή δεν πρέπει να κάνουμε παιδιά ή μια φορά αφού τα κάναμε πρέπει να ταλαιπωρηθούμε μαζί τους να τα αναθρέψουμε και να τα μορφώσουμε. Τώρα μου φαίνεται πως εσύ διάλεξες το ευκολότερο μέσον. Όχι, εσύ πρέπει να κάνεις ό,τι θα έκανε ένας άνθρωπος έντιμος και γενναίος, ειδικά εσύ, που λες ότι δεν έκανες τίποτε άλλο στη ζωή σου παρά να ασχολείσαι με την αρετή. Γιατί εγώ ντρέπομαι και για σένα και για μας τους φίλους σου, μήπως φανεί πως όλη αυτή η υπόθεση πήρε αυτό το τέλος από κάποια δειλία μας.
Θέλω να πω: Αφήσαμε να πάει η δίκη στο δικαστήριο, και μετά εσύ παρουσιάσθηκες, ενώ μπορούσες να μην παρουσιασθείς, και την αφήσαμε να εξελιχθεί όπως εξελίχθηκε. Και στο τέλος, επειδή δεν κατορθώσαμε να αποφύγουμε αυτή την έκβαση, που είναι και το πιο γελοίο μέρος όλης αυτής της υπόθεσης, να μη φροντίσουμε να σε σώσουμε ούτε συ τουλάχιστον να σώσεις τον εαυτό σου, κάτι που ήταν δυνατόν αρκεί να δρούσαμε κάπως πιο γρήγορα. Πρόσεχε, Σωκράτη, μήπως αυτή η τακτική σου, εκτός από ζημιά, είναι ντροπή και για σένα και για μας. Έλα, πάρε μια απόφαση. Έπρεπε να το είχες αποφασίσει κιόλας, όχι να το αποφασίσεις τώρα! Και η απόφαση είναι μία: Αυτή τη νύχτα πρέπει να έχουν γίνει όλα. Λίγο να αναβάλουμε, όλα τελείωσαν, δεν θα μπορούμε πια να κάνουμε τίποτα. Μα, Σωκράτη, άκουσέ με και μην κάνεις διαφορετικά.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Αγαπητέ μου Κρίτωνα, αυτή η στοργή σου είναι ανεκτίμητη, αν την συνόδευε κάποια δικαιοσύνη. Αν όχι, όμως, όσο μεγαλύτερη είναι τόσο περισσότερο με στενοχωρεί. Ας εξετάσουμε αν αυτό που λες μπορεί να γίνει ή όχι. Γιατί όχι μόνο τώρα, αλλά πάντοτε, τέτοιος είμαι, ώστε να μην υπακούω σε τίποτα άλλο παρά στον λόγο εκείνο, που όταν σκέφτομαι, θα μου φανεί ο καλύτερος. Και τους λόγους που έλεγα άλλοτε (στο παρελθόν), δεν μπορώ τώρα να τους απαρνηθώ, επειδή με βρήκε αυτό το δυστύχημα, γιατί για μένα είναι πάντοτε οι ίδιοι, και το ίδιο τους εκτιμώ σήμερα και τους σέβομαι όπως και παλιότερα. Και αν δεν έχουμε τώρα λόγους πιο ισχυρούς, μάθε καλά πως εγώ ποτέ δεν θα συμφωνήσω σε αυτό που λες, ακόμα και αν αυτός ο παντοδύναμος λαός με φοβερίσει σαν παιδί, με τα τρομερότατα μέσα που έχει στη διάθεσή του, όπως είναι η φυλάκιση, ο θάνατος, η δήμευση της περιουσίας.
Πως λοιπόν θα μπορούσαμε να εξετάσουμε πιο σωστά το ζήτημά μας; Αν αρχίσουμε από εκείνο που έλεγες για τις γνώμες και ας εξετάσουμε, αν σωστά ή όχι λέγαμε στο παρελθόν ότι σε άλλες γνώμες πρέπει να δίνουμε προσοχή και σε άλλες όχι. Ή πριν, όταν δεν χρειαζόταν να πεθάνω, ήταν σωστό, ενώ τώρα έγινε φανερό ότι λεγόταν πραγματικά μόνο για παιχνίδι και φλυαρία; Κρίτωνα, εγώ επιθυμώ να εξετάσουμε μαζί αυτούς τους λόγους, που λέγαμε στο παρελθόν, μήπως φανούν τώρα που βρίσκομαι σε αυτή την κατάσταση κάπως αλλοιωμένοι ή παραμένουν οι ίδιοι, και ή να τους απαρνηθούμε ή να υπακούσουμε σε αυτούς. Εκείνοι που δεν πετούν τα λόγια τους στον αέρα, πάντα λένε αυτό, όπως προ ολίγου έλεγα κι εγώ, ότι από τις γνώμες των ανθρώπων σε άλλες πρέπει να δίνουμε σημασία και σε άλλες όχι. Προς θεού, Κρίτωνα, δεν νομίζεις ότι λέχθηκε σωστά αυτό;
Εσύ, όσο τουλάχιστον μπορεί να κρίνει άνθρωπος, είσαι έξω από τον κίνδυνο να πεθάνεις αύριο, και δεν σου θολώνει την κρίση σου μια συμφορά σαν την δική μου. Γι’ αυτό σκέψου. Δεν σου φαίνεται σωστό άλλες από τις γνώμες των ανθρώπων να εκτιμούμε κι άλλες όχι; Όχι όλες, αλλά άλλες ναι, άλλες όχι. Τι λες; Δεν είναι σωστό αυτό;
ΚΡΙΤΩΝ
Σωστό.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Λοιπόν πρέπει να εκτιμάμε τις καλές και όχι τις πονηρές;
ΚΡΙΤΩΝ
Ναι.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Και καλές δεν είναι οι γνώμες των “φρονίμων” και πονηρές οι γνώμες των “αφρόνων”;
ΚΡΙΤΩΝ
Πως θα ήταν διαφορετικά;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Εμπρός λοιπόν, ας εξετάσουμε αν αυτά που λέγαμε ήταν σωστά. Ένας που γυμνάζει το σώμα του τάχα υπολογίζει τον έπαινο και την κατηγορία και την γνώμη κάθε ανθρώπου, όποιος και αν είναι, ή τη γνώμη ενός μόνου, δηλαδή εκείνου που τυχαίνει να είναι γιατρός ή γυμναστής;
ΚΡΙΤΩΝ
Ενός μόνον.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Επομένως αυτός πρέπει να φοβάται τις κατηγορίες και να επιθυμεί τους επαίνους μόνο εκείνου και όχι όλου του κόσμου.
ΚΡΙΤΩΝ
Είναι φανερό αυτό.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Γι’ αυτό ακριβώς πρέπει αυτός να γυμνάζει το σώμα του και να τρώει και να πίνει και να κάνει τέλος πάντων ό,τι φαίνεται καλό σε αυτόν που τον έχει σαν οδηγό, και όχι βέβαια όπως φαίνεται καλό σε όλους τους άλλους.
ΚΡΙΤΩΝ
Έτσι είναι.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Πάει καλά. Και αν δεν υπακούσει σε εκείνον μόνο αλλά περιφρονήσει τη γνώμη του και τους επαίνους και εκτιμήσει περισσότερο τις κρίσεις του κόσμου, που δεν καταλαβαίνει τίποτε από αυτά (από γυμναστική), δεν θα πάθει έτσι κάποια βλάβη;
ΚΡΙΤΩΝ
Πως δεν θα πάθει…
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Και ποια είναι αυτή η βλάβη; Και ποιο μέρος εκείνου που δεν υπακούει βλάπτει αυτή;
ΚΡΙΤΩΝ
Είναι φανερό ότι βλάπτεται το σώμα, γιατί είναι αυτό το ίδιο που καταστρέφεται λίγο – λίγο.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Σωστά μιλάς. Και αυτό, Κρίτωνα, ισχύει στον ίδιο βαθμό και για τα άλλα πράγματα, για να μην τα αναφέρουμε όλα αναλυτικά; Λοιπόν και για τα δίκαια και για τα άδικα και για τα άσχημα και για τα ωραία και για τα ωφέλιμα και τα βλαβερά, που είναι το θέμα πάνω στο οποίο συζητάμε, πρέπει να ακολουθούμε τη γνώμη του κόσμου και να την υπολογίζουμε ή μόνο εκείνου που καταλαβαίνει απ’ αυτά, αν υπάρχει κανείς τέτοιος, και να ντρεπόμαστε και να φοβόμαστε αυτόν περισσότερο παρά όλους τους άλλους; Αυτόν που αν δεν τον ακολουθήσουμε, θα καταστρέψουμε και θα βλάψουμε εκείνο το μέρος το οποίο με τη δικαιοσύνη ευημερεί και ακμάζει, ενώ σβήνει και αφανίζεται με την αδικία; Ή μήπως αυτό δεν είναι αξίζει τίποτα;
ΚΡΙΤΩΝ
Το παραδέχομαι, Σωκράτη.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Λοιπόν, αν εμείς, αυτό το μέρος που γίνεται καλύτερο με τα υγιεινά, και νοσηρό με τα νοσηρά, το καταστρέψουμε όταν δεν υπακούσουμε στη γνώμη αυτών που ξέρουν, άρα θα μπορέσουμε να ζούμε με αυτή την καταστροφή; Και αυτό είναι το σώμα. Ή όχι;
ΚΡΙΤΩΝ
Ναι.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Πες μου, μπορούμε να ζήσουμε με ένα σώμα κακοποιημένο και καταστραμμένο;
ΚΡΙΤΩΝ
Ασφαλώς όχι.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Και τότε μπορούμε να ζήσουμε και να έχουμε καταστρέψει εκείνο το μέρος μας που η αδικία μαραίνει και η δικαιοσύνη ωφελεί; Ή νομίζουμε πως είναι ευτελέστερο από το σώμα αυτό το μέρος, όποιο και αν είναι, στο οποίο κατοικεί η δικαιοσύνη και η αδικία;
ΚΡΙΤΩΝ
Κάθε άλλο.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Μήπως αυτό είναι πολυτιμότερο;
ΚΡΙΤΩΝ
Και πολύ μάλιστα.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Λοιπόν, αγαπητέ μου, δεν πρέπει να ενδιαφερόμαστε τόσο πολύ εμείς για το τι θα πει για μας ο κόσμος, αλλά για το τι θα πει εκείνος που γνωρίζει τι είναι δίκαιο και τι άδικο, ο ένας – και αυτή είναι η αλήθεια. Ώστε δεν πήρες καλό δρόμο πρωτύτερα με το να υποστηρίζεις πως πρέπει να δίνουμε σημασία στην γνώμη του κόσμου, όταν πρόκειται για τα δίκαια, για τα ωραία, για τα καλά και τα αντίθετά τους. Θα πει ίσως κανείς: Ε, ο κόσμος είναι καλός για να σκοτώνει.
ΚΡΙΤΩΝ
Και βέβαια θα το πει, Σωκράτη.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Είναι αλήθεια. Μα καλέ μου, αυτός ο συλλογισμός που κάναμε τώρα μου φαίνεται πως μοιάζει με εκείνον που κάναμε την άλλη φορά. Μου φαίνεται δηλαδή πως μένει σταθερός. Και πρόσεξε αν μένει σταθερός και αυτός ο άλλος, ότι δηλαδή πρέπει να δίνουμε πάρα πολλή σημασία όχι στο να ζούμε απλά αλλά στο να ζούμε σωστά.
ΚΡΙΤΩΝ
Και βέβαια μένει σταθερός.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Και η γνώμη ότι το καλό, το έντιμο, και το δίκαιο είναι ένα και το αυτό μένει σταθερή ή όχι;
ΚΡΙΤΩΝ
Μένει σταθερή.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Λοιπόν, σύμφωνα με τις αρχές που παραδεχθήκαμε, πρέπει να εξετάσουμε αν είναι δίκαιο να αποπειραθώ να φύγω από εδώ χωρίς τη συγκατάθεση των Αθηναίων, ή αν δεν είναι δίκαιο. Και αν φαίνεται δίκαιο, να το επιχειρήσουμε, αλλιώς να το αφήσουμε. Όσο για εκείνες τις σκέψεις σου, για τα έξοδα, τα λόγια του κόσμου, την ανατροφή των παιδιών, κοίταξε μήπως στ’ αλήθεια, Κρίτωνα, είναι σοφίσματα αυτού του ελαφρόκοσμου που σε σκοτώνει χωρίς λόγο και που αν μπορούσε θα σε επανέφερε πάλι στη ζωή. Αλλά επειδή η λογική έτσι μας επιβάλλει, πρόσεξε μήπως δεν πρέπει να σκεπτόμαστε τίποτα άλλο, παρά εκείνο ακριβώς που λέγαμε προ ολίγου: αν δηλαδή εμείς θα πράξουμε δίκαια, πληρώνοντας με χρήματα και με ευγνωμοσύνη εκείνους που θα με οδηγήσουν έξω από τη φυλακή, και αν θα πράξουμε δίκαια, αυτοί και εγώ, εκείνοι που θα με βγάλουν και εγώ που θα βγω, ή αν άδικα. Και στην περίπτωση που θα κάνουμε αδικία, κοίταξε μήπως δεν είναι ανάγκη να λογαριάσουμε ούτε τον θάνατο μένοντας εδώ στην φυλακή ήσυχοι ούτε κανένα άλλο χειρότερο κακό που θα συνηγορεί στην αδικία.
ΚΡΙΤΩΝ
Καλά είναι αυτά όλα στην θεωρία, Σωκράτη, μα κοίταξε τώρα τι πρέπει να πράξουμε.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Ας το εξετάσουμε μαζί, φίλε μου. Και αν έχεις κανέναν σοβαρό λόγο να μου αντιτάξεις, αντίταξέ μου τον και εγώ θα σε ακούσω, αλλιώς σταμάτα πια, φίλε μου, να μου λες όλο τα ίδια, ότι εγώ πρέπει να φύγω παρά την θέληση των Αθηναίων. Γιατί εγώ θέλω να πεισθείς γι’ αυτά που λεω και όχι να συμφωνήσεις παρά τη θέλησή σου. Πρόσεχε τώρα αν η βάση της σκέψης διατυπώνεται σωστά και προσπάθησε, όπως νομίζεις καλύτερα, να απαντάς στις ερωτήσεις μου.
ΚΡΙΤΩΝ
Και βέβαια θα προσπαθήσω.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Παραδεχόμαστε ότι ποτέ δεν πρέπει να κάνουμε αδικία, ή μήπως σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούμε να κάνουμε και σε άλλες όχι; Ή η αδικία δεν είναι ποτέ σε καμιά περίπτωση ούτε έντιμο ούτε καλό, όπως πολλές φορές εμείς συμφωνώντας παραδεχθήκαμε στο παρελθόν και όπως πριν εγώ έλεγα. Ή όλες οι προηγούμενες συμφωνίες μας λησμονήθηκαν κατά το διάστημα των λίγων αυτών ημερών, τόσο που εμείς σε αυτή την ηλικία, γέροντες καθώς είμαστε, αν και σπουδαιολογούσαμε μαζί, χωρίς να το καταλάβουμε δεν διαφέραμε καθόλου από τα μικρά παιδιά; Πως εκείνες οι συμφωνίες μας δεν μένουν πάντοτε οι ίδιες, είτε η κοινή γνώμη τις παραδέχεται είτε τις απορρίπτει; Και αν πρόκειται να πάθουμε ακόμη χειρότερα κακά από αυτά ή και ελαφρότερα, η αδικία οπωσδήποτε γι’ αυτόν που την κάνει δεν παραμένει πάντα μια πράξη αισχρή και ανήθικη; Το παραδεχόμαστε αυτό ή όχι;
ΚΡΙΤΩΝ
Το παραδεχόμαστε.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Λοιπόν σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να αδικεί κανείς.
ΚΡΙΤΩΝ
Όχι βέβαια.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Επομένως ούτε αν αδικείται κανείς πρέπει να ανταποδίδει το άδικο, όπως πιστεύει ο πολύς κόσμος, αφού βέβαια δεν πρέπει με κανένα τρόπο να αδικεί κάποιος.
ΚΡΙΤΩΝ
Είναι φανερό.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Τότε λοιπόν τι λες; Πρέπει κάποιος να κάνει κακό στον άλλο ή όχι;
ΚΡΙΤΩΝ
Όχι, βέβαια, δεν πρέπει, Σωκράτη.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Και είναι δίκαιο να ανταποδίδει κανείς το κακό, όταν κακοποιείται, όπως πιστεύει ο πολύς κόσμος, ή όχι;
ΚΡΙΤΩΝ
Ασφαλώς όχι.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Γιατί το να κάνει κανείς το κακό στους ανθρώπους δεν διαφέρει καθόλου από του να τους αδικεί.
ΚΡΙΤΩΝ
Σωστά μιλάς.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Λοιπόν, δεν πρέπει ο άνθρωπος να κάνει αδικία ούτε να κάνει κακό, οποιοδήποτε και αν είναι το κακό που του κάνουν. Και πρόσεχε τώρα, Κρίτωνα, μήπως δεν μιλάς όπως σκέπτεσαι, γιατί ξέρω καλά πως είναι και θα είναι λίγοι εκείνοι που έχουν την ίδια γνώμη με μας σχετικά με αυτό το ζήτημα. Το σίγουρο είναι ότι όσοι έχουν την ίδια γνώμη για αυτά και όσοι δεν έχουν δεν μπορεί ποτέ να φθάσουν σε συμφωνία, και μάλιστα είναι αναγκαίο, επειδή θα επιμένουν και οι δυο στις αντίθετες απόψεις τους, να περιφρονούνται μεταξύ τους.
Γι’ αυτό λοιπόν σκέψου πολύ καλά, αν είσαι σύμφωνος με τη γνώμη μου, και επομένως να αρχίσουμε να σκεπτόμαστε ορμώμενοι από αυτή την ηθική αρχή, παραδεχόμενοι δηλαδή ότι δεν είναι ηθικά σωστό ούτε το να αδικεί κανείς ούτε το να ανταποδίδει το κακό με μια εκδίκηση Ή δεν συμμερίζεσαι τη γνώμη μου και απαρνείσαι αυτή την ηθική αρχή; Όσο για μένα, αυτή τη γνώμη είχα και προηγουμένως και αυτήν έχω ακόμα και τώρα. Εάν εσύ έχεις στο μυαλό σου καμιά άλλη, πες την μου και εξήγησέ μου. Αν όμως μένεις σταθερός στη γνώμη που είχες πρώτα, κάθισε να ακούσεις ό,τι ακολουθεί.
ΚΡΙΤΩΝ
Μένω σταθερός και συμφωνώ μαζί σου. Λέγε λοιπόν.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Πρόσεξε τώρα λίγο περισσότερο. Αν εμείς φύγουμε από εδώ χωρίς τη συγκατάθεση της πόλης, αδικούμε κανένα, και μάλιστα εκείνους που λιγότερο θα έπρεπε να αδικήσουμε, ναι ή όχι; Και μένουμε πιστοί σε εκείνα τα οποία ομολογήσαμε ότι είναι δίκαια, ναι ή όχι;
ΚΡΙΤΩΝ
Δεν μπορώ, Σωκράτη, να απαντήσω σε ό,τι με ρωτάς. Δεν σε καταλαβαίνω.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Μα σκέψου έτσι: Αν τη στιγμή που ξεκινάμε για να δραπετεύσουμε από εδώ – ή όπως αλλιώς ονομάσουμε αυτή την πράξη αν η λέξη “δραπετεύσουμε” δεν σου αρέσει – έλθουν να μας συναντήσουν οι νόμοι της Πολιτείας και αυτή η ίδια η Πολιτεία προσωπικά και παρουσιαζόμενοι μπροστά μας μας ρωτήσουν: “Σωκράτη, πες μας, τι έχεις κατά νου να κάνεις; Δεν σκέπτεσαι ίσως πως με αυτή την φυγή σου καταργείς εμάς και όλη την Πολιτεία; Ή νομίζεις πως είναι δυνατόν να σταθεί ορθή μια Πολιτεία και να μην ανατραπεί, εκεί όπου οι αποφάσεις των δικαστηρίων δεν έχουν κανένα κύρος, αλλά ματαιώνονται και ποδοπατούνται από τους πολίτες ” Τι θα απαντήσουμε εμείς, Κρίτωνα, σε αυτά και σε άλλες παρόμοιες επιπλήξεις; Πολλά βέβαια θα μπορούσε να πει κανείς, και αν μάλιστα είναι ρήτορας, για να δικαιολογηθεί επειδή παραβίασε αυτόν τον νόμο, που απαιτεί οι αποφάσεις να έχουν το αποτέλεσμά τους. Ή θα απαντήσουμε ότι “η Πολιτεία μας αδίκησε και δεν μας έκρινε σύμφωνα με το δίκαιο;” Έτσι θα απαντήσουμε ή όχι;
ΚΡΙΤΩΝ
Έτσι μα το Δία, Σωκράτη.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Αλλά ας υποθέσουμε πως οι νόμοι τότε μας λένε: “Σωκράτη, αυτή ήταν η συμφωνία που κάναμε μεταξύ μας ή δεν συμφωνήσαμε να μένεις πιστός στις αποφάσεις που εκδίδουν τα δικαστήρια, οποιεσδήποτε και αν είναι;” Και αν παραξενευόμαστε με αυτά τους τα λόγια, ίσως θα εξακολουθούσαν να μας λένε: “Μην παραξενεύεσαι, Σωκράτη, με αυτό μας το ύφος, αλλά απάντησέ μας, γιατί και συ συνηθίζεις να προχωρείς με ερωτήσεις και απαντήσεις. Λέγε λοιπόν τι παράπονο έχεις εναντίον μας και εναντίον της πόλης ώστε ζητάς έτσι να μας καταστρέψεις; Δεν σου δώσαμε εμείς πρώτοι την ζωή, αφού εξαιτίας μας ο πατέρας σου πήρε γυναίκα τη μητέρα σου, και σ’ έφερε στον κόσμο; Έχεις να κάνεις καμιά κριτική σε εκείνους από εμάς που κανονίζουν τους γάμους πως δεν είναι τάχα καλοί;”
“Δεν έχω τίποτα εναντίον τους” θα έλεγα. “Μη τυχόν έχεις να πεις κάτι εναντίον των νόμων νόμους που κανονίζουν την ανατροφή και την εκπαίδευση σύμφωνα με τους οποίους και συ εκπαιδεύτηκες; Τι; Αυτοί οι νόμοι από εμάς που γι’ αυτό το σκοπό έχουν οριστεί, δεν έκαναν καλά που παράγγελλαν στον πατέρα σου να σε εκπαιδεύσει με μαθήματα μουσικής και γυμναστικής; Καλά έκαναν” θα απαντούσα εγώ.
“Ας είναι. Και αφού γεννήθηκες εξ αιτίας μας και ανατράφηκες και μορφώθηκες, θα μπορούσες να πεις ότι δεν είσαι δικός μας και παιδί μας και δούλος μας κι εσύ και οι πρόγονοί σου; Και αφού το πράγμα έτσι έχει, άραγε νομίζεις πως έχεις ίσα δικαιώματα εσύ με εμάς και φαντάζεσαι πως ό,τι κι αν σου κάνουμε, είναι δίκαιο να μας το ανταποδίδεις με τη σειρά σου; Ή τάχα απέναντι στον πατέρα σου δεν θα είχες ίσα δικαιώματα και απέναντι στον αφέντη σου, αν τύχαινε να έχεις τέτοιον, ώστε εκείνα που θα πάθαινες απ’ αυτούς να τα ανταποδίδεις αντεκδικούμενος αυτούς, ούτε δηλαδή αν σε ύβριζαν να τους υβρίζεις, ούτε αν σε έδερναν να τους δέρνεις, ούτε άλλα παρόμοια πολλά. Ως προς την πατρίδα σου όμως και τους νόμους της, κατά την γνώμη σου, θα είχες βέβαια το δικαίωμα, ώστε, αν εμείς θέλουμε να σε θανατώσουμε, επειδή το κρίνουμε δίκαιο, και συ τότε θα προσπαθούσες, όσον εξαρτάται από σένα να καταστρέψεις και εμάς και την πατρίδα αντεκδικούμενος, και θα ισχυρισθείς ότι, με το να κάνεις αυτά, πράττεις δίκαια, εσύ που αληθινά φροντίζεις για την αρετή;
Ή είσαι τόσο σοφός, ώστε σου έχει διαφύγει ότι και από τη μητέρα και από τον πατέρα και από όλους τους άλλους προγόνους το πολυτιμότερο πράγμα είναι η πατρίδα και σεβαστότερο και αγιώτερο και σε ανώτερη θέση, κατά τη γνώμη των θεών και των φρονίμων ανθρώπων, και ότι πρέπει να σεβόμαστε και περισσότερο να υπακούμε και να αγαπάμε την πατρίδα, όταν οργίζεται, παρά τον πατέρα, και, ή να προσπαθούμε να την πείθουμε, ή να εκτελούμε ό,τι κι αν διατάζει. Και ή να υποφέρουμε, αν αυτή το θέλει, χωρίς το παραμικρό παράπονο, και αν θέλει ακόμα να μας δείρει ή να μας ρίξει στην φυλακή, ή να μας στείλει στον πόλεμο για να πληγωθούμε ή να σκοτωθούμε, όλα αυτά πρέπει να τα κάνουμε. Και έτσι είναι το σωστό. Μάλιστα δεν πρέπει να ξεφεύγουμε ούτε να οπισθοχωρούμε ούτε να εγκαταλείπουμε τη θέση μας, αλλά και στον πόλεμο και στα δικαστήρια και όπου αλλού, καθήκον μας είναι να εκτελούμε όσα διατάσσει η Πολιτεία και η πατρίδα, ή, το πολύ, αν εκείνο που διατάζει δεν μας φαίνεται δίκαιο, να της υποδείξουμε και να την πείσουμε ποιο είναι το δίκαιο. Να μεταχειριζόμαστε όμως βία, δεν είναι ασέβεια σε μια μητέρα, σε έναν πατέρα και πολύ περισσότερο στην πατρίδα;”
Τι θα απαντήσουμε εμείς σε όλα αυτά, Κρίτων; Θα απαντήσουμε ότι οι νόμοι λένε αλήθεια ή όχι;
ΚΡΙΤΩΝ
Έτσι μου φαίνεται.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Στη συνέχεια, σκέφτομαι, πως οι νόμοι θα μιλούσαν έτσι: “Πρόσεξε τώρα, αν λέμε αλήθεια ότι εσύ δηλαδή εγκληματείς εναντίον μας, εάν κάνεις ό,τι σκοπεύεις να κάνεις. Γιατί αφού σε γεννήσαμε, σε αναθρέψαμε και σε μορφώσαμε και σου δώσαμε μαζί με τους άλλους απ’ όλα τα καλά, απ’ ό,τι μπορούσαμε, σε ειδοποιήσαμε από πριν. Και όπως εσένα, έτσι και κάθε άλλον Αθηναίο που έφθασε στην ηλικία να γίνε πολίτης και έμαθε τα έθιμα της πόλης και εμάς τους νόμους. Σε ειδοποιήσαμε ότι, αν δεν σου αρέσουμε εμείς, σου δίνουμε την άδεια να πάρεις μαζί σου όλα τα πράγματά σου και να πας όπου σου αρέσει.
Και κανείς από μας τους νόμους δεν εμποδίζει ή απαγορεύει σε κανένα από σας, τους Αθηναίους, αν είναι δυσαρεστημένος με μας ή την Πολιτεία, να πάει σε κάποια από τις αποικίες μας ή να ξενιτευθεί, σε όποιο τόπο θέλει, μαζί με τα υπάρχοντά του. Ώστε λοιπόν, αν κάποιος από σας μένει εδώ, αφού είδε με ποιο τρόπο εμείς δικάζουμε και πώς διοικούμε την Πολιτεία, τότε θεωρούμε ότι αυτός έμπρακτα έχει αναλάβει υποχρεώσεις απέναντί μας, να εκτελεί ό,τι τον διατάζουμε και επίσης του επιτρέπουμε να κάνει ένα από αυτά τα δύο, ή να μας πείσει με τη λογική ή να υπακούσει στις διαταγές μας, αυτός δεν κάνει ούτε το ένα ούτε το άλλο.
Ε, λοιπόν, Σωκράτη, με αυτές τις κατηγορίες θα ενοχοποιηθείς, αν βέβαια κάνεις αυτά που λογαριάζεις και προ πάντων εσύ περισσότερο από κάθε άλλο Αθηναίο ”.
Και αν εγώ έλεγα γιατί αυτό; Ίσως θα μου επιτίθονταν δίκαια και θα μου έλεγαν ότι εγώ, περισσότερο από κάθε άλλο Αθηναίο, ανέλαβα αυτή την υποχρέωση.
“Έχουμε μεγάλες αποδείξεις” θα έλεγαν, “Σωκράτη, ότι σου αρέσαμε και εμείς και η πόλη. Γιατί δεν θα έμενες κλεισμένος περισσότερο από κάθε άλλον Αθηναίο σε αυτή την πόλη, εάν αυτή δεν σου άρεσε εξαιρετικά. Πραγματικά, δεν βγήκες ποτέ από την πόλη για να δεις τους αγώνες, εκτός από μια φορά στον Ισθμό, ούτε σε κανένα άλλο μέρος πήγες, εκτός αν πήγες κάπου για να πολεμήσεις, ούτε και έκανες ποτέ σου κανένα ταξίδι, όπως άλλοι άνθρωποι, ούτε επιθύμησες να γνωρίσεις άλλες πόλεις και άλλους νόμους, γιατί εμείς και η πόλη σε ικανοποιούσαμε. Τόσο πολύ μας αγαπούσες! Και έδωσες υπόσχεση να ζεις σαν πολίτης κάτω από την εξουσία μας. Και μετά εδώ έκανες παιδιά, πράγμα που πάλι δείχνει ότι σου άρεσε η πόλη. Και στη δίκη ακόμα ήταν δικαίωμά σου να ορίσεις σαν ποινή την εξορία, και αυτό ακριβώς που τώρα σκοπεύεις να κάνεις χωρίς το θέλημα της πόλης, μπορούσες να το κάνεις τότε με τη συγκατάθεσή της.
Εσύ όμως εκείνη την ημέρα καμάρωνες προσποιούμενος ότι δεν αγανακτούσες, αν θα παρίστατο ανάγκη να πεθάνεις, και προτιμούσες, όπως έλεγες, τον θάνατο από την εξορία. Και τώρα δεν ντρέπεσαι ούτε για εκείνους τους λόγους, ούτε σε νοιάζει για μας τους νόμους αφού κάνεις απόπειρα να μας καταργήσεις. Και θέλεις να κάνεις τα ίδια ακριβώς τα οποία θα έκανε κάποιος ανάξιος δούλος, να δραπετεύσεις δηλαδή παρά τις συνθήκες και τις υποσχέσεις που ανέλαβες για να ζεις σαν πολίτης. Απάντησε λοιπόν, πες μας πρώτα, αν δεν είναι αλήθεια, όπως εμείς το διαβεβαιώνουμε, ότι εσύ είσαι υποχρεωμένος να ζεις σαν πολίτης σύμφωνα με τις διαταγές μας, με έργα και όχι μόνο με λόγια. Είναι αλήθεια;”.
Τι θα απαντήσουμε σε αυτά, Κρίτωνα; Μπορούμε να μη συμφωνήσουμε;
ΚΡΙΤΩΝ
Αναγκαστικά, Σωκράτη.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
“Τι άλλο λοιπόν, κάνεις”, θα έλεγαν, “παρά να παραβαίνεις τις συνθήκες και τις συμφωνίες που έκλεισες μαζί μας. Και δεν τα παραδέχθηκες με τη βία αυτά ούτε εξαπατήθηκες ούτε αναγκάσθηκες να αποφασίσεις βιαστικά, γιατί είχες καιρό στα εβδομήντα σου χρόνια να σκεφτείς. Και στο διάστημα αυτό μπορούσες να φύγεις, αν δεν σου αρέσαμε εμείς και αν οι μεταξύ μας συμφωνίες δεν σου φαίνονταν δίκαιες. Απεναντίας εσύ δεν προτίμησες ούτε την Σπάρτη ούτε την Κρήτη, για τις οποίες ως γνωστόν κάθε φορά που συζητείς λές ότι ευνομούνται, ούτε καμία άλλη από τις ελληνικές πόλεις ούτε από τις βαρβαρικές. Μάλιστα ποτέ στη ζωή σου δεν έφυγες από εδώ, λιγότερο ακόμα και από τους κουτσούς και τους τυφλούς και τους άλλους ανάπηρους, σαν να μην διέφερες καθόλου από αυτούς. Τόσο πολύ, πιο πολύ από ό,τι στους άλλους Αθηναίους, σου άρεσε αυτή η πόλη και οι εμείς οι νόμοι. Γιατί σε ποιον μπορεί να αρέσει μια πόλη χωρίς νόμους; Και τώρα δεν θα μείνεις πιστός σε όσα έχεις υποσχεθεί; Ναι (θα μείνεις πιστός), αν μας ακούσεις, Σωκράτη, και δεν θα γίνεις περίγελος φεύγοντας από την πατρίδα σου.
Σκέψου τώρα και τα επακόλουθα: Εάν αθετήσεις τις υποχρεώσεις σου αυτές και υποπέσεις σε ένα τέτοιο σφάλμα, τι καλό θα κάνεις στον εαυτό σου και στους φίλους σου; Ότι θα διατρέξουν τον κίνδυνο να εξορισθούν και να στερηθούν την πατρίδα τους ή να χάσουν την περιουσία τους, είναι σχεδόν βέβαιο. Όσο για σένα, αν καταφύγεις σε καμία από τις πόλεις που είναι πολύ κοντά, όπως στην Θήβα ή στα Μέγαρα, επειδή και οι δύο αυτές πόλεις ευνομούνται, θα πας εκεί, Σωκράτη, σαν ένας εχθρός της Πολιτείας τους. Και όσοι αγαπούν τις πόλεις τους θα σε στραβοκοιτάζουν, γιατί θα σε θεωρούν διαφθορέα των νόμων, και έτσι θα επιβεβαιώσεις στους δικαστές την γνώμη τους ότι ορθά έκριναν την δίκη σου, γιατί άνθρωπος που είναι διαφθορέας των νόμων μπορεί κάλλιστα να νομισθεί διαφθορέας της νεολαίας και του αμαθούς όχλου.
Τι θα κάνεις λοιπόν; Θα αποφύγεις τις ευνομούμενες πόλεις και τους πολιτισμένους ανθρώπους; Και αν το κάνεις αυτό, θα αξίζει τον κόπο να ζεις; Ή θα τους πλησιάσεις και αδιάντροπα θα συζητάς μαζί τους; Τι θα κάνεις Σωκράτη; Μήπως αυτά που έλεγες εδώ, πως η αρετή και η δικαιοσύνη και η νομιμότητα είναι τα πιο ανεκτίμητα πράγματα στους ανθρώπους; Και δεν νομίζεις ότι η πράξη σου αυτή θα είναι μια αδιαντροπιά; Ποιος θα αμφέβαλε γι’ αυτό;
Οπότε εσύ θα σηκωθείς και θα φύγεις από αυτούς τους τόπους, θα πας στην Θεσσαλία, στους φίλους του Κρίτωνα, γιατί εκεί, ως γνωστόν, επικρατεί μεγάλη αταξία και ανηθικότητα και εκεί ευχαρίστως ίσως να σε άκουαν να τους διηγείσαι με ποιο γελοίο τρόπο δραπέτευσες, κουκουλωμένος με κάποιο μανδύα ή σκεπασμένος με κάποια κάπα ή με άλλον τρόπο μεταμφιεσμένος, κατά τη συνήθεια των δούλων που δραπετεύουν, και αφού ακόμα θα άλλαζες τη μορφή σου. Και νομίζεις πως κανείς δεν θα βρεθεί να σου πει ότι εσύ, γέρος άνθρωπος, ενώ ακόμα σου απομένει λίγη ζωή, τόλμησες να δείξεις τόση αφοσίωση στη ζωή σου, ώστε να ποδοπατήσεις τους πιο σημαντικούς νόμους,; Ίσως, να μην στο πουν, αν εσύ δεν πειράξεις κανέναν. Μα, αν όχι, Σωκράτη, ω πόσα πολλά και ανάξιά σου έχεις να ακούσεις! Θα ζεις λοιπόν κολακεύοντας όλους τους ανθρώπους και θα φέρεσαι δουλικά σε όλους; Και πως θα τα περνάς στην Θεσσαλία;
Διασκεδάζοντας στα τραπέζια του ενός και του άλλου, σαν να πήγαινες εκεί επίτηδες για να φας και να πιείς; Κι εκείνοι οι περίφημοι λόγοι μας περί δικαιοσύνης και της άλλης αρετής τι θα γίνουν; Ω, ναι, θέλεις να ζήσεις για τα παιδιά σου, να τα αναθρέψεις και να τα μορφώσεις! Λοιπόν τι σκέφτεσαι; Λογαριάζεις να τα πάρεις στην Θεσσαλία να τα αναθρέψεις και να τα μορφώσεις, αφού τα κάνεις ξένους, για να απολαύσουν στο τέλος και αυτό το καλό; Ή όχι, και θα τα αφήσεις εδώ να ανατραφούν; Αλλά νομίζεις ότι αν ζεις εσύ, αν και θα είσαι μακριά τους, αυτά θα ανατραφούν και θα μορφωθούν καλύτερα; Θα πεις ότι οι φίλοι σου θα αναλάβουν την φροντίδα γι’ αυτά. Ωραία! Αν φύγεις για τη Θεσσαλία θα φροντίσουν, και αν φύγεις για τον Άδη δεν θα φροντίσουν; Αν πρόκειται βέβαια να ελπίζεις κανένα καλό από εκείνους που σου λένε ότι είναι φίλοι, έχε τους εμπιστοσύνη!
Λοιπόν, Σωκράτη, άκουσε εμάς που σε αναθρέψαμε. Τα παιδιά, τη ζωή, και κάθε άλλο αγαπητό που υπάρχει στον κόσμο, να μην λογαριάσεις εμπρός στο δίκαιο, για να μπορείς όταν πας στον Άδη να απολογηθείς με όλα αυτά στους εκεί Άρχοντες. Γιατί εδώ – στη γη – είναι φανερό και σε σένα και στους δικούς σου ότι αυτό που σκοπεύεις να κάνεις δεν είναι ούτε καλό ούτε δίκαιο, ούτε ευλαβικό. Ούτε εκεί κάτω (στον Άδη) όταν θα φθάσεις θα σου είναι ωφέλιμο. Γι’ αυτό τώρα θα φύγεις απ’ αυτόν τον κόσμο, εάν αποφασίσεις να φύγεις, αδικημένος όχι από εμάς, τους νόμους, αλλά από τους ανθρώπους.
Ενώ αν δραπετεύσεις από εδώ απαντώντας με τόσο αισχρό τρόπο στην αδικία με την αδικία και στο κακό με το κακό, αθετώντας τις συμφωνίες και τις υποσχέσεις που μόνος σου έκλεισες μαζί μας, και βλάπτοντας εκείνους που λιγότερο θα έπρεπε να βλάψεις, δηλαδή τον ίδιο τον εαυτό σου και τους φίλους σου και την πατρίδα σου και εμάς, τότε και εμείς θα είμαστε οργισμένοι εναντίον σου, εφόσον ζεις, και εκεί κάτω, στον Άδη, οι αδελφοί μας οι νόμοι, δεν θα σου κάνουν καλή υποδοχή, επειδή θα γνωρίζουν ότι επιχείρησες και εμάς εδώ να καταστρέψεις, όσο ήταν αυτό δυνατόν από τη μεριά σου. Πρόσεξε λοιπόν να μην πλανηθείς από τα λόγια του Κρίτωνα και κάνεις ό,τι σου λέει αυτός, αντί να κάνεις ό,τι σου λέμε εμείς”.
Όλα αυτά, αγαπητέ μου φίλε Κρίτωνα, να ξέρεις καλά ότι εγώ νομίζω πως τα ακούω να λέγονται απαράλλακτα, όπως οι κορυβαντιώντες νομίζουν πως ακούν τον ήχο των αυλών. Και βουίζει στ’ αυτιά μου αυτός ο ίδιος ήχος των λόγων, τόσο πολύ, ώστε με κάνει να μένω κουφός σε κάθε άλλο ήχο. Λοιπόν, Κρίτωνα, ξέρεις τώρα εσύ πως σκέφτομαι. Αν σε αυτά έχεις αντιρρήσεις, μάταιος ο κόπος σου. Εάν νομίζεις όμως πως θα κατορθώσεις κάτι παραπάνω, πες μου τη σκέψη σου.
ΚΡΙΤΩΝ
Σωκράτη μου, δεν έχω να πω τίποτα παραπάνω.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Άσε τα λοιπόν, Κρίτωνα, και ας πράξουμε έτσι, αφού προς αυτόν τον δρόμο μας οδηγεί ο Θεός.
ΤΕΛΟΣ
- ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ τής ΣΙΚΕΛΙΑΣ -
ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ τής ΣΙΚΕΛΙΑΣ
1. Οι Αθηναίοι αποφασίζουν νά εκστρατεύσουν εναντίον τής Σικελίας Κατά τόν ίδιον χειμώνα, οι Αθηναίοι ήθελαν νά εκστρατεύσουν πάλιν κατά τής Σικελίας μέ στρατιωτικάς δυνάμεις μεγαλυτέρας παρά εκείνας πού είχαν οι Λάχης καί Ευρυμέδων, μέ τήν ελπίδα νά τήν υποτάξουν, καθόσον οι πολλοί δέν εγνώριζαν ούτε τό μέγεθος τής νήσου, ούτε τό πλήθος τών κατοίκων αυτής, Ελλήνων καί βαρβάρων, ούτε υπωπτεύοντο, ότι o πόλεμος, τόν oποίον επροτίθεντο ν’ αναλάβουν, δέν ήτο πολύ μικροτέρας σπουδαιότητος από τόν Πελοποννησιακόν. Διότι ο δι’ εμπορικού πλοίου περίπλους τής Σικελίας απαιτεί οκτώ περίπου ημέρας, καί ενώ είναι τόσον μεγάλη, αποτελεί σχεδόν μέρος τής ηπείρου, από τής οποίας διαχωρίζεται διά βραχίονος θαλάσσης πλάτους είκοσι περίπου σταδίων.
2. Οι πρώτοι κάτοικοι τής Σικελίας καί η αποίκισις αυτής Η Σικελία απωκίσθη από τών αρχαίων χρόνων υπό τών επομένων εν συνόλω λαών. Παλαιότατοι κάτοικοι μέρους αυτής λέγονται οι Κύκλωπες καί οι Λαιστρυγόνες, τών οποίων ούτε τήν καταγωγήν είμαι εις θέσιν νά ορίσω, ούτε πόθεν ήλθαν, ούτε πού μετέβησαν. Πρέπει ν’ αρκεσθώμεν, επομένως, εις τάς διηγήσεις τών ποιητών καί εις ό,τι τυχόν καθείς γνωρίζει περί αυτών. Πρώτοι μετ’ αυτούς εγκατασταθέντες εις αυτήν φαίνονται οι Σικανοί, καί ισχυρίζονται μέν οι ίδιοι ότι ήσαν παλαιότεροι, λόγω τού ότι ήσαν γηγενείς, αλλά τά πράγματα αποδεικνύουν ότι ήσαν Ίβηρες, εκδιωχθέντες από τόν Σικανόν ποταμόν τής Ιβηρίας υπό τών Λιγύων. Ούτοι κατοικούν ακόμη καί σήμερον τό δυτικόν μέρος τής Σικελίας, η οποία από αυτούς ωνομάσθη έκτοτε Σικανία, ενώ προηγουμένως εκαλείτο Τρινακρία. Αλλά τινές εκ τών Τρώων, διαφυγόντες τούς Αχαιούς, κατά τήν άλωσιν τής Τροίας, έφθασαν επί πλοίων εις τήν Σικελίαν καί εγκατεστάθησαν γείτονες τών Σικανών εις δύο πόλεις, τήν Έρυκα καί τήν Έγεσταν, λαβόντες τό κοινόν όνομα Έλυμοι. Μαζί μέ αυτούς εγκατεστάθησαν καί μερικοί Φωκείς, εκ τών λαβόντων μέρος εις τόν Τρωϊκόν πόλεμον, οι οποίοι παρεσύρθησαν τότε υπό τής κακοκαιρίας εις τήν Λιβύην πρώτον καί έπειτα εξ αυτής εις τήν Σικελίαν.
Οι Σικελοί, εξ άλλου, διέβησαν εις τήν Σικελίαν, εκδιωχθέντες από τήν Ιταλίαν, όπου κατώκουν, υπό τών Οπικών. Κατά τινα πιθανήν παράδοσιν διεπεραιώθησαν εκεί επί σχεδίων, επωφεληθέντες τήν κατάλληλον διά τήν διάβασιν στιγμήν, ότε ο άνεμος ήτο απόγειος. Είναι, άλλωστε, ενδεχόμενον νά κατέπλευσαν εκεί καί κατ’ άλλον τρόπον. Υπάρχουν δέ καί σήμερον ακόμη Σικελοί εις τήν Ιταλίαν, η οποία επωνομάσθη ούτως από τό όνομα βασιλέως τινος τών Σικελών, ονομαζομένου Ιταλού. Ελθόντες ούτοι εις τήν Σικελίαν μέ πολυάριθμον στρατόν καί νικήσαντες εις μάχην τούς Σικανούς, απώθησαν αυτούς πρός τά μεσημβρινά καί τά δυτικά μέρη αυτής καί έγιναν αιτία όπως η νήσος από Σικανίας ονομασθή Σικελία. Εγκατασταθέντες δ’ εις τά καλύτερα μέρη τής χώρας, κατείχαν αυτήν επί τριακόσια περίπου έτη, προτού έλθουν Έλληνες εις τήν Σικελίαν. Καί σήμερον ακόμη κατέχουν τό κέντρον καί τά βόρεια τής νήσου. Αλλά καί Φοίνικες είχαν,χάριν τού μετά τών Σικελών εμπορίου των, αποικίας πέριξ όλης τής νήσου, καί επί τών ακρωτηρίων, τά οποία κατελάμβαναν καί απεχώριζαν από τήν ξηράν διά τείχους, καί επί τών παρακειμένων νησιδίων.
Αλλ’ όταν οι Έλληνες ωσαύτως ήρχισαν ερχόμενοι πολλοί διά θαλάσσης, απεσύρθησαν από τά λοιπά μέρη καί συγκεντρωθέντες, κατώκησαν εις τήν Μοτύην, τόν Σολούντα καί τό Πάνορμον, πλησίον τών Ελύμων, τό μέν ένεκα τής εμπιστοσύνης πού είχαν εις τήν συμμαχίαν τών Ελύμων, τό δέ διότι εις τό μέρος τούτο, τό από Σικελίας εις Καρχηδόνα ταξίδιον είναι συντομώτατον. Τόσοι βάρβαροι λαοί καί κατά τοιούτον τρόπον εγκατεστάθησαν εις τήν Σικελίαν.
3. Εκ τών Ελλήνων, πρώτοι οι Χαλκιδείς, πλεύσαντες εξ Ευβοίας υπό τήν αρχηγίαν τού Θουκλέους ως οικιστού, απώκισαν τήν Νάξον καί ίδρυσαν βωμόν εις τιμήν Απόλλωνος τού αρχηγέτου, ο οποίος σώζεται σήμερον εκτός τής πόλεως καί επί τού οποίου οι αποστελλόμενοι εκ Σικελίας θεωροί προσφέρουν θυσίας, πρίν εκπλεύσουν. Κατά τό ακόλουθον έτος, ο Αρχίας, είς τών Ηρακλειδών, ελθών εκ Κορίνθου, ίδρυσε τάς Συρακούσας, αφού πρώτον εξεδίωξε τούς Σικελούς εκ τής νησίδος, η οποία είναι σήμερον ηνωμένη πλέον μέ τήν ξηράν καί επί τής οποίας κείται η εσωτερική πόλις. Μέ τόν καιρόν ύστερον, καί η έξω πόλις συνεδέθη μέ αυτήν διά τείχους καί έγινε πολυάνθρωπος. Κατά τό πέμπτον έτος μετά τήν ίδρυσιν τών Συρακουσίων, ο Θουκλής μετά τών Χαλκιδέων, ορμηθέντες εκ Νάξου, εξεδίωξαν κατόπιν πολέμου τούς Σικελούς καί ίδρυσαν τούς Λεοντίνους, καί ύστερον τήν Κατάνην. Οι Καταναίοι, εν τούτοις, εξέλεξαν οι ίδιοι ως οικιστήν τόν Εύαρχον.
4. Περί τήν αυτήν εποχήν, ο Λάμις, ηγούμενος αποικίας, ήλθεν εκ Μεγάρων εις τήν Σικελίαν, όπου εγκατεστάθη εις θέσιν τινά, άνωθεν τού ποταμού Παντακύου, καλουμένην Τρώτιλον. Βραδύτερον, μετοικήσας αυτόθεν, εγκατεστάθη εις τούς Λεοντίνους, όπου επολιτογραφήθη μέ τούς περί αυτόν, αλλά μετ’ ολίγον χρόνον εξεδιώχθη υπό τών Χαλκιδέων καί ίδρυσε τήν Θάψον, όπου καί απέθανε. Οι περί αυτόν, εκδιωχθέντες εκ τής Θάψου, ίδρυσαν τά κληθέντα Μέγαρα Υβλαία, επί χώρας, τήν οποίαν παρέδωκεν εις αυτούς καί όπου τούς ωδήγησεν ο βασιλεύς τών Σικελών Ύβλων. Αφού κατώκησαν εκεί διακόσια σαράντα πέντε έτη, εξεδιώχθησαν εκ τής πόλεως καί τής χώρας υπό τού Γέλωνος, τυράννου τών Συρακουσίων. Αλλά πρίν εκδιωχθούν, εκατόν έτη μετά τήν ιδίαν αυτών εγκατάστασιν, έστειλαν πρός ίδρυσιν τής Σελινούντος τόν Πάμμιλον, όστις είχεν έλθει από τήν μητρόπολιν αυτών Μέγαρα,διά νά λάβη μέρος εις τήν νέαν αποικίαν. Κατά τό τεσσαρακοστόν πέμπτον έτος μετά τήν ίδρυσιν τών Συρακουσών, ιδρύθη η Γέλα, από κοινού υπό τού Αντιφήμου καί τού Εντίμου, οι οποίοι ήλθαν επί κεφαλής αποίκων, εκείνος εκ Ρόδου, καί ούτος εκ Κρήτης.
Η πόλις έλαβε τό όνομά της από τόν ποταμόν Γέλαν, αλλά τό μέρος όπου ευρίσκεται σήμερον η ακρόπολις, καί τό οποίον ετειχίσθη πρώτον, ονομάζεται Λίνδιοι. Εις τήν νέαν αποικίαν εισήχθησαν οι Δωρικοί θεσμοί. Εκατόν οκτώ σχεδόν ακριβώς έτη μετά τήν ιδίαν αυτών εγκατάστασιν, οι Γελώοι ίδρυσαν τόν Ακράγαντα. Τήν πόλιν ωνόμασαν εκ τού ομωνύμου ποταμού. Οικιστάς αυτής διώρισαν τόν Αριστόνουν καί τόν Πυστίλον, καί εισήγαγαν εις αυτήν τούς ιδίους αυτών θεσμούς. Η Ζάγκλη κατ’ αρχάς ιδρύθη από πειρατών ελθόντων εκ Κύμης, αποικίας τών Χαλκιδέων, κειμένης εις τήν Οπικίαν. Βραδύτερον όμως ήλθαν εκ Χαλκίδος καί τής άλλης Ευβοίας πλήθος αποίκων, οι οποίοι έλαβαν μέρος μετά τών πρώτων εις τήν διανομήν τής γής. Οικισταί ήσαν ο Περιήρης καί ο Κραταιμένης, ο πρώτος εκ Κυμης, ο δεύτερος εκ Χαλκίδος. Η πόλις ωνομάσθη πρώτον υπό τών Σικελών Ζάγκλη, διά τό δρεπανοειδές σχήμα τού μέρους, καθόσον τό δρέπανον οι Σικελοί ονομάζουν ζάγκλον. Βραδύτερον όμως οι άποικοι ούτοι εξεδιώχθησαν υπό τών Σαμίων καί άλλων Ιώνων, οι οποίοι, φεύγοντες τούς Πέρσας, αποβιβάσθησαν εις τήν Σικελίαν. Τούς Σαμίους πάλιν εξεδίωξεν ολίγον χρόνον ύστερον ο Αναξίλας, τύραννος τών Ρηγίνων, καί αποικίσας τήν πόλιν μέ σύμμικτον πληθυσμόν, μετωνόμασεν αυτήν Μεσσήνην από τό όνομα τής παλαιάς αυτού πατρίδος.
5. Τής Ιμέρας οικισταί υπήρξαν οι εκ Ζάγκλης Ευκλείδης καί Σίμος καί Σάκων. Οι πλείστοι τών αποίκων ήσαν Χαλκιδείς, αλλά μετ’ αυτών εγκατεστάθησαν καί φυγάδες εκ Συρακουσών, οι καλούμενοι Μυλητίδαι, νικηθέντες υπό τής αντιθέτου φατρίας. Καί η μέν γλώσσα των ήτο κράμα τής Χαλκιδικής καί Δωρικής διαλέκτου, αλλ’ επεκράτησαν οι Χαλκιδικοί θεσμοί, αι Άκραι καί αι Κασμέναι απωκίσθησαν υπό τών Συρακουσίων, αι Άκραι εβδομήντα έτη μετά τήν ίδρυσιν τών Συρακουσών, αι Κασμέναι είκοσι περίπου έτη μετά τάς Άκρας. Η Καμάρινα απωκίσθη τό πρώτον υπό τών Συρακουσίων, ακριβώς σχεδόν εκατόν τριάντα πέντε έτη μετά τήν ίδρυσιν τών Συρακουσών. Οικισταί αυτής ήσαν ο Δάσκων καί ο Μενέκωλος. Αλλ’ οι Καιμαριναίοι, επαναστατήσαντες κατά τών Συρακουσίων καί νικηθέντες, εξεδιώχθησαν υπό τούτων, καί μετά καιρόν ο Ιπποκράτης, τύραννος τής Γέλας, λαβών τήν χώραν τών Καμαριναίων ως λύτρα Συρακουσίων τινών αιχμαλώτων, έγινεν ο ίδιος οικιστής καί συνώκισεν εκ νέου τήν Καμάριναν. Αλλ’ οι κάτοικοι αυτής εξεδιώχθησαν πάλιν υπό τού Γέλωνος, καί η πόλις απωκίσθη διά τρίτην φοράν υπό τών κατοίκων τής Γέλας.
6. Οι Αθηναίοι στέλλουν πρέσβεις εις Έγεσταν τής Σικελίας Τόσοι λαοί Ελλήνων καί βαρβάρων κατώκουν τήν Σικελίαν καί τοσούτον ήτο τό μέγεθος τής νήσου, κατά τής οποίας οι Αθηναίοι έσπευσαν νά εκστρατεύσουν. Η αληθής αιτία τής τοιαύτης εκστρατείας ήτο η ζωηρά των επιθυμία νά κατακτήσουν ολόκληρον τήν νήσον, ήθελαν όμως συγχρόνως νά έχουν τήν εύσχημον πρόφασιν, ότι έρχονται εις βοήθειαν τών ομογενών των καί τών άλλων συμμάχων των. Αλλά πρό πάντων εξώθησαν αυτούς πρέσβεις τών Εγεσταίων, οι οποίοι, ελθόντες εις Αθήνας, επεκαλούντο μετά μεγάλης θέρμης τήν συνδρομήν των. Διότι, γείτονες όντες τών Σελινουντίων, είχαν περιέλθει εις πόλεμον πρός αυτούς, εξ αφορμής τού ζητήματος τής μεταξύ αυτών επιγαμίας καί ένεκα αμφισβητουμένου τινός εδάφους, καί οι Σελινούντιοι, επικαλεσθέντες τήν συμμαχικήν βοήθειαν τών Συρακουσίων, επίεζαν αυτούς ισχυρώς διά τού πολέμου καί κατά γήν καί κατά θάλασσαν. Ως εκ τούτου, οι Εγεσταίοι, υπενθυμίζοντες εις τούς Αθηναίους τήν συμμαχίαν, η οποία είχε συνομολογηθή επί Λάχητος κατά τόν προηγούμενον πόλεμον, παρεκάλουν νά τούς βοηθήσουν διά τής αποστολής ναυτικής δυνάμεως, ισχυριζόμενοι, πλήν πολλών άλλων, καί τούτο κυρίως, ότι, εάν οι
Συρακούσιοι δέν ετιμωρούντο διά τήν έξωσιν τών Λεοντίνων εκ τής πόλεώς των, καί αφίνοντο νά καταστρέψουν καί τούς υπολειπομένους ακόμη συμμάχους τών Αθηναίων καί εκτείνουν ούτω τήν εξουσίαν των εις ολόκληρον τήν Σικελίαν, υπήρχε φόβος μήπως, Δωριείς αυτοί καί άποικοι, έλθουν ημέραν τινά μέ μεγάλας στρατιωτικάς δυνάμεις εις βοήθειαν τών Δωριέων τής Πελοποννήσου, ως ομογενών καί ιδρυτών τής αποικίας των, καί συγκαταλύσουν τήν δύναμιν καί αυτών τών Αθηνών. Ότι, επομένως, η φρόνησις επιβάλλει ν’ αντιταχθούν κατά τών Συρακουσίων μέ τούς υπολειπόμενους ακόμη συμμάχους των, τόσον μάλλον, καθόσον, ως έλεγαν οι Εγεσταίοι, θά παρείχαν αυτοί ικανά διά τόν πόλεμον χρήματα.
Οι Αθηναίοι ακούσαντες κατά τάς συνελεύσεις τού λαού τούς Εγεσταίους καί τούς υποστηρικτάς αυτών εκθέτοντας επανειλημμένως τά επιχειρήματα ταύτα, εψήφισαν νά αποσταλούν πρώτον πρέσβεις εις τήν Έγεσταν, όπως δι’ επιτοπίου ερεύνης βεβαιωθούν εάν υπάρχουν πράγματι τά χρήματα τά οποία ισχυρίζονται ότι έχουν εις τό δημόσιον ταμείον καί εις τούς ναούς, καί εξακριβώσουν εις ποίαν κατάστασιν ευρίσκονται τά τού πολέμου πρός τούς Σελινουντίους.
7. Οι Αργείοι κατεδαφίζουν τάς Ορνεάς Ούτως, οι πρέσβεις τών Αθηναίων εστάλησαν εις τήν Σικελίαν. Οι Λακεδαιμόνιοι, εξ άλλου, καί οι σύμμαχοι αυτών, πλήν τών Κορινθίων, εξεστράτευσαν, κατά τήν διάρκειαν τού αυτού χειμώνος
εις τήν Αργολίδα καί ηρήμωσαν μικρόν μέρος αυτής, αποκομίσαντες καί σίτον επί αμαξών, τάς οποίας είχαν φέρει μαζί των πρός τούτο. Αφού δ’ εγκατέστησαν τούς Αργείους φυγάδας εις τάς Ορνεάς, όπου άφισαν μικράν φρουράν, καί συνωμολόγησαν ανακωχήν διά χρονικόν τι διάστημα, κατά τό οποίον οι Ορνεάται καί οι Αργείοι υπεχρεώθησαν νά μή βλάπτουν οι μέν τήν χώραν τών δέ, επέστρεψαν μέ τόν στρατόν εις τά ίδια. Αλλ’ επειδή οι Αθηναίοι ήλθαν μετ’ ολίγον χρόνον μέ τριάντα πλοία καί εξακόσιους οπλίτας οι Αργείοι εξεστράτευσαν πανστρατιά μέ αυτούς καί επολιόρκησαν τάς Ορνεάς επί μίαν ημέραν. Διαρκούσης όμως τής νυκτός, επειδή ο πολιορκητικός στρατός κατηυλίσθη μακράν, οι πολιορκούμενοι έφυγαν απαρατήρητοι από τάς Ορνεάς. Τήν επομένην, άμα ως αντελήφθησαν τό πράγμα οι Αργείοι, κατηδάφισαν τάς Ορνεάς καί μετά τούτο ανεχώρησαν. Καί μετ’ ολίγον επέστρεψαν καί οι Αθηναίοι μέ τόν στόλον των εις τά ίδια.
Οι Αθηναίοι ερημώνουν την Μακεδονίαν Οι Αθηναίοι μετέφεραν ωσαύτως διά θαλάσσης εις τήν Μεθώνην, παρά τά σύνορα τής Μακεδονίας, ιππικόν, αποτελούμενον από συμπολίτας των καί από Μακεδόνας εξόριστους, οι οποίοι είχαν καταφύγει εις Αθήνας, καί ηρήμωναν τήν χώραν τού Περδίκκα. Οι Λακεδαιμόνιοι διεμήνυσαν πρός τούς Χαλκιδείς τής Θράκης, οι οποίοι, ευρίσκοντο υπό ανακωχήν πρός τούς Αθηναίους, δυναμένην νά τερματισθή δέκα ημέρας μετά τήν καταγγελίαν, συνιστώντες νά βοηθήσουν τόν Περδίκκαν. Ούτοι όμως ηρνήθησαν. Καί εν τώ μεταξύ ετελείωσεν ο χειμών καί συγχρόνως τό δέκατον έκτον έτος τού πολέμου, τού οποίου τήν Ιστορίαν έγραψεν ο Θουκυδίδης.
Έτος 17ον : -415 / -414
8. Η εκκλησία τού δήμου τών Αθηναίων ψηφίζει τήν εκστρατείαν εις Σικελίαν
Κατά τήν αρχήν τού επομένου έαρος, οι Αθηναίοι πρέσβεις επέστρεψαν εκ Σικελίας, συνοδευόμενοι υπό τών πρέσβεων τών Εγεσταίων, οι οποίοι έφεραν εξήντα τάλαντα αργύρου μή νομισματοποιημένου, ως μισθόν ενός μηνός τών πληρωμάτων εξήντα πλοίων, τών οποίων τήν αποστολήν επρόκειτο νά ζητήσουν. Οι Αθηναίοι συνεκάλεσαν τήν συνέλευσιν τού λάου, καί ακούσαντες από τούς πρέσβεις τών Εγεσταίων καί τούς ιδικούς των, πλήν άλλων επαγωγών καί αναληθών πραγμάτων, ότι υπήρχαν άφθονα χρήματα έτοιμα εντός τών ναών καί τού δημοσίου ταμείου, εψήφισαν τήν εις Σικελίαν αποστολήν στόλου εξήντα πλοίων, υπό τήν αρχηγίαν τού Αλκιβιάδου, υιού τού Κλεινίου, τού Νικίου, υιού τού Νικηράτου, καί τού Λαμάχου υιού τού Ξενοφάνους, εις τούς οποίους έδωκαν απόλυτον πληρεξουσιότητα νά βοηθήσουν τούς Εγεσταίους εναντίον τών Σελινουντίων, νά συνοικίσουν καί πάλιν τήν πόλιν τών Λεοντίνων, εάν μέρος εξ αυτών ήθελε σωθή εκ τού πολέμου, καί ρυθμίσουν κατά τά λοιπά τά πράγματα τής Σικελίας, όπως θά έκριναν καλύτερον διά τό συμφέρον τών Αθηναίων.
Πέντε ημέρας ύστερον, συνεκλήθη πάλιν συνέλευσις τού λαού, όπως εξετάση τά μέτρα πού έπρεπε νά ληφθούν διά τήν ταχύτερον παρασκευήν τής εκστρατείας, καί όπως ψηφιστή κάθε άλλο,τού οποίου οι στρατηγοί θά είχαν τυχόν ανάγκην διά νά εκκινήσουν. Ο Νικίας, ο οποίος είχεν εκλεχθή αρχηγός παρά τήν θέλησίν του, καί, εξ άλλου, ενόμιζεν ότι η απόφασις τής πόλεως ήτο εσφαλμένη καί ότι δι’ αιτίαν ασήμαντον καί κατ’ επίφασιν μόνον ευπρόσωπον επεδίωκαν τήν κατάκτησιν ολοκλήρου τής Σικελίας, η οποία ήτο έργον δυσχερές, επροχώρησεν εις τό βήμα, καί θέλων ν’ αποτρέψη τούς Αθηναίους, απηύθυνεν εις αυτούς τούς επομένους περίπου παραινετικούς λόγους:
9. Λόγος τού Νικίου πρός τήν εκκλησίαν τού δήμου Αθηναίων κατά τής εκστρατείας Η σημερινή συνέλευσις τού λαού συνεκλήθη διά νά εξετάση κατά τινα τρόπον πρέπει νά γίνουν αι παρασκευαί μας διά τήν εκστρατείαν κατά τής Σιικελίας. Αλλ’ εγώ νομίζω ότι οφείλομεν νά διασκεφθώμεν ακόμη περί τής ουσίας αυτού τού ζητήματος, άν δηλαδή συμφέρη νά γίνη η θαλασσία αυτή εκστρατεία, καί ότι δέν πρέπει, προκειμένου περί σπουδαιοτάτης υποθέσεως, ν’ αναλάβωμεν, κατόπιν τόσον βραχείας σκέψεως, πόλεμον, ο οποίος δέν μάς αφορά, παρασυρόμενοι από ανθρώπους αλλοφύλους. Μολονότι, δι’ εμέ τουλάχιστον, η εκστρατεία αυτή φέρει τιμήν καί ολιγώτερον παντός άλλου φοβούμαι διά τήν ιδίαν μου ζωήν, τό οποίον δέν σημαίνει ότι θεωρώ ολιγώτερον καλόν πολίτην εκείνον, ο οποίος προνοεί καί περί τού προσώπου του καί περί τής περιουσίας του, αφού ο τοιούτος είναι φυσικόν νά θέλη, χάριν τού ιδίου αυτού συμφέροντος, όπως καί τά πράγματα τής πόλεως ευδοκιμούν. Άλλωστε, ούτε εις τό παρελθόν ωμίλησα ποτέ, παρά τάς πεποιθήσεις μου, ένεκα τών τιμών, αι οποίαι μού επεδαψιλεύοντο, ούτε τώρα θά είπω άλλο τι παρ’ ό,τι θεωρώ καλύτερον.Ως εκ τής ιδιοσυγκρασίας σας, γνωρίζω καλώς ότι οι λόγοι μου δέν θά έφεραν κανέν αποτέλεσμα, εάν σάς εσυμβούλευα νά φροντίζετε περί τής διατηρήσεως τών κεκτημένων, καί νά μή διακινδυνεύσετε ό,τι έχετε ήδη εις χείρας χάριν τών αδήλων καί μελλόντων. Θά προσπαθήσω, εν τούτοις, νά σάς αποδείξω, ότι η σπουδή σας είναι άκαιρος καί ότι δέν είναι εύκολον νά επιτύχετε ό,τι επιδιώκετε.
10. Ισχυρίζομαι δηλαδή ότι εκστρατεύοντες κατά τής Σικελίας καί αφίνοντες οπίσω σας πολλούς εχθρούς, επιθυμείτε, ως φαίνεται, πλέοντες εκεί νά προσελκύσετε καί άλλους τοιούτους εδώ.
Καί νομίζετε ίσως, ότι σάς παρέχει ασφάλειαν τινα η συνομολογηθείσα ειρήνη. Αλλ’ αυτή, εάν μέν μένετε ήσυχοι, ημπορεί νά είναι ειρήνη, κατ’ όνομα (διότι τοιαύτην τήν κατήντησαν αι ενέργειαι μερικών καί εδώ καί μεταξύ τών αντιπάλων μας), εάν όμως υποστήτε αποφασιστικήν τινα ήτταν, οι εχθροί θά σπεύσουν νά σάς επιτεθούν, πρώτον μέν διότι τήν συνθήκην ηναγκάσθησαν ούτοι νά συνομολογήσουν συνεπεία τών ατυχιών των, καί η υπογραφή της εκείνους μάλλον εξέθεσε παρά ημάς. Έπειτα, αυτή αύτη η συνθήκη περιέχει πολλά αμφισβητούμενα. Άλλωστε, μερικοί εκ τών αντιπάλων μας, καί όχι οι ασθενέστεροι, ούτε μέχρι σήμερον ακόμη εδέχθησαν τήν συνθήκην αυτήν, αλλ’ άλλοι μέν διατελούν εις φανερόν πρός ημάς πόλεμον, άλλοι δέ, τουναντίον, διότι οι Λακεδαιμόνιοι μένουν ακόμη ήσυχοι, απέχουν καί αυτοί επίσης εχθροπραξιών, επί τή βάσει ανακωχής δυναμένης νά τερματισθή δέκα ημέρας μετά τήν καταγγελίαν.
Είναι, άλλωστε, ενδεχόμενον, εάν εύρισκαν τήν δύναμίν μας διηρημένην, πρός τό οποίον ήδη μετά τόσης σπουδής φερόμεθα, νά επετίθεντο συντόνως εναντίον μας ομού μετά τών Σικελιωτών,εις τών οποίων τήν συμμαχίαν θά απέδιδαν μεγάλην αξίαν. Αυτά, επομένως, οφείλομεν προσηκόντως νά εξετάσωμεν, καί ενώ τό σκάφος τής πολιτείας είναι ακόμη μακράν τού λιμένος, νά μή σκεπτώμεθα περί αναλήψεως κινδύνων, καί νά μή ορεγώμεθα νέας κατακτήσεις, πρίν εξασφαλίσωμεν τάς υπάρχουσας, αφού καί τούς Χαλκιδείς τής Θράκης, οι οποίοι έχουν αποστατήσει από ημάς επί τόσα έτη, ακόμη δέν υπετάξαμεν, καί άλλων εκ τών επί τής στερεάς υπηκόων μας η υπακοή είναι αμφίβολος. Αλλ’ ημείς σπεύδομεν νά βοηθήσωμεν τούς Εγεσταίους, διότι είναι τάχα σύμμαχοί μας καί αδικούνται, αναβάλλομεν όμως νά εκδικηθώμεν τά εναντίον μας αδικήματα τών υπηκόων μας, οι οποίοι από τόσον καιρόν έχουν αποστατήσει από ημάς.
11. “Μολονότι άπαξ υποτάξαντες τούτους θά ηδυνάμεθα νά συγκρατήσωμεν εκείνους, εάν νικήσωμεν τούς Σικελιώτας αδύνατον είναι νά κρατήσωμεν αυτούς υπό τήν εξουσίαν μας, ένεκα τής μεγάλης αποστάσεως καί τού μεγάλου των πλήθους. Είναι, έν τούτοις, ανόητον νά εκστρατεύη κανείς εναντίον λαού, τόν οποίου η ήττα δέν εξασφαλίζει τήν υποταγήν, καί ενώ η αποτυχία δέν αφίνει αυτόν εις τήν ιδίαν θέσιν πού ευρίσκετο πρό τής επιχειρήσεως. Αποβλέπων εις τήν παρούσαν κατάστασιν τών πραγμάτων τής Σικελίας, τολμώ νά είπω ότι οι Σικελιώται θά ήσαν ακόμη ολιγώτερον επικίνδυνοι δι’ ημάς, εάν υποβάλλοντο υπό τήν ηγεμονίαν τών Συρακουσίων, μέ τήν άποψιν τής οποίας οι Εγεσταίοι ζητούν κυρίως νά μάς εκφοβίσουν. Διότι σήμερον μέν είναι ενδεχόμενον νά έλθουν εκείθεν μεμονωμένα άτομα εναντίον μας, εκ τής επιθυμίας νά υποχρεώσουν τούς Λακεδαιμονίους, αλλ’ εάν όλοι οι Σικελιώται υπεβάλλοντο υπό τήν ηγεμονίαν μιάς πόλεως, δέν είναι πιθανόν τοιαύτη ηγεμονεύουσα πόλις ν’ αναλάβη πόλεμον κατ’ άλλης επίσης ηγεμονευούσης πόλεως.
Διότι καθ’ ον τρόπον αυτή, συνεργαζόμενη μετά τών Πελοποννησίων, ήθελε θέσει τέρμα εις τήν ηγεμονίαν μας, είναι φυσικόν νά καταλυθή καί η ιδική της υπό τών ιδίων Πελοποννησίων διά τής χρησιμοποιήσεως τών αυτών μέσων. Εάν δέ θέλωμεν νά μάς φοβούνται οι Έλληνες τής Σικελίας,τό καλλίτερον πού έχομεν νά κάνωμεν είναι νά μή μεταβώμεν εκεί. Ημπορούμεν νά επιτύχωμεν τό αυτό, μολονότι εις μικρότερον βαθμόν, εάν αφού τούς επιδείξωμεν τήν δύναμιν μας, αποσυρθώμεν μετά βραχείαν εκεί παραμονήν. Διότι γνωρίζομεν πάντες ότι οι ανθρώποι θαυμάζουν ό,τι ευρίσκεται εις μεγαλυτέραν απ’ αυτών απόστασιν καί εκείνα, τά οποία δίδουν ελαχίστην ευκαιρίαν,όπως ή περί αυτών φήμη υποβληθή εις δοκιμασίαν. Αλλ’ εάν υφιστάμεθα αποτυχίαν τινά, θά μάς περιεφρόνουν καί δέν θά εβράδυναν νά μάς επιτεθούν, συνεργαζόμενοι μέ τούς εδώ εχθρούς μας.
Τούτο ακριβώς έχετε πάθει καί σεις, ώ Αθηναίοι, μέ τούς Λακεδαιμονίους καί τούς συμμάχους των. Επειδή, αντιθέτως πρός τούς αρχικούς φόβους σας, τούς ενικήσατε απροσδοκήτως, καταφρονείτε ήδη αυτούς καί επιδιώκετε τήν κατάκτησιν καί τής Σικελίας ακόμη. Δέν πρέπει όμως νά επαίρεσθε διά τάς ατυχίας τών αντιπάλων, αλλά τήν εμπιστοσύνην σας νά στηρίζετε μόνον εις τήν διά τής υπεροχής τών σχεδίων καί υπολογισμών σας επικράτησιν απέναντι αυτών. Καί πρέπει νά εννοήσετε ότι οι Λακεδαιμόνιοι, ένεκα τής ταπεινωτικής δι’ αυτούς ειρήνης, εις έν καί μόνον αποβλέπουν: πώς ακόμη καί τώρα, άν ημπορέσουν, θά μάς ανατρέψουν, διά νά αποπλύνουν τήν ιδίαν αυτών ταπείνωσιν, τοσούτω μάλλον καθόσον ανέκαθεν καί υπέρ πάν άλλο θηρεύουν τήν φήμην τής ανδρείας. Οφείλομεν, ως εκ τούτου, εάν σωφρονούμεν, νά εννοήσωμεν ότι εκείνο πού μάς ενδιαφέρει δέν είναι η τύχη τών Εγεσταίων τής Σικελίας, λαού βαρβάρου, αλλά πώς ασφαλέστερον θά προφυλαχθώμεν από τάς επιβουλάς πόλεως, εμπνεομένης από ολιγαρχικάς προθέσεις.
12. “Οφείλομεν, πρός τούτοις, νά μή λησμονούμεν, ότι πρό μικρού ανελάβαμεν οπωσδήποτε από μεγάλην επιδημίαν καί πόλεμον, καί ως εκ τούτου μόλις τώρα αναπληρώνομεν τάς εις χρήματα καί άνδρας απωλείας μας. Τούς πόρους μας τούτους καθήκον έχομεν νά χρησιμοποιήσωμεν εδώ υπέρ τών αναγκών ημών καί όχι υπέρ τών φυγάδων τούτων, οι οποίοι εκλιπαρούν τήν βοήθειάν μας, οι οποίοι συμφέρον έχουν νά ψευσθούν επιτυχώς καί οι οποίοι, εάν μέν επιτύχουν εις βάρος τών άλλων, χωρίς αυτοί νά συνεισφέρουν άλλο τι παρά λόγια, δέν επιδεικνύουν ανάλογον ευγνωμοσύνην,ενώ εάν αποτύχουν, παρασύρουν τούς φίλους των εις τήν καταστροφήν. Εάν πάλιν κανείς ευτυχής, διότι εξελέχθη στρατηγός, συνιστά τήν εκστρατείαν, αποβλέπων μόνον εις τό ίδιον αυτού συμφέρον (άλλωστε ών καί πάρα πολύ νέος διά νά είναι αρχηγός), διά νά θαυμασθή διά τούς ίππους πού τρέφει καί ωφεληθή κάτι από τήν αρχηγίαν του, όπως επαρκέση εις τήν πολυτέλειάν του, μήτε εις αυτόν δώσατε τήν ευκαιρίαν νά επιδειχθή προσωπικώς μέ κίνδυνον τής πόλεως. Οφείλετε νά έχετε υπ’ όψιν ότι τοιούτοι ανθρώποι ζημιώνουν τά δημόσια καί σπαταλούν τά ίδια, καί ότι τό πράγμα είναι πάρα πολύ σοβαρόν καί όχι τοιούτον ώστε νά ημπορή νά σχεδιασθή καί επιχειρηθή εσπευσμένως υπό νεωτέρων.
13. “Τούτους βλέπων τώρα παριστάμενους εδώ, κατά παρακίνησιν τού ιδίου ανθρώπου, φοβούμαι καί παρακινώ αντιθέτως τούς πρεσβυτέρους, όσοι τυχόν κάθηνται πλησίον τινός εαυτών νά μή επηρεασθούν από ψευδές αίσθημα εντροπής καί φοβηθούν μήπως θεωρηθούν δειλοί, εάν δέν ψηφίσουν υπέρ τού πολέμου. Μήτε νά καταληφθούν, όπως ημπορούν νά τό πάθουν, από νοσηρόν έρωτα, διά πράγματα πού δέν βλέπουν, διότι γνωρίζουν ότι διά τής απληστίας ελάχιστα επιτυγχάνονται, ενώ διά τής προνοίας πλείστα. Εν ονόματι τής πατρίδος, η οποία εις τό παρελθόν ουδέποτε διέτρεξε μεγαλύτερον κίνδυνον, ας αποκρούσουν τόν πόλεμον καί ας ψηφίσουν, όπως οι μέν Σικελιώται, σεβόμενοι τά μεταξύ ημών καί αυτών σημερινά σύνορα, κατά τών οποίων τίποτε δέν ημπορεί κανείς νά προβάλη, τόν Ιόνιον δηλαδή κόλπον, διά τόν πλέοντα παρά τήν ακτήν, καί τήν Σικελικήν θάλασσαν, διά τόν πλέοντα διά τού ανοικτού πελάγους, καί διακηρούντες τάς κτήσεις των, διευθετούν τάς διαφοράς των αναμεταξύ των. Πρός τούς Εγεσταίους, εξ άλλου, ιδιαιτέρως νά είπωμεν ότι, αφού τόν πρός τούς Σελινουντίους πόλεμον ανέλαβαν, κατ’ αρχάς, άνευ τής γνώμης τών Αθηναίων οφείλουν καί μόνοι των νά τόν τερματίσουν. Καί τού λοιπού νά παραιτήσωμεν τήν συνήθειαν νά κάμωμεν συμμάχους, τούς οποίους οφείλομεν νά βοηθώμεν, εάν ατυχήσουν, αλλ’ από τούς οποίους καμμίαν δέν θά λάβωμεν βοήθειαν εν ώρα ανάγκης.
14. “Και σύ, Πρύτανη, εάν νομίζης ότι καθήκον έχεις νά κήδεσαι τής πόλεως, καί θέλης νά δειχθής αληθής καλός πολίτης, υπόβαλε πάλιν τό ζήτημα εις νέαν συζήτησιν καί ψηφοφορίαν τού Αθηναϊκού λαού. Εάν διστάζης νά επανέλθης εις τά άπαξ ψηφισθέντα, σκέψου ότι επί παρουσία τόσων μαρτύρων δέν ημπορεί νά γεννηθή ζήτημα παραβιάσεως τών νόμων, αλλ’ ότι θά γίνης ιατρός τής πόλεως, εν σχέσει πρός τήν ληφθείσαν υπ’ αυτής απόφασιν, καί ότι καλού άρχοντος καθήκον είναι νά ωφελήση όσον ημπορεί περισσότερον τήν πατρίδα του, ή τουλάχιστον νά μή τήν βλάψη εκουσίως”.
15. Τοιαύτα είπεν ο Νικίας. Οι πλείστοι εκ τών Αθηναίων, οι οποίοι επροχώρησαν εις τό βήμα καί έλαβαν τόν λόγον, ωμίλησαν υπέρ τής εκστρατείας καί κατά τής ανατροπής τών αποφασισθέντων, τινές όμως ωμίλησαν αντιθέτως. Αλλά μετά μεγίστης ζέσεως εξώθει εις τήν εκστρατείαν ο Αλκιβιάδης, υιός τού Κλεινίου, καί διότι ήθελε ν’ αντιπολιτευθή τόν Νικίαν, τού οποίου καί άλλως ήτο πολιτικός αντίπαλος, καί διότι όντος ωμίλησε περί αυτού υβριστικώς. Πρό πάντων όμως, διότι επεθύμει ν’ ασκήση τήν αρχηγίαν, ελπίζων ούτω καί τήν Σικελίαν νά κατακτήση καί τήν Καρχηδόνα, καί συγχρόνως διά τών πολεμικών του επιτυχιών νά εξυπηρετήση τά προσωπικά του συμφέροντα, αποκτών καί πλούτη καί δόξαν. Πράγματι, κατέχων υπέροχον θέσιν μεταξύ τών πολιτών, επεδίδετο εις ικανοποίησιν τών επιθυμιών του, εν σχέσει πρός τάς ιπποτροφίας καί τήν άλλην πολυτέλειαν, υπεράνω τών μέσων, τά οποία διέθετε, καί τούτο πρό πάντων έγινε βραδύτερον αιτία τής καταστροφής τής πόλεως. Διότι φοβηθέντες οι πολλοί τάς υπερβολάς του εκδεδιητημένου καί ακολάστου βίου του, καθώς καί τήν μεγαλοπραγμοσύνην, τήν οποίαν επεδείκνυε εις τό κάθε τί πού ανεμιγνύετο, διετέθησαν εχθρικώς κατ’ αυτού, καθόσον τόν υπώπτευαν ως επιδιώκοντα τυραννίδα. Καί μολονότι διεχειρίζετο δημοσία άριστα τά τού πολέμου, έκαστος ηγανάκτει κατ’ αυτού προσωπικώς, ένεκα τού τρόπου τού βίου του, καί ως εκ τούτου, εμπιστευθέντες τά τής πόλεως εις άλλους, έφεραν αυτήν μετ’ ολίγον εις τήν καταστροφήν. Καί ήδη προχωρήσας εις τό βήμα,απηύθυνε πρός τούς Αθηναίους τόν επόμενον περίπου παραινετικόν λόγον.
-416 ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ τής ΜΗΛΟΥ
-417 ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ τού ΝΙΚΙΑ στή ΘΡΑΚΗ
-417 ΟΣΤΡΑΚΙΣΜΟΣ τού ΥΠΕΡΒΟΛΟΥ
-418 ΜΑΧΗ τής ΜΑΝΤΙΝΕΙΑΣ A’
-420 ΣΥΜΜΑΧΙΑ ΑΘΗΝΑΣ-ΑΡΓΟΥΣ-ΜΑΝΤΙΝΕΙΑΣ-ΗΛΙΔΑΣ
-421 ΝΙΚΙΕΙΟΣ ΕΙΡΗΝΗ
-421 ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ ο τού ΚΛΕΙΝΙΟΥ ΠΑΙΣ
-422 ΜΑΧΗ τής ΑΜΦΙΠΟΛΗΣ
-422 ΘΑΝΑΤΟΣ τού ΚΛΕΩΝΟΣ
-422 ΘΑΝΑΤΟΣ τού ΒΡΑΣΙΔΑ
-424 ΕΙΣΒΟΛΗ τών ΣΠΑΡΤΙΑΤΩΝ στήν ΑΜΦΙΠΟΛΗ
-424 ΗΤΤΑ τών ΑΘΗΝΑΙΩΝ στό ΔΗΛΙΟ
-424 ΚΑΤΑΛΗΨΗ τών ΚΥΘΗΡΩΝ
-424 ΚΛΕΩΝΕΙΟΣ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ
-424 ΓΕΡΟ-ΟΛΙΓΑΡΧΙΚΟΣ
-424 ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗ – ΙΠΠΗΣ
Ο ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ ανεβάζει το έργο του ΙΠΠΗΣ, μία φανερή επίθεση εναντίον του ΚΛΕΩΝΟΣ. Αναθεώρηση των φορολογικών καταλόγων της Αθηναικής Ηγεμονίας από τον ΚΛΕΩΝΑ. Ο λεγόμενος ΓΕΡΟ-ΟΛΙΓΑΡΧΙΚΟΣ, αν και δεν ήταν ούτε γέρος αλλά και ούτε ολιγαρχικός, γράφει για την δημοκρατία ότι: Το να έχουν το δικαίωμα οι πάντες να ομιλούν στην εκκλησία του Δήμου,ακόμη και οι φτωχοί και αμόρφωτοι,άρα ανάξιοι γι’ αυτό,δεν είναι δείγμα κακοδιοίκησης,αλλά αντιθέτως αυτό ακριβώς διακρίνει μία ευνομούμενη πολιτεία. Γιατί αν είχαν το δικαίωμα του αγορεύειν μόνο οι άριστοι των πολιτών, θα έπαιρναν αποφάσεις ευνοικές μόνο για την δική τους τάξη, και ασύμφορες για τον υπόλοιπο λαό.
Η κακοπροαίρετη αντίδραση των ολιγαρχικών ήταν και είναι πάντα η γνώμη, ότι ένας αμαθής πολίτης δεν θα γνώριζε τι ήταν συμφέρον για τον εαυτό του και τον υπόλοιπο λαό.Αλλά και σε αυτήν τη γνώμη ο Γερο-ολιγαρχικός,αντιπαραθέτει το ακλόνητο επιχείρημα,ότι η αμάθεια και η χαμηλή καταγωγή, αλλά και καλή πρόθεση του απλού πολίτη, είναι επωφελέστερη από την αρετή, την γνώση, αλλά και την κακή πρόθεση του άριστου.
Οι ιδέες αυτές του Γερο-ολιγαρχικού -το πραγματικό του όνομα μας είναι άγνωστο- μεταφέρουν σε εμάς την ένταση που υπήρχε την εποχή πού έγραψε το δοκίμιό του, και τις προδοτικές ενέργειες της αριστοκρατίας που,μεσούντος του Πελοποννησιακού πολέμου,υπονόμευε την Δημοκρατία, αδιαφορώντας για την έκβαση της αντιπαράθεσης με την Σπάρτη, ή επιθυμώντας ακόμη και την ήττα της πατρίδος της.
Σαράντος Καργάκος: ΑΛΒΑΝΟΙ, ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ, ΕΛΛΗΝΕΣ (Ιστορικές Μελέτες).
Κλικάρετε την εικόνα πιο κάτω ώστε να το δείτε και σε μορφή PDF
(Καθυστερεί λίγο να ανοίξει λόγω που είναι 18MB)
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ: ΙΣΤΟΡΙΑ & ΜΕΛΕΤΕΣ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ: ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ & ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ
Τα παρακάτω αρχεία (ηλεκτρονικά βιβλία) ίσως χρειαστούνε μέχρι και 1-2 λεπτά να “ανοίξουν” μιας και τα περισσότερα από αυτά είναι πολλά “MB” (άνω των 200 σελίδων)
Φίλοι του ιστολογίου,
επιλέξτε, το αρχείο που επιθυμείτε και με ένα ”διπλό κλικ” επάνω του, ανοίξτε το.
- Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΜΑΡΑΘΩΝΑ (- 490 π.Χ) –

Η ΜΑΧΗ του ΜΑΡΑΘΩΝΟΣ
13η Αυγούστου του 490 π.Χ.
Πρώτη σύγκρουση ΕΛΛΗΝΩΝ-ΠΕΡΣΩΝ
ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ – ΔΑΤΙΣ και ΑΡΤΑΦΡΕΝΗΣ
Ο ΔΑΡΕΙΟΣ μετά τις πιέσεις του εξορίστου ΙΠΠΙΑ και με αφορμή την βοήθεια πού πρόσφεραν οι Αθηναίοι και οι Ερετριείς, με 20 και 5 πλοία αντιστοίχως προς τους Ίωνες και την επανάστασή τους, δύο χρόνια μετά την πρώτη του αποτυχημένη προσπάθεια, θα εκστρατεύσει και πάλι εναντίον των Ελλήνων. Αρχηγοί της εκστρατείας διορίζονται οι ΔΑΤΙΣ και ΑΡΤΑΦΡΕΝΗΣ.
Ο Ιππίας βέβαια, ήλπιζε να αποκατασταθεί στην εξουσία, και οι ελπίδες του ήταν βάσιμες, διότι οι οπαδοί του στην πόλη, και αρκετοί ήταν και μεγάλη δύναμη διέθεταν, αφού αποτελούνταν από την αριστοκρατική και πλούσια τάξη, και οι οποίοι σε όλη την ιστορία της πόλεως και ειδικά κατά τον -5ο αιώνα, δεν θα σταματήσουν να αντιμάχονται, συμμαχώντας και με τους χειρότερους εχθρούς της, την νεαρή ακόμη δημοκρατία, που προσπαθούσαν να στεριώσουν οι Αθηναίοι. Αυτή τη φορά ο περσικός στρατός, πέρασε στην Ελλάδα διασχίζοντας με τα πλοία το Αιγαίο και αφού κατέλαβε τη ΝΑΞΟ και τα περισσότερα νησιά των ΚΥΚΛΑΔΩΝ,στράφηκε στην ΕΡΕΤΡΙΑ.
Μετά από πολιορκία έξι ημερών, κατέλαβαν την πόλη και την έκαψαν. Οι Αθηναίοι, πανικόβλητοι από την είδηση ότι έρχονται οι Πέρσες, προσπαθούσαν να μαντέψουν που θα αποβιβάζονταν αυτοί, για να τους αντιπαρατάξουν τις δυνάμεις τους. Κατάλαβαν, ή κατ’άλλους τους πληροφόρησαν γι’αυτό οι Ίωνες κωπηλάτες των περσικών πλοίων, ότι ο περσικός στόλος θα αποβίβαζε τον στρατό στην πεδιάδα του ΜΑΡΑΘΩΝΟΣ.
Εστειλαν τον ημεροδρόμο ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗ να ειδοποιήσει τους Σπαρτιάτες, ( χρειάστηκε δύο ημέρες για τα 219 περίπου χιλιόμετρα που χωρίζουν τις δύο πόλεις ) και έσπευσαν να παρατάξουν τις δυνάμεις τους στον Μαραθώνα. Οι Σπαρτιάτες προετοιμάζονταν για την εορτή των ΚΑΡΝΕΙΩΝ και δεν μπορούσαν όπως είπαν να εκστρατεύσουν πριν από αυτή. Ο περσικός στρατός αποτελούνταν από 44000 άνδρες, κατά τους μετριώτερους υπολογισμούς, ενώ αναφέρονται και αριθμοί, όπως 100000 ή και 600000 ακόμη, αριθμοί υπερβολικοί αφού θα χρειάζονταν έναν τεράστιο στόλο για να τους μεταφέρει. Απέναντί τους οι Αθηναίοι παρέταξαν 10000 οπλίτες, 8000-10000 ελαφρά οπλισμένους, μάλλον σκλάβους και 1000 ΠΛΑΤΑΙΕΙΣ, η μόνη βοήθεια που πήραν από τους υπόλοιπους Έλληνες.
Οί Πλαταιείς θά σταθούν στό πλευρό των Αθηναίων, σε όλους τους αγώνες τους, τιμώντας μία φιλία-συμμαχία μοναδική γιά τά ελληνικά δεδομένα. Όταν έφθασαν οι Αθηναίοι στην πεδιάδα του Μαραθώνος, βρήκαν τους Πέρσες να αποβιβάζονται από τα πλοία τους, και στρατοπέδευσαν σε απόσταση 1,5 χιλιομέτρου από αυτούς, οι οποίοι έκπληκτοι τους αντίκρυσαν, αφού σύμφωνα με τα λεγόμενα του Ιππία η μάχη θα δινόταν στην Αθήνα ή πολύ κοντά σε αυτήν. Στην πλευρά των Ελλήνων υπήρχε διαφωνία, για το αν έπρεπε να επιτεθούν αμέσως, όπως ήθελε ο ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ, ή να περιμένουν την σπαρτιατική βοήθεια, όπως ήθελαν άλλοι στρατηγοί περισσότερο συντηρητικοί. Αφού ψήφισαν και προέκυψε ισοψηφία, την λύση έδωσε ο πολέμαρχος ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ, που δήλωσε ότι είναι πεπεισμένος από τα επιχειρήματα του Μιλτιάδη, καθώς αυτός γνώριζε πολύ καλά τους Πέρσες και τον τρόπο που πολεμούσαν, αφού εγκατεστημένος στην Χερσόνησο της Θράκης, έως το -492, είχε έρθει σε επαφή μαζί τους, και μάλιστα είχε πολεμήσει στο πλευρό του ΔΑΡΕΙΟΥ, κατά την εκστρατεία του τελευταίου στην Σκυθία.
Ο ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ που ήταν και αυτός στρατηγός, προχώρησε ακόμη περισσότερο, και πρότεινε να ανατεθεί η γενική αρχηγία στον Μιλτιάδη, αντί να εναλλάσονται οι στρατηγοί κάθε μέρα, όπως όριζε ο νόμος, και η πρότασή του έγινε δεκτή. Φοβούμενος το περσικό ιππικό, ο Μιλτιάδης δεν αποφάσιζε να επιτεθεί, αλλά και οι Πέρσες μαθαίνοντας ότι η Αθήνα ήταν ανυπεράσπιστη, αποφάσισαν να αποφύγουν την αναμέτρηση, να επιβιβαστούν πάλι στα πλοία, και να αποβιβαστούν στο Φάληρο. Οι Αθηναίοι βλέποντας τις κινήσεις των Περσών, κατάλαβαν τους σκοπούς τους, και αποφάσισαν να επιτεθούν. Περιμένοντας να ολοκληρωθεί η επιβίβαση των αλόγων στα πλοία, ο Μιλτιάδης ετοίμασε την παράταξή του τοποθετώντας στο κέντρο της δύο φυλές με βάθος παράταξης τέσσερις άνδρες, και τις υπόλοιπες δεξιά και αριστερά, με βάθος οκτώ άνδρες και την κατάλληλη στιγμή έδωσε το σύνθημα διατάζοντας τροχάδην επίθεση, για να αιφνιδιάσει τον αντίπαλο, αλλά και να αποφύγει τις απώλειες από τους Πέρσες τοξότες.
Έκπληκτος ο στρατός των Περσών, από την απροσδόκητη επίθεση, ανασυντάχτηκε όπως-όπως και με την συνηθισμένη του διάταξη, ενισχυμένο κέντρο και αδύνατα άκρα, προσπάθησε να αντιμετωπίσει τους Αθηναίους. Στο κέντρο ανάγκασαν τους Έλληνες να οπισθοχωρίσουν, αλλά τα άκρα τους διαλύθηκαν και προκειμένου να κυκλωθούν και να αποκοπούν από τα πλοία τους, άρχισαν να οπισθοχωρούν άτακτα. Τρέχοντας έτσι να σωθούν, δεν προσπαθούσαν καθόλου να αμυνθούν και αναπόφευκτα η σφαγή τους ήταν μία εύκολη υπόθεση για τους Αθηναίους.
Η μάχη έφθασε ως τα πλοία και εκεί όπως λέγεται, ο ΚΥΝΕΓΕΙΡΟΣ, ο αδελφός του ΑΙΣΧΥΛΟΥ προσπάθησε να κρατήσει με τα χέρια ένα πλοίο, του τα έκοψαν, και αφού θέλησε να το κρατήσει με τα δόντια, του έκοψαν το κεφάλι. Η ήττα των Περσών ήταν συντριπτική. Άφησαν στο πεδίο της μάχης 6400 νεκρούς,έναντι 192 Αθηναίων και αγνώστου αριθμού Πλαταιέων και δούλων. Τη χαρμόσυνη είδηση, ανέλαβε να μεταφέρει στην Αθήνα ο οπλίτης ΘΕΡΣΙΠΠΟΣ, υπερήφανος θριαμβευτής της ΜΑΧΗΣ του ΜΑΡΑΘΩΝΟΣ ο οποίος κατά την παράδοση, αφού ψέλλισε στους μαζεμένους στην Αγορά Αθηναίους, το περίφημο ΝΕΝΙΚΗΚΑΜΕΝ, έπεσε νεκρός από την εξάντληση, τιμούμενος μετά από 24 περίπου αιώνες, με την καθιέρωση του ΜΑΡΑΘΩΝΙΟΥ ΔΡΟΜΟΥ, ως επισήμου Ολυμπιακού αγωνίσματος.
Ο περσικός στόλος, ουσιαστικά ανέπαφος αφού μόλις 7 από τα 600 περίπου πλοία του έπεσαν στα χέρια των Αθηναίων, απέπλευσε αμέσως για το Φάληρο, αλλά ο Μιλτιάδης γνωρίζοντας ότι θα συνέβαινε αυτό, άφησε τους καταπονημένους άνδρες των δύο φυλών που είχε τοποθετημένους στο κέντρο της παράταξής του, και έσπευσε να αντιμετωπίσει για μία ακόμη φορά τον περσικό στρατό, ο οποίος διέθετε ακόμη την υπεροπλία. Οι Δάτις και Αρταφρένης, όταν αντίκρυσαν τους οπλίτες που λίγες ώρες πριν είχαν κατατροπώσει το στρατό τους, φοβούμενοι μία δεύτερη πανωλεθρία, αποφάσισαν να επιστρέψουν στην Ασία, έχοντας επιτύχει να κυριαρχήσουν στο Αιγαίο, και να καταστρέψουν την Ερέτρια. Κατά την γνώμη τους λοιπόν, η εκστρατεία έπρεπε να θεωρείται επιτυχημένη. Χωρίς να διαθέτουν πολιτική διορατικότητα, δεν ήταν ικανοί να διαννοηθούν την σημασία της ήττας τους στον Μαραθώνα, και την αρχή της πτώσης της περσικής αυτοκρατορίας, που αήττητη ως τότε, κυριαρχούσε στην ανατολική Μεσόγειο. Τώρα όμως μία νέα δύναμη, οι Έλληνες, θα αρχίσουν να αμφισβητούν αυτή την κυριαρχία,και σιγά-σιγά και παρά τις διχόνοιες, που μεγάλο μέρος τους ωφειλόταν και στον περσικό χρυσό, θα καταφέρουν να διαλύσουν, ό,τι έκτισαν ο ΚΥΡΟΣ ο ΜΕΓΑΣ και ο ΔΑΡΕΙΟΣ.
Ο τελευταίος, δυσαρεστημένος αλλά και έκπληκτος από την ήττα αυτή, αποφασισμένος να εκδικηθεί σύντομα, αποφάσισε να επιχειρήσει μία νέα μεγάλη εκστρατεία, όχι μόνο εναντίον τής Αθήνας πιά, αλλά με στόχο την κατάκτηση ολόκληρης της Ελλάδος. Πέθανε όμως πριν εκπληρώσει την επιθυμία του και την τιμωρία των Αθηναίων ανέλαβε, μετά από δέκα χρόνια, να πραγματοποιήσει ο γιός του ΞΕΡΞΗΣ.
Οι Σπαρτιάτες ( 2000 άνδρες ) έφτασαν την επομένη ημέρα και μη πιστεύοντας ότι οι Αθηναίοι πέτυχαν τόσο περιφανή νίκη, ζήτησαν και επισκέφθηκαν το πεδίο της μάχης και αφού θαύμασαν τέτοιο κατόρθωμα, επέστρεψαν στην πόλη τους. Στο Μαραθώνα οι Αθηναίοι έθαψαν τους νεκρούς σε τρείς τύμβους, ένα για τους Αθηναίους, στήνοντας δέκα στήλες μία για κάθε φυλή, ένα για τους Πλαταιείς και ένα για τους δούλους, οι οποίοι μετά θάνατον τιμήθηκαν ως ελεύθεροι πολίτες.
Ο ΣΙΜΩΝΙΔΗΣ ο ΚΕΙΟΣ αποτίοντας ΤΙΜΗ και ΔΟΞΑ στους πεσόντες, έγραψε το περίφημο επίγραμμά του.
ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΡΟΜΑΧΟΥΝΤΕΣ ΑΘΗΝΑΙΟΙ, ΜΑΡΑΘΩΝΙ, ΧΡΥΣΟΦΟΡΩΝ ΜΗΔΩΝ ΕΣΤΟΡΕΣΑΝ ΔΥΝΑΜΙΝ.
- Ιστορία των Δελφών -
Ιστορία των Δελφών
Σύμφωνα με τον μύθο, οι Δελφοί, το πιο σημαντικό ιερό της Ελλάδος, ήταν το κέντρο του κόσμου, γιατί σ’ αυτό εδώ το μέρος συναντήθηκαν οι δύο αετοί, όταν ο Δίας τους άφησε ελεύθερους, τον έναν από την ανατολή και τον άλλον από την δύση.
Το μαντείο αρχικά ανήκε στην θεά Γαία, και μόνο όταν ο Απόλλων σκότωσε το παιδί της, το ερπετό Πύθων, έγινε ο δικός του οίκος λατρείας.
Ένας άλλος μύθος μας λέει, ότι ο Απόλλων μεταμορφώθηκε σε δελφίνι και οδήγησε ένα Κρητικό πλοίο στο μέρος αυτό, καθοδηγώντας τους ναυτικούς να χτίσουν εκεί το ιερό του (οι Δελφοί πήραν το όνομα τους από την αρχαϊκή λέξη δελφίς = δελφίνι ή όπως υποστηρίζουν άλλοι από την ξενική λέξη delf, που σημαίνει κοίλος και η οποία χαρακτηρίζει την τοποθεσία).
Οι Δελφοί αναδείχθηκαν κατά τον έβδομο αιώνα π.Χ., όταν έγινε το κέντρο της Αμφικτιονικής Συμμαχίας.
Το 585 π.Χ., ο τύραννος Κλεισθένης της Σικυώνος απελευθέρωσε τους Δελφούς από την πόλη της Κρίσσας και την κώμη της Κίρρας, οι οποίες επέβαλαν υπέρογκα ποσά στους επισκέπτες που έφθαναν στο λιμάνι τους, για να ζητήσουν την βοήθεια του μαντείου και πολλές φορές τους λήστευαν.
Με την βοήθεια της Αμφικτιονικής Συμμαχίας (Αθηναίων, Θεσσαλών κτλ.), ο Κλεισθένης απέκλεισε το λιμάνι της με τον στόλο των Σικυωνίων και μετά από μακρά πολιορκία, η οποία κράτησε δέκα χρόνια, κατέλαβε και κατέστρεψε ολοσχερώς την Κίρρα (πρώτος ιερός πόλεμος 595-585 π.Χ.).
Ο Κλεισθένης έχτισε καινούργιο θησαυροφυλάκιο και διοργάνωσε τους Πυθικούς Αγώνες μεγαλειωδώς, κάθε τέσσαρα χρόνια, σαν τους αγώνες της Ολυμπίας (από ένα μόνο μουσικό άθλημα, πρόσθεσε αρματοδρομίες, πυγμαχία, τρέξιμο, κλπ.). Το ιερό ανατέθηκε στην προστασία της Συμμαχίας, η οποία τώρα ονομάσθηκε και Δελφική Αμφικτιονία.
Όταν οι Πέρσες εισέβαλαν στην Ελλάδα, ο Ξέρξης έστειλε μεγάλη δύναμη στους Δελφούς (Σεπτέμβριος του 480 π.Χ.), με σκοπό να τους λεηλατήσουν. Όταν το έμαθαν οι κάτοικοι των Δελφών, προσπάθησαν να απομακρύνουν τους θησαυρούς του ιερού, αλλά αυτό απαγορεύτηκε από τον θεό.
Τα ιερά όπλα, τα οποία ήταν κρεμασμένα σε ένα κελί μέσα στο εσωτερικό του ναού και ήταν μεγάλη ιεροσυλία να τα αγγίξεις, βρέθηκαν έξω από την πόρτα του κελιού, σαν ο θεός να επενέβη, για να δώσει τα όπλα στους υπερασπιστές.
Όταν όμως οι Πέρσες ανέβηκαν την πλαγιά του Παρνασσού και έφθασαν στον ναό της Προνοίας Αθηνάς, ξέσπασε ραγδαία βροχή και μια θύελλα τρομακτική, με δυνατές βροντές και κεραυνούς και ένας τρομερός θόρυβος ακούστηκε από δύο πελώριους βράχους, που ξεκόλλησαν από τις Φαιδριάδες. Πελώρια κομμάτια βράχων κατρακύλησαν από τον Παρνασσό και δυνατές κραυγές ακούστηκαν από το ιερό της Αθηνάς. Οι βράχοι πέφτοντας επάνω στους Πέρσες, προκάλεσαν μεγάλη καταστροφή και οι επιζώντες έφυγαν με πανικό, κυνηγημένοι όπως είπαν αργότερα από δύο υπερφυσικούς πολεμιστές. Οι ιερείς αργότερα βεβαίωσαν ότι οι δύο πολεμιστές ήταν οι ήρωες Φύλακος και Αυτόνους, των οποίων τα ιερά ήταν πλησίον. Ολόκληρη η Ελλάδα έμαθε ότι ο Απόλλων επενέβη και έσωσε το ιερό.
Το 356 π.Χ., οι Φωκείς κατέλαβαν την περιοχή και έκλεψαν τα κειμήλια του, μέχρις ότου ο Φίλιππος, βασιλιάς της Μακεδονίας, δέκα χρόνια αργότερα το 346 π.Χ., το απελευθέρωσε.
Τα γεγονότα αυτά λεπτομερώς έχουν ως εξής: οι Θηβαίοι κατηγόρησαν τους Φωκείς στην Αμφικτιονική Συμμαχία, ότι κατέλαβαν μια μεγάλη περιοχή από το μαντείο. Η Συμμαχία τους βρήκε ένοχους και τους διέταξε να πληρώσουν ένα μεγάλο πρόστιμο.
Οι Φωκείς οι οποίοι δεν μπορούσαν να πληρώσουν το πρόστιμο, πήραν τα όπλα και διάλεξαν ως αρχηγό τους τον ληστή Φιλόμηλο, ο οποίος κατέλαβε τους Δελφούς και σκότωσε πολλούς από τους ιερείς. Για να δικαιολογήσει τις πράξεις του, διέταξε την Πυθία να βγάλει ένα χρησμό που να λέει, ότι όλα αυτά που έγιναν, ήταν πεπρωμένο να γίνουν.
Όταν η Πυθία αρνήθηκε, την ανέβασαν με την βία στο τρίποδο και όπως ήταν τρομοκρατημένη από τις λόγχες των στρατιωτών, είπε:
“είσθε ελεύθεροι να κάνετε ότι θέλετε”.
Μετά από αυτό, ο Φιλόμηλος λεηλάτησε το θησαυροφυλάκιο των Δελφών. Με τα χρήματα που πήρε (αξίας εξήντα εκατομμυρίων Αττικών δραχμών της εποχής), δημιούργησε ένα στρατό με μισθοφόρους και δωροδόκησε πολλούς αρχηγούς Ελληνικών πόλεων. Η Αμφικτιονική Συμμαχία τους πολέμησε όλους αυτούς, σε ένα πόλεμο που κράτησε δέκα χρόνια. Τον δεύτερο χρόνο του πολέμου, ο Φιλόμηλος αυτοκτόνησε, πέφτοντας σε μια χαράδρα για να αποφύγει την σύλληψη του.
Την θέση του πήρε ο αδελφός του Ονόμαρχος, ο οποίος πολέμησε τον βασιλιά Φίλιππο σε πολλές σκληρές μάχες και τον νίκησε, αλλά στο τέλος νικήθηκε από τον Φίλιππο στον Ορχομενό και ξανά στην μεγάλη μάχη του Παγασητικού κόλπου. Έξι χιλιάδες Φωκείς σκοτώθηκαν στην μάχη και άλλους τρεις χιλιάδες αιχμάλωτους, τους πέταξαν στην θάλασσα για να πνιγούν, τιμωρία για την ιεροσυλία.
Άλλες χρήσιμες πληροφορίες για την ιστορία των Δελφών είναι:
Ο Μέγας Αλέξανδρος παραβίασε την ιερότητα των Δελφών και ανάγκασε την Πυθία να δώσει τον χρησμό που αυτός ήθελε.
Το 279 π.Χ., οι Γαλάτες εισέβαλαν στην Ελλάδα και έφθασαν μέχρι τις πύλες των Δελφών, το οποίο σώθηκε από τις πέτρες και τους βράχους που έριξαν οι κάτοικοι, από την τοποθεσία Φαιδριάδες αναγκάζοντας τους να αποσυρθούν.
Κατά την περίοδο της Ρωμαϊκής κατοχής, το ιερό υπέστη ζημιές αλλά και ευεργετήθηκε από διάφορους αυτοκράτορες.
Ο στρατηγός Σούλα λεηλάτησε την περιοχή, για να πληρώσει τα έξοδα που έκανε για την κατάληψη των Αθηνών.
Ο Αύγουστος και Αδριανός το ευεργέτησαν και ο Ηρώδης ο Αττικός ξανάκτισε το στάδιο.
Ο Νέρων πήρε μαζί του στην Ρώμη, 500 αγάλματα από τους Δελφούς.
Ο Μεγάλος Κωνσταντίνος μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη τα καλύτερα έργα.
Ο αυτοκράτωρ Θεοδόσιος έκλεισε το μαντείο και απαγόρευσε την αρχαία λατρεία.
Όταν ο Ιουλιανός ο Αποστάτης προσπάθησε να επαναφέρει πίσω την Ελληνική θρησκεία και ζήτησε την συμβουλή του μαντείου, η Πυθία του έδωσε τον ακόλουθο χρησμό:
“Πες στον βασιλιά ότι οι τοίχοι έχουν πέσει σε σήψη;
Ο Απόλλων δεν έχει πλέον ναό, ούτε προφητείες,
ούτε Κασταλία πηγή. Το ρυάκι, που είχε τόσα να πει,
έχει στερέψει.”
Οι Γότθοι και Σλάβοι εισβολείς λεηλάτησαν τους Δελφούς, που είχαν επίσης την ατυχία να το χτυπήσουν και πολλοί καταστρεπτικοί σεισμοί.
Το 1891 έως 1893μ.Χ., έγιναν ανασκαφές στους Δελφούς και επαναφέρθηκαν στο φως το Θέατρο, το Στάδιο, το ιερό του Απόλλωνα, τα θησαυροφυλάκια και άλλα κτίρια, μαζί με 6000 επιγραφές από αγάλματα και άλλα έργα.
- ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ καί ΑΛΩΣΗ τής ΤΥΡΟΥ -
ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ καί ΑΛΩΣΗ τής ΤΥΡΟΥ
2 Ιανουαρίου / 1η Ιουλίου τού -332
ΑΡΡΙΑΝΟΣ
Αλεξάνδρου ανάβασις – βιβλίο Β’ 15 – 24
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
15 [ ... ] Κατόπιν ο Αλέξανδρος ξεκινώντας από τη Μάραθο κατέλαβε τη Βύβλο, που παραδόθηκε, και τη Σιδώνα μετά από πρόσκληση των ίδιων των Σιδωνίων, που μισούσαν τους Πέρσες και το Δαρείο. Από εκεί, προχώρησε για την Τύρο. Στο δρόμο, τον πέτυχαν πρέσβεις των Τυρίων· τους είχαν στείλει οι συμπολίτες τους που αποφάσισαν να κάνουν ό,τι πει ο Αλέξανδρος. Αυτός επαίνεσε την πόλη και τους πρέσβεις (γιατί ήταν επιφανείς Τύριοι και ανάμεσά τους ο γιος του βασιλιά των Τυρίων, Αζέμιλκου, που ακολουθούσε τη θαλάσσια πορεία του Αυτοφραδάτη) και τους διέταξε να γυρίσουν πίσω και να πουν στους συμπολίτες τους ότι θα ήθελε να επισκεφτεί την Τύρο και να θυσιάσει στον Ηρακλή.
16. Στην Τύρο υπάρχει το πιο παλιό ιερό του Ηρακλή που θυμούνται οι άνθρωποι, όχι όμως του Ηρακλή από το Άργος, του γιου της Αλκμήνης. Γιατί ο Ηρακλής τιμάται στην Τύρο πολλές γενιές πριν ξεκινήσει ο Κάδμος από τη Φοινίκη, χτίσει τη Θήβα και γεννήσει τη Σεμέλη, από την οποία γεννήθηκε ο γιος του Δία, ο Διόνυσος. [...] Ο Αλέξανδρος εννοούσε ότι ήθελε να θυσιάσει σ’ αυτόν τον Ηρακλή, της Τύρου. Οι πρέσβεις ανακοίνωσαν αυτά στην πόλη τους· οι Τύριοι αποφάσισαν να ικανοποιήσουν όλες τις άλλες επιθυμίες του Αλέξανδρου, αλλά να μη δεχτούν ούτε κάποιο Πέρση, ούτε κάποιο Μακεδόνα στην πόλη. Τους φάνηκε ότι αυτή ήταν η καλύτερη απόφαση που θα μπορούσαν να πάρουν εκείνη τη στιγμή, που δεν είχε κριθεί ακόμα η τύχη του πολέμου. Μόλις ο Αλέξανδρος έμαθε τι είπαν οι Τύριοι, έστειλε πίσω τους πρέσβεις εξοργισμένος. Μετά κάλεσε σύσκεψη στην οποία πήραν μέρος οι σύντροφοί του, οι αρχηγοί της στρατιάς, οι αρχηγοί των ταγμάτων και οι ίλαρχοι και τους είπε τα ακόλουθα.
17. “Φίλοι και σύμμαχοι, βλέπω ότι η πορεία μας προς την Αίγυπτο δεν είναι ασφαλής, όσο οι Πέρσες επικρατούν στη θάλασσα. Ούτε είναι ασφαλές να συνεχίσουμε την καταδίωξη του Δαρείου, όσο έχουμε πίσω μας την αφερέγγυα πόλη της Τύρου και οι Πέρσες κατέχουν την Κύπρο και την Αίγυπτο. Θα έχουμε προβλήματα κυρίως στην Ελλάδα. Αν οι Πέρσες επανακτήσουν την κυριαρχία των παραλίων, ενώ εμείς θα προχωρούμε εναντίον της Βαβυλώνας και του Δαρείου, θα μεταφέρουν με μεγαλύτερες δυνάμεις τον πόλεμο στην Ελλάδα. Εκεί από τη μια η Σπάρτη μας πολεμά ανοιχτά, από την άλλη την Αθήνα την ελέγχουμε προς το παρόν περισσότερο εξαιτίας του φόβου της και λιγότερο επειδή μας συμπαθεί. Αν όμως καταστρέψουμε την Τύρο, όχι μόνο θα επικρατήσουμε σε ολόκληρη τη Φοινίκη, αλλά και το πιο σημαντικό και πιο αξιόμαχο κομμάτι του περσικού ναυτικού, το φοινικικό, θα περάσει προφανώς στα χέρια μας. Γιατί οι Φοίνικες κωπηλάτες και ναύτες δε θα ανεχτούν όσο οι πόλεις τους είναι στα χέρια μας, να διακινδυνεύουν στη θάλασσα για άλλους. Μετά από αυτά και η Κύπρος θα περάσει εύκολα στο πλευρό μας, ή επίσης εύκολα θα καταληφθεί.
Αν διασχίζουμε τη θάλασσα με τα φοινικικά και τα μακεδονικά πλοία και κατέχουμε την Κύπρο, θα είμαστε σίγουροι εκστρατεία μας στην Αίγυπτο. Κι αν πάρουμε την Αίγυπτο, δε θα υπάρχει λόγος να ανησυχούμε για όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα και στην ιδιαίτερη πατρίδα μας. Θα συνεχίσουμε την εκστρατεία προς τη Βαβυλώνα με τον τόπο μας ασφαλή, με μεγαλύτερο κύρος και έχοντας αποκόψει τους Πέρσες από τη θάλασσα και από όλη την περιοχή από αυτή την πλευρά του Ευφράτη”.
18. Με αυτά τα λόγια τους έπεισε εύκολα να επιτεθούν στην Τύρο. Επηρεάστηκε μάλιστα και από ένα θεϊκό σημάδι· την ίδια εκείνη νύχτα, είδε όνειρο πως πλησίασε τα τείχη της Τύρου και ο ίδιος ο Ηρακλής τον δέχτηκε και τον οδήγησε στην πόλη. Ο Αρίστανδρος το εξήγησε λέγοντας ότι η Τύρος θα καταληφθεί με κόπο, γιατί και οι άθλοι του Ηρακλή με κόπο έγιναν. Φαινόταν πράγματι δύσκολη υπόθεση η πολιορκία της Τύρου. Η πόλη βρισκόταν πάνω σε νησί και κλεινόταν απ’ όλες τις πλευρές με ψηλά τείχη.
Οι Τύριοι φαίνονταν να πλεονεκτούν στη θάλασσα, γιατί οι Πέρσες ήταν ακόμη τότε θαλασσοκράτορες και οι ίδιοι είχαν πολλά πλοία. Όταν όμως επικράτησε η γνώμη του Αλέξανδρου, αποφάσισε να κλείσει με χώμα τη θάλασσα φτιάχνοντας ένα πέρασμα από τη στεριά στην πόλη. Το πέρασμα ήταν ένας ελώδης πορθμός. Από τη μεριά της στεριάς τα νερά ήταν ρηχά και αμμουδερά. Από την πλευρά του νησιού βρισκόταν το βαθύτερο σημείο, γύρω στις τρεις οργιές. Υπήρχαν όμως άφθονες πέτρες και ξύλα που τα τοποθέτησαν πάνω στις πέτρες. Έφτιαξαν εύκολα ράβδους από πηλό και τις χρησιμοποίησαν ως συνδέσμους, για να στερεώσουν τα ξύλα. Οι Μακεδόνες δούλευαν με πολλή προθυμία. Το ίδιο και ο Αλέξανδρος που βρισκόταν εκεί, έδινε ο ίδιος για το κάθε τι οδηγίες, τους ενέπνεε με τα λόγια του και ενθάρρυνε με δωρεές αυτούς που δούλευαν ξεπερνώντας τις δυνάμεις τους. Όσο η πρόσχωση βρισκόταν κοντά στη στεριά, το έργο προχωρούσε εύκολα, γιατί τα νερά ήταν ρηχά και δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο. Όταν όμως πλησίασαν στα βαθιά (και, βέβαια, πιο κοντά στην πόλη) βάλλονταν από τα τείχη και είχαν απώλειες· εξάλλου, δεν είχαν προετοιμαστεί για να πολεμήσουν, αλλά για να δουλέψουν.
Μετά, οι Τύριοι έπλεαν με τις τριήρεις τους γύρω από την πρόσχωση (ήταν πολύ δυνατοί στη θάλασσα) και έκαναν αδύνατο το χτίσιμο για τους Μακεδόνες. Αυτοί πάλι, έστησαν δύο πύργους στην άκρη του μόλου, που είχε ήδη προχωρήσει αρκετά μέσα στη θάλασσα και τοποθέτησαν εκεί πολιορκητικές μηχανές. Έβαλαν μπροστά τους δερμάτινα παραπετάσματα, για να προστατέψουν τους πύργους από τα πυρφόρα βέλη που έρχονταν από το τείχος, αλλά και τους εργαζόμενους από τις βολές. Συγχρόνως, όσοι Τύριοι προσπαθούσαν να χτυπήσουν αυτούς που έκαναν την πρόσχωση από τη θάλασσα, θα βάλλονταν από τους πύργους και θα αποκρούονταν εύκολα
19. Οι Τύριοι, για να απαντήσουν σ’ αυτό, σκαρφίστηκαν τα ακόλουθα· γέμισαν ένα πλοίο που μετέφερε άλογα με ξερά κλήματα και άλλα εύφλεκτα ξύλα. Έμπηξαν στην πλώρη του δυο κοντάρια και το περιφράξανε κυκλικά, σε όσο μεγαλύτερο μήκος μπορούσαν, ώστε να έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει μεγάλο αριθμό από δάδες. Τέλος, γέμισαν με πίσσα, θειάφι και οτιδήποτε άλλο μπορούσε να προκαλέσει μεγάλη πυρκαγιά. Τοποθέτησαν και στα δύο κοντάρια διπλή κεραία και κρέμασαν εκεί καζάνια γεμάτα με υλικά που θα έκαναν τη φωτιά να φουντώσει, αν χύνονταν ή πετάγονταν επάνω της. Έβαλαν σαβούρα στην πρύμνη, ώστε να πιεστεί και να σηκωθεί ψηλά η πλώρη. Περίμεναν να φυσήξει άνεμος προς το μόλο και με συνοδεία τριήρων, έριξαν το πλοίο στο νερό. Μόλις πλησίασαν την πρόσχωση και τους πύργους, έβαλαν φωτιά στα ξύλα, τράβηξαν το πλοίο με τις τριήρεις όσο πιο δυνατά μπορούσαν και το κόλλησαν στην άκρη της πρόσχωσης. Το πλήρωμα του καραβιού, που ήδη καιγόταν, έπεσε χωρίς προβλήματα στη θάλασσα. Οι πύργοι πήραν φωτιά, οι κεραίες έσπασαν και όλα τα εύφλεκτα υλικά χύθηκαν. Τα πληρώματα των τριήρων πήραν θέση κοντά στο μόλο και έριχναν με τα τόξα στους πύργους, για να εμποδίσουν όποιον πλησίαζε να σβήσει τη φωτιά.
Και ενώ ήδη οι πύργοι καίγονταν, πολλοί από την πόλη έκαναν έξοδο, μπήκαν σε βαρκάκια, πλησίασαν απ’ όλες τις πλευρές την πρόσχωση, κατέστρεψαν εύκολα το χαράκωμα που την προστάτευε και έκαψαν όλες τις πολιορκητικές μηχανές που δεν είχαν πάρει φωτιά από το πυρπολικό πλοίο. Ο Αλέξανδρος όμως διέταξε να διαπλατυνθεί η πρόσχωση από τη μεριά της στεριάς, για να χωρούν περισσότεροι πύργοι και να κατασκευάσουν οι μηχανοποιοί του άλλες πολιορκητικές μηχανές. Ενώ γίνονταν αυτές οι προετοιμασίες ο Αλέξανδρος πήρε τους υπασπιστές και τους Αγριάνες και πήγε στη Σιδώνα, για να συγκεντρώσει τις τριήρεις που είχε ήδη εκεί. Έκρινε πως η πολιορκία θα ήταν δυσκολότερη, όσο οι Τύριοι επικρατούσαν στη Θάλασσα.
20. Εν τω μεταξύ, ο Γηρόστρατος, ο βασιλιάς της Αράδου, και ο Ένυλος, ο βασιλιάς της Βύβλου, έμαθαν ότι οι πόλεις τους έχουν καταληφθεί από τον Αλέξανδρο· εγκατέλειψαν λοιπόν τον Αυτοφραδάτη και τα πλοία του και ένωσαν τη ναυτική τους δύναμη με τον στόλο του Αλέξανδρου· τους ακολούθησαν και οι τριήρεις των Σιδωνίων Έτσι, γύρω στα ογδόντα φοινικικά πλοία πέρασαν με το μέρος του Αλέξανδρου. Τις ίδιες μέρες έφτασαν από τη Ρόδο εννέα τριήρεις, μαζί με το πλοίο που ονομαζόταν Περίπολος, τρεις από τους Σόλους και το Μαλλό, δέκα από τη Λυκία και μια πεντηκόντορος από τη Μακεδονία, με καπετάνιο τον Πρωτέα, τον γιο του Ανδρόνικου. Λίγο αργότερα έφτασαν στη Σιδώνα και οι βασιλείς της Κύπρου, με εκατόν είκοσι πλοία περίπου· γιατί φοβήθηκαν επειδή έμαθαν την ήττα στην Ισσό και την κατάληψη όλης της Φοινίκης από τον Αλέξανδρο. Όλους αυτούς ο Αλέξανδρος τους συγχώρεσε για την προηγούμενη στάση τους. Φαινόταν ότι περισσότερο εξαναγκάστηκαν παρά συμφώνησαν να ενταχθούν στο περσικό ναυτικό.
Όλο αυτό το διάστημα οι μηχανές συναρμολογούνταν και τα καράβια ετοιμάζονταν για νηοπομπή και ναυμαχία Ο ίδιος ο Αλέξανδρος πήρε μερικές ίλες ιππικού, τους υπασπιστές, τους τοξότες και τους Αγριάνες και κατευθύνθηκε προς την Αραβία και το βουνό, που ονομάζεται Αντιλίβανο. Ανάγκασε τις φυλές που κατοικούσαν εκεί να συνθηκολογήσουν μαζί του με τη βία, ή επιβάλλοντας όρους. Μέσα σε δέκα μέρες ξαναγύρισε στη Σιδώνα και βρήκε εκεί τον Κλέανδρο, τον γιο του Πολεμοκράτη, που είχε έρθει από την Πελοπόννησο, με τέσσερις χιλιάδες περίπου Έλληνες μισθοφόρους.
Μόλις συγκεντρώθηκε ο στόλος, ο Αλέξανδρος επιβίβασε στα πλοία όσους υπασπιστές φαίνονταν ικανοί γι’ αυτό το έργο, για την περίπτωση δηλαδή που η σύγκρουση θα εξελισσόταν σε μάχη σώμα με σώμα και όχι σε απόπειρα διάσπασης της παράταξης των πλοίων, και απέπλευσε από τη Σιδώνα εναντίον της Τύρου με τα πλοία παραταγμένα. Ο ίδιος βρισκόταν στη δεξιά παράταξη, που έβλεπε προς την ανοιχτή θάλασσα και είχε μαζί του τους βασιλείς των Κυπρίων και όλους τους Φοίνικες, εκτός από τον Πνυταγόρα. Αυτός, μαζί με τον Κρατερό, διοικούσαν ολόκληρη την αριστερή παράταξη.
Οι Τύριοι εν τω μεταξύ είχαν αποφασίσει από πριν να ναυμαχήσουν, αν ο Αλέξανδρος τους επιτεθεί από τη θάλασσα. Δεν είχαν μάθει ακόμη ότι ο Αλέξανδρος είχε πάρει με το μέρος του τα κυπριακά και όλα τα φοινικικά πλοία. Τα πλοία του Αλέξανδρου τώρα, λίγο πριν πλησιάσουν την πόλη κι ενώ βρίσκονταν ακόμη μεσοπέλαγα, πήραν τέτοια θέση, ώστε να προκαλέσουν τους Τύριους σε ναυμαχία και, χωρίς να ξαναμπούν στην κανονική τους σειρά, προχωρούσαν χτυπώντας δυνατά τα κουπιά στα κύματα. Μόλις λοιπόν οι Τύριοι είδαν το απρόσμενα μεγάλο πλήθος των καραβιών και την παράταξή τους, αποφάσισαν τελικά να μη ναυμαχήσουν.
Χρησιμοποίησαν όσες από τις τριήρεις τους χωρούσαν στο στόμιο των λιμανιών τους, για να τα φράξουν και να μην μπορέσει ο εχθρικός στόλος να προσορμιστεί σε κανένα από αυτά.
Όταν ο Αλέξανδρος είδε ότι οι Τύριοι δεν πολεμούν, έπλευσε εναντίον της πόλης. Αποφάσισε να μην προσπαθήσει να μπει στο λιμάνι, που βρισκόταν προς το μέρος της Σιδώνας, γιατί το στόμιο ήταν στενό και η είσοδος φραγμένη από πολλές τριήρεις με την πλώρη προς τα έξω. Οι Φοίνικες εμβόλισαν στην πλώρη τρία καράβια από αυτά που βρίσκονταν έξω και τα βύθισαν. Τα πληρώματα κολύμπησαν εύκολα μέχρι τη φιλική στεριά. Τότε, τα πλοία του Αλέξανδρου άραξαν στην παραλία, κοντά στην τεχνητή πρόσχωση, όπου το μέρος έδειχνε απάνεμο. Την επόμενη μέρα, ο Αλέξανδρος διέταξε τον Κύπριο ναύαρχο Ανδρόμαχο να επιτεθεί με τα καράβια του στην πόλη από το λιμάνι που βρισκόταν προς το μέρος της Σιδώνας. Διέταξε επίσης τους Φοίνικες να επιτεθούν προς το λιμάνι που βρισκόταν από την άλλη πλευρά της πρόσχωσης, προς την Αίγυπτο, όπου βρισκόταν και η σκηνή του.
21. Καθώς ο Αλέξανδρος είχε συγκεντρώσει πολλούς μηχανοποιούς από τη Φοινίκη και την Κύπρο, ήταν έτοιμες πολλές μηχανές. Άλλες βρίσκονταν πάνω στο μόλο και άλλες στα καράβια που μετέφεραν το ιππικό. Άλλες τις είχε φέρει μαζί του από τη Σιδώνα και άλλες βρίσκονταν στα πιο αργοτάξιδα πλοία. Μόλις ετοιμάστηκαν τα πάντα, κατέβασαν τις μηχανές από την τεχνητή πρόσχωση. Εκείνες που βρίσκονταν πάνω σε πλοία αραγμένα σε διαφορετικά σημεία του τείχους, στράφηκαν να το χτυπήσουν.
Οι Τύριοι έστησαν πύργους στις επάλξεις που βρίσκονταν προς το μόλο, για να αμύνονται από κει. Σ’ όποιο άλλο σημείο πλησίαζαν οι μηχανές αμύνονταν με τοξεύματα και πυρφόρα βέλη, ώστε οι Μακεδόνες να φοβηθούν να πλησιάσουν το τείχος. Τα τείχη της Τύρου ήταν φτιαγμένα με μεγάλες πέτρες συγκολλημένες με γύψο. Στο σημείο που βρισκόταν ο μόλος, είχαν ύψος γύρω στα εκατόν πενήντα πόδια και ανάλογο πλάτος. Τα ιππαγωγά πλοία και οι τριήρεις των Μακεδόνων που έφερναν τις μηχανές κοντά στο τείχος δεν μπορούσαν να πλησιάσουν την πόλη σ’ αυτό το σημείο. Τους εμπόδιζαν να έρθουν κοντά, ρίχνοντας στη θάλασσα μεγάλες πέτρες από τα τείχη. Ο Αλέξανδρος αποφάσισε να βγάλει τις πέτρες από τη θάλασσα· δύσκολη επιχείρηση, γιατί γινόταν από τα καράβια και όχι από στέρεο έδαφος. Εξάλλου, οι Τύριοι προστάτευαν τα πλοία τους, έκοβαν τα σκοινιά των αγκύρων των ελληνικών πλοίων και έκαναν αδύνατη την προσόρμισή τους.
Ο Αλέξανδρος προστάτεψε με τον ίδιο τρόπο πολλές τριακοντόρους τοποθετώντας τις λοξά, μπροστά από τις άγκυρες, ώστε να αποκρούεται η επίθεση των εχθρικών πλοίων. Αλλά και έτσι έκοβαν τα σκοινιά δύτες. Τότε, οι Μακεδόνες χρησιμοποίησαν αλυσίδες, αντί για σκοινιά στις άγκυρες και τις χαμήλωσαν τόσο, ώστε να μην μπορούν να κάνουν πια τίποτα οι κολυμβητές. Έριξαν θηλιές από το μόλο και τράβηξαν τις πέτρες από τη θάλασσα· με τις μηχανές τις έριξαν στα βαθιά νερά απ’ όπου δεν μπορούσαν πια να τους βλάψουν. Εκεί που το τείχος είχε αδειάσει από τους υπερασπιστές του, ήδη πλησίαζαν τα καράβια.
Οι Τύριοι, πιεσμένοι από παντού, αποφάσισαν να επιτεθούν με τα πλοία στα κυπριακά καράβια, που έκλειναν το λιμάνι προς την πλευρά της Σιδώνας. Από πολύ πριν είχαν κρύψει με κατάρτια το στόμιο του λιμανιού, για να μη φαίνεται η επάνδρωση των τριήρων. Κατά το μεσημέρι, που οι ναύτες είχαν σκορπίσει για ανεφοδιασμό και ο Αλέξανδρος είχε αφήσει το στόλο στην άλλη πλευρά της πόλης για να πάει στη σκηνή του, επάνδρωσαν τρεις πεντήρεις (με πέντε σειρές κουπιά), άλλες τόσες τετρήρεις (με τέσσερις σειρές κουπιά) και επτά τριήρεις με τα πιο έξυπνα, τα πιο αξιόμαχα και τα πιο θαρραλέα στις ναυμαχίες πληρώματά τους. Στην αρχή, ξεκίνησαν αθόρυβα, το ένα πλοίο πίσω από το άλλο, κωπηλατώντας χωρίς παραγγέλματα. Μόλις στράφηκαν προς τους Κυπρίους και έφτασαν σε απόσταση τέτοια, ώστε να είναι ορατά, επιτέθηκαν κραυγάζοντας, διατάζοντας ο ένας τον άλλο και κωπηλατώντας με θόρυβο.
22. Εκείνη την ημέρα έτυχε ο Αλέξανδρος, αφού πήγε στη σκηνή του, να μην παραμείνει εκεί για λίγο, όπως συνήθιζε, αλλά ξαναγύρισε στα πλοία. Οι Τύριοι όμως επιτέθηκαν ξαφνικά πάνω στα αραγμένα πλοία· μερικά τα βρήκαν εντελώς άδεια, άλλα πρόχειρα επανδρωμένα μέσα στη φασαρία και την επίθεση. Εμβόλισαν την πεντήρη του βασιλιά Πνυταγόρα και τη βύθισαν αμέσως. Κι ακόμη, βύθισαν τις πεντήρεις του Ανδροκλή, του γιου του Αμαθουσίου και του Πασικράτη, του γιου του Κουριέα.
Μόλις ο Αλέξανδρος έμαθε την επίθεση των Τυριακών τριήρων, διέταξε να επανδρωθούν τα περισσότερα πλοία του και να πάρουν αμέσως θέση στο στόμιο του λιμανιού, για να μη βγουν έξω κι άλλα πλοία των Τυρίων. Ο ίδιος, με τις πεντήρεις που βρίσκονταν μαζί του και πέντε περίπου τριήρεις (αυτές που επανδρώθηκαν γρηγορότερα) περιέπλευσε την πόλη και έφτασε στα πλοία των Τυρίων που είχαν βγει έξω. Αυτοί που βρίσκονταν πάνω στο τείχος παρατήρησαν την επίθεση των έχθρων, είδαν και τον ίδιο τον Αλέξανδρο πάνω στα καράβια και διέταξαν με κραυγές τα δικά τους καράβια να γυρίσουν πίσω. Δεν ακούγονταν, γιατί οι δικοί τους ήταν απασχολημένοι με την επίθεση κι έτσι τους καλούσαν με πολλά και διάφορα σινιάλα. Πολύ αργά όμως πήραν είδηση την επίθεση του Αλέξανδρου. Τότε, έκαναν μεταβολή και κατέφυγαν στο λιμάνι. Λίγα καράβια γλίτωσαν· τα περισσότερα εμβολίστηκαν από τα πλοία του Αλέξανδρου· μερικά από αυτά καταστράφηκαν και πιάστηκαν μια πεντήρης και μια τετρήρης στο στόμιο του λιμανιού. Δε σκοτώθηκαν πολλοί από τα πληρώματα, γιατί, μόλις κατάλαβαν ότι τα πλοία τους πιάστηκαν, έπεσαν στο νερό και βγήκαν εύκολα στο λιμάνι κολυμπώντας.
Τα πλοία δεν ωφέλησαν καθόλου τους Τύριους. Οι Μακεδόνες λοιπόν πλησίασαν τις μηχανές στο τείχος τους. Όσες πλησίαζαν από την πρόσχωση δεν κατάφερναν τίποτε αξιόλογο, γιατί το τείχος εκεί ήταν ισχυρό. Άλλες μηχανές τις έφεραν με τα μηχανοφόρα πλοία, στο τμήμα της πόλης που έβλεπε προς τη Σιδώνα. Ούτε κι εκεί όμως έκαναν τίποτα. Έτσι, ο Αλέξανδρος στράφηκε νότια, στο τμήμα του τείχους που αντίκριζε την Αίγυπτο και εξέτασε κάθε σημείο του οικοδομήματος. Σ’ εκείνο το σημείο, το τείχος κλονίστηκε γερά για πρώτη φορά. Γκρεμίστηκε μάλιστα ένα κομμάτι του. Σε λίγο, ο Αλέξανδρος προσάρμοσε γέφυρες και προσπάθησε να εισβάλει από το γκρεμισμένο τμήμα του τείχους. Οι Τύριοι όμως, απέκρουσαν εύκολα τους Μακεδόνες.
23. Ο Αλέξανδρος περίμενε δυο μέρες να πέσει ο άνεμος. Την τρίτη ημέρα, παρακίνησε τους αρχηγούς των ταγμάτων σε δράση και επιτέθηκε στην πόλη με τις μηχανές που βρίσκονταν πάνω στα πλοία. Στην αρχή, κλόνισε ένα μεγάλο κομμάτι του τείχους· μόλις φάνηκε το πλάτος του ρήγματος, διέταξε τα μηχανοφόρα πλοία να γυρίσουν πίσω. Ήρθαν άλλα δύο φέρνοντας τις γέφυρες, που είχε σκοπό να προσαρμόσει στο ρήγμα. Το ένα πλοίο επανδρώθηκε με τους υπασπιστές και είχε καπετάνιο τον Άδμητο, το άλλο με το τάγμα του Κοίνου, που επονομαζόταν «πεζέταιροι». Ο Αλέξανδρος ήθελε να σκαρφαλώσει ίδιος στο τείχος μαζί με τους υπασπιστές του, όπου ήταν πρακτικά δυνατό. Διέταξε μερικές τριήρεις να επιτεθούν και στα δύο λιμάνια, για να κατορθώσουν να μπουν, όσο οι Τύριοι θα ήταν απασχολημένοι με τον ίδιο. Διέταξε ακόμη τις τριήρεις, που μετέφεραν τοξότες η βέλη που ρίχνονταν από μηχανές, να περιπλεύσουν το τείχος, να ρίχνουν άγκυρα, όπου ήταν δυνατό και να παραμένουν σε απόσταση βολής, όπου δεν είναι δυνατόν να προσαράξουν. Έτσι, οι Τύριοι θα βάλλονταν από παντού και δεν θα ήξεραν πού να στραφούν.
Μόλις τα πλοία του Αλέξανδρου πλησίασαν στην πόλη, έριξε τις γέφυρες στο τείχος και οι υπασπιστές άρχισαν να ανεβαίνουν με παλικαριά. Ο Άδμητος έδειξε τότε μεγάλη ανδρεία. Ταυτόχρονα, ο ίδιος ο Αλέξανδρος τους συντρόφευε, συμμετέχοντας ενεργά στην επιχείρηση και παρατηρώντας τους άλλους, για να δει κάποιο λαμπρό και παράτολμο κατόρθωμα. Το πρώτο τμήμα του τείχους που καταλήφθηκε ήταν εκεί που πολεμούσε ο Αλέξανδρος. Οι Τύριοι αποκρούστηκαν εύκολα σ’ αυτό το σημείο, γιατί για πρώτη φορά οι Μακεδόνες βρήκαν σίγουρη και λιγότερο απότομη πρόσβαση. Ο Άδμητος σκαρφάλωσε πρώτος στο τείχος και κάλεσε τους άνδρες του να τον ακολουθήσουν. Εκεί όμως χτυπήθηκε από λόγχη και σκοτώθηκε. Ο Αλέξανδρος τον ακολούθησε και κατέλαβε τείχος με τους εταίρους. Πήρε στην κατοχή του μερικούς πύργους και μεταπύργια και κινήθηκε, μέσω των επάλξεων, προς το παλάτι· του φαινόταν ότι από κει ήταν ο πιο εύκολος δρόμος για να κατεβεί στην πόλη.
24. Οι Φοίνικες έτρεξαν προς το λιμάνι που έβλεπε στην Αίγυπτο (όπου κατά τύχη είχαν τη βάση τους), έσπασαν τα κλείθρα και κατέστρεψαν τα πλοία των Τυρίων στο λιμάνι χτυπώντας μερικά με λίθους από τους καταπέλτες και σπρώχνοντας άλλα στη στεριά. Οι Κύπριοι μπήκαν στο άλλο λιμάνι, που έβλεπε προς τη Σιδώνα και που δεν είχε κλείθρο και κατέλαβαν αμέσως εκείνο το τμήμα της πόλης. Το μεγαλύτερο μέρος των Τυρίων εγκατέλειψε το τείχος, μόλις είδε ότι κυριεύτηκε. Συγκεντρώθηκαν όμως στο λεγόμενο Αγηνόριο και γύρισαν να αντισταθούν στους Μακεδόνες. Ο Αλέξανδρος προχώρησε εναντίον τους με τους υπασπιστές του, σκότωσε μερικούς απ αυτούς που πολεμούσαν εκεί και καταδίωξε τους φυγάδες. Έγινε μεγάλη σφαγή· όσοι έρχονταν από το λιμάνι είχαν ήδη καταλάβει την πόλη και το τάγμα του Κοίνου είχε μπει κιόλας μέσα. Οι Μακεδόνες ορμούσαν παντού αγανακτισμένοι· είχαν οργιστεί με την καθυστέρηση της πολιορκίας και, πέρα απ’ αυτό, οι Τύριοι είχαν πιάσει μερικούς δικούς τους, τους ανέβασαν στο τείχος, σε σημείο απ όπου μπορούσαν να τους δουν από το στρατόπεδο, τους έσφαξαν και τους πέταξαν στη θάλασσα.
Σκοτώθηκαν οκτώ χιλιάδες περίπου Τύριοι. Από τους Μακεδόνες τώρα, στην επίθεση εναντίον του τείχους, σκοτώθηκε ο Άδμητος, ο πρώτος που το πάτησε, φανερώνοντας την ανδρεία του και μαζί του είκοσι υπασπιστές. Σ’ όλη τη διάρκεια της πολιορκίας σκοτώθηκαν περίπου τετρακόσιοι Μακεδόνες. Εν τω μεταξύ, κάποιοι είχαν καταφύγει στο ιερό του Ηρακλή. Ανάμεσά τους βρίσκονταν οι άρχοντες των Τυρίων ο ίδιος ο βασιλιάς Αζέμιλκος και μερικοί Καρχηδόνιοι απεσταλμένοι, που κατά το παλιό έθιμο, έφτασαν στη μητρόπολη, για να αποδώσουν τιμές στον Ηρακλή. Αυτούς, ο Αλέξανδρος τους άφησε ελεύθερους. Εξανδραπόδισε όμως τους υπόλοιπους· τριάντα χιλιάδες περίπου Τύριοι και ξένοι που βρίσκονταν στην πόλη πουλήθηκαν ως δούλοι. Κατόπιν, ο Αλέξανδρος θυσίασε στον Ηρακλή και διοργάνωσε αθλητικούς αγώνες και λαμπαδηδρομία στο ιερό. Τέλος, ο Αλέξανδρος αφιέρωσε στο ναό τη μηχανή με την οποία γκρέμισε το τείχος και το ιερό πλοίο του Ηρακλή που έπιασε κατά τη ναυτική επίθεση. Επάνω του, χάραξε επίγραμμα δικό του ή κάποιου άλλου, αλλά όχι ιδιαίτερα αξιομνημόνευτο. Γι’ αυτόν το λόγο κι εγώ δεν έκρινα σκόπιμο να το αναγράψω.
Έτσι λοιπόν, καταλήφθηκε η Τύρος, το μήνα Εκατομβαιώνα, όταν στην Αθήνα ήταν επώνυμος άρχων ο Νικήτας.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
ΤΕΛΟΣ
- ΜΑΧΗ τής ΙΣΣΟΥ -
ΜΑΧΗ τής ΙΣΣΟΥ
22 Οκτωβρίου τού -333
Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΝΙΚΗ τού ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΠΕΡΣΩΝ
ΑΡΡΙΑΝΟΣ
Αλεξάνδρου ανάβασις – βιβλίο Β’ 6 – 13
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Προετοιμασίες για τη μάχη
6. Ενώ βρισκόταν ακόμη στο Μαλλό, έμαθε ότι ο Δαρείος στρατοπεδεύει με όλο του το στράτευμα στους Σώχους. Η περιοχή αυτή ανήκει στην Ασσυρία και απέχει από τις ασσυριακές πύλες δύο σταθμούς περίπου. Συγκέντρωσε λοιπόν τους εταίρους και τους ανακοίνωσε τα νέα για το Δαρείο και τη στρατιά του. Αυτοί πάλι τον προέτρεψαν να ξεκινήσει χωρίς καθυστέρηση. Τους επαίνεσε και διέλυσε τη σύσκεψη. Την επόμενη μέρα, ξεκίνησε για να συναντήσει τον Δαρείο και τους Πέρσες. Μέσα σε δύο μέρες από τη στιγμή που πέρασε τις πύλες, στρατοπέδευσε κοντά στην πόλη Μυρίανδρος. Μέσα στη νύχτα ξέσπασε καταιγίδα με βροχή και δυνατό άνεμο· ο Αλέξανδρος αναγκάστηκε να μείνει στο στρατόπεδο.
Από την άλλη, ο Δαρείος με τη στρατιά του κέρδιζε χρόνο. Είχε επιλέξει μία ανοιχτή ασσυριακή πεδιάδα, που χωρούσε τη μεγάλη στρατιά του και ήταν κατάλληλη για τους ελιγμούς του ιππικού. Ο Αμύντας, ο γιος του Αντιόχου, που είχε αυτομολήσει από τον Αλέξανδρο, του συνέστησε να μην εγκαταλείψει την περιοχή, που ήταν τόσο ευρύχωρη για το στράτευμα και τα εφόδια των Περσών.
Έμεινε λοιπόν εκεί ο Δαρείος. Και, καθώς ο Αλέξανδρος καθυστέρησε πολύ στην Ταρσό, λόγω της αρρώστιας του, άλλο τόσο στους Σόλους, που θυσίαζε κι έκανε παρελάσεις κι έχασε χρόνο πολεμώντας τους ορεσίβιους Κίλικες, ο Δαρείος άλλαξε γνώμη. Εξάλλου, ήταν έτοιμος να πιστέψει ό,τι θα του ήταν πιο ευχάριστο. Του ξεσήκωσαν και τα μυαλά οι αυλοκόλακες και πίστεψε ότι ο Αλέξανδρος δε θέλει πια να προχωρήσει, αλλά δίστασε μόλις έμαθε ότι αυτός πλησιάζει. Τον ξεσήκωναν όλοι από όλες τις πλευρές λέγοντάς του ότι θα καταπατήσει με το ιππικό τη μακεδονική στρατιά. Ωστόσο, ο Αμύντας επέμενε ότι ο Αλέξανδρος θα φτάσει οπουδήποτε μάθει ότι βρίσκεται ο Δαρείος και τον προέτρεπε να περιμένει εκεί.
Πείστηκε όμως από τις χειρότερες εκτιμήσεις, επειδή εκείνη τη στιγμή του ήταν πιο ευχάριστες. Ίσως κάποια θεϊκή δύναμη τον οδήγησε σ’ εκείνη την πεδιάδα, γιατί ούτε το ιππικό τον ωφέλησε ιδιαίτερα, ούτε το πλήθος των στρατιωτών του, ούτε τα ακόντια και τα τόξα· δεν μπόρεσε ούτε τη λαμπρότητα της στρατιάς του να επιδείξει· ο Αλέξανδρος και η στρατιά του νίκησαν εύκολα. Εξάλλου, ήταν μοιραίο να χάσουν οι Πέρσες την ηγεμονία της Ασίας από τους Μακεδόνες, όπως οι Μήδοι την είχαν χάσει από τους Πέρσες κι ακόμα πιο πριν οι Ασσύριοι από τους Μήδους.
7. 0 Δαρείος πέρασε το βουνό που βρίσκεται κοντά στις λεγόμενες Αμανικές πύλες, προχώρησε προς την Ισσό και, χωρίς να γίνει αντιληπτός, βρέθηκε στα νώτα του Αλέξανδρου. Μπήκε στην Ισσό, όπου σκότωσε με φρικτά βασανιστήρια τους άρρωστους Μακεδόνες που είχαν παραμείνει εκεί. Την επόμενη μέρα, προχώρησε προς τον ποταμό Πίναρο. Όταν ο Αλέξανδρος άκουσε ότι ο Δαρείος βρίσκεται πίσω του, δε θεώρησε αξιόπιστη την είδηση. Έβαλε λοιπόν σε τριακόντορο (πλοίο με τριάντα κουπιά) μερικούς συντρόφους και τους έστειλε πίσω στην Ισσό, για να ελέγξουν επί τόπου αν η είδηση είναι αληθινή. Αυτοί πλέοντας με την τριακόντορο έμαθαν πολύ εύκολα ότι οι Πέρσες βρίσκονται εκεί, όπου η θάλασσα σχημάτιζε κόλπο. Έστειλαν μήνυμα στον Αλέξανδρο ότι κρατά στο χέρι τον Δαρείο.
Αυτός πάλι κάλεσε σε σύσκεψη τους στρατηγούς, τους ίλαρχους και τους διοικητές των συμμάχων και τους παρότρυνε να έχουν θάρρος, μια και ήδη οι προηγούμενες μάχες είχαν καλό αποτέλεσμα και οι Μακεδόνες θα πολεμούσαν ως νικητές εναντίον νικημένων. Ακόμη τους είπε ότι με θεϊκή δύναμη είναι ο καλύτερος στρατηγός τους, αφού έβαλε στο μυαλό του Δαρείου να πάρει τα στρατεύματά του από την ανοιχτή πεδιάδα και να τα στριμώξει στο στενό πέρασμα που ήταν ό,τι έπρεπε για την ανάπτυξη της φάλαγγας· κι ακόμη, ο αριθμός των Περσών δε θα τους βοηθούσε στη μάχη, γιατί η φυσική τους κατάσταση και το ηθικό τους σθένος δεν ήταν ανάλογα μ’ αυτόν.
Ο Αλέξανδρος πρόσθεσε ακόμα, ότι οι Μακεδόνες, που από παλιά ασκούνταν στις πολεμικές τέχνες με πολλούς κινδύνους και που ήταν άνθρωποι ελεύθεροι, θα πολεμήσουν εναντίον των Περσών και των Μήδων που από παλιά ζούσαν ιδιαίτερα τρυφηλή ζωή και ήταν δούλοι. Και όσοι Έλληνες θα πολεμήσουν εναντίον Ελλήνων, δε θα το κάνουν για τους ίδιους λόγους· αυτοί που θα πολεμήσουν στο πλευρό του Δαρείου, θα διακινδυνεύσουν τη ζωή τους μόνο για τα χρήματα, ενώ αυτοί που θα πολεμήσουν με τους Μακεδόνες θα υπερασπιστούν εθελοντικά την Ελλάδα.
Όσον αφορά στους βαρβάρους, οι Θράκες, οι Παίονες, οι Ιλλυριοί και οι Αγριάνες, τα πιο γερά και αξιόμαχα έθνη της Ευρώπης, θα αντιταχθούν στους λιγότερο εξασκημένους και πιο μαλθακούς λαούς της Ασίας. Τέλος, ο ίδιος ο Αλέξανδρος θα είναι στρατηγός απέναντι στον Δαρείο. Τους εξηγούσε ότι αυτά ήταν τα πλεονεκτήματά τους στη μάχη και τους έλεγε ότι τα έπαθλα τους σ’ αυτόν τον αγώνα θα είναι μεγάλα. Γιατί δεν επρόκειτο να νικήσουν τους σατράπες του Δαρείου, το ιππικό που παρατάχτηκε στον Γρανικό και τους είκοσι χιλιάδες ξένους μισθοφόρους αλλά το άνθος των Περσών, των Μήδων και όλων των άλλων εθνών που υπόδουλα στους Μήδους και τους Πέρσες κατοικούν την Ασία και τον ίδιο τον μεγάλο βασιλιά παρόντα. Και μετά από αυτή τη μάχη, το μόνο πράγμα που θα τους έμενε, θα ήταν η κυριαρχία ολόκληρης της Ασίας και το τέλος των περισσότερων κόπων τους. Εκτός από αυτά, τους θύμιζε την αίγλη των κοινών κατορθωμάτων τους κι ακόμα, αν υπήρχε κάποιο σπουδαίο προσωπικό κατόρθωμα, το θύμιζε κι αυτό, μαζί μ’ αυτόν που το έκανε. Περιέγραψε με μετριοφροσύνη τι είχε κάνει ο ίδιος στις μάχες.
Λένε ακόμη ότι τους θύμισε τον Ξενοφώντα και τους Μυρίους του, αν και δεν υπήρχαν ομοιότητες ούτε στον αριθμό, ούτε στις άλλες προετοιμασίες· οι Μύριοι δεν είχαν ιππικό, ούτε θεσσαλικό, ούτε βοιωτικό, ούτε μακεδονικό, ούτε πελοποννησιακό ή θρακικό, ούτε τοξότες ή σφενδονιστές, εκτός από λίγους Ροδίτες και Κρητικούς που κι αυτούς τους οργάνωσε πρόχειρα ο Ξενοφώντας μέσα στον κίνδυνο. Κι όμως γλίτωσαν από το μεγάλο βασιλιά κι όλο του τον στρατό στη Βαβυλώνα, νίκησαν όλους τους λαούς που τους έφραζαν το δρόμο κι έφτασαν στον Εύξεινο Πόντο. Τους είπε ακόμη κι όσα άλλα ταιριάζει να λέει ένας γενναίος ηγεμόνας σε γενναίους άνδρες για να τους δώσει θάρρος πριν από τη μάχη. Αυτοί τον περικύκλωσαν, του έσφιξαν το χέρι και τον παρότρυναν να ξεκινήσει αμέσως.
8. 0 Αλέξανδρος παράγγειλε στους στρατιώτες να δειπνήσουν· κατόπιν έστειλε προπομπούς στις πύλες λίγους ιππείς και τοξότες για να ελέγξουν από πριν τον δρόμο που οδηγούσε πίσω στις πύλες. Κατά τη διάρκεια της νύχτας επιτέθηκε αμέσως στις πύλες με όλο του το στρατό. Γύρω στα μεσάνυχτα κατείχε όλα τα περάσματα. Την υπόλοιπη νύχτα ξεκούρασε τη στρατιά του εκεί, πάνω στις πέτρες, τοποθετώντας προσεχτικά εξωτερικές φρουρές. Με το χάραμα, κατηφόρισε από τις πύλες στον δρόμο. Όπου ο δρόμος ήταν στενός, τους οδηγούσε παραταγμένους σε στενή γραμμή, όπου όμως άνοιγε παρέτασσε το στράτευμα σε φάλαγγα, τοποθετώντας τα τάγματα των οπλιτών το ένα μετά το άλλο, μέχρι να συναντήσουν στα δεξιά το βουνό και στ’ αριστερά τη θάλασσα. Το ιππικό είχε από πριν τοποθετηθεί μετά το πεζικό.
Μόλις έφτασαν σε ανοιχτό χώρο, παρέταξαν τη στρατιά για μάχη. Στη δεξιά πτέρυγα κοντά στο βουνό παρέταξε το άγημα του πεζικού και τους υπασπιστές, με αρχηγό τον Νικάνορα, το γιο του Παρμενίωνα, δίπλα τους το τάγμα του Κοίνου και μετά το τάγμα του Περδίκκα. Αριστερά, τοποθέτησε πρώτα το τάγμα του Αμύντα, κατόπιν του Πτολεμαίου και μετά του Μελέαγρου. Ο Κρατερός ορίστηκε αρχηγός του πεζικού της αριστερής πλευράς και ο Παρμενίωνας ολόκληρου του κέρατος. Πήρε μάλιστα την εντολή να μην απομακρυνθεί από τη θάλασσα, για να μην περικυκλωθούν από τους βαρβάρους, που θα τους υπερφαλάγγιζαν έτσι με το μεγάλο αριθμό τους.
Η μάχη.
Μόλις ο Δαρείος έμαθε ότι ο Αλέξανδρος πλησιάζει και είναι έτοιμος να δώσει μάχη, πέρασε στην απέναντι όχθη του ποταμού Πίναρου τριάντα χιλιάδες περίπου ιππείς και είκοσι χιλιάδες περίπου ψιλούς, για να παρατάξει με ηρεμία τον υπόλοιπο στρατό του. Τοποθέτησε μπροστά από τους οπλίτες τους τριάντα χιλιάδες περίπου Έλληνες μισθοφόρους, απέναντι από τη μακεδονική φάλαγγα. Δίπλα τους, σε κάθε πλευρά, τριάντα χιλιάδες περίπου από τους επονομαζόμενους Κάρδακκες, που ήταν επίσης οπλίτες. Τόσους χωρούσε η περιοχή, αν παρατάσσονταν σε φάλαγγα. Στην αριστερή του πλευρά, κοντά στο βουνό, απέναντι από τη δεξιά πλευρά του Αλέξανδρου, τοποθέτησε γύρω στους είκοσι χιλιάδες. Μερικοί απ’ αυτούς, κινήθηκαν προς τα νώτα της στρατιάς του Αλέξανδρου.
Το βουνό στο οποίο παρατάχτηκαν σχημάτιζε σ’ ένα σημείο κοιλότητα, σαν θαλάσσιο κόλπο· έπειτα, σχημάτιζε μία καμπύλη, που έσπρωχνε τους παραταγμένους στους πρόποδες, πίσω από τη δεξιά παράταξη του Αλέξανδρου. Οι υπόλοιποι ψιλοί και οπλίτες παρατάχτηκαν κατά έθνη, πίσω από τους Έλληνες μισθοφόρους και τους παραταγμένους κατά φάλαγγα βαρβάρους, σε τέτοιο βάθος, ώστε να είναι άχρηστοι. Λέγεται ότι όλη η στρατιά του Δαρείου αποτελούνταν από εξακόσιες χιλιάδες μάχιμους άνδρες.
Ο Αλέξανδρος βλέποντας ότι λίγο πιο μπροστά η περιοχή πλάταινε τοποθέτησε σε σειρά το ιππικό των επονομαζόμενων εταίρων Θεσσαλών και των Μακεδόνων. Αυτούς τους κράτησε κοντά του, στη δεξιά παράταξη, ενώ έστειλε τους Πελοποννήσιους και του υπόλοιπους συμμάχους αριστερά, στον Παρμενίωνα.
Όταν ο Δαρείος παρέταξε πια τη φάλαγγά του, έδωσε το σύνθημα να γυρίσουν πίσω οι ιππείς που είχαν τοποθετηθεί μπροστά στο ποτάμι, για να καλύψει τους ελιγμούς της στρατιάς του. Τους περισσότερους απ’ αυτούς, τους τοποθέτησε στο δεξιό κέρα, κοντά στη θάλασσα, όπου η περιοχή ήταν καταλληλότερη για το ιππικό. Ένα άλλο μέρος τους το οδήγησε αριστερά, κοντά στο βουνό. Εκεί όμως, φάνηκε ότι θα ήταν άχρηστοι, εξαιτίας της στενότητας του χώρου. Διέταξε λοιπόν πολλούς απ’ αυτούς να έρθουν με τα άλογά τους στη δεξιά παράταξη. Ο ίδιος ο Δαρείος βρισκόταν στη μέση της παράταξης, όπως προστάζει ο νόμος για τους Πέρσες βασιλείς. Ο Ξενοφών, ο γιος του Γρύλλου, είχε αναφέρει το λόγο αυτής της τοποθέτησης.
9. Εν τω μεταξύ, ο Αλέξανδρος παρατήρησε ότι σχεδόν όλο το περσικό ιππικό μετακινούνταν προς τα αριστερά του, κοντά στη θάλασσα. Εκεί όμως είχε παρατάξει μόνο τους Πελοποννήσιους και το υπόλοιπο συμμαχικό ιππικό. Έστειλε λοιπόν γρήγορα στ’ αριστερά τους Θεσσαλούς ιππείς, διατάζοντάς του να μην περάσουν μπροστά από την παράταξη, για να μη φανερωθεί η μετακίνησή τους στους εχθρούς, αλλά να κινηθούν κρυφά πίσω από τη φάλαγγα.
Τοποθέτησε μπροστά στους ιππείς στα δεξιά τους προδρόμους, με αρχηγό τον Πρωτόμαχο και τους Παίονες, με αρχηγό τον Αρίστωνα. Μπροστά από τους πεζούς, έβαλε τους τοξότες, με αρχηγό τον Αντίοχο. Παρέταξε ακόμη τους Αγριάνες με αρχηγό τον Άτταλο και μερικούς ιππείς σε γωνία, κοντά στο βουνό που βρισκόταν πίσω του. Έτσι, στο δεξιό τμήμα της η φάλαγγα χωριζόταν σε δύο τμήματα, το ένα από τα οποία έβλεπε προς το Δαρείο και το κύριο σώμα των Περσών, πέρα από το ποτάμι και το άλλο προς τους παραταγμένους στο βουνό, απέναντι από τα νώτα τους. Στ’ αριστερά, μπροστά από το πεζικό, τοποθετήθηκαν οι Κρητικοί και οι Θράκες τοξότες, με αρχηγό το Σιτάλκη και μπροστά του το αριστερό τμήμα του ιππικού. Οι ξένοι μισθοφόροι τοποθετήθηκαν πίσω απ’ όλους.
Επειδή όμως ο Αλέξανδρος έκρινε ότι η φάλαγγα στα δεξιά ήταν αραιή και οι Πέρσες έδειχναν κατά πολύ να την ξεπερνούν, διέταξε δύο ίλες των εταίρων να φύγουν από το μέσο και να κινηθούν κρυφά προς τα δεξιά. Αυτές ήταν η Ανθεμουσία, με ίλαρχο τον Περοίδα, το γιο του Μενεσθέα και η επονομαζόμενη Λευγαία, με ίλαρχο τον Παντόρδανο, το γιο του Κλέανδρου. Τους τοξότες, μερικούς Αγριάνες και Έλληνες μισθοφόρους τους οδήγησε μπροστά από το δεξιό τμήμα και προεξέτεινε τη φάλαγγα μέχρι το κέρας των Περσών. Οι Πέρσες που είχαν τοποθετηθεί στο βουνό δεν επιχείρησαν κάθοδο· ο Αλέξανδρος διέταξε τους Αγριάνες και λίγους τοξότες να κάνουν έφοδο εναντίον τους. Τους ανάγκασαν εύκολα να εγκαταλείψουν τους πρόποδες και να καταφύγουν στο βουνό. Ο Αλέξανδρος έκρινε λοιπόν ότι έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους εκεί τοποθετημένους για να συμπληρώσει τη φάλαγγα. Σ’ αυτό το σημείο, έκρινε ότι του αρκούν τριακόσιοι ιππείς.
10. Αφού τους τοποθέτησε έτσι, ο Αλέξανδρος διέταξε τη φάλαγγα να προχωρά για κάποιο χρονικό διάστημα με μικρές στάσεις· η πορεία τους έμοιαζε πολύ με περίπατο. Μόλις οι βάρβαροι ταχτοποιήθηκαν στις αρχικές τους θέσεις, ο Δαρείος δεν προχώρησε περισσότερο. Παρέμεινε στις όχθες του ποταμού, που ήταν σε πολλά σημεία απόκρημνες, χτίζοντας χαράκωμα στα σημεία που φαίνονταν πιο ευπρόσβλητα σε έφοδο. Το γεγονός αυτό έδειξε στον Αλέξανδρο και την ακολουθία του ότι ο Δαρείος είχε την ψυχολογία ηττημένου. Όταν τα δυο στρατόπεδα είχαν ήδη πλησιάσει, ο Αλέξανδρος έφιππος περιέτρεχε την παράταξη, παρακινώντας τους άνδρες του να φανούν γενναίοι. Καλούσε με εγκώμια ανάλογα όχι μόνο τους αρχηγούς αλλά και τους λοχαγούς και τους ίλαρχους αλλά και όσους ξένους μισθοφόρους ήταν γνωστότεροι εξαιτίας κάποιου αξιώματος ή κάποιου ανδραγαθήματος. Από παντού, του κραύγαζαν να μην καθυστερεί, αλλά να επιτεθεί στους εχθρούς.
Αυτός εξακολουθούσε να τους οδηγεί σε παράταξη, κατ’ αρχήν βαδίζοντας, αν και έβλεπε ήδη το στρατό του Δαρείου. Αυτό, για να μη διασαλευτεί η τάξη στη φάλαγγα και οδηγηθεί σε διάλυση, περπατώντας γρηγορότερα. Μόλις έφτασαν σε απόσταση βολής, πρώτα η δεξιά παράταξη με επικεφαλής τον ίδιο τον Αλέξανδρο μπήκε γρήγορα στο ποτάμι. Σκοπός ήταν να αιφνιδιαστούν οι Πέρσες με την ταχύτητα της επίθεσης να περιοριστούν οι απώλειες από τα περσικά βέλη και να επιταχυνθεί η μάχη σώμα με σώμα. Τα πράγματα έγιναν όπως τα φαντάστηκε ο Αλέξανδρος. Μόλις άρχισε η μάχη σώμα με σώμα, το αριστερό τμήμα του περσικού στρατεύματος τράπηκε σε φυγή.
Σ’ αυτό το σημείο, πέτυχαν λαμπρή νίκη ο Αλέξανδρος και η ακολουθία του. Οι Έλληνες μισθοφόροι όμως που πολεμούσαν με τον Δαρείο, επιτέθηκαν στη Μακεδονική φάλαγγα, της οποίας η δεξιά παράταξη είχε αρχίσει να σκορπίζει. Διότι ο Αλέξανδρος με τη βιασύνη του να μπει στο ποτάμι και να ξεκινήσει τη μάχη εκ του συστάδην, έσπρωχνε ήδη τους Πέρσες που ήταν παραταγμένοι σ’ αυτό το σημείο. Το μέσο της παράταξής του όμως δεν μπορούσε να προχωρήσει τόσο γρήγορα· σε πολλά σημεία μάλιστα έπεφτε στις απόκρημνες όχθες και δεν είχε τη δυνατότητα να κρατήσει την αρχική τάξη.
Οι Έλληνες μισθοφόροι λοιπόν χτύπησαν τη φάλαγγα στο σημείο που είδαν να έχει χάσει περισσότερο τη συνοχή της. Εκεί παίζονταν πολλά πράγματα· οι μισθοφόροι προσπαθούσαν να ξανασπρώξουν τους Μακεδόνες στο ποτάμι και να κρατήσουν τη νίκη, που ήδη πετούσε μακριά τους· οι Μακεδόνες πάλι δεν ήθελαν να προδώσουν τη διαφαινόμενη επιτυχία του Αλέξανδρου και να καταστρέψουν τη φήμη της φάλαγγας, που μέχρι τότε φημολογούνταν ως ανίκητη. Έπειτα, ξύπνησε ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους Μακεδόνες και τους νότιους Έλληνες. Τότε σκοτώθηκε ο Πτολεμαίος, ο γιος του Σέλευκου, πολεμώντας γενναία και περίπου εκατόν ογδόντα επιφανείς Μακεδόνες.
11. Εν τω μεταξύ τα τάγματα της δεξιάς παράταξης είδαν ότι οι Πέρσες, που βρίσκονταν απέναντί τους, τρέπονταν ήδη σε φυγή. Στράφηκαν λοιπόν εναντίον των ξένων μισθοφόρων του Δαρείου, εκεί όπου το τμήμα της φάλαγγας δεχόταν ισχυρή πίεση· τους απώθησαν από το ποτάμι και, υπερφαλαγγίζοντας τα τμήματα του περσικού στρατεύματος που είχε διασπαστεί, επιτέθηκαν από τα πλάγια και κατάσφαξαν τους μισθοφόρους. Οι Πέρσες ιππείς που βρίσκονταν απέναντι από τους Θεσσαλούς δεν κράτησαν τις θέσεις τους πέρα από το ποτάμι, αλλά το πέρασαν και επιτέθηκαν με παλικαριά στους Θεσσαλούς. Εκεί, έγινε πολύ σκληρή ιππομαχία· οι Πέρσες τράπηκαν σε φυγή, μόνο όταν κατάλαβαν ότι ο Δαρείος έφευγε και οι μισοί είχαν διασκορπιστεί εντελώς και κατασφαγεί από τη φάλαγγα. Τότε πια, έγινε φανερό ότι όλοι τράπηκαν σε φυγή.
Κατά την υποχώρηση τα άλογα των Περσών υπέφεραν από τους βαριά οπλισμένους αναβάτες τους· και οι ίδιοι οι ιππείς όμως, καθώς ήταν πολλοί και υποχωρούσαν άτακτα και φοβισμένα μέσα από στενά περάσματα, καταπατούνταν μεταξύ τους και πάθαιναν έτσι μεγαλύτερη ζημιά από αυτή που τους προκαλούσαν οι εχθροί. Οι Θεσσαλοί τους καταδίωκαν με γενναιότητα· έτσι, κατά την υποχώρηση σκοτώθηκαν τόσοι ιππείς όσοι και πεζοί.
Ο Δαρείος τώρα μόλις είδε ότι η αριστερή παράταξη πανικοβλήθηκε με την εμφάνιση του Αλέξανδρου και αποκόπηκε από την υπόλοιπη παράταξη, έφυγε με τους πρώτους, έτσι όπως ήταν πάνω στο άρμα. Όσο διέτρεχε ομαλό έδαφος κατά τη φυγή του, ήταν ασφαλής πάνω στο άρμα· μόλις όμως έφτασε σε φαράγγι και σε δύσβατη περιοχή, πέταξε τον κάνδυ (μανδύας) και την ασπίδα του, παράτησε το τόξο μέσα στο άρμα, το εγκατέλειψε εκεί και συνέχισε έφιππος τη φυγή του. Το ότι δεν πιάστηκε αιχμάλωτος από τον Αλέξανδρο, οφείλεται στο ότι έπεσε γρήγορα η νύχτα. Ο Αλέξανδρος όσο κρατούσε το φως, τον κυνηγούσε με όλες του τις δυνάμεις· όταν όμως σκοτείνιασε και δεν μπορούσε να δει μπροστά του, γύρισε πάλι στο στρατόπεδο. Όμως πήρε το άρμα του Δαρείου και, μαζί μ’ αυτό, την ασπίδα, τον κάνδυ και το τόξο. Από την άλλη, καθυστέρησε την καταδίωξη, γιατί μόλις είδε το πρώτο ρήγμα στη φάλαγγα, γύρισε πίσω και δεν ξεκίνησε παρά αφού είδε ότι οι ξένοι μισθοφόροι και το ιππικό διώχνονταν από το ποτάμι.
Από τους Περσες, σκοτώθηκαν ο Αρσάμης, ο Ρεομίθρης και ο Ατιζύης, αρχηγοί του ιππικού στο Γρανικό· ακόμη, ο Σαυάκης, σατράπης της Αιγύπτου και ο Βουβάκης, Πέρσης αξιωματούχος. Από τους υπόλοιπους σκοτώθηκαν εκατό χιλιάδες περίπου πεζοί και περισσότεροι από δέκα χιλιάδες ιππείς. Λέει μάλιστα ο Πτολεμαίος, ο γιος του Λάγου, που ακολουθούσε τότε τον Αλέξανδρο, ότι οι διώκτες του Δαρείου συνάντησαν ένα φαράγγι και το πέρασαν πατώντας πάνω στα πτώματα.
Το στρατόπεδο του Δαρείου καταλήφθηκε αμέσως με έφοδο και αιχμαλωτίστηκαν η μάνα του, η γυναίκα του, που ήταν και αδελφή του, ο μικρός γιος του, δύο κόρες του και λίγες ευγενείς Περσίδες της ακολουθίας. Γιατί οι άλλοι Πέρσες είχαν στείλει τις γυναίκες τους και τα υπάρχοντά τους στη Δαμασκό. Και ο Δαρείος όμως είχε στείλει στη Δαμασκό τα περισσότερα χρήματα του και ό,τι άλλο παίρνει μαζί του ένας μεγάλος βασιλιάς, για να ζει πλουσιοπάροχα στις εκστρατείες του. Έτσι στο στρατόπεδο δε βρέθηκαν παραπάνω από τρεις χιλιάδες τάλαντα. Τα χρήματα που βρίσκονταν στη Δαμασκό τα πήρε λίγο μετά ο Παρμενίων, που πήγε εκεί γι’ αυτόν τον σκοπό. Έτσι τέλειωσε αυτή η μάχη, τον μήνα Μαιμακτηριώνα, όταν στην Αθήνα ήταν επώνυμος άρχων ο Νικοκράτης.
12. Την επόμενη μέρα, ο Αλέξανδρος παρά τον τραυματισμό του στο μηρό από ξίφος, επισκέφτηκε τους πληγωμένους και αφού συγκέντρωσε κήδεψε μεγαλόπρεπα τους νεκρούς, παρατάσσοντας όλη τη φάλαγγα με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο που την οδηγούσε στον πόλεμο. Αυτούς που διαπίστωσε προσωπικά ότι διέπρεψαν στη μάχη, η που υπήρχε ομοφωνία για τα κατορθώματα τους, τους τίμησε με τα λόγια του και με δωρεές ανάλογες με την αξία τους. Όρισε σατράπη της Κιλικίας τον Βάλακρο, τον γιο του Νικάνορα, έναν από τους βασιλικούς σωματοφύλακες. Στη θέση του, στους σωματοφύλακες, τοποθέτησε το Μένητα, το γιο του Διονύσιου. Αρχηγό του τάγματος του Πτολεμαίου, του γιου του Σέλευκου, που σκοτώθηκε στη μάχη, όρισε τον Πολυπέρχοντα, το γιο του Σιμμία.
Στους κατοίκους των Σόλων, από τον φόρο που είχε επιβάλει, χάρισε τα πενήντα τάλαντα που δεν του είχαν δώσει ακόμα και επέστρεψε τους ομήρους. Φρόντισε ακόμη τη μητέρα, τη γυναίκα και τα παιδιά του Δαρείου. Μερικοί από αυτούς που έγραψαν την ιστορία του Αλέξανδρου λένε ότι την ίδια τη νύχτα που γύρισε από την καταδίωξη του Δαρείου, κατευθύνθηκε προς τη σκηνή του Δαρείου, που επρόκειτο να χρησιμοποιήσει ο ίδιος.
Εκεί κοντά λοιπόν άκουσε γυναικεία κλάματα και ανάλογο θόρυβο· ρώτησε να μάθει ποιες είναι αυτές οι γυναίκες και για ποιο λόγο είχαν καταλύσει τόσο κοντά. Κάποιος του απάντησε: «Βασιλιά, είναι η μάνα, η γυναίκα και τα παιδιά του Δαρείου. Έμαθαν ότι έχεις το τόξο του και τον βασιλικό κάνδυ κι ότι έρχεται πίσω η ασπίδα του και θρηνούν, επειδή νομίζουν πως ο Δαρείος πέθανε». ‘Οταν άκουσε αυτά ο Αλέξανδρος, έστειλε έναν εταίρο, τον Λεοννάτο, με την εντολή να τους πει ότι ο Δαρείος ζει και ότι στη φυγή του παράτησε τα όπλα και τον κάνδυ πάνω στο άρμα κι ότι μόνο αυτά τα αντικείμενα κατέχει ο Αλέξανδρος. Ο Λεοννάτος πήγε στη σκηνή, είπε τι συνέβη με το Δαρείο και ακόμη ότι ο Αλέξανδρος θα τους αποδώσει όλες τις βασιλικές τιμές και θα τις προσφωνεί βασίλισσες· αυτό γιατί δεν πολεμά προσωπικά κατά του Δαρείου, αλλά σύμφωνα με τους νόμους για την κυριαρχία της Ασίας. Αυτά λένε ο Πτολεμαίος και ο Αριστόβουλος.
Λέγεται ακόμη και κάτι άλλο· την επόμενη μέρα, ο ίδιος ο Αλέξανδρος μπήκε στη σκηνή, έχοντας μόνη συντροφιά τον εταίρο Ηφαιστίωνα. Η μάνα του Δαρείου δεν κατάλαβε ποιος από τους δύο είναι ο βασιλιάς, γιατί ήταν ντυμένοι με τον ίδιο τρόπο. Προχώρησε λοιπόν και προσκύνησε τον Ηφαιστίωνα, που της φάνηκε πιο μεγαλοπρεπής. Ο Ηφαιστίωνας όμως έκανε πίσω και κάποιος από το περιβάλλον της της έδειξε τον Αλέξανδρο λέγοντάς της ποιος είναι. Αυτή ντράπηκε για το λάθος της και υποχώρησε. Τότε ο Αλέξανδρος της είπε ότι δεν κάνει λάθος, γιατί κι εκείνος είναι Αλέξανδρος. Εγώ αναφέρω απλά το γεγονός, ούτε ως αληθινό ούτε όμως και ως εντελώς ψεύτικο. Αλλά αν έγιναν έτσι τα πράγματα, επαινώ τον Αλέξανδρο που λυπήθηκε τις γυναίκες και έδειξε τέτοια εμπιστοσύνη και εκτίμηση στο φίλο του. Μπορεί όμως απλά οι συγγραφείς να έκριναν ότι ο Αλέξανδρος μπορούσε να μιλήσει και να συμπεριφερθεί έτσι. Ακόμη κι αν είναι έτσι τα πράγματα και πάλι τον επαινώ.
13. 0 Δαρείος ξέφυγε μέσα στη νύχτα, με λίγους από την ακολουθία του. Ξόδεψε την ημέρα στο να συγκεντρώσει τους Πέρσες και τους ξένους μισθοφόρους που σώθηκαν από τη μάχη. Μάζεψε γύρω στους τέσσερις χιλιάδες και μ’ αυτούς κινήθηκε γρήγορα προς την πόλη Θάψακο και τον ποταμό Ευφράτη. Βιαζόταν να βάλει το ποτάμι ανάμεσα στον εαυτό του και στον Αλέξανδρο.
Ο Αμύντας, ο γιος του Αντιόχου, ο Θυμωνδας, ο γιος του Μέντορα, ο Αριστομήδης από τις Φερές, ο Βιάνορας από την Ακαρνανία, όλοι αυτόμολοι, μαζί με τους στρατιώτες τους (οκτώ χιλιάδες άνθρωποι περίπου έτσι όπως ήταν παραταγμένοι, κατέβηκαν από τα βουνά και έφτασαν στην Τρίπολη της Φοινίκης. Εκεί από τα πλοία με τα οποία έφτασαν από τη Λέσβο και είχαν τώρα τραβηχτεί στη στεριά, άρπαξαν όσα πίστευαν ότι αρκούσαν για τη μεταφορά τους. Τα έριξαν στο νερό, έκαψαν τα υπόλοιπα στους ναύσταθμους, για να μη διευκολύνουν την καταδίωξή τους και κατέφυγαν στην Κύπρο και, από κει, στην Αίγυπτο. Εκεί, λίγο αργότερα, κάτι σκάρωσε ο Αμύντας και τον σκότωσαν οι ντόπιοι. Ο Φαρνάβαζος και ο Αυτοφραδάτης περίμεναν από πριν στη Χίο.
Τοποθέτησαν φρουρά στο νησί, έστειλαν μερικά πλοία στην Κω και στην Αλικαρνασσό και οι ίδιοι με τα εκατό πιο καλοτάξιδα πήγαν στη Σίφνο. Εκεί, πήγε και τους βρήκε ο βασιλιάς της Σπάρτης, ο Άγης, πάνω σε μία τριήρη. Του ζήτησε χρήματα για να κάνει πόλεμο και απαίτησε να του στείλουν στην Πελοπόννησο όσο περισσότερο στρατό και ναυτικό μπορούσαν. Εκείνη τη στιγμή, τους ήρθε η είδηση για τη μάχη στην Ισσό. Έμειναν έκπληκτοι από την αναγγελία. Ο Φαρνάβαζος με δώδεκα τριήρεις και χίλιους πεντακόσιους ξένους μισθοφόρους πήγε στη Χίο, γιατί φοβόταν μήπως με την αναγγελία της ήττας επαναστατήσουν οι Χιώτες.
Ο Άγης πήρε από τον Αυτοφραδάτη τριάντα ασημένια τάλαντα και δέκα τριήρεις. Ανέθεσε στον Ιππία να τις οδηγήσει στον αδελφό του, τον Αγησίλαο, στο Ταίναρο. Τον διέταξε να πει στον Αγησίλαο να δώσει στους ναύτες ολόκληρο τον μισθό τους και να πάει το συντομότερο δυνατό στην Κρήτη, για να διευθετήσει τα πράγματα εκεί. Αυτός παρέμεινε κατ’ αρχήν στα νησιά και αργότερα πήγε στον Αυτοφραδάτη στην Αλικαρνασσό. Ο Αλέξανδρος όρισε σατράπη της κοίλης Συρίας τον Μένωνα, τον γιο του Κερδίμμα και του έδωσε για φρουρά της χώρας το συμμαχικό ιππικό. Ο ίδιος πήγε στη Φοινίκη. Στο δρόμο τον συνάντησε ο Στράτωνας, ο γιος του Γηροστράτου, του βασιλιά των Αραδίων και της γειτονικής τους περιοχής. Ο Γηρόστρατος ακολουθούσε τον πλου του Αυτοφραδάτη, όπως και οι άλλοι βασιλείς των Κυπρίων και των Φοινίκων. Ο Στράτωνας όμως, όταν συνάντησε τον Αλέξανδρο, τον στεφάνωσε με χρυσό στεφάνι και του παρέδωσε το νησί της Αράδου, την πλούσια και ευτυχισμένη πόλη Μάραθο, χτισμένη στη στεριά απέναντι από την Άραδο, τη Σιγώνα, την πόλη Μαριάμμη και τις υπόλοιπες περιοχές που διοικούσε.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
ΤΕΛΟΣ
- ΜΑΧΗ τού ΓΡΑΝΙΚΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ –
ΜΑΧΗ τού ΓΡΑΝΙΚΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ
31η ΜΑΪΟΥ τού -334
ΠΡΩΤΗ ΝΙΚΗ τού ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΠΕΡΣΩΝ
ΑΡΡΙΑΝΟΣ
Αλεξάνδρου ανάβασις – βιβλίο Α’ 13 – 16
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
13. Εν τω μεταξύ, ο Αλέξανδρος προχωρούσε προς τον Γρανικό ποταμό, έχοντας παρατάξει το στρατό του. Τοποθέτησε τη φάλαγγα των οπλιτών σε δύο σειρές, παρέταξε το ιππικό και διέταξε να ακολουθούν οι σκευοφόροι. Τους ανιχνευτές τους οδηγούσε ο Ηγέλοχος έχοντας μαζί του τους σαρισοφόρους ιππείς καί γύρω στους πεντακόσιους ψιλούς. Ο Αλέξανδρος βρισκόταν κοντά στο Γρανικό, όταν έφτασαν ανιχνευτές και ανακοίνωσαν ότι οι Πέρσες έχουν παραταχτεί πέρα από το ποτάμι σαν να είναι έτοιμοι για μάχη. Έτσι, ο Αλέξανδρος ετοίμασε για μάχη και τη δική του στρατιά. Τότε πήγε και τον βρήκε ο Παρμενίωνας και του είπε τα εξής.
«Βασιλιά, κρίνω ότι αυτή τη στιγμή, πρέπει να στρατοπεδεύσουμε έτσι όπως είμαστε στην όχθη του ποταμού. Μου φαίνεται πως οι εχθροί που έχουν πολύ λιγότερο πεζικό από μας, δε θα τολμήσουν να μας πλησιάσουν. Έτσι, αν μπορέσουμε, θα περάσουμε εύκολα το ποτάμι με το χάραμα. Αν περάσουμε πριν εκείνοι πάρουν τις θέσεις τους, θα τους αιφνιδιάσουμε Δε μου φαίνεται όμως εύκολο να το κατορθώσουμε τώρα, με το στρατό παραταγμένο σε μέτωπο. Βλέπεις ότι πολλά μέρη του ποταμού δείχνουν βαθιά και οι όχθες είναι ψηλές και απόκρημνες. Αν περάσουμε άτακτα και παραταγμένοι με αυτόν τον τρόπο που είναι το ασθενέστερο σημείο μας, από μπροστά, καθώς θα βγαίνουμε, θα πέσει επάνω μας παραταγμένο το ιππικό του εχθρού. Και η πρώτη ατυχία θα είναι φοβερή γι’ αυτή τη μάχη και καθοριστική για την εξέλιξη του πολέμου».
Ο Αλέξανδρος όμως απάντησε· «Παρμενίωνα, τα ξέρω αυτά. Ντρέπομαι όμως εγώ, που πέρασα εύκολα τον Ελλήσποντο, να εμποδιστώ απ’ αυτό το ρυάκι (υποβαθμίζοντας μ’ αυτό το όνομα τον Γρανικό) να περάσω το στρατό μου έτσι όπως είναι. Κι αυτό δεν το κάνω ούτε για τη φήμη των Μακεδόνων ούτε επειδή εγώ ο ίδιος επιζητώ τον κίνδυνο. Νομίζω όμως ότι οι Πέρσες θα πάρουν θάρρος και θα θεωρήσουν ότι μπορούν να μας αντιμετωπίσουν σαν ίσοι, αν δεν πάθουν αμέσως κάτι που να δικαιώνει τους φόβους τους».
14. Αυτά είπε και έστειλε τον Παρμενίωνα να αναλάβει την ηγεσία της αριστερής παράταξης, ενώ ο ίδιος πήγε στη δεξιά. Μπροστά του, δεξιά, πήρε θέση ο γιος του Παρμενίωνα, ο Φιλώτας, με τους εταίρους, το ιππικό, τους τοξότες και τους Αγριάνες ακοντιστές. Ο Αμύντας, ο γιος του Αρραβαίου, με τους σαρισοφόρους ιππείς, τους Παίονες και την ίλη του Σωκράτη τοποθετήθηκε κοντά στο Φιλώτα. Κοντά τους πήραν θέση οι υπασπιστές των εταίρων με επικεφαλής τον άλλο γιο του Παρμενίωνα, το Νικάνορα· πίσω τους η φάλαγγα του Περδίκκα, του γιου του Ορόντη, μετά η φάλαγγα του Κοίνου, του γιου του Πολεμοκράτη, μετά του Κρατερού, του γιου του Αλέξανδρου, μετά του Αμύντα, του γιου του Ανδρομένη και, τέλος, οι άνδρες του Φίλιππου, του γιου του Αμύντα. Στ’ αριστερά τώρα, πρώτοι τοποθετήθηκαν οι Θεσσαλοί ιππείς με επικεφαλής τον Κάλα, το γιο του Άρπαλου, μετά το συμμαχικό ιππικό με επικεφαλής το Φίλιππο, το γιο του Μενέλαου, κατόπιν οι Θράκες με επικεφαλής τον Αγάθωνα και τέλος, τρεις φάλαγγες, του Κρατερού, του Μελέαγρου και του Φίλιππου, μέχρι τη μέση της παράταξης.
Οι Πέρσες είχαν περίπου είκοσι χιλιάδες ιππείς και λιγότερους από είκοσι χιλιάδες πεζούς μισθοφόρους. Παρέταξαν το ιππικό τους κατά μήκος της όχθης του ποταμού και τοποθέτησαν μετά το πεζικό. Η θέση πάνω από την όχθη ήταν στρατηγική. Οι Πέρσες εντόπισαν τον ίδιο τον Αλέξανδρο (που ήταν προφανές ποιος ήταν και από τη λαμπρότητα της πανοπλίας του και από τις περιποιήσεις των γύρω του) να κατευθύνεται προς την αριστερή τους πλευρά· τοποθέτησαν λοιπόν σ’ αυτό το σημείο πυκνά τις ίλες του ιππικού.
Η μάχη.
15. Οι Πέρσες τώρα έριξαν ακόντια στο σημείο όπου βγήκαν οι πρώτοι στρατιώτες του Αμύντα και του Σωκράτη. Αυτοί που βρίσκονταν στο ψηλό σημείο της όχθης έριχναν μέσα στο ποτάμι κι όσοι βρίσκονταν χαμηλότερα κατέβαιναν μέσα στο νερό. Οι ιππείς συγκρούονταν, καθώς οι Μακεδόνες έβγαιναν από το ποτάμι και οι Πέρσες τους εμπόδιζαν· οι πρώτοι πολεμούσαν με τα δόρατα και οι δεύτεροι έριχναν ακόντια. Οι Μακεδόνες, κατά την πρώτη επίθεση, έχαναν χρόνο και είχαν απώλειες, αφού οι ίδιοι αμύνονταν από αβέβαιο σημείο μέσα στο ποτάμι και οι Πέρσες βρίσκονταν ψηλότερα. Εξάλλου, σ’ αυτό το σημείο είχε παραταχτεί το πιο αξιόμαχο τμήμα του περσικού ιππικού· μαζί του πολεμούσαν ο Μέμνονας και τα παιδιά του.
Οι πρώτοι Μακεδόνες που συγκρούστηκαν με τους Πέρσες πολέμησαν παλικαρίσια· κατασφάχτηκαν σώζοντας τους υπόλοιπους, που γύριζαν προς τον Αλέξανδρο που πλησίαζε. Γιατί, πράγματι, πλησίαζε οδηγώντας τη δεξιά παράταξη. Επιτέθηκε πρώτος στους Πέρσες, στο σημείο που το ιππικό τους ήταν πυκνότερο και βρίσκονταν οι ηγεμόνες τους. Γύρω του μαινόταν η μάχη. Εν τω μεταξύ, οι φάλαγγες των Μακεδόνων περνούσαν σχετικά εύκολα πια, η μια μετά την άλλη. Παρά το γεγονός ότι η μάχη διεξαγόταν πάνω στ’ άλογα, έμοιαζε περισσότερο με μάχη πεζικού. Τα άλογα συμπλέκονταν, οι στρατιώτες πολεμούσαν σώμα με σώμα, οι Μακεδόνες προσπαθούσαν να σπρώξουν τους Πέρσες από την όχθη στην πεδιάδα, οι Πέρσες προσπαθούσαν να εμποδίσουν τους Μακεδόνες να βγουν και να τους ρίξουν πάλι στο ποτάμι. Ήδη, οι άνδρες του Αλέξανδρου βρίσκονταν σε καλύτερη θέση· ήταν πιο δυνατοί, είχαν μεγαλύτερη εμπειρία και τα κρανέινα δόρατα τους ήταν μακρύτερα από τα περσικά.
Εκείνη τη στιγμή, έσπασε πάνω στη μάχη το δόρυ του Αλέξανδρου. Ζήτησε άλλο από τον Αρέτη, ένα νεαρό της βασιλικής ακολουθίας· κι αυτός όμως βρισκόταν σε δύσκολη θέση, γιατί είχε σπάσει και το δικό του δόρυ και πολεμούσε σκληρά με το σπασμένο. Το έδειξε στον Αλέξανδρο και του φώναξε να ζητήσει άλλο. Τελικά, κάποιος απ’ τους συμμάχους, ο Δημάρατος από την Κόρινθο, του έδωσε το δικό του. Αυτός το πήρε και, μόλις είδε το γαμπρό του Δαρείου, τον Μιθριδάτη, να οδηγεί ένα τμήμα ιππικού που ερχόταν να τους χτυπήσει σαν έμβολο, έτρεξε ο ίδιος μπροστά από τους άλλους και τον έριξε κάτω χτυπώντας τον στο πρόσωπο. Τότε, ο Ροισάκης επιτέθηκε στον Αλέξανδρο και τον χτύπησε με την κοπίδα στο κεφάλι· έσπασε λίγο το κράνος του, το οποίο κράτησε την πληγή μακριά από το κεφάλι του. Ο Αλέξανδρος τον σκότωσε κι αυτόν διαπερνώντας με το δόρυ τον θώρακα του και χτυπώντας τον στο στέρνο. Ο Σπιθριδάτης εν τω μεταξύ πλησίαζε τον Αλέξανδρο από πίσω κρατώντας υψωμένη την κοπίδα· τον πρόφτασε όμως ο Κλείτος ο γιος του Δρωπίδη, και τον χτύπησε στον ώμο· το χέρι έπεσε κάτω μαζί με την κοπίδα. Το ιππικό συνέχιζε να βγαίνει από το ποτάμι και να ενώνεται με τους άνδρες του Αλέξανδρου.
16. Οι Πέρσες και τα άλογά τους βάλλονταν από παντού· τους χτυπούσαν τα δόρατα, τους έσπρωχναν οι ιππείς ανακατεμένοι με τους ψιλούς. Έτσι τράπηκαν σε φυγή, πρώτα στο σημείο όπου πολεμούσε ο Αλέξανδρος. Μόλις έσπασε το κέντρο, παρέλυσαν και οι δύο πτέρυγες και τράπηκαν σε άτακτη φυγή. Σκοτώθηκαν περίπου χίλιοι Πέρσες ιππείς. Η καταδίωξη δεν κράτησε πολύ, γιατί ο Αλέξανδρος στράφηκε εναντίον των μισθοφόρων. Το πυκνότερο τμήμα τους είχε κρατήσει την αρχική του θέση, περισσότερο γιατί η απρόσμενη εξέλιξη της μάχης τους έκανε να τα χάσουν και λιγότερο γιατί έκαναν θετικούς υπολογισμούς. Ο Αλέξανδρος οδήγησε εναντίον τους τη φάλαγγα και διέταξε τους ιππείς να τους περικυκλώσουν. Τους κατέσφαξε μέσα σε λίγη ώρα. Δε σώθηκε κανένας, εκτός αν κάποιος τρύπωσε ανάμεσα στους νεκρούς.
Περίπου δύο χιλιάδες πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Σκοτώθηκαν πολλοί ηγεμόνες των Περσών· ο Νιφάτης, ο Πετήνης, ο σατράπης της Λυδίας Σπιθριδάτης, ο ύπαρχος της Καππαδοκίας Μιθροβουζάνης, ο γαμπρός του Δαρείου Μιθριδάτης, ο γιος του άλλου Δαρείου (του γιου του Αρταξέρξη) Αρβουπάλης, ο κουνιάδος του Δαρείου Φαρνάκης, ο αρχηγός των μισθοφόρων Ωμάρης. Ο Αρσίτης κατέφυγε μετά τη μάχη στη Φρυγία, όπου αυτοκτόνησε θεωρώντας τον εαυτό του υπαίτιο της συμφοράς των Περσών.
Από τους Μακεδόνες τώρα· κατά την πρώτη επίθεση σκοτώθηκαν είκοσι πέντε σύμμαχοι. Ο Αλέξανδρος ανέθεσε στο Λύσιππο, το μόνο γλύπτη που είχε το δικαίωμα να κάνει και τη δική του προτομή, να τους φτιάξει χάλκινες προτομές, οι οποίες στήθηκαν στο Δίο. Σκοτώθηκαν ακόμη περίπου εξήντα ιππείς και τριάντα πεζοί. Ο Αλέξανδρος τους έθαψε την επόμενη μέρα με τα όπλα τους και άλλα κτερίσματα Απάλλαξε ακόμη τους γονείς και τα παιδιά τους, που βρίσκονταν στην πατρίδα, από τους φόρους για τη γη και την περιουσία τους, καθώς και από άλλες προσωπικές υπηρεσίες. Φρόντισε ιδιαίτερα τους πληγωμένους· τους επισκέφτηκε όλους, εξέτασε τα τραύματά τους τους ρώτησε πού πληγώθηκαν και τους άφησε να διηγηθούν τα κατορθώματά τους και να περηφανευτούν γι’ αυτά. Έθαψε ακόμα τους αρχηγούς των Περσών και τους Έλληνες μισθοφόρους, που πολέμησαν στο πλευρό των βαρβάρων.
Όσους απ’ αυτούς έπιασε αιχμαλώτους τους έστειλε αλυσοδεμένους στη Μακεδονία σε καταναγκαστικά έργα, γιατί όντας Έλληνες και παραβιάζοντας τις κοινές αποφάσεις των Ελλήνων πολέμησαν στο πλευρό των βαρβάρων. Ακόμη, έστειλε στην Αθήνα τριακόσιες περσικές πανοπλίες ως ανάθημα στην πολιούχο Αθηνά. Διέταξε μάλιστα να γραφεί το παρακάτω επίγραμμα: «Ο Αλέξανδρος, ο γιος του Φιλίππου, και όλοι οι Έλληνες, εκτός από τους Σπαρτιάτες, πήραν αυτά τα λάφυρα από τους βαρβάρους που κατοικούν στην Ασία».
(Αλέξανδρος Φιλίππου και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων εκ των βαρβάρων των την Ασία οικούντων.)
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
ΤΕΛΟΣ
- ΦΙΛΙΠΠΟΣ Β’ –
Φίλιππος Β΄ (- 386 _ – 336 π.Χ.)
βασιλιάς της Μακεδονίας
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Γιός του Αμύντα Γ΄ και πατέρας του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Από τους πρωτεργάτες του μακεδονικού ελληνισμού, ανέβηκε στην εξουσία 23 χρόνων ως αντιβασιλιάς-κηδεμόνας του ανήλικου ανεψιού του Αμύντα Δ’, τον οποίο εκθρόνισε σύντομα (359 π. Χ.) με στρατιωτικό πραξικόπημα. Η μεγαλοφυία του, η πρώιμη εμπειρία του και η στρατιωτική τέχνη που του είχε διδάξει ο Επαμεινώνδας στη Θήβα, του έδωσαν τη δυνατότητα να αναδιαρθρώσει γρήγορα το κράτος, να κυριαρχήσει σύντομα στο μακεδονικό χώρο, να επιβληθεί άνετα στους Έλληνες του Νότου και να ενώσει ολόκληρο τον Ελληνισμό κάτω από το σκήπτρο του, για μια πανελλήνια εκστρατεία εναντίον των Περσών.
Μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα (359-354 π. Χ.) εξασφάλισε την εσωτερική τάξη και ασφάλεια του κράτους του, απομάκρυνε τους Ιλλυριούς από τις Μακεδονικές περιοχές και εξουδετέρωσε τους Θράκες, Παίονες και Οδρύσες. Παράλληλα έβαλε σ΄εφαρμογή τα επεκτατικά του σχέδια. Αφού κυρίεψε την Αμφίπολη (357 π.Χ.) και την Πύδνα (356 π.Χ.), καταπατώντας έτσι τα συμφέροντα των Αθηναίων στη Χαλκιδική χωρίς αντίδραση από μέρους τους, και αφού προώθησε τα σύνορά του από το Στρυμόνα στο Νέστο, εξασφαλίζοντας τον πακτωλό των χρυσορυχείων του Παγγαίου, αφιερώθηκε, μαζί με τον στρατηγό του Παρμενίωνα, στην αναδιοργάνωση του στρατού του, που τον έκανε εθνικό και μόνιμο με κανονική θητεία. Συγκρότησε βαρύ ιππικό (εταίροι), ελαφρό ιππικό (πρόδρομοι), βαρύ πεζικό (πεζέταιροι), ελαφρό πεζικό (ψιλοί) και μηχανικό (μηχανοποιοί) με σύγχρονα πολιορκητικά μηχανήματα (καταπέλτες, χελώνες κ.α.). Εφεύρε το νέο όπλο που ονομάστηκε σάρισσα (δόρυ μήκους 5,32-7,10 μ.) και επινόησε τη φάλαγγα (μετωπική παράταξη του στρατού).
Με 30.000 τέτοιου στρατού έστρεψε τισ βλέψεις του προς το Νότο. Αφορμή πήρε από τον “Ιερό Πόλεμο” των Φωκεών και των Βοιωτών, στον οποίο ο Φίλιππος πήρε μέρος υπέρ της Θήβας και κατά της Φωκίδας, που ήταν σύμμαχος των Αθηναίων. Αφού νίκησε τους Φωκείς κοντά στο Βόλο (353 π. Χ.) και έγινε κυρίαρχος της Θεσσαλίας, έφτασε ως τις Θερμοπύλες (353 π.Χ.), όπου είχαν παραταχθεί Αθηναίοι, Σπαρτιάτες και Αχαιοί. Δεν θέλησε να δώσει εκεί τη μάχη και γύρισε πίσω στην Πέλλα από όπου άρχισε να εργάζεται για την κατάκτηση της Ολύνθου, κέντρου χαλκιδικής ομοσπονδίας (κοντά στη σημερινή Μυριόφυτο) και συμμάχου των Αθηναίων. Οι τελευταίοι, παρά τις εκκλήσεις που έκανε ο Δημοσθένης με τους τρεις “Ολυνθιακούς” του, δεν μπόρεσαν να βοηθήσουν έγκαιρα τους Ολύνθιους και η Όλυνθος καταστράφηκε από τον Φίλιππο το 348 π.Χ.
Τον ίδιο χρόνο οι Αθηναίοι έχασαν και την Εύβοια και έτσι αναγκάστηκαν να αρχίσουν διπλωματικές επαφές με το Φίλιππο, οι οποίες κατάληξαν στη λεγόμενη Φιλοκράτειο ειρήνη (346 π.Χ.), που όμως εκείνος δεν τη σεβάστηκε: επενέβη πάλι στον “Ιερό Πόλεμο”, εξασφάλισε απόφαση του Αμφικτιονικού Συνεδρίου στους Δελφούς για παραδειγματική τιμωρία των Φωκεών ως ιεροσύλων και μαζί με τους Θηβαίους “κατάσκαψε” όλες τις πόλεις της Φωκίδας. Αλλά και πάλι, ελισσόμενος, δεν προχώρησε νοτιότερα. Γύρισε στη Μακεδονία, τακτοποίησε τα ζητήματά του στην Ήπειρο και την Ελλάδα, επιβλήθηκε στον Ελλήσποντο και προχώρησε προς το Βόσπορο.
Στο μεταξύ η πολιτική διαμάχη στην Αθήνα ανάμεσα στους φιλιππίζοντες (Αισχίνη, Φιλοκράτη, Εύβουλο, Δημάδη, Φωκίωνα), που έβλεπαν τον Φίλιππο ως αρχηγό όλων των Ελλήνων κατά του πατροπαράδοτου εχθρού, των Περσών, και στους συντηρητικούς (Δημοσθένη), που θεωρούσαν χρέος τους εθνικό να μην αφήσουν να υποδουλωθεί η Ελλάδα στο “βάρβαρο” Φίλιππο, έπαιρνε δραματικές διαστάσεις με τους πολύπλοκους πολιτικοδικαστικούς αγώνες του Δημοσθένη, του Αισχίνη και του Ισοκράτη. Ήδη όμως, από το 345 π.Χ. η αντιφιλιππική παράταξη του Δημοσθένη άρχισε να κερδίζει έδαφος στην εκκλησία του Δήμου. Αναδιοργανώθηκε ο Αθηναϊκός στόλος και συγκροτήθηκαν ισχυρές συμμαχίες με άλλες πόλεις. Έτσι όταν ο Φίλιππος ενώ βρισκόταν στο Βόσπορο, πολιόρκησε το Βυζάντιο (340 π.Χ.) κόβοντας τον επισιτισμό των Αθηναίων, αντιμετώπισε τον αθηναϊκό στόλο και αναγκάστηκε να λύσει την πολιορκία και αν γυρίσει στη Μακεδονία.
Ο Νότος τον ενδιέφερε περισσότερο τώρα, που τα βορειοανατολικά σύνορα του κράτους του είχαν φτάσει στον Εύξεινο και τον Ίστρο. Με πρόφαση λοιπόν την αμφικτιονική δίκη της Άμφισσας στους Δελφούς για ιεροσυλία, επενέβη για τρίτη φορά στον “Ιερό Πόλεμο” και κυρίεψε την Ελάτεια (339 π.Χ.). Τώρα πιά ο κίνδυνος για την Αθήνα ήταν άμεσος. Τρομοκρατημένος ο Δημοσθένης πήγε ο ίδιος στη Θήβα και πέτυχε να εξασφαλίσει τη συμμαχία της για την αναχαίτιση του κοινού εχθρού. Αλλά ο Φίλιππος , αφού κυρίεψε τα στενά του Μπράλου και την Άμφισσα (338 π.Χ.), κατατρόπωσε τους δύο μεγάλους στρατούς στην περίφημη μάχη της Χαιρώνειας (Αύγουστος του 338 π.Χ.), στην οποία ο 18χρονος Αλέξανδρος.εξολόθρευσε τον Ιερό λόχο των Θηβαίων.
Ο Φίλιππος έγινε τώρα ηγεμόνας όλων των Ελλήνων που αποτέλεσαν ομοσπονδία (“Συμμαχία”) με κοινό αντιπροσωπευτικό όργανο το “Συνέδριο των Ελλήνων” που είχε έδρα την Κόρινθο και σκοπό ένα πανελλήνιο πόλεμο κατά των προαιωνίων εχθρών της φυλής.
Αυτό που μισό αιώνα τώρα λαχταρούσε ο Ισοκράτης, έγινε πραγματικότητα, όταν, το 336 π.Χ., ο Παρμενίωνας με 10.000 Μακεδόνες, πέρασε τον Ελλήσποντο και έφτασε στη Μαγνησία της Μικράς Ασίας, περιμένοντας το Φίλιππο με τους άλλους Έλληνες. Αλλά εκείνος δεν πήγε ποτέ. Δολοφονήθηκε (336 π.Χ.) στο θέατρο των αρχαίων Αιγών, από τον Παυσανία, κάποιον ευγενή Μακεδόνα, καθώς γιόρταζε τους γάμους της κόρης του Κλεοπάτρας. Αν ο φόνος έγινε για προσωπική εκδίκηση ή ηθικοί αυτουργοί του εγλήματος ήταν οι Πέρσες ή η χωρισμένη γυναίκα του Φιλίππου Ολυμπιάδα, ή ο γιός του Αλέξανδρος, εξακολουθεί να παραμένει άγνωστο.
Το φθινόπωρο του 1977 ανακαλύφθηκε στο μεγάλο τύμβο της Βεργίνας ο τάφος και, μέσα σε χρυσή λάρνακα βάρους 11 κιλών, τα οστά του Φιλίππου καθώς και τα οστά της τελευταίας του γυναίκας Κλεοπάτρας. Η σπουδαία αυτή ανακάλυψη, που οφείλεται στον καθηγητή της Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Μανόλη Ανδρόνικο, βεβαιώνει ότι οι Αίγες – που μέχρι τότε τοποθετούνταν στην περιοχή της Έδεσσας – βρίσκονταν στη Βεργίνα.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
ΤΕΛΟΣ
- ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ –
ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
- 356 ΓΕΝΝΗΣΗ τού ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
20η Ιουλίου τού -356

Tην ημέρα που ένας κεραυνός έκαψε τον Ναό της Αρτέμιδος στην Εφεσσο, γεννήθηκε στη Πέλλα ο Αλέξανδρος. H ακριβής ημερομηνία δεν είναι γνωστή, αλλά η πιθανότερη είναι η 20η Ιουλίου.
Στον Φίλιππο, ανακοινώθηκαν σε μία ημέρα τρία καλά. Ο Παρμενίων είχε νικήσει στην Ιλλυρία, το άλογο του είχε νικήσει στους Ολυμπιακούς Αγώνες και η Ολυμπιάδα είχε γεννήσει αγόρι.
Ο Αλέξανδρος μεγάλωσε και ανατράφηκε στη Πέλλα, προφυλαγμένος απο τις ίντριγκες του Παλατιού στις Αιγές. Πρώτος του δάσκαλος ήταν ο αυστηρός Λεωνίδας, θείος της Ολυμπιάδας, που ενέπνευσε την ασκητική φύση του Αλέξανδρου.
Ο Λεωνίδας αντικαταστάθηκε απο τον Λυσίμαχο, που ξύπνησε στο αγόρι την αγάπη για τις τέχνες, την ποίηση, το θέατρο, τη λύρα. Αλλά πάνω απο όλα μετάδωσε την αγάπη του για τα Ομηρικά Επη. Ο Λυσίμαχος αποκαλούσε τον Αλέξανδρο “Αχιλλέα” τον Ηφαιστίωνα “Πάτροκλο” και τον εαυτό του “Φοίνικα” (Φοίνιξ είναι ο δάσκαλος του Αχιλλέα). Απο τότε, ένα αντίτυπο της Ιλιάδος βρισκόταν πάντα στο προσκεφάλι του Αλέξανδρου.
Ο Αλέξανδρος αποδείχτηκε λαμπρός μαθητής και σε ηλικία έξι ετών εντυπωσίασε με την παρουσία του μια αντιπροσωπεία απο την Περσία.
Σε ηλικία 13 ετών, οι γονείς του κάλεσαν για Δάσκαλο τον Αριστοτέλη. Ο Αλέξανδρος μαζί με τον Ηφαιστίωνα και μερικούς ακόμα φίλους του, μεταφέρθηκε στην Μιέζα, μιά μερα δρόμο από το παλάτι. Ο Αριστοτέλης, δίδαξε τον νεαρό Αλέξανδρο φιλοσοφία, ηθική, πολιτική και ιατρική. Ο ίδιος ο Αλέξανδρος είχε πεί: Στον Πατέρα μου χρωστώ το Ζείν, στον Διδάσκαλό μου το Ευ Ζείν.
Μια μέρα ο Φιλόνεικος, ένας θεσσαλός έμπορος αλόγων, έφερε στον Φίλιππο ένα εκπληκτικό άλογο για να του το πουλήσει. Η τιμή του αλόγου ήταν 13 τάλαντα (περίπου 400 κιλά Ασήμι). Ο Φίλιππος ενθουσιάστηκε απο το άλογο αλλά διαπίστωσε οτι αυτό ήταν ατίθασο, με αποτέλεσμα να θυμώσει.
Ο Αλέξανδρος (σε ηλικία 13 ετών) στοιχημάτησε την αξία του αλόγου με τον πατέρα του, δηλώνοντας οτι αυτός μπορεί να το καβαλήσει. Είχε παρατηρήσει οτι το άλογο φοβόταν τη σκιά του και το γύρισε προς τον ήλιο. Για τα επόμενα 20 χρόνια θα ήταν αχώριστοι.
Ο Αλέξανδρος γίνεται 16.
Ο Φίλιππος τον όρισε αντιβασιλέα, καθώς για την εποχή εκείνη, τα 16α γενέθλια ισοδυναμούσαν με ενηλικίωση. Σε κάποιο επεισόδιο στη Θράκη ο Αλέξανδρος αποκτά πολεμική εμπειρία και είναι νικηφόρος! Για να υπογραμμίσει το γεγονός, θεμελιώνει μια πόλη, την Αλεξανδρούπολη.
Οι διάφορες συγκρούσεις με τις βάρβαρες φυλές, τον έφεραν μέχρι τον Δούναβη.
Λίγο αργότερα πολεμά και στο πλευρό του Φιλίππου, τον οποίο και σώζει σε κάποιο πολεμικό επεισόδιο.
Ο Λέων της Χαιρώνειας.
Ο Φίλιππος θεωρήθηκε απο τους υπόλοιπους Ελληνες σαν μια απειλή για την Ελευθερία. Ο Δημοσθένης στην Αθήνα υποκινούσε τον Οχλο με τους Φιλιππικούς του. Τελικά, η Θήβα έσπασε την συνθήκη με τον Φίλιππο και συμμάχησε με τους Αθηναίους.
Τότε, ο Αλέξανδρος, 17 ετών, νίκησε στη Χαιρώνεια τον Αθηναικό στρατό ενισχυμένο με τον “Ιερό Λόχο” των Θηβαίων, ο οποίος εξοντώθηκε μέχρι ενός.
Ο Αλέξανδρος στάλθηκε στην Αθήνα για να διαπραγματευτεί τη νέα συνθήκη. Ο Οχλος γοητεύτηκε απο αυτόν τον νεαρό με την Θεική όψη. Ο Φίλιππος ανακηρύχτηκε “Στρατηγός Αυτοκράτωρ” από τις Ελληνικές Πόλεις (εκτός της Σπάρτης) και άρχισε να προετοιμάζει την εκστρατεία του στην Ασία.
O Φίλιππος, έχοντας διώξει την Ολυμπιάδα, παντρεύεται μια Μακεδόνισσα Πριγκίπισσα, την Κλεοπάτρα, ανηψιά του Ατταλου.
Στο γαμήλιο γλέντι, ο Ατταλος εύχεται στο ζευγάρι να αποκτήσει γρήγορα ένα νόμιμο διάδοχο (αποκαλώντας έμμεσα τον Αλέξανδρο νόθο). Ο Αλέξανδρος αδειάζει το ποτήρι του στα μούτρα του Ατταλου και ξεσπά ένας φοβερός καυγάς. Ο Φίλιππος, μεθυσμένος, τραβά το ξίφος του αλλά σκοντάφτει και πέφτει κάτω.
Ο Αλέξανδρος σχολιάζει “δείτε τον άνθρωπο που θέλει να περάσει στην Ασία και δεν μπορεί να περάσει πάνω απο ένα τραπέζι”.
Ο Αλέξανδρος και η Ολυμπιάδα καταφεύγουν στο σπίτι του πατέρα της στην Ιλλυρία. Η φυγή του Αλέξανδρου χαλάει τα σχέδια του Φιλίππου, που δεν μπορεί να εκστρατεύσει χωρίς αντιβασιλέα.
Ο Αλέξανδρος γίνεται Βασιλιάς.
Τον Ιούνιο του 336 πΧ, ο Φίλιππος στέλνει στον Ελλήσποντο τον Ατταλο και τον Παρμενίωνα με 10.000 στρατό, για να προετοιμάσουν την Εκστρατεία.
Ο ίδιος, θέλοντας να εορτάσει την έναρξη της εκστρατείας του στην Ασία, παραθέτει ένα μεγάλο αποχαιρετιστήριο γλέντι. Σύμφωνα με τον Διόδωρο, σε μια επίδειξη δύναμης ο Φίλιππος εισέρχεται στην αίθουσα χωρίς την φρουρά του. Τότε όμως δολοφονείται απο έναν απο τους πιό έμπιστους Σωματοφύλακές του, τον Παυσανία. Ο Παυσανίας σκοτώνεται λίγα λεπτά αργότερα από τους διώκτες του.
Ο Αλέξανδρος είναι ο μόνος πιθανός διάδοχος και με την υποστήριξη του Αντίπατρου, που εκτελεί χρέη “Πρωθυπουργού” ανακυρήσσεται απο τον στρατό νέος βασιλιάς.
Ακολουθεί μια περίοδο “εκκαθαρίσεων” και καταστολής εξεγέρσεων. Οι φήμες για τον Θάνατο του Αλέξανδρου πληθαίνουν. Η Αθήνα και η Θήβα, που μόλις πρίν απο δύο χρόνια είχαν συνάψει συνθήκη φιλίας με τους Μακεδόνες, εξεγείρονται.
Το φθινοπωρο του 335 πΧ, ο Αλέξανδρος εμφανίζεται με το στρατό του έξω απο τις πύλες της Θήβας και απαιτεί να γίνει σεβαστή η συνθήκη. Οι Θηβαίοι απάντούν με επίθεση. Την επόμενη μέρα, ο Περδίκκας επιτίθεται και καταλαμβάνει την πόλη.
Η Θήβα λεηλατείται και ισοπεδώνεται, εκτός απο τους Ναούς και το σπίτι του λυρικού ποιητή Πίνδαρου. 6000 Θηβαίοι σκοτώνονται και 30.000 πωλούνται σκλάβοι. Ο Αλέξανδρος ήθελε μια παραδειγματική τιμωρία για τους υπόλοιπους Ελληνες.
Αμέσως οι Αθηναίοι συνθηκολογούν και ετοιμάζουν μια νέα συνθήκη με τον Αλέξανδρο, που ανακηρύσσεται “Στρατηγός Αυτοκράτωρ” στη θέση του Φιλίππου.
Λέγεται οτι βρισκόμενος στην Αθήνα επισκέφτηκε τον Κυνικό Φιλόσοφο Διογένη, που ζούσε σε ένα πιθάρι κοντά στην Αγορά. Ο Αλέξανδρος υποσχέθηκε μεγάλα πλούτη στον Διογένη, όμως εκείνος ενοχλήθηκε απο το γεγονός οτι του έκρυβε τον ήλιο και του απάντησε “Μη στερείς αυτό που δεν μπορείς να δώσεις”.
Ο Αλέξανδρος, μονολογώντας, είπε: “Αν δεν ήμουν Αλέξανδρος, θα ήμουν Διογένης”
Κατόπιν ο Αλέξανδρος επισκέφτηκε το Μαντείο των Δελφών, και ενώ η Πυθία αρχικά αρνήθηκε να δώσει Οιωνούς, όταν την μετέφερε με τη βία αυτή αναφώνησε: Υιέ μου είσαι ανίκητος.
Η εκστρατεία τού Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Η Αφορμή για την Εκστρατεία στην Ασία ήταν ώς γνωστό, η απελευθέρωση των Ελληνικών πόλεων της Ιωνίας απο τους “βάρβαρους” Πέρσες. Ο Αλέξανδρος διέσχισε τον Ελλήσποντο το 334 πΧ. Φρόντισε να αποβιβαστεί στη Τροία, στο σημείο οπου πιστευόταν οτι είχε αποβιβαστεί ο Αχιλλέας στην Ιλιάδα.
Για να υπογραμμίσει τις διαθέσεις του, ο Αλέξανδρος πέταξε συμβολικά απο το πλοίο το ξίφος του, που καρφώθηκε στο έδαφος της Ασίας και αποβιβάστηκε με πανοπλία και πλήρη οπλισμό. Τράβηξε το ξίφος απο το χώμα και φώναξε οτι όλη η Ασία θα κατακτηθεί με το ξίφος Κατόπιν, απέδωσε τιμές στο σημείο όπου πιστευόταν οτι είναι ο τάφος του Αχιλλέα, δείχνοντας άλλη μια φορά την αγάπη και τον σεβασμό του προς το ίνδαλμα του.
Πρώτες Μάχες.
Πολύ σύντομα, ο στρατός του Αλέξανδρου, 35.000 άνδρες, ήρθε σε μάχη με τον στρατό του Δαρείου, στον Γρανικό ποταμό. Μαζί με τον Περσικό στρατό υπήρχαν και διάφοροι Ελληνες, αντίθετοι στον Αλέξανδρο.
Το Μακεδονικό ιππικό διέσχισε τα νερά του ποταμού και αιφνιδίασε τους Πέρσες, που γρήγορα υποχώρησαν. Ο Μακεδονικός στρατός είχε μόλις 110 άνδρες απώλειες.
Κατόπιν, προχώρησε προς τις ελληνικές πόλεις της Iωνίας. Επόμενος σταθμός του η πόλη Γόρδιον οπου υπήρχε ο “Γόρδιος Δεσμός”, ένας κόμπος απο λουριά σε ένα άρμα, που λεγόταν ότι όποιος το λύσει θα κατακτήσει τον κόσμο.
Ο Αλέξανδρος τράβηξε το σπαθί του και έλυσε τον δεσμό. (Ξίφει τον Δεσμόν Λέλυσθε).
Μάχη τής Ισσού.
Τον Νοέμβριο του 333 πΧ, οι δύο στρατοί συναντούνται στην Ισσό, σε ένα ορεινό πέρασμα. Αν και ο Αλέξανδρος ακολουθούσε τον Δαρείο κατευθυνόμενος Νότια, ο Δαρείος του επιτέθηκε απο τα Βόρεια. Ο Αλέξανδρος αιφνιδιάστηκε, αλλά ο εξαιρετικά εκπαιδευμένος Μακεδονικός στρατός κατάφερε να ελιχθεί και να αλλάξει μέτωπο.
Το στενό πεδίο της μάχης βοήθησε τον Μακεδονικό στρατό να νικήσει, αν και οι Πέρσες ήταν πολύ περισσότεροι, σε αναλογία 8 προς 1. Μερικές πηγές αναφέρουν οτι ο Δαρείος είχε 500.000 στρατιώτες…
Παρά την συντριπτική αριθμητική υπεροχή, ο Αλέξανδρος κράτησε και εφεδρείες.
Ο Δαρείος κατάφερε να ξεφύγει, αφήνοντας όμως πίσω του την πολυτελέστατη Βασιλική σκηνή, γεμάτη με χρυσά έπιπλα, χαλιά, διακοσμητικά και 3000 τάλαντα χρυσό (ένα τάλαντο αντιστοιχεί σε… 27 κιλά, δηλαδή… ήταν περισσότεροι απο 80 τόνους !!!). Ο Αλέξανδρος, που ζούσε ασκητικά αναφώνησε “Ωστε αυτό σημαίνει να είσαι Βασιλιάς!”
Εκτός απο τα αντικείμενα, ο Δαρείος είχε αφήσει πίσω του και όλη του την Οικογένεια, τις γυναίκες του, τους υπηρέτες… Τόσο σίγουρος ήταν για την νίκη! Μαζί με τους άλλους ήταν η Σισυγαμβίς, μητέρα του Δαρείου και η κόρη του Στάτειρα.
Ο Αλέξανδρος φέρθηκε εξαιρετικά ευγενικά και αρχοντικά στους αιχμαλώτους του. Οταν αυτός και ο Ηφαιστίων πήγαν να γνωρίσουν την Μητέρα του Δαρείου, η Στάτειρα έπεσε στα πόδια εκείνου που της φάνηκε πιό Βασιλικός. Ομως αυτός ήταν ο ψηλότερος Ηφαιστίων. Ο Αλέξανδρος δεν θύμωσε και σχολίασε γελώντας “Μη φοβάσαι Μητέρα, και αυτός Αλέξανδρος είναι”
Είναι ενδιαφέρον οτι η Σισυγαμβίς αργότερα αρνήθηκε να επιστρέψει σε Περισικά χέρια. Και βέβαια, ο Αλέξανδρος παντρεύτηκε την Στάτειρα, μερικά χρόνια μετά.
Η πολιορκία της Τύρου.
Μετά τα γεγονότα της Ισσού, ο Αλέξανδρος συνέχισε την πορεία του στα Φοινικικά παράλια. Καμιά πόλη δεν του αντιστάθηκε, εκτός απο την Τύρο.
Η Τύρος βρισκόταν απομονωμένη επάνω σε ένα νησί και οι Τυρρηναίοι έριχναν καυτή άμμο στα πλοία του Αλέξανδρου. Ο Αλέξανδρος έβαλε το μηχανικό του να κατασκευάσει έναν ισθμο μήκους 800 μέτρων και πλάτους 70 για να περάσει ο στρατός του και να μπορέσει τελικά να μπεί στην πόλη. Η πολιορκία κράτησε 7 μήνες, αλλά στο τέλος η Τύρος έπεσε.
Σαν παραδειγματική τιμωρία ο Αλέξανδρος διέταξε τον μαρτυρικό θάνατο όσων του αντιστάθηκαν. Οσοι κάτοικοι επέζησαν, πουλήθηκαν σκλάβοι.
Ο Αλέξανδρος στην Αίγυπτο.
Ο Αλέξανδρος έγινε δεκτός στην Αίγυπτο θριαμβευτικά ώς Ελευθερωτής.
Σε ένα σημείο στην ακτή της μεσογείου, διέταξε την θεμελίωση της Αλεξάνδρειας, μετά απο ένα όραμα.
Κατόπιν, διέσχισε την έρημο για την όαση Σίβα, για να πάρει χρησμό απο το εκεί μαντείο. Στην πορεία του οι Οιωνοί ήταν ευνοικοί, καθώς έβρεξε (μέσα στην έρημο!!!) και τον συνόδευαν Αετοί. Οταν έφτασε στο μαντείο, οι ιερείς τον αναγνώρισαν ώς Υιό του Αμμωνα-Ρα (ή Αμμωνα-Δία). Το Μαντείο προφήτεψε οτι θα κατακτήσει τον κόσμο.
Επιστρέφοντας στις ακτές της μεσογείου, ανακηρύχτηκε Φαραώ απο τους Αιγύπτιους.
Καθώς παρέμεινε αρκετό καιρό στην Αίγυπτο, δίνοντας στον στρατό του μια ευκαιρία για ανάπαυση, ο Αλέξανδρος αντάλλαξε αρκετές επιστολές με τον Δαρείο, ο οποίος του προσέφερε ένα μεγάλο μέρος της Αυτοκρατορίας του για να συνάψει ειρήνη μαζί του.
Στα μέσα του 331 πΧ, ο Αλέξανδρος ξεκίνησε με τον στρατό του για να συνεχίσει τις κατακτήσεις του. Αυτή τη φορά είχε 40.000 πεζούς και 7.000 ιππείς μαζί του.
Η Μάχη στα Γαυγάμηλα.
Προχωρώντας στην καρδιά της Περσίας, ανάμεσα στον Τίγρη και τον Ευφράτη, οι ανιχνευτές του εντόπισαν μια νύχτα τις φωτιές του Περσικού στρατού στην τοποθεσία Γαυγάμηλα. Αν και είχε μια καλή ευκαιρία να αιφνιδιάσει τους Πέρσες, περίμενε μέχρι το πρωί (1η Οκτωβρίου 331 πΧ).
Ο Μακεδονικός στρατός διέλυσε τον Περσικό αλλά ο Δαρείος για άλλη μια φορά απέφυγε τη σύλληψη, λόγω ενός λανθασμένου ελιγμού του Παρμενίωνα, επικεφαλής της δεξιάς πτέρυγας των Μακεδόνων.
Μετά την αποφασιστική αυτή νίκη, ο Αλέξανδρος ανακυρήχτηκε Βασιλέας της Ασίας και έστειλε επιστολές στις Ελληνικές πόλεις ανακοινώνοντας το τέλος της τυρρανίας.
Στη συνέχεια ο Αλέξανδρος κατευθύνθηκε νότια και κατέλαβε την Βαβυλώνα, τα Σούσα και την πρωτεύουσα της Περσικής Αυτοκρατορίας, την Περσέπολη. Στην Περσέπολη παρέμεινε τέσερεις μήνες. Κάποιο βράδυ όμως, κατά τη διάρκεια ενός από τα μεθυσμένα γλέντια των Μακεδόνων, κάηκε συθέμελα το Παλάτι του Βασιλιά. (Μάιος του 330 πΧ).
Συνομωσίες.
Ο Αλέξανδρος είχε αλλάξει. Είχε υιοθετήσει πολλές απο τις Περσικές συνήθειες, όπως τον τρόπο ντυσίματος και τη χλιδή. Απαιτούσε απο τους άλλους να τον προσκυνούν, κάτι που ποτέ δεν δέχτηκαν οι Μακεδόνες.
O Αλέξανδρος γινόταν κάθε μέρα και πιό οξύθυμος, πιό καχύποπτος σε σημείο παράνοιας. Οι εκκρήξεις οργής του ήταν ασυγκράτητες και περνούσε μεγάλο μέρος της μέρας μεθυσμένος. Τελικά, ανακαλύπτει μια συνομωσία των Στρατηγών του με αποτέλεσμα να διατάξει την σύλληψη, τον βασανισμό και την εκτέλεση αρκετών απο τους Αξιωματούχους του.
Μεταξύ τους, ο Παρμενίωνας, υποδιοικητής του Μακεδονικού στρατού απο την εποχή του Φιλίππου και ο γιός του, Φιλώτας, διοικητής του Ιππικού.
Λίγο καιρό αργότερα, μεθυσμένος, καυγάδισε με τον Κλείτο, τον δάσκαλο του στο ξίφος, τον καλύτερο του φίλο μετά τον Ηφαιστίωνα και τον σκότωσε με το σπαθί του. Οταν συνήλθε απο το μεθύσι, θρήνησε τον φίλο του και προσπάθησε να αυτοκτονήσει…
To τέλος του Δαρείου.
Ο Αλέξανδρος συνέχισε να καταδιώκει τον Δαρείο, μέχρι που τον βρήκε στα Εκβάτανα. Ο Δαρείος είχε δολοφονηθεί απο τον Βήσσο, ένα στρατηγό του, που πίστευε οτι έτσι θα κέρδιζε την εύνοια του Αλέξανδρου. Ο Αλέξανδρος θύμωσε πολύ με αυτή την ενέργεια και σκότωσε τον Βήσσο.
Τίμησε τον Δαρείο, κάνοντας του μια βασιλική κηδεία.
Το Πέρασμα στην Ινδία.
Εχοντας αποκαταστήσει την τάξη στον στρατό του, ο Αλέξανδρος αποφασίζει να κινηθεί Ανατολικά, θέλοντας να πραγματοποιήσει ένα παιδικό του όνειρο, να δεί την Θάλασσα που περιβάλλει τον κόσμο. Πρίν ξεκινήσει όμως, αναδιοργανώνει τον στρατό του. Αφήνει πίσω του τα καραβάνια με τα εφόδια που τον ακολουθούσαν μέχρι τότε. Στέλνει πίσω στην Ελλάδα πολλούς απο τους στρατιώτες του και ενισχύει το ιππικό του με Πέρσες ιππείς.
Πρώτος του σταθμός ο Βράχος του Σογκντάν. Στη κορυφή αυτού του απόρθητου βράχου βρισκόταν ο Οξυάρτης, που προκάλεσε τον Αλέξανδρο να στείλει στρατιώτες με φτερά, γιατί μόνο έτσι θα μπορούσε να τον πιάσει. Ο Αλέξανδρος δεν πτοήθηκε και έστειλε μια νύχτα 300 έμπειρους αναρριχητές, στους οποίους υποσχέθηκε πλούτη, να κάνουν αυτή την πολύ δύσκολη ανάβαση στο βράχο. Οι περισσότεροι τα κατάφεραν, και έτσι το πρωί ο Οξύαρτης παραδώθηκε.
Ο Αλέξανδρος παντρεύτηκε αργότερα την αδερφή του, Ροξάνη.
Βασιλιάς Πόρος.
Ο Αλέξανδρος έφτασε στον ποταμό Υδάσπη, τον Ιούλιο του 326 πΧ. Εκεί τον περίμενε ο βασιλιάς Πόρος, ένας απο τους ισχυρότερους Ινδούς, με τον στρατό του και 200 πολεμικούς ελέφαντες.
Η διάσχιση του ορμητικού ποταμού ήταν πολύ δύσκολη και ο Αλέξανδρος χρειάστηκε πολλές εβδομάδες για να το καταφέρει.
Κάθε νύχτα, έστελνε το ένα τρίτο του στρατού του σε ψεύτικες επιθέσεις, μέχρι που μια βροχερή νύχτα, ο στρατός επιτέθηκε πραγματικά. Ο στρατός του Πόρου, έχοντας βαρεθεί τις συνεχείς ψεύτικες επιθέσεις, παρέμεινε στις σκηνές του.
Ο Αλέξανδρος έγινε φίλος και με τον Πόρο.
Στη μάχη αυτή όμως, ο Αλέξανδρος είχε μια σοβαρή απώλεια. Ο Βουκεφάλας, το πιστό του άλογο, πληγώθηκε και πέθανε. Σε ανάμνηση, ο Αλέξανδρος θεμελίωσε την Βουκεφαλία.
H Επιστροφή.
Επόμενος στόχος του Αλέξανδρου ήταν οι οχθες του Γάγγη, 400 χιλιόμετρα μακρύτερα. Ομως οι στρατιώτες του, κουρασμένοι απο τα πολλά χρόνια ταλαιπωριών και ιδίως απο την τελευταία μάχη, ζήτησαν να γυρίσουν πίσω.
Ετσι, ακολουθώντας τις όχθες του Υδάσπη και του Ινδου, άλλοτε με τα πόδια και άλλοτε με σχεδίες, κατευθύνθηκαν προς τον Ωκεανό. Στη διαδρομή ο Αλέξανδρος ήλθε σε επαφή με Βραχμάνους Ιερείς, αλλά πολλές φορές χρειάστηκε να αποκρούσει επιθέσεις απο ντόπιες φυλές. Σε μιά απο αυτές τις αψιμαχίες, ο Αλέξανδρος πληγώνεται σοβαρά στο θώρακα απο βέλος.
Τελικά, τον Ιούλιο του 325 πΧ, ο στρατός του Αλέξανδρου έφτασε στις εκβολές του Ινδού και στον Θρυλικό Ωκεανό.
Ο Αλέξανδρος έστειλε τον Νέαρχο μαζί με ένα μέρος απο τον στρατό απο την Θάλασσα. To όνομα “Νέαρχος” είναι πιθανότατα τίτλος (από το “Αρχομαι τοις Ναυσί”) δηλαδή ο Πλοίαρχος.
Ο ίδιος, προτίμησε τον δρόμο της στεριάς, μέσα απο την Ερημο της Γεδρωσίας.
Μεγάλο λάθος! Στην πορεία ο Αλέξανδρος έχασε τα τρία τέταρτα του στρατού του απο τις στερήσεις, την ανυπόφορη ζέστη και την έλλειψη νερού. Παρά τις κακουχίες, διέσχισε την ερημο και συνάντησε τον Νέαρχο. Τελικά τα κατάφερε να φτάσει στα Σούσα.
Στα Σούσα, ο Αλέξανδρος τιμά τον πιστό Μακεδονικό στρατό. (324 πΧ). Μοιράζει πλούτη και επαρχίες και παντρεύει χιλιάδες απο τους στρατιώτες του με Περσίδες. Ο ίδιος παντρεύεται την Στάτειρα, την κόρη του Δαρείου.
Την άνοιξη της ίδιας χρονιάς, πεθαίνει απο πυρετό στα Εκβάτανα ο Ηφαιστίων, ο καλύτερος του φίλος. Η Θλίψη του είναι μεγάλη. Παρά τους κακούς οιωνούς, ο Αλέξανδρος επιστρέφει στη Βαβυλώνα.
Το Τέλος.
Ο Πλούταρχος αναφέρει οτι στο δρόμο για τη Βαβυλώνα, ο Αλέξανδρος είχε πολλούς κακούς Οιωνούς. Ενας αετός είχε πέσει νεκρός στα πόδια του, το αγαπημένο του λιοντάρι είχε πεθάνει απο την κλωτσιά ενός γαϊδάρου, ένα απο τα ζώα που είχαν θυσιαστεί για χάρη του είχε άρρωστο συκώτι.
Ο Ιερέας του Σέραπι (Ελληνο-Αιγυπτιακός Θεός) είχε συμβουλεύσει να κάθεται κάποιος άλλος φορώντας τα ρούχα του βασιλιά στο Θρόνο.
Ο Αλέξανδρος πέθανε στις 10 Ιουνίου του 323 π.Χ., σε ηλικία μόνο 33 ετών.
Απο τί πέθανε όμως? Απο κούραση και εξάντληση? Απο Πνευμονία? Απο Σύφιλη? Απο Πυρετό? Απο το πολύ πιοτό? Απο Δηλητήριο? Τό πιθανότερο είναι το τελευταίο.
Πάντως οτι έγινε, έγινε στη διάρκεια ενός απο τα γλέντια που συνήθιζαν οι Μακεδόνες. Σε κάποια στιγμή ο Αλέξανδρος αισθάνθηκε δυνατούς πόνους, “σαν να είχε χτυπηθεί απο βέλος στο συκώτι”. Τρείς μέρες ήταν άρρωστος, μέχρι να υποκύψει.
Ο Αλέξανδρος θάφτηκε στην Αίγυπτο με τιμές Φαραώ. Κανείς όμως δεν ξέρει που ακριβώς βρισκόταν ο τάφος του. Στη διάρκεια των αιώνων, πολλοί τάφοι που φαινομενικά ανήκαν στον Αλέξανδρο λεηλετήθηκαν, οχι μόνο απο τους τυμβορύχους, αλλά και απο Ρωμαίους Αυτοκράτορες όπως ο Αύγουστος και ο Καλιγούλας.
Πιθανότερες τοποθεσίες είναι η Αλεξάνδρεια και η Οαση της Σίβα.
Η Διαδοχή.
Ο Θάνατος του Αλεξάνδρου άφησε ορφανή μια τεράστια Αυτοκρατορία, την οποία άφησε στα χέρια του δυνατότερου, όπως είπε στους στρατηγούς του. Τελικά, μετά απο μια σειρά πολέμων, οι κατακτήσεις μοιράστηκαν ώς εξής…
Πτολεμαίος (ο Σωτήρας).
Ελαβε την σατραπεία της Αιγύπτου και ίδρυσε την Δυναστεία των Πτολεμαίων (323-30 πΧ) Οι Πτολεμαίοι έκαναν την Αίγυπτο θαυμαστή δύναμη και είναι κατα κύριο λόγο υπεύθυνοι για την Ελληνιστική Εποχή, για την Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας και το αιγυπτιακό ημερολόγιο. Τελευταία των Πτολεμαίων ήταν η Κλεοπάτρα.
Αντίγονος (ο Μονόφθαλμος)
Μαζί με τον γιό του Δημήτριο τον Πολιορκητή κυριάρχησε στη Θάλασσα για ένα διάστημα, νικώντας τον Πτολεμαίο. Σταδιακά έχασαν εδάφη απο τον Λυσίμαχο, τον Πύρρο και τον Σέλευκο.
Λυσίμαχος.
Αρχικά διοικητής της Θράκης, επέκτεινε την κυριαρχία του στη Μακεδονία και την Ηπειρο, μέχρι που νικήθηκε απο τον Σέλευκο.
Σέλευκος (ο Νικάνωρ).
Ελαβε την σατραπεία της Βαβυλώνας. Αργότερα επέκτεινε το βασίλειό του σε όλες τις περιοχές ανατολικά του Ευφράτη. Δολοφονήθηκε το 281 πΧ, προσπαθώντας να επεκτείνει την κυριαρχία του και στην Ευρώπη. Εγκαθίδρυσε την Δυναστεία των Σελευκιδών, με κυριότερο ηγέτη τον Αντίοχο τον Γ’, η οποία για πολλούς αιώνες κυριάρχησε στην Μέση Ανατολή, μέχρι να κυριευθεί απο τους Ρωμαίους.
Αντίπατρος.
Αντιβασιλέας του Αλέξανδρου στη Μακεδονία, όσο αυτός έλειπε. Περδίκκας. Σκοτώθηκε στην Αίγυπτο ενώ ετοίμαζε πόλεμο εναντίον του Πτολεμαίου.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
ΤΕΛΟΣ
- Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΣΠΑΡΤΗΣ –
“Ω ξείν αγγέλλειν Λακεδαιμονίοις, ότι τήδε κείμεθα τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι”.

Για την αρχαία ιστορία της Σπάρτης βασιζόμαστε σε μερικούς μύθους. Η παράδοση αναφέρει ότι ιδρύθηκε από τον Λακεδαίμονα, τον γιο του Δία και της Ταϋγέτης, ο οποίος παντρεύτηκε την Σπάρτη, την κόρη του Ευρώτα.
Από τον Όμηρο γνωρίζουμε επίσης ότι η “κοίλη Λακεδαίμων”, η περιοχή μεταξύ του όρους Ταΰγετος και Πάρνωνα, που διασχίζεται από τον Ευρώτα ποταμό, είχε βασιλιά τον Μενέλαο, τον μικρότερο αδελφό του Αγαμέμνονα και σύζυγο της ωραίας Ελένης, την οποία απήγαγε ο Πάρις στην Τροία αρχίζοντας έτσι τον μακροχρόνιο ,οδυνηρό και φημισμένο πόλεμο.
Γύρω στα 1200 π.Χ., με τον γάμο της κόρης του Μενέλαου Ερμιόνης και με τον γιο του Αγαμέμνονα Ορέστη, τα βασίλεια του Άργους και της Σπάρτης ενώθηκαν. Τα ευρήματα από τις ανασκαφές πιστοποιούν, ότι σε αυτά τα χρόνια, αντίθετα με την μετέπειτα Σπάρτη, ένας πλούσιος πολιτισμός είχε αναπτυχθεί εδώ.
Γύρω στα 1100 π.Χ., οι Δωριείς ήλθαν και κατέλαβαν την περιοχή (η Αρχαιολογία αντίθετα πιστεύει ότι οι Δωριείς εγκαταστάθηκαν το 950 π.Χ.).
Η παράδοση αναφέρει, ότι 80 χρόνια μετά την πτώση της Τροίας, οι Ηρακλήδες αδελφοί, απόγονοι του ήρωα Ηρακλή, Κρεσφόντης, Τέμενος και Αριστόδημος προσπάθησαν να καταλάβουν την Πελοπόννησο.
Ο Αριστόδημος πέθανε στην Ναύπακτο, χτυπημένος από κεραυνό, αφήνοντας πίσω του τα δίδυμα παιδιά του, Ευρυσθένη και Πρόκλη. Τα αδέλφια του, πέρασαν τον κόλπο και αποβιβάστηκαν στην Αχαΐα, όπου και πολέμησαν νικώντας τον άρχοντα της Πελοποννήσου, Τισαμένη . Όταν η Δωρική φάλαγγα έφθασε στην περιοχή της Λακωνίας και Μεσσηνίας, επικεφαλής ήταν ο Κρεσφόντης, ο οποίος κατοίκησε την εύφορη πεδιάδα της Πάμεσου. Υπήρχε όμως μία συνεχής διαφωνία μεταξύ των αρχηγών Κρεσφόντη και Θήρα, για την μοιρασιά της περιοχής.
Ο Θήρας, αδελφός της γυναίκας του Αριστόδημου και κηδεμόνας στα δίδυμα παιδιά της, μετά τον θάνατο του άνδρα της, ήθελε να πάρει την εύφορη Μεσσηνία, αλλά ο Κρεσφόντης και αδελφός του Τέμενος τον ξεγέλασαν. Κανόνισαν να ρίξουν στο νερό δύο μικρά κεραμίδια, με τα ονόματα του Κρεσφόντη και του Θήρα γραμμένα στο καθένα από αυτά και εκείνου που θα επέπλεε στην επιφάνεια, θα έπαιρνε την Μεσσηνία, ο δε άλλος την Λακωνία.
Το κεραμίδι του Κρεσφόντη είχε ψηθεί στην φωτιά, ενώ του Θήρα στον ήλιο και όταν τα έριξαν στο νερό, το κεραμίδι του Θήρα βυθίσθηκε και του Κρεσφόντη επέπλευσε, παίρνοντας έτσι την Μεσσηνία.
Κατά την διάρκεια της ιστορίας της Σπάρτης, το οικιστικό κέντρο στην πλούσια πεδιάδα του Ευρώτα άλλαξε πολλές φορές, αλλά η Δωρική πόλη η οποία αποτελείτο από πέντε χωριά, ήταν στην περιοχή της σημερινής Σπάρτης. Γνωρίζουμε μόνο τα ονόματα των τεσσάρων χωριών, Πιτάνη, Λίμναι, Μεσόα, Κινόσουρα. Το πέμπτο ήταν πιθανόν η συγχώνευση των χωριών Πιλάνη, Σελάσια, Αιγίτιδα, Φάροι, Αμίκλαι, τα οποία η Σπάρτη κατέκτησε αργότερα.
Η Σπάρτη κατά την διάρκεια του 8ου και 7ου αιώνα π.Χ. ήταν ανοιχτή στους ξένους. Είχε καλές σχέσεις με την Σάμο, η οποία την βοήθησε στον πόλεμο με την Μεσσηνία και επίσης με την Κύπρο, Ρόδο, Κυρήνη, κλπ. Ήταν μία ιδιαίτερα πολιτισμένη πόλη, με τους δικούς της αρχιτέκτονες, οι οποίοι έκτισαν το φημισμένο ορειχάλκινο ναό της Αθηνάς. Οι τέχνες είχαν αναπτυχθεί και ήταν πολλοί οι φημισμένοι γλύπτες σε ξύλο, αγγειοπλάστες, τεχνίτες μετάλλων, υφαντοποιοί, δερματοποιοί, μεταξύ αυτών ξένοι. Οι Σπαρτιάτες μουσικοί, χορευτές και τραγουδιστές ήταν ξακουστοί. Ήταν επίσης φημισμένη για την πορφυρή βαφή των υφασμάτων.
Από το 720 π.Χ. έως το 576 π.Χ., είχε 46 ολυμπιονίκες από σύνολο 81 νικητών. Αλλά κατά τον 6ον αιώνα π.Χ., οι τέχνες άρχισαν να παρακμάζουν. Οι νόμοι του Λυκούργου σταδιακά αποστράγγισαν την Σπάρτη.
Ο Λυκούργος 776 π.Χ.
Ο Λυκούργος ήταν γιος του βασιλιά Εύμενου. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο μεγαλύτερος αδελφός του, Πολυδέκτης, ανέβηκε στον θρόνο. Λίγο αργότερα πέθανε και αυτός, και ο Λυκούργος έγινε βασιλιάς. Η χήρα του αδελφού του, μία φιλόδοξη και αδίστακτη γυναίκα, του πρότεινε να την παντρευτεί και να σκοτώσει το αγέννητο παιδί της. Ο Λυκούργος ξέροντας τον χαρακτήρα της και φοβούμενος για την ζωή του παιδιού, προσποιήθηκε ότι δέχεται την προσφορά. Της είπε να φέρει στον κόσμο το παιδί και θα το εξαφάνιζε μόλις θα γεννιόταν. Αλλά όταν ήλθε ο τοκετός, πήρε το νεογέννητο στην Αγορά, και τον ανέδειξε βασιλιά της Σπάρτης, δίνοντας του το όνομα Χαρίλαος (χαρά του λαού). Όταν η χήρα έμαθε τι έγινε, άρχισε να δολοπλοκεί εναντίον του Λυκούργου, ο οποίος αναγκάστηκε να φύγει από την Σπάρτη για να αποφύγει την αιματοχυσία. Πήγε πρώτα στην Κρήτη και από εκεί στην Ασία, την Αίγυπτο και αργότερα στην Λιβύη, Ισπανία και Ινδία. Στην κάθε χώρα που επισκέφθηκε, σπούδασε τον πολιτισμό της, την ιστορία της και το σύνταγμα της.
Μετά από πολλά χρόνια, ο Λυκούργος επέστρεψε στην Ελλάδα και επισκέφθηκε τους Δελφούς για να ρωτήσει το μαντείο, εάν οι νόμοι που είχε σχεδιάσει να εφαρμόσει στην Σπάρτη ήταν σωστοί και έλαβε την συγκατάθεση του με την απάντηση, ότι “ήταν περισσότερο Θεός παρά άνθρωπος”. Τότε γύρισε πίσω στο σπίτι του και βρήκε τον ανιψιό του Χαρίλαο, έφηβο πλέον και βασιλιά της Σπάρτης.
Για να πείσει τους Σπαρτιάτες να δεχθούν τους νόμους του, οι οποίοι απαιτούσαν μεγάλες θυσίες, ανέθρεψε δύο μικρά σκυλάκια, το ένα μέσα στο σπίτι με διάφορες τροφές και το άλλο έξω στο κυνήγι. Τότε κάλεσε τον λαό και τους έδειξε ότι το αγύμναστο σκυλί ήταν τελείως ανίκανο.
Αλλά εάν ο Λυκούργος επέτυχε να πείσει τους πτωχούς, δεν τα κατάφερε και με τους πλούσιους, οι οποίοι έκαναν τα πάντα για να τον εμποδίσουν. Ένας νεαρός, ονόματι Άλκανδρος, προσπάθησε να τον χτυπήσει με την ράβδο του στην αγορά, αλλά όταν ο Λυκούργος γύρισε το κεφάλι του, το ραβδί τον χτύπησε στο μάτι και του το έβγαλε. Ο Λυκούργος δεν τον πέρασε από δίκη, αλλά τον πήρε σαν ακόλουθο, δίνοντας του την ευκαιρία να γνωρίσει τον χαρακτήρα του. Πράγματι ο Άλκανδρος έγινε αργότερα αφοσιωμένος μαθητής του.
Όταν οι νόμοι του έγιναν δεκτοί, έβαλε τους Σπαρτιάτες να ορκισθούν, ότι δεν θα τους αλλάξουν μέχρις ότου γυρίσει και έφυγε.
Δεν επέστρεψε ξανά, κάνοντας σίγουρο ότι οι νόμοι του δεν θα αλλάξουν. Πέθανε στους Δελφούς και σύμφωνα με άλλους στην Κρήτη και λέγεται ότι πριν πεθάνει ζήτησε να καεί το σώμα του και οι στάχτη του να σκορπιστεί στον άνεμο. Ο Λυκούργος έτσι δεν επέτρεψε ούτε το σώμα του να γυρίσει στην Σπάρτη.
Το Πολίτευμα
Οι σκληρές μάχες των Μεσσηνιακών πολέμων δεν θα είχαν κερδισθεί χωρίς την νομοθεσία του Λυκούργου, η οποία περισσότερο από όλα στόχευε στην πειθαρχία και στην σκληραγωγία των πολιτών.
Σύμφωνα με την ρήτρα την οποία έφερε από τους Δελφούς, η Γερουσία της Σπάρτης αποτελείτο από είκοσι οκτώ άνδρες ηλικίας άνω των εξήντα ετών, εκλεγμένους εφ’ όρου ζωής και από δύο βασιλείς.( Εκατό χρόνια αργότερα, όταν η Γερουσία έγινε τυραννική, διαλύθηκε και αντικαταστάθηκε από πέντε Εφόρους.)
Επίσης κανόνισε για περιοδικές συγκεντρώσεις των Σπαρτιατών (Απέλλα), που είχαν ηλικία άνω των τριάντα ετών, στην περιοχή μεταξύ του ποταμού Κνάκιον και της γέφυρας Μπάμπικα, αν και δεν ψήφιζαν ούτε τους επιτρεπόταν να συζητούν τα θέματα, αλλά μόνο να τα αποδέχονται ή να τα απορρίπτουν δια βοής.
Ο Λυκούργος, για να αποφύγει τις διαμάχες στην πόλη, κατάφερε να πείσει τους κατοίκους να δώσουν την κτηματική περιουσία τους, την οποία μοίρασε σε ίσα μερίδια. Επίσης έδωσε ίσα μερίδια γης και στους Περίοικους.
Με άλλους νόμους, απαγόρευσε την χρήση χρυσού και ασημιού και στην θέση τους χρησιμοποίησε σιδερένιο νόμισμα, πολύ βαρύ και πολύ μικρής αξίας. Επίσης απαγόρευσε στους Σπαρτιάτες να φτιάχνουν τα σπίτια τους με άλλα εργαλεία εκτός από το τσεκούρι και το πριόνι.
Οι άγραφοι νόμοι του Λυκούργου, πάνω από όλα είχαν στόχο την ευνομία, αλλά συγχρόνως είχαν και το σπέρμα της επιθετικότητας. Σε μια περίοδο ολίγων ετών μετά την εφαρμογή τους, η Σπάρτη κατέκτησε σχεδόν όλη την Λακωνία. Η εξέχουσα πόλη των Αμυκλών της οποίας ο πληθυσμός πολύ πιθανόν αποτελείτο από Αχαιούς, μετά από σθεναρά πολιορκία κατελήφθη γύρω στα 750 π.Χ., αλλά οι πολίτες της έτυχαν καλής μεταχειρίσεως.
Ι Μεσσηνιακός πόλεμος 743 – 724 π.Χ.
Οι αιτίες της έναρξης των Μεσσηνιακών πολέμων, όπως ο Παυσανίας αναφέρει, υπήρξαν δύο γεγονότα, αν και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πραγματική αιτία ήταν η πλούσια και εύφορη πεδιάδα της Μεσσηνίας, την οποία η Σπάρτη ήθελε να καταλάβει.
Το πρώτο γεγονός έλαβε μέρος στα σύνορα της Λακωνίας και της Μεσσηνίας, εκεί όπου υπήρχε ο ναός της Αρτέμιδος Λιμναίας, την οποία λάτρευαν οι Σπαρτιάτες καθώς και οι Μεσσήνιοι. Κατά την διάρκεια τελετής και ενώ χόρευαν οι κοπέλες της Σπάρτης, οι Μεσσήνιοι όρμησαν και τις έπιασαν. Ο βασιλιάς της Σπάρτης Τέλεκλος, ο οποίος προσπάθησε να τους εμποδίσει, σκοτώθηκε. Αργότερα έγινε γνωστό ότι οι γυναίκες αυτοκτόνησαν.
Αλλά κατά την εκδοχή των Μεσσηνίων, ο βασιλιάς Τέλεκλος είχε μεταμφιέσει άνδρες σε γυναίκες, με κρυμμένα ξίφη κάτω από τα ρούχα τους. Όταν ανακαλύφθηκε το γεγονός, οι Μεσσήνιοι κατόπιν μάχης σκότωσαν τον Τέλεκλο. Παρ’ όλα αυτά, ο πόλεμος δεν άρχισε αμέσως μετά από αυτό το επεισόδιο.
Το δεύτερο γεγονός συνέβη με τον Σπαρτιάτη Εύφαινο και τον Μεσσήνιο Πολυχάρη, έναν διακεκριμένο πολίτη και Ολυμπιονίκη στο Στάδιο το 764 π.Χ. Ο Εύφαινος, που είχε αναλάβει την διατροφή των αγελάδων του Πολυχάρη, τις πούλησε και αργότερα δολοφόνησε τον γιο του, όταν του ζήτησε εξηγήσεις. Ο Πολυχάρης, που δεν μπόρεσε να βρει δικαιοσύνη στην Σπάρτη, άρχισε να σκοτώνει κάθε Λακεδαιμόνιο που περνούσε τα σύνορα.
Μετά αυτά τα συμβάντα, οι Σπαρτιάτες απαίτησαν από τους Μεσσηνίους να τους παραδώσουν τον Πολυχάρη, αλλά ματαίως και έτσι άρχισε ο πόλεμος.
Ο Αλκαμένης, γιος του βασιλιά Τέλεκλου της Σπάρτης, κατά την διάρκεια μιας σκοτεινής νύχτας, αιφνιδίασε τους Μεσσηνίους και μπαίνοντας στην πόλη της Αμφείας, σκότωσε τους κατοίκους. Από την Αμφεία οι Σπαρτιάτες έκαναν συνεχείς επιδρομές στις γειτονικές πόλεις, αλλά δεν κατόρθωσαν να καταλάβουν καμία άλλη.
Ο βασιλιάς της Μεσσηνίας Ευφαές, τους πολέμησε με σθένος, αλλά μετά από τέσσερα χρόνια δεν υπήρξε καμία πρόοδος και από τις δύο πλευρές. Τον πέμπτο χρόνο έγινε μία μεγάλη μάχη, επίσης χωρίς αποτέλεσμα και έτσι οι Μεσσήνιοι μετά από αυτά αποσύρθηκαν στο οχυρωμένο βουνό της Ιθώμης. Στο μεταξύ έπεσε επιδημία στην Μεσσηνία, αποδεκατίζοντας πολλούς από τους κατοίκους και οι Μεσσήνιοι στην απελπισία τους έστειλαν τον πολίτη Τέση στους Δελφούς, για να μάθουν την πορεία των πραγμάτων. Το μαντείο τους είπε να θυσιάσουν μία κόρη από την οικογένεια των Απετιδών δια κλήρου. Ο κλήρος έπεσε στην κόρη του Λυκίσκου, ο οποίος αρνήθηκε να υπακούσει και έφυγε στην Σπάρτη. Τότε ένας εξέχων πολίτης, ονόματι Αριστόδημος, πρόσφερε την κόρη του, αλλά ο νέος που την αγαπούσε δήλωσε ότι η κοπέλα περίμενε το παιδί του. Ο Αριστόδημος σκότωσε την κόρη του, άνοιξε το σώμα της και έδειξε σε όλους ότι αυτό ήταν ψέμα. Μετά την θυσία, οι Μεσσήνιοι πήραν κουράγιο και επετέθησαν στους απογοητευμένους Σπαρτιάτες, οι οποίοι για έξη χρόνια ανέβαλαν κάθε επιδρομή.
Κατά την διάρκεια του δέκατου τρίτου χρόνου του πολέμου, ο βασιλιάς της Σπάρτης Θεόπομπος βάδισε εναντίον της Ιθώμης και άλλη μία μάχη έλαβε μέρος, αλλά ξανά χωρίς νικητή. Όταν ο βασιλιάς Ευφαές σκοτώθηκε στην μάχη, ο Αριστόδημος πήρε την αρχηγία.
Πέντε χρόνια αργότερα μία άλλη μάχη έλαβε μέρος, στην οποία η Κόρινθος ήταν σύμμαχος των Σπαρτιατών, ενώ οι Αρκάδιοι και οι Σικυώνιοι προσχώρησαν στους Μεσσηνίους. Ο βασιλιάς Αριστόδημος κέρδισε ολοκληρωτικά αυτή την μάχη και οι Σπαρτιάτες αποσύρθηκαν στις περιοχές τους.
Αργότερα όμως τα πράγματα άλλαξαν και πήραν τροπή ενάντια των Μεσσηνίων. Ο Αριστόδημος, μετά από ένα όνειρο, στο οποίο παρουσιάστηκε η κόρη του δείχνοντας του τις πληγές της, αυτοκτόνησε πάνω στον τάφο της. Λίγο μετά και κατά την διάρκεια του εικοστού χρόνου του πολέμου, οι Μεσσήνιοι εγκατέλειψαν την Ιθώμη, την οποία κατέστρεψαν ολοσχερώς οι Σπαρτιάτες. Οι ηττημένοι Μεσσήνιοι τιμωρήθηκαν αυστηρά και υποχρεώθηκαν να πάρουν όρκο, ότι δεν θα επαναστατήσουν πάλι και ότι θα δίνουν στην Σπάρτη τα μισά από τα αγροτικά τους προϊόντα. Πολλές οικογένειες έφυγαν για την Αρκαδία, οι δε ιερείς στην Ελευσίνα. Αυτοί οι οποίοι έμειναν στην χώρα έγιναν είλωτες. Αυτό ήταν το τέλος του πρώτου Μεσσηνιακού πολέμου.
Μετά την προσάρτηση της Μεσσηνίας (708 π.Χ.), η Σπάρτη ίδρυσε αποικία στο Τάρεντουμ της Νότιας Ιταλίας και φαίνεται ότι το κίνητρο ήταν πολιτικό. Μία ομάδα Σπαρτιατών, αποκαλούμενοι Παρθένιοι (παιδιά από ανύπαντρες μητέρες) και οι οποίοι δεν αναγνωρίζονταν ως πολίτες, επαναστάτησαν και η Σπάρτη θεώρησε αναγκαίο ότι η καλύτερη λύση ήταν να τους απομακρύνει.
II Μεσσηνιακός πόλεμος 685 – 668 π.Χ.
Μερικά χρόνια αργότερα οι Μεσσήνιοι επαναστάτησαν και ο αρχηγός τους Αριστομένης με τολμηρότητα μπήκε στην πόλη της Σπάρτης κατά την διάρκεια της νύχτας και αφιέρωσε μία ασπίδα στον ναό της Αθηνάς. Οι Σπαρτιάτες μετά από αυτό το γεγονός πήγαν στο μαντείο των Δελφών, το οποίο τους έδωσε την απάντηση “να πάρουν έναν Αθηναίο σύμβουλο”.
Τότε οι Σπαρτιάτες ζήτησαν από τους Αθηναίους έναν στρατηγό και αυτοί τους έστειλαν τον Τυρταίο, ο οποίος ήταν ποιητής και κουτσός από το ένα πόδι. Ο Τυρταίος με τα ποιήματα του, εμψύχωσε τους Σπαρτιάτες και τους βοήθησε να κερδίσουν τον πόλεμο.
Κατά την διάρκεια του πολέμου, ο αρχηγός των Μεσσηνίων Αριστομένης έγινε μεγάλος ήρωας, και πολλές ιστορίες μιλούν γι’ αυτόν. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Αριστομένης θυσίασε τρεις φορές στον Δία Ιθωμάτη, τα επονομαζόμενα Εκατοφόνια, επιφυλασσόμενα μόνο για εκείνο τον πολεμιστή, που είχε σκοτώσει με τα ίδια τα χέρια του εκατό από τους εχθρούς του. Τρεις φορές αιχμαλωτίστηκε από τους Σπαρτιάτες, αλλά και τις τρεις κατόρθωσε να δραπετεύσει. Η τελευταία του αιχμαλωσία συνέβη σε μία μάχη, με πολλούς Σπαρτιάτες στην οποία είχε πληγωθεί σε όλο του το σώμα, αλλά συνέχιζε να μάχεται, ώσπου μία πέτρα τον βρήκε στο πίσω μέρος του κεφαλιού και έπεσε κάτω. Τον έπιασαν αιχμάλωτο μαζί με άλλους πενήντα και για τιμωρία, τους έριξαν στην βαθιά χαράδρα του Καιάδα, που ήταν στο βουνό Ταΰγετος. Όλοι οι άλλοι σκοτώθηκαν, αλλά ο Αριστομένης έπεσε πάνω στα φτερά ενός αετού και σώθηκε.
Όταν αναλογίστηκε ότι δεν υπήρχε τρόπος να βγει από αυτήν την άβυσσο, ξάπλωσε κάτω και καλύπτοντας το σώμα με τον μανδύα του, περίμενε να πεθάνει. Τρεις μέρες αργότερα και κατά την διάρκεια της νύχτας άκουσε έναν ελαφρύ θόρυβο και στο σκοτάδι διέκρινε μία αλεπού να τρώγει στα πτώματα. Κατάφερε να πιάσει την αλεπού από την ουρά και οδηγούμενος από αυτήν σε μία μικρή τρύπα, την άνοιξε περισσότερο και πέρασε έξω από την χαράδρα.
Αμέσως πήγε στην πόλη της Ήρας, η οποία επολιορκείτο από τους Σπαρτιάτες. Περνώντας μέσα από το στρατόπεδο τους, σκότωσε πολλούς από αυτούς στον ύπνο τους και λεηλάτησε τις σκηνές των στρατηγών.
Αργότερα, κατά την διάρκεια μιας θυελλώδους νύχτας και με την βοήθεια ενός πληροφοριοδότη, οι Σπαρτιάτες μπήκαν στην Ήρα. Έγινε σκληρή μάχη, στην οποία οι Μεσσήνιοι αγωνίσθηκαν απελπισμένα, οι γυναίκες επίσης, ρίχνοντας κεραμίδια στους Σπαρτιάτες στρατιώτες, αλλά στο τέλος νικήθηκαν.
Ο Αριστομένης μαζί με πολλούς άλλους κατάφεραν να σπάσουν την Σπαρτιατική γραμμή και παίρνοντας τα γυναικόπαιδα πήγαν στην Αρκαδία. Αμέσως διάλεξε πεντακόσιους άνδρες εθελοντές και με την βοήθεια τριακοσίων Αρκάδων, αποφάσισε να καταλάβει την πόλη της Σπάρτης αιφνιδιαστικά, τώρα που ο στρατός της έλλειπε. Ήταν έτοιμοι να ξεκινήσουν όταν ανακάλυψαν, ότι ο βασιλιάς της Αρκαδίας Αριστοκράτης, είχε στείλει αγγελιοφόρο στους Εφόρους, πληροφορώντας τους για το σχέδιο. Ο προδότης βασιλιάς σκοτώθηκε στην πλατεία της πόλης από τον Αρκαδικό λαό με πέτρες και το πτώμα του το πέταξαν έξω από τα σύνορα της Αρκαδίας.
Μετά από αυτά οι Μεσσήνιοι έφυγαν για την Κυλλήνη και από εκεί στην Κάτω Ιταλία όπου και ίδρυσαν την νέα πόλη της Μεσσήνης. Ο Αριστομένης δεν τους ακολούθησε και πήγε στην Ρόδο στον αδελφό του, όπου και πέθανε από πίκρα. Οι Μεσσήνιοι που έμειναν, έγιναν είλωτες και έτσι τελείωσε και ο δεύτερος Μεσσηνιακός πόλεμος.
Άργος. Ο πόλεμος των εξακοσίων.
Γύρω στο 720 π.Χ., ο Σπαρτιατικός στρατός υπό την αρχηγία του βασιλέως Νίκανδρου και με την βοήθεια της πόλεως Ασίνης, λεηλάτησε την Αργολίδα. Οι Αργείοι δεν το λησμόνησαν και λίγο αργότερα πήραν εκδίκηση, καταστρέφοντας ολοσχερώς την Ασίνη.
Με την σειρά τους οι Σπαρτιάτες υπέταξαν την Κυνουρία, η οποία ήταν υπό την κηδεμονία του Άργους.
Το 547 π.Χ., οι Αργείοι προσπάθησαν να επανακτήσουν την περιοχή, αλλά αντί για ολοκληρωτική μάχη συμφώνησαν με τους Λακεδαιμονίους, να κριθεί το αποτέλεσμα του πολέμου και η κατοχή της Κυνουρίας, με την αναμέτρηση τριακόσιων ανδρών από την κάθε πλευρά. Η σύγκρουσης των εξακοσίων ανδρών ήταν τόσο βίαιη, ώστε μόνο δύο Αργείοι οπλίτες επέζησαν και ένας πληγωμένος Σπαρτιάτης. Οι δύο Αργείοι οπλίτες, Αλκήνωρ και Χρόμιος, έφυγαν για να μεταφέρουν τα νέα της νίκης τους στο Άργος, αλλά ο Σπαρτιάτης Οθριάδης κατάφερε να συγκεντρώσει την λεία από τα σώματα των νεκρών του εχθρού και κατόπιν αυτοκτόνησε, μη θέλοντας να γυρίσει στην Σπάρτη μόνον αυτός. Και οι δύο πλευρές διεκδίκησαν την νίκη και γι’ αυτό λίγο αργότερα μία άλλη μάχη έλαβε μέρος, στην οποία οι Αργείοι ηττήθηκαν.
Πόλεμος της Τεγέας.
Οι Σπαρτιάτες επεχείρησαν αρκετές εκστρατείες εναντίον της Αρκαδίας και μετά από μακρά διαμάχη κατάφεραν να καταλάβουν το νότιο τμήμα της. Αλλά δεν είχαν την ίδια επιτυχία στον πόλεμο με την πόλη της Τεγέας. Έχαναν την μια μάχη μετά την άλλη και κατά την βασιλεία των Σπαρτιατών βασιλέων Λέοντος και Αγασικλή (580 π.Χ.), είχαν φέρει αλυσίδες για να αλυσοδέσουν τους Τεγεάτες. Αλλά απέτυχαν, χάνοντας ολοκληρωτικά την μάχη και τους στρατιώτες οι Αργείοι τους αλυσόδεσαν με τις ίδιες αλυσίδες, που είχαν οι ίδιοι φέρει.
Οι Σπαρτιάτες στην απόγνωση τους ζήτησαν την βοήθεια του μαντείου των Δελφών, το οποίο τους συμβούλευσε να πάρουν τα οστά του Ορέστη (γιου του Αγαμέμνονα). Το μαντείο ακόμη τους υπέδειξε που να βρουν τα οστά του ήρωα στην Τεγέα και οι Σπαρτιάτες με μια επιδέξια επιχείρηση κατάφεραν να τα μεταφέρουν στην Σπάρτη. Όταν συνέβη αυτό, η τύχη του πολέμου γύρισε με το μέρος τους και οι υπερήφανοι Τεγεάτες έχασαν κάθε μάχη. Τελικά παραδέχτηκαν την υπεροχή της Σπάρτης, αλλά δεν υποδουλώθηκαν και συνέχισαν να είναι κύριοι της πόλης τους, ως εξαρτώμενοι σύμμαχοι.
Κλεομένης I
Ο Κλεομένης ανέβηκε στον θρόνο της Σπάρτης, γύρω στο 520 π.Χ. Σε μία διαμάχη μεταξύ του Κλεισθένη των Αθηνών και του Ισαγόρα, προσκαλέστηκε από τον Ισαγόρα, να τον βοηθήσει. Πράγματι ο Κλεομένης, ανάγκασε τον Κλεισθένη και την οικογένεια του να φύγουν από την πόλη, αλλά όταν εξόρισε πεντακόσιες οικογένειες και προσπάθησε να αλλάξει το πολίτευμα, οι Αθηναίοι επαναστάτησαν και τον απέκλεισαν στην Ακρόπολη. Μετά από αυτό το γεγονός, ο Κλεομένης παραδόθηκε και έφυγε από την Αττική. Λίγο αργότερα συγκέντρωσε στρατό από την Σπάρτη και τους συμμάχους της και βάδισε εναντίον της Αθήνας, χωρίς όμως να φανερώσει το λόγο της εκστρατείας, ότι ήθελε να εγκαταστήσει τον Ισαγόρα τύραννο των Αθηνών. Αλλά όταν ο στρατός μπήκε στην Αττική, οι Κορίνθιοι μαθαίνοντας τον λόγο της εκστρατείας, απεχώρησαν. Ο δεύτερος βασιλιάς της Σπάρτης, Δημάρατος, ο οποίος ήταν και αυτός στην εκστρατεία αρνήθηκε να συνεχίσει και επέστρεψε πίσω και έτσι η εκστρατεία ματαιώθηκε.
Αυτό έδωσε την ευκαιρία στην Αθήνα να επιτεθεί στους Θηβαίους και Χαλκιδείς, οι οποίοι λεηλατούσαν την Αττική, κατατροπώνοντας και τους δύο.
Στην Σπάρτη, μετά την διαμάχη των βασιλέων, ψηφίσθηκε καινούργιος νόμος που ανέφερε, ότι στο μέλλον μόνον ο ένας από τους δύο βασιλείς, θα αναλάμβανε μια εκστρατεία. Επίσης έκαναν σύγκλιση της Συμμαχίας και πρότειναν να επαναφέρουν τον Ιππία στην Αθήνα, ο οποίος ήταν φίλος της Σπάρτης και είχε έλθει από την Ασία για το συμβούλιο. Αλλά και πάλι οι Κορίνθιοι και άλλοι σύμμαχοι απέρριψαν το σχέδιο.
Γύρω στο 505 π.Χ., πόλεμος μεταξύ της Σπάρτης και του Άργους έλαβε μέρος, αλλά η αιτία είναι άγνωστη.
Το 499 π.Χ., ο ηγήτορας της Ιωνίας Αριστάγορας ήλθε στην Σπάρτη και ζήτησε την βοήθεια της στην επανάσταση εναντίον των Περσών. Ο Κλεομένης αρνήθηκε και τον διέταξε να φύγει από την πόλη.
Αργότερα ο Κλεομένης βάδισε εναντίον του Άργους, αλλά απέτυχε να πάρει την πόλη. Τότε ζήτησε πλοία από την Σικυώνα και την Αίγινα, οι οποίες χωρίς την θέληση τους τα έδωσαν και αποβιβάστηκε κοντά στην Τίρυνθα. Εκεί, σε ένα μέρος ονομαζόμενο Σέπια, μεταξύ του Άργους και της θάλασσας, βρήκε τον Αργειακό στρατό. Από σοβαρή αμέλεια των Αργείων τους αιφνιδίασε και τους νίκησε. Οι Αργείοι μετά προσπάθησαν να βρουν καταφύγιο στο ιερό άλσος του ήρωα Άργους. Ο Κλεομένης τους περικύκλωσε και έβαλε φωτιά στο δάσος. Έξι χιλιάδες Αργείοι έχασαν την ζωή τους την μέρα εκείνη, σχεδόν τα δύο τρίτα ολοκλήρου του στρατού (494 π.Χ.).
Ο Κλεομένης υποκίνησε τον Λεωτυχίδη, τον διάδοχο της βασιλικής οικογένειας των Προκλειδών, να αμφισβητήσει την νομιμότητα του βασιλιά Δημάρατου. Για να επιλύσουν το πρόβλημα οι Σπαρτιάτες πήγαν στο μαντείο των Δελφών, το οποίο προκήρυξε τον Δημάρατο ως αθέμιτο βασιλιά.
Όταν αργότερα έγινε γνωστό, ότι ο Κλεομένης είχε δωροδοκήσει το μαντείο, τον διέταξαν να γυρίσει πίσω, αλλά αυτός διέφυγε πρώτα στην Θεσσαλία και μετά στην Αρκαδία, όπου και ίδρυσε την Παν-Αρκαδική συμμαχία.
Οι Σπαρτιάτες τον κάλεσαν πάλι δίνοντας του υποσχέσεις, αλλά όταν έφθασε στην πόλη, ο λαός του επιτέθηκε, χτυπώντας τον στο κεφάλι, όπως ήταν το έθιμο. Οι Έφοροι τον προκήρυξαν παράφρονα. Αυτοκτόνησε, ακρωτηριάζοντας τον εαυτό του με μαχαίρι (488 π.Χ.).
Οι Περσικοί πόλεμοι.
Μετά την πάταξη της Ιωνικής επαναστάσεως, ο βασιλιάς των Περσών Δαρείος άρχισε να ετοιμάζει στρατό για εκστρατεία εναντίον της Ελλάδος.
Η Περσική εκστρατεία που ακολούθησε, υπό την αρχηγία του Μαρδόνιου κατέληξε σε πανωλεθρία, χάνοντας όλο το στόλο του σε μία ισχυρή καταιγίδα στην χερσόνησο του όρους Άθως. Ο Δαρείος δεν πτοήθηκε και έχοντας στην αυλή του τον τύραννο Ιππία, ο οποίος του κρατούσε ζωντανό το μίσος εναντίον των Αθηναίων, άρχισε να ετοιμάζει την δεύτερη εκστρατεία, πολύ μεγαλύτερη της πρώτης. Πρώτα έστειλε αγγελιοφόρους σε διάφορες Ελληνικές πόλεις για να ζητήσουν νερό και χώμα. Οι Αθηναίοι τους πέταξαν στο βάραθρο και οι Σπαρτιάτες σε ένα πηγάδι, για να βρουν εκεί το “νερό και το χώμα”.
Για πρώτη φορά οι Ελληνικές πόλεις, μπροστά στον επερχόμενο κίνδυνο ενώθηκαν και ανεγνώρισαν την Σπάρτη ως ηγήτορα της Ελλάδος. Η Σπάρτη όμως αρνήθηκε να στείλει στρατό για να βοηθήσει την Αθήνα στον Μαραθώνα και έφθασε στο πεδίο της μάχης πολύ αργότερα, για να δει με έκπληξη ότι οι Αθηναίοι είχαν νικήσει (490 π.Χ.).
Η τύχη όμως ήταν με το μέρος της Ελλάδος, γιατί στην επόμενη εκστρατεία αρχηγός των Περσών ήταν ο γιος του Δαρείου, Ξέρξης, ο οποίος ήταν πολύ κατώτερος άνδρας από τον πατέρα του.
Η μάχη των Θερμοπυλών 480 π.Χ.
Όταν ο Ξέρξης έφθασε στις Θερμοπύλες, βρήκε να υπερασπίζεται από ένα σώμα τριακοσίων Σπαρτιατών και από επτά χιλιάδες οπλίτες άλλων πόλεων, υπό την αρχηγία του Σπαρτιάτη βασιλιά Λεωνίδα.
Ο Ξέρξης μαθαίνοντας για τον μικρό αριθμό των Ελληνικών δυνάμεων και ότι αρκετοί Σπαρτιάτες έξω από τα τείχη γυμνάζονταν και χτένιζαν τα μαλλιά τους, στην αμηχανία του, κάλεσε τον Δημάρατο να του εξηγήσει την έννοια όλων αυτών. Ο Δημάρατος του είπε, ότι οι Σπαρτιάτες θα υπερασπισθούν το μέρος μέχρι θανάτου και ότι υπήρχε παράδοση να πλένουν και να χτενίζουν τα μαλλιά τους με ιδιαίτερη προσοχή, όταν επρόκειτο να θέσουν την ζωή τους σε κίνδυνο. Ο Ξέρξης που δεν πίστεψε τον Δημάρατο, καθυστέρησε την επίθεση επί τέσσαρες μέρες, νομίζοντας ότι οι Έλληνες θα διασκορπίζονταν, όταν θα αντιλαμβάνονταν τις μεγάλες δυνάμεις του.
Έστειλε επίσης αγγελιοφόρους, ζητώντας να παραδώσουν τα όπλα τους. Η απάντηση του Λεωνίδα ήταν “Μολών λαβέ” (έλα να τα πάρεις).
Όταν είπαν σε ένα Σπαρτιάτη για τον μεγάλο αριθμό των Περσικών δυνάμεων, οι οποίοι με τα βέλη τους θα έκρυβαν τον ήλιο, απάντησε
“τόσο το καλύτερο, θα πολεμήσουμε στην σκιά”.
Την πέμπτη ημέρα ο Ξέρξης επιτέθηκε χωρίς καμία επιτυχία και με μεγάλες απώλειες, αν και οι Μήδες πολέμησαν γενναία. Τότε έδωσε διαταγή στην προσωπική του φρουρά, τους “Αθανάτους” υπό την αρχηγία του Υρδάνη, ένα σώμα δέκα χιλιάδων ανδρών από τους καλύτερους Πέρσες στρατιώτες, να επιτεθούν, αλλά και αυτοί απέτυχαν και παρατηρήθηκε ότι ο Ξέρξης πήδησε από τον θρόνο του τρεις φορές, από θυμό και αγωνία. Την επόμενη μέρα επετέθησαν και πάλι, δεν υπήρξε όμως καμία πρόοδος. Ο Ξέρξης ήταν απελπισμένος, αλλά η τύχη του άλλαξε, όταν ο Εφιάλτης, γιος του Ευρίδημου από την Μαλίδα, του είπε για ένα κρυφό μονοπάτι μέσα στο βουνό. Αμέσως εστάλη μία ισχυρή Περσική δύναμης από τους “Αθανάτους” με αρχηγό τον Υρδάνη, οδηγούμενη από τον προδότη. Τα ξημερώματα έφθασαν στην κορυφή, όπου είχαν στρατοπεδεύσει οι Φωκείς, οι οποίοι μόλις είδαν τον Περσικό στρατό ετράπησαν σε φυγή.
Όταν ο Λεωνίδας έμαθε τα γεγονότα, διέταξε να συγκληθεί το συμβούλιο του πολέμου. Πολλοί είχαν την γνώμη, ότι έπρεπε να αποσυρθούν και να βρουν μία καλύτερη τοποθεσία για να αμυνθούν, αλλά ο Λεωνίδας, ο οποίος εδεσμεύετο από τους νόμους της Σπάρτης και από ένα χρησμό, που είχε προφητεύσει ότι είτε η Σπάρτη ή ένας βασιλιάς της Σπάρτης θα έπρεπε να θυσιαστεί, αρνήθηκε. Τριακόσιοι Σπαρτιάτες και επτακόσιοι Θεσπιείς πήραν την απόφαση να μείνουν και να μαχηθούν. Στους υπόλοιπους επετράπη να φύγουν, με εξαίρεση τετρακοσίων Βοιωτών οι οποίοι κρατήθηκαν ως όμηροι.
Ο Λεωνίδας δεν περίμενε την Περσική επίθεση, η οποία καθυστερούσε από τον Ξέρξη και βάδισε εναντίον τους. Στην μάχη που επακολούθησε χιλιάδες Πέρσες σκοτώθηκαν και οι υπόλοιποι υποχώρησαν προς την θάλασσα, αλλά όταν τα Σπαρτιάτικα δόρατα έσπασαν, οι Σπαρτιάτες άρχισαν να έχουν απώλειες και ένας από τους πρώτους που έπεσαν, ήταν ο Λεωνίδας. Γύρω από το σώμα του μία από τις πιο σκληρές μάχες έλαβε μέρος. Τέσσερις φορές οι Πέρσες επιτέθηκαν να το πάρουν και τις τέσσερις απωθήθηκαν. Στο τέλος, οι Σπαρτιάτες εξαντλημένοι και πληγωμένοι, μεταφέροντας το σώμα του Λεωνίδα, αποσύρθηκαν πίσω από το τείχος, αλλά περικυκλώθηκαν από τον εχθρό, που τους σκότωσε με βέλη.
Σε αυτό το σημείο, ένα μαρμάρινο λιοντάρι τοποθετήθηκε από τους Έλληνες προς τιμήν του Λεωνίδα και των ανδρών του, καθώς και δύο άλλα μνημεία πλησίον του.
Σε ένα από αυτά, έχουν γραφεί οι αθάνατες λέξεις:
“Ω ξείν αγγέλλειν Λακεδαιμονίοις, ότι τήδε κείμεθα τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι”.
Η μάχη των Πλαταιών 479 π.Χ.
Η απροθυμία, την οποία έδειξε η Σπάρτη μετά την μάχη των Θερμοπυλών και λίγο πριν την μάχη των Πλαταιών, δεν βοήθησε τους Έλληνες. Αλλά όταν τελικά πήρε την απόφαση να λάβει μέρος σοβαρά στον πόλεμο, το έκανε μεγαλειωδώς.
Πέντε χιλιάδες Σπαρτιάτες, ο καθένας τους ακολουθούμενος από επτά είλωτες, μαζί με πέντε χιλιάδες Λακεδαιμόνιους περίοικους (ο καθένας ακολουθούμενος από ένα είλωτα ελαφρά οπλισμένο) βάδισαν προς τον Ισθμό. Αυτός ήταν ένας αρκετά μεγάλος στρατός και ποτέ στο παρελθόν η Σπάρτη δεν είχε στείλει τόσο μεγάλη δύναμη στο πεδίο της μάχης. Στον Ισθμό, συναντήθηκαν με άλλους συμμάχους της Πελοποννήσου και προχώρησαν με κατεύθυνση τα Μέγαρα. Εκεί ενώθηκαν με τρεις χιλιάδες Μεγαρείς και τελικά στις Πλαταιές με οκτώ χιλιάδες Αθηναίους οπλίτες. Η πόλη των Πλαταιών συνείσφερε εξακόσιους οπλίτες, οι οποίοι ήλθαν από την Σαλαμίνα υπό την αρχηγία του Αριστείδη. Ο αριθμός των Ελληνικών δυνάμεων έφθανε τώρα τις τριάντα οκτώ χιλιάδες οπλίτες, οι οποίοι μαζί με τους ελαφρά οπλισμένους στρατιώτες και τους είλωτες πλησίαζε τις εκατό δέκα χιλιάδες άνδρες. Ο αριθμός αυτός συμπεριλάμβανε τους χιλίους οκτακοσίους σχεδόν άοπλους Θεσπιείς. Δεν υπήρχε ιππικό και οι τοξότες ήταν πολλοί λίγοι.
Πέντε χιλιάδες Σπαρτιάτες, ο καθένας τους ακολουθούμενος από επτά είλωτες, μαζί με πέντε χιλιάδες Λακεδαιμόνιους περίοικους (ο καθένας ακολουθούμενος από ένα είλωτα ελαφρά οπλισμένο) βάδισαν προς τον Ισθμό. Αυτός ήταν ένας αρκετά μεγάλος στρατός και ποτέ στο παρελθόν η Σπάρτη δεν είχε στείλει τόσο μεγάλη δύναμη στο πεδίο της μάχης. Στον Ισθμό, συναντήθηκαν με άλλους συμμάχους της Πελοποννήσου και προχώρησαν με κατεύθυνση τα Μέγαρα. Εκεί ενώθηκαν με τρεις χιλιάδες Μεγαρείς και τελικά στις Πλαταιές με οκτώ χιλιάδες Αθηναίους οπλίτες. Η πόλη των Πλαταιών συνείσφερε εξακόσιους οπλίτες, οι οποίοι ήλθαν από την Σαλαμίνα υπό την αρχηγία του Αριστείδη. Ο αριθμός των Ελληνικών δυνάμεων έφθανε τώρα τις τριάντα οκτώ χιλιάδες οπλίτες, οι οποίοι μαζί με τους ελαφρά οπλισμένους στρατιώτες και τους είλωτες πλησίαζε τις εκατό δέκα χιλιάδες άνδρες. Ο αριθμός αυτός συμπεριλάμβανε τους χιλίους οκτακοσίους σχεδόν άοπλους Θεσπιείς. Δεν υπήρχε ιππικό και οι τοξότες ήταν πολλοί λίγοι.
Οι Έλληνες, αφού συμβουλεύτηκαν τους Θεούς με θυσίες στην Ελευσίνα, βάδισαν πάνω από τις κορυφές του Κιθαιρώνα και κατεβαίνοντας από το βόρειο τμήμα είδαν το στρατόπεδο του Περσικού στρατού στην πεδιάδα του Ασωπού. Ο βασιλιάς Παυσανίας, που περίμενε καλούς οιωνούς από τις θυσίες, κρατούσε τις δυνάμεις του μακριά από τις επιθέσεις του Περσικού ιππικού, κοντά στις Ερυθρές, όπου το έδαφος ήταν ανόμοιο και τραχύ, αλλά ακόμα και αυτό δεν εμπόδισε τον στρατηγό Μασίστιο να επιτεθεί στους Έλληνες. Όταν οι Μεγαρείς βρέθηκαν σε μεγάλο κίνδυνο και είχαν μεγάλες απώλειες, τριακόσιοι Αθηναίοι οπλίτες επέτυχαν να αναχαιτίσουν τους Πέρσες, σκοτώνοντας τον μεγαλόσωμο και γενναίο Μασίστιο. Το σώμα του, το παρέλασαν θριαμβευτικά επάνω σε άρμα. Το γεγονός αυτό ενθουσίασε τον Παυσανία, ο οποίος έφερε τον στρατό στην πεδιάδα, σε παράταξη στην δεξιά πλευρά του Ασωπού.
Όταν ο Μαρδόνιος έμαθε την αλλαγή της θέσεως των Ελληνικών δυνάμεων, διέταξε τον στρατό του να πάρει θέση απέναντι τους, στην άλλη όχθη του Ασωπού. Ο ίδιος πήρε το πόστο της αριστεράς πτέρυγας, αντιμέτωπος των Λακεδαιμονίων. Ο υπόλοιπος στρατός του, αποτελούμενος από τους Έλληνες που είχαν προσχωρήσει στους Πέρσες, πενήντα χιλιάδες τον αριθμό, ήταν αντιμέτωπος των Αθηναίων. Το κέντρο του Μαρδόνιου αποτελείτο από Βακτριείς και Ινδούς. Ολόκληρος ο στρατός ανήρχετο στις τριακόσιες χιλιάδες άνδρες.
Επί οκτώ μέρες η επίθεσης αναβλήθηκε και από τις δύο πλευρές, λόγω κακών οιωνών. Την όγδοη ημέρα ο Μαρδόνιος με την συμβουλή του Θηβαίου αργηγού Τιμαγενίδα, έκοψε τις γραμμές ανεφοδιασμού των Ελλήνων και κατέλαβε μία μεγάλη αποστολή με εφόδια, σε μια πλαγιά του Κιθαιρώνα. Ο Αρτάβαζος επίσης τον συμβούλευσε να συνεχίσει αυτήν την τακτική ενοχλήσεων, αλλά ο Μαρδόνιος ήταν ανυπόμονος και διέταξε το ιππικό του να επιτεθεί, καταλαμβάνοντας την πηγή των Γαργαπαθείων.
Ο Παυσανίας συγκάλεσε το πολεμικό συμβούλιο και πήραν την απόφαση να οπισθοχωρήσουν σε μια τοποθεσία ονομαζόμενη Νησί, η οποία βρισκόταν δυο χιλιόμετρα μακρύτερα και στη μισή απόσταση από την πόλη των Πλαταιών. Όταν ο Παυσανίας έδωσε το βράδυ την διαταγή για οπισθοχώρηση, μερικοί από τους Σπαρτιάτες αρνήθηκαν να ακολουθήσουν. Οι απειλές δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα να πεισθεί ο Σπαρτιάτης λοχαγός Αμομφεράτος, ο οποίος παίρνοντας μία μεγάλη πέτρα, την πέταξε στα πόδια του Παυσανία, με την εξής φράση:
με αυτή την πέτρα δίνω την ψήφο μου να μην οπισθοχωρήσω.
Ο Παυσανίας, που δεν είχε καιρό να χάσει γιατί το ξημέρωμα έφτανε, άφησε τον Αμομφεράτο και τον λόχο του πίσω και βιάστηκε να πάει στο Νησί. Αργότερα ο Αμομφεράτος τους ακολούθησε.
Όταν ο Μαρδόνιος έμαθε ότι οι Έλληνες είχαν οπισθοχωρήσει, διέταξε επίθεση. Ο στρατός περνώντας το ποτάμι του Ασωπού, άρχισε να ρίχνει βέλη στους Έλληνες, οι οποίοι όμως δεν ανταπέδωσαν, περιμένοντας ακόμη τους καλούς οιωνούς από τις θυσίες. Όταν τελικά οι θυσίες καρποφόρησαν και άρχισε η μάχη ο Μαρδόνιος, επικεφαλής της σωματικής του φρουράς των χιλίων ανδρών, ήταν στην πρώτη γραμμή και πολεμούσε γενναία μέχρις ότου έπεσε, χτυπημένος από τον Σπαρτιάτη Αείμνηστο. Όταν ο Μαρδόνιος σκοτώθηκε, ο Περσικός στρατός οπισθοχώρησε στο οχυρωμένο στρατόπεδο τους. Αλλά αυτό δεν τους έσωσε, γιατί οι Έλληνες τους ακολούθησαν κατορθώνοντας να μπούνε μέσα. Έγινε μεγάλη σφαγή και μόνον τρεις χιλιάδες Πέρσες από τις τριακόσιες χιλιάδες κατόρθωσαν να σωθούν, δραπετεύοντας. Οι Έλληνες έχασαν μόνον χιλίους τριακοσίους άνδρες.
Το 464 π.Χ., κατά την διάρκεια της νύχτας, ένας ισχυρός σεισμός έπληξε την Σπάρτη και την υπόλοιπη Λακωνία. Η γη άνοιξε και οι κορυφές του Ταΰγετου σκίστηκαν στα δύο. Όλα τα σπίτια της Σπάρτης έπεσαν, εκτός από πέντε. Η καταστροφή συνεχίστηκε επί πέντε ημέρες. Πάνω από είκοσι πέντε χιλιάδες Λακεδαιμόνιοι έχασαν την ζωή τους.
Ι Πελοποννησιακός πόλεμος 431 – 421 π.Χ.
Η αναπόφευχτη συμπλοκή μεταξύ της Σπάρτης και της Αθήνας δεν άργησε να συμβεί. Ο Αρχίδαμος εισέβαλε στην Αττική την άνοιξη του 431 π.Χ. χωρίς κανένα εμπόδιο, εφ’ όσον η Αθήνα είχε πάρει την απόφαση να μην εμπλακεί σε μάχη εκ παρατάξεως με την Σπάρτη και έτσι άρχισε ο Πελοποννησιακός πόλεμος, που κράτησε 28 χρόνια.
Με το μέρος των Λακεδαιμονίων ήταν όλες οι Πελοποννησιακές πόλεις, εκτός του Άργους και της Αχαΐας που πήραν μέρος στον πόλεμο αργότερα, ακολουθώντας την Σπάρτη. Ήταν επίσης οι Βοιωτοί, Μεγαρείς, Φωκείς, Λευκαδίτες, Αμβρακιότες και Ανακτόριοι. Οι παράλιες πόλεις προμήθευσαν τον στόλο και οι Βοιωτοί, Λοκροί και Φωκείς το ιππικό.
Με το μέρος των Αθηναίων ήταν οι Πλαταιείς, Χιώτες, Λέσβιοι, Μεσσήνιοι, Κερκυραίοι, Ζακυνθινοί, Ακαρνανοί καθώς και οι πόλεις των παραλίων της Ασίας και Θράκης και όλα τα νησιά του Αιγαίου, εκτός της Μήλου και Θήρας. Οι Αθηναϊκές δυνάμεις ανέρχονταν στους 29,000 οπλίτες, 1200 ιππικό και 1600 τοξότες, ο δε στόλος της είχε 300 τριήρεις, χωρίς να υπολογίζονται τα πλοία των συμμάχων της. Οι Χιώτες, Κερκυραίοι και Λέσβιοι συνεισέφεραν και στόλο.
Οι δυνάμεις του Αρχίδαμου που μπήκαν στην Αττική αποτελούντο από 60,000 έως 100,000 άνδρες. Στην αρχή επεχείρησε επιδρομές στο οχυρό της Οινόης, αλλά χωρίς επιτυχία. Κατόπιν βάδισε προς την Ελευσίνα, στην οποία έφθασε στα μέσα του Ιουνίου το 431 π.Χ. Αφού λεηλάτησε την Θρασεία πεδιάδα, στρατοπέδευσε στις Αχαρνές, επτά μίλια έξω από την Αθήνα. Στο μεταξύ οι Αθηναίοι είχαν συγκεντρωθεί μέσα στα τείχη και είχα στείλει όλα τα ζώα στην Εύβοια. Ο Αρχίδαμος εγκατέλειψε την Αττική στο τέλος του Ιουλίου και ο στρατός του διαλύθηκε αμέσως. Με την αναχώρηση του, οι Αθηναίοι στο τέλος του Σεπτεμβρίου επετέθησαν στα Μέγαρα και τα κατέστρεψαν.
Την άνοιξη του 430 π.Χ., ο Αρχίδαμος εισέβαλε ξανά στην Αττική, αλλά στο μεταξύ ο λοιμός είχε ξεσπάσει στην Αττική. Οι Λακεδαιμόνιοι με μεγαλύτερο μένος κατέστρεψαν τα περίχωρα της Αθήνας, βαδίζοντας μέχρι και τα ορυχεία του Λαυρίου. Με την σειρά τους οι Αθηναίοι έστειλαν 100 τριήρεις υπό την αρχηγία του Κνέμου, και κατέστρεψαν το νησί της Ζακύνθου.
Στον τρίτο χρόνο του πολέμου (429 π.Χ.), ο Αρχίδαμος βάδισε εναντίον των Πλαταιών και απαίτησε να του παραδώσουν την πόλη και όλη την περιουσία τους, υποσχόμενος ότι μετά τον πόλεμο θα τους επιστρέφονταν όλα. Η πλειοψηφία των Πλαταιών ήθελαν να γίνει δεκτή η πρότασης, αλλά οι Αθηναίοι τους παρότρυναν να μην την δεχθούν και τους υποσχέθηκαν βοήθεια. Μετά την άρνηση τους, ο Αρχίδαμος περικύκλωσε την πόλη των Πλαταιών και έτσι ξεκίνησε η φημισμένη πολιορκία της πόλης. Επί τρεις μήνες οι Σπαρτιάτες προσπάθησαν να την καταλάβουν χωρίς καμία επιτυχία, γι’ αυτό αποφάσισαν να αποκλείσουν την πόλη και να λιμοκτονήσουν τον πληθυσμό. Έτσι έχτισαν γύρω από την πόλη διπλό τείχος, αλλά ούτε και αυτά τα μέτρα έφεραν αμέσως επιτυχία. Μετά από δύο χρόνια, όταν οι προμήθειες τελείωσαν, σε μία θυελλώδη νύχτα του Δεκεμβρίου, απέδρασαν 212 άτομα. Ο υπόλοιπος πληθυσμός παραδόθηκε το 427 π.Χ. και αφού πέρασαν από δίκη, από πέντε Σπαρτιάτες δικαστές, τους εκτέλεσαν.
Την πόλη των Πλαταιών οι Σπαρτιάτες την παρέδωσαν στην Θήβα, οι οποίοι μετά από λίγους μήνες κατέστρεψαν όλα τα σπίτια της.
Κατά την διάρκεια του τετάρτου και πέμπτου έτους του πολέμου, οι Σπαρτιάτες εισέβαλαν ξανά στην Αττική, ενώ τον έκτο χρόνο (426 π.Χ.) δεν μπήκαν. Μία σειρά από ισχυρούς σεισμούς και πλημμύρες συνέβησαν σε διάφορα μέρη της Ελλάδος και στην Αθήνα ο λοιμός ξαναπαρουσιάστηκε.
Στον έβδομο χρόνο του πολέμου ο Σπαρτιατικός στρατός υπό την αρχηγία του βασιλιά Άγη εισήλθε στην Αττική, αλλά μόνο για το χρονικό διάστημα των δεκαπέντε ημερών. Ο Άγης ανακλήθηκε και βάδισε εναντίον της Πύλου, λόγω ότι οι Αθηναίοι είχαν εγκαταστήσει στρατιωτικό σταθμό στην Πύλο της Μεσσηνίας. Ο Πελοποννησιακός στόλος που ήταν στην Κέρκυρα κάτω υπό την αρχηγία του Θρασυμελίδα, πήρε εντολή επίσης να πλεύσει στην Πύλο. Όταν ο Θρασυμελίδας έφθασε στην Πύλο με τον στόλο, κατέλαβε το μικρό και δασώδες νησί της Σφακτηρίας, με τετρακοσίους άνδρες και είκοσι οπλίτες με τους είλωτες. Ένα μέρος αυτών, διακόσιοι ενενήντα δύο, που πολλοί από αυτούς ανήκαν σε ηγετικές οικογένειες, συνελήφθηκαν από τον Αθηναίο Κλέοντα και αλυσοδεμένοι μεταφέρθηκαν στην Αθήνα, οι δε υπόλοιποι σκοτώθηκαν σε μία σοβαρή εμπλοκή στο νησάκι. Το γεγονός αυτό εξέπληξε τον Ελληνικό κόσμο που γνώριζε καλά, ότι οι Σπαρτιάτες δεν παραδίδονταν. Η Σπάρτη ήταν τώρα σε πάρα πολύ άσχημη θέση. Οι Μεσσήνιοι της Πύλου μαζί με είλωτες που είχαν δραπετεύσει θα μπορούσαν να λεηλατήσουν την περιοχή και επίσης δεν θα μπορούσε πλέον να εισβάλει στην Αττική γνωρίζοντας καλά, ότι οι Αθηναίοι θα εκτελούσαν τους αιχμαλώτους.
Ο όγδοος χρόνος του πολέμου (424 π.Χ.) ήταν καταστρεπτικός για την Αθήνα. Νικήθηκαν στην μάχη του Δήλιου από τους Θηβαίους και έχασαν επίσης την Θράκη. Μετά από αυτά τα γεγονότα οι Αθηναίοι σκέφθηκαν σοβαρά τις προτάσεις της Σπάρτης για ειρήνη.
Τον ίδιο χρόνο, ένα από τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα που έγιναν στην αρχαία Ελλάδα, έλαβε μέρος. Η Σπάρτη προσποιούμενη ότι θα δώσει ελευθερία στους πιο άξιους από τους Είλωτες, οι οποίοι είχαν πολεμήσει γενναία, διάλεξε δύο χιλιάδες άνδρες από τους καλύτερους και αφού τους στεφάνωσε σε τελετή, τους σκότωσε με μυστική εντολή των Εφόρων. Η αιτία ήταν ότι η Σπάρτη ένιωθε την απειλή της αυξανομένης δύναμης τους.
Τον ένατο χρόνο του πολέμου (423 π.Χ.) υπεγράφη ανακωχή για έναν χρόνο, κατά την διάρκεια του οποίου η μόνιμη ειρήνη θα διεπραγματεύετο. Αλλά οι διαπραγματεύσεις σταμάτησαν δύο μέρες μετά την υπογραφή της ανακωχής, όταν οι Αθηναίοι έμαθαν ότι η Σκιώνη επαναστάτησε και ήταν υπό την αρχηγία του Βρασίδα. Τον Αύγουστο, μια Αθηναϊκή δύναμης υπό την αρχηγία του Κλέωνος, εστάλη στην Σκιώνη. Στην μάχη που ακολούθησε, ο Κλέων και ο Βρασίδας σκοτώθηκαν, και έτσι τα εμπόδια για μόνιμη ειρήνη λιγόστεψαν.
Ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Πλειστοάναξ και ο στρατηγός Νικίας των Αθηνών, την άνοιξη του 421 π.Χ., υπέγραψαν συμφωνία ειρήνης για πενήντα χρόνια, την επονομαζόμενη συνθήκη του Νικία. Οι Σπαρτιάτες αιχμάλωτοι επέστρεψαν και επετράπη στην Αθήνα να κρατήσει τις πόλεις Ανακτόριο, Σόγιο και Νήσε. Δεν έμειναν όμως όλοι ευχαριστημένοι με την συνθήκη και οι σύμμαχοι της Σπάρτης, Κόρινθος, Θήβα, Μέγαρα και Ηλεία, αρνήθηκαν να την υπογράψουν.
Κατά την διάρκεια της ειρήνης, τα πράγματα μεταξύ Σπάρτης και Αθηνών δεν υπήρξαν ικανοποιητικά. Οι σύμμαχοι της, Βοιωτοί και Κορίνθιοι δεν αποδέχτηκαν την ειρήνη και η Αθήνα αρνήθηκε να εκκενώσει την Πύλο. Ο Αλκιβιάδης των Αθηνών έπεισε τους Αχαιούς και Πατρινούς να συμμαχήσουν με την Αθήνα και βοήθησε το Άργος στην επιδρομή του εναντίον της Επιδαύρου, την οποία λεηλάτησαν. Οι Σπαρτιάτες δεν μπορούσαν να τα δεχθούν όλα αυτά και αφού συγκέντρωσαν ένα μεγάλο στρατό, με πολλούς συμμάχους, εισέβαλαν στο Άργος και περικύκλωσαν τον Αργειακό στρατό. Η μάχη επρόκειτο να αρχίσει, όταν δύο ολιγαρχικοί αρχηγοί του Άργους ήλθαν στον βασιλιά της Σπάρτης Άγη και τον έπεισαν να υπογράψει ανακωχή για τέσσαρες μήνες. Λίγο αργότερα ο Αλκιβιάδης, οδηγώντας μια δύναμη χιλίων οπλιτών και τετρακοσίων ιππέων, ήλθε να βοηθήσει τους Αργείους και τους έπεισε να επιτεθούν στην πόλη του Ορχομενού στην Αρκαδία. Αφού κατέλαβαν τον Ορχομενό, βάδισαν εναντίον της Τεγέας. Στο μεταξύ ο βασιλιάς Άγης, ο οποίος κατηγορήθηκε για την συνθήκη με τους Αργείους, βάδισε με μεγάλη δύναμη στην περιοχή της Μαντινείας και στρατοπέδευσε κοντά στο ιερό του Ηρακλή. Οι Αργείοι και οι σύμμαχοι τους έφυγαν από την πόλη της Μαντινείας και σε ένα καλά διαλεγμένο σημείο έδωσαν μάχη. Ο βασιλιάς Άγης ήταν έτοιμος να επιτεθεί σε αυτήν την τοποθεσία που ήταν πλεονεκτική για τους Αργείους, αλλά όταν οι Σπαρτιάτες τους πλησίασαν, ένας παλαίμαχος οπλίτης του είπε, ότι με την πράξη του αυτή προσπαθούσε
“να διορθώσει ένα λάθος, διαπράττοντας ένα άλλο”.
Αυτές οι λέξεις τον έκαναν να οπισθοχωρήσει. Μετά από αυτά οι Αργείοι επήραν θέση στην πεδιάδα και προσπάθησαν να τους αιφνιδιάσουν. Το δεξιό τμήμα του Αργειακού στρατού, το οποίο αποτελείτο από την αφρόκρεμα της αριστοκρατίας, ένα μόνιμο σώμα από χιλίους διαλεχτούς στρατιώτες, οι οποίοι εκπαιδεύοντο και συντηρούντο με δημόσιες δαπάνες από την πόλη του Άργους, έτρεψε σε φυγή τους Λακεδαιμόνιους, αλλά ο Άγης με τον υπόλοιπο στρατό έχοντας περισσότερο επιτυχία, κατόρθωσε να κερδίσει την μάχη (Ιούνιο 418 π.Χ.). Οι Αθηναίοι έχασαν διακοσίους οπλίτες συμπεριλαμβανομένων και των στρατηγών Λάχη και Νικόστρατου, ενώ οι Αργείοι και οι άλλοι σύμμαχοι έχασαν εννιακοσίους άλλους άνδρες. Από τον Λακεδαιμόνιο στρατό μόνο τριακόσιοι άνδρες χάθηκαν. Παρόλο αυτά τα γεγονότα, η ειρήνη του Νικία ίσχυε ακόμη.
ΙΙ Πελοποννησιακός πόλεμος 415 – 404 π.Χ.
Το 415 π.Χ., στην εκστρατεία των Αθηναίων εναντίον των Συρακουσών, ο Σπαρτιάτης στρατηγός Γύλλιπος με τέσσερα πλοία, ήλθε προς βοήθεια των Συρακουσών και αν και η δύναμης του ήταν μικρή, βοήθησε πολύ τους Συρακούσιους να κερδίσουν τον πόλεμο. Κατέλαβε πρώτα το Αθηναϊκό οχυρό στο Λάβδαλο, το οποίο τον έκανε κύριο της Επίπολης, όπου και έκανε οχυρώσεις. Αμέσως μετά έκτισε ένα τείχος να διασχίζει τις Αθηναϊκές γραμμές στην βόρεια πλευρά. Λίγο αργότερα ενισχύθηκε με την άφιξη τριάντα τριηρών. Αυτή η μικρή προσφορά της Σπάρτης στον πόλεμο είχε μεγάλη σημασία.
Μετά την Αθηναϊκή καταστροφή στις Συρακούσες, ο πόλεμος μεταξύ της Αθήνας και Σπάρτης έγινε θαλάσσιος. Οι Λακεδαιμόνιοι έδωσαν μεγαλύτερη προσοχή στην ναυτική δύναμη τους και ένα καινούργιο αξίωμα, αυτό του Ναύαρχου δημιουργήθηκε. Ο Ναύαρχος ήταν ακόμη ανώτερος των Εφόρων. Στην αρχή όμως η Σπάρτη δεν είχε μεγάλη επιτυχία.
Τον Αύγουστο του 411 π.Χ., ο Πελοποννησιακός στόλος υπό την αρχηγία του Μίνδαρου, έχασε την ναυτική μάχη στην Κυνόσημα. Ο Αθηναϊκός στόλος αν και μικρότερος, στον πορθμό της Σέστου και Αβύδου, νίκησαν ολοκληρωτικά.
Το 410 π.Χ., ο Αλκιβιάδης κατάφερε να αιχμαλωτίσει ολόκληρο τον Πελοποννησιακό στόλο στην Κύζικο. Ο Μίνδαρος σκοτώθηκε και ο δεύτερος στην αρχηγία Σπαρτιάτης, έστειλε στους Εφόρους ένα γράμμα σε Λακωνικό ύφος
“Τα πλοία χάθηκαν; Ο Μίνδαρος σκοτώθηκε; Οι άνδρες πεινούν; Δεν ξέρω τι να κάνω.”
Οι Σπαρτιάτες ήταν τόσο αποκαρδιωμένοι που έστειλαν τον Έφορο Αίνδιο στην Αθήνα για να υπογράψει συνθήκη ειρήνης, αλλά οι Αθηναίοι, οι οποίοι ήταν κάτω από την επήρεια του δημαγωγού Κλεόφωνος, απέρριψαν την πρόταση.
Οι Σπαρτιάτες τότε διόρισαν έναν νέο ναύαρχο, τον ικανό Λύσανδρο. Όταν η θητεία της αρχηγίας του τελείωσε, αντικαταστάθηκε από τον Καλλικρατίδα, ο οποίος αύξησε τον αριθμό των πλοίων του Σπαρτιατικού στόλου. Έγινε ναυτική μάχη στο λιμάνι της Μυτιλήνης με τον Αθηναϊκό στόλο υπό την αρχηγία του Κόνωνα. Οι Αθηναίοι, οι οποίοι ήταν λιγότεροι σε αριθμό, έχασαν την μάχη και τριάντα πλοία. Σαράντα ακόμη πλοία τα έσωσαν φέρνοντας τα στην ακτή κοντά στα τείχη της πόλης.
Ο Καλλικρατίδας τότε μπλοκάρισε το νησί. Όταν τα νέα έφθασαν στην Αθήνα, έστειλαν στόλο από εκατόν δέκα τριήρεις και τις ενίσχυσαν αργότερα με άλλες σαράντα. Ο αριθμός των πλοίων του Καλλικρατίδα ήταν εκατόν είκοσι. Στο μικρό νησί των Αργηνουσσών, ο Αθηναϊκός στόλος συνάντησε τον Σπαρτιατικό και μετά από σκληρά μάχη τους νίκησαν (406 π.Χ.). Οι Λακεδαιμόνιοι έχασαν εβδομήντα επτά πλοία και τα υπόλοιπα υποχώρησαν στην Χίο και Φωκεία. Ο Καλλικρατίδας έπεσε από το πλοίο, όταν αυτό χτυπήθηκε από ένα άλλο και χάθηκε. Οι Αθηναίοι έχασαν μόνο είκοσι πέντε πλοία.
Αν και ήταν παράνομο για τον ναύαρχο της Σπάρτης να κάνει δεύτερη θητεία, ο Λύσανδρος με τον τίτλο του Επιστολέα, πήρε την αρχηγία του Σπαρτιατικού στόλου. Αμέσως έλαβε ένα μεγάλο ποσό χρημάτων από τον βασιλιά της Περσίας Κύρο, για να κατασκευάσει πλοία και έκανε πολιορκία στην Λάμψακο.
Οι Αθηναίοι που ήλθαν σε βοήθεια, έφθασαν πολύ αργά για να σώσουν την πόλη και έτσι παρέμειναν στους Αιγός-ποταμοί, κοντά στην πόλη της Λαμψάκου. Ο Λύσανδρος ο οποίος συστηματικά απέφευγε κάθε ναυτική μάχη, αφού τα πλοία του ήταν πολύ λιγότερα, κατόρθωσε να καταλάβει τον Αθηναϊκό στόλο μετά από προδοσία ή αμέλεια των Αθηναίων. Και οι 4,000 Αθηναίοι αιχμάλωτοι εκτελέσθηκαν. Το γεγονός αυτό ουσιαστικά σημάδεψε το τέλος της Αθήνας.
Εκστρατεία στην Ασία.
Μετά την πτώση των Αθηνών, η Σπάρτη υπήρξε αναμφισβήτητα ο ηγέτης της Ελλάδος, επί 34 χρόνια. Η πρώτη της ενέργεια ήταν να τιμωρήσει τους Ηλείους, οι οποίοι μαζί με τους Αργείους και Μαντινείους είχαν πάρει τα όπλα εναντίον της κατά την διάρκεια του πολέμου με την Αθήνα, καθώς και για τις προσβολές που είχαν δεχθεί όταν είχαν αποκλεισθεί από τους Ολυμπιακούς αγώνες. Απαίτησαν από τους Ηλείους να πληρώσουν τα έξοδα του πολέμου και να παραιτηθούν από τα δικαιώματα τους από τις εξαρτώμενες πόλεις της Τριφυλίας. Οι Ηλείοι φυσικά δεν δέχτηκαν αυτούς τους όρους και το 402 π.Χ. ο βασιλιάς Άγης μπήκε στην περιοχή τους, αλλά δυσμενείς συνθήκες και ένας σεισμός, τον ανάγκασαν να επιστρέψει στην Σπάρτη.
Τον επόμενο χρόνο εισέβαλαν στην Ηλεία ξανά. Αφού λεηλάτησαν και κατέστρεψαν την περιοχή, τους ανάγκασαν να υπογράψουν μία ταπεινωτική ειρήνη.
Το 400 π.Χ., ο βασιλιάς Άγης πέθανε και τον διαδέχθηκε ο Αγησίλαος, ο οποίος οδήγησε μια εκστρατεία στην Ασία. Ήταν η πρώτη φορά που Ελληνικός στρατός έμπαινε στην Ασία, μετά από την βασιλεία του Αγαμέμνονα.
Το 396 π.Χ., έφθασε στην Έφεσο και πήρε υπό την κηδεμονία του την πόλη. Όταν ο σατράπης Τισσαφέρνης του έστειλε μήνυμα να φύγει από την Ασία, ο Αγησίλαος τον ξεγέλασε και αντί να επιτεθεί στην Καριά, όπως αναμενόταν, βάδισε προς την Φρυγία, την σατραπεία του Αρνάβαζου και έφθασε στο Δασκύλιο, όπου όμως αναχαιτίσθηκε από το Περσικό ιππικό. Τότε επέστρεψε στην Έφεσο και οργάνωσε ιππικό.
Λίγο αργότερα ξεγέλασε και πάλι τον Τισσαφέρνη, κάνοντας γνωστό ότι θα βάδισε εναντίον στις Σάρδεις. Ο Τισσαφέρνης που σκέφθηκε ότι αυτό ήταν ακόμη ένα τέχνασμα, έστειλε το ιππικό του προς άλλη κατεύθυνση και ο Αγησίλαος χωρίς κανένα εμπόδιο έφθασε στον ποταμό Πακτωλό, όπου έγινε μάχη και οι Πέρσες νικήθηκαν.
Στο μεταξύ, ο Τισσαφέρνης δολοφονήθηκε και ο Τηθράστης ανέλαβε την θέση του, ο οποίος έπεισε τον Αγησίλαο να εγκαταλείψει την σατραπεία του, για το ποσό των τριάντα ταλάντων. Ο Αγησίλαος βάδισε προς την σατραπεία του Αρτάβαζου, του οποίου εκτίμησε την μεγαλοφροσύνη του και έφυγε από την περιοχή του και μπήκε στην πεδιάδα των Θηβών, κοντά στον κόλπο του Ηλείου.
Το 394 π.Χ., κατά την διάρκεια προετοιμασιών για μια μεγάλη εκστρατεία στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας, τον ανακάλεσαν να επιστρέψει στην Σπάρτη, η οποία βρισκόταν σε κίνδυνο.
Ο Αγησίλαος κατά την διάρκεια της εκστρατείας του είχε διορισθεί Ναύαρχος. Ήταν ο πρώτος άνδρας της Σπάρτης που είχε αποκτήσει τόση μεγάλη δύναμη. Αμέσως άρχισε να κατασκευάσει καινούργιο στόλο από 120 τριήρεις και επικεφαλής αυτών όρισε τον γαμπρό του Πείσανδρο. Στις αρχές του Αυγούστου τον ίδιο χρόνο, ο μισός στόλος της Σπάρτης κατελήφθη ή καταστράφηκε από τον Αθηναϊκό στόλο υπό την αρχηγία του Κόνωνα, στην χερσόνησο της Καριάς. Ο Πείσανδρος που πολέμησε ηρωικά σκοτώθηκε στην μάχη.
Σχεδόν τον ίδιο καιρό με την ναυμαχία της Κνίδου, έγινε και μια άλλη μάχη της Σπάρτης με τις ενωμένες δυνάμεις των Θηβαίων, Αθηναίων, Κορινθίων και Αργείων στην περιοχή της Κορινθίας, την οποία νίκησε η Σπάρτη (μάχη της Κορίνθου 394 π.Χ.).
Μάχη της Κορώνειας.
Τον Αύγουστο του 394 π.Χ., ο βασιλιάς Αγησίλαος επέστρεψε από την εκστρατεία στην Ασία και έφερε τον στρατό του στην πεδιάδα της Κορώνειας, στην Βοιωτία. Απέναντι του, οι Θηβαίοι με τους Αθηναίους και τους συμμάχους ήταν έτοιμοι για μάχη.
Οι δύο στρατοί ήλθαν κοντά ο ένας στον άλλο σιωπηλά. Όταν έφθασαν σε απόσταση διακοσίων μέτρων, οι Θηβαίοι ύψωσαν τα λάβαρα τους και άρχισαν να τρέχουν προς τον Σπαρτιατικό στρατό, ο οποίος άρχισε να κινείται μόνον όταν οι Θηβαίοι πλησίασαν στα εκατό μέτρα. Οι Θηβαίοι αμέσως υπερίσχυσαν στους απέναντι σε αυτούς άνδρες του Ορχομενού, στην αριστερά πλευρά, αλλά ο Αγησίλαος, ο οποίος είχε επιτυχία στην άλλη πλευρά, απέκοψε τους Θηβαίους από τον υπόλοιπο στρατό. Τώρα οι Θηβαίοι έπρεπε να επιτεθούν στους Σπαρτιάτες για να μπορέσουν να ενωθούν με τους συμμάχους. Ήταν τέτοια η δύναμη της σύγκρουσης των δύο στρατών, που τα δόρατα έσπασαν. Σπρώχνοντας με τις ασπίδες ο ένας τον άλλον, μπορούσαν να κάνουν χρήση μόνο τα μαχαίρια τους. Και οι δύο στρατοί μάχονταν απεγνωσμένα, αλλά οι Θηβαίοι κατόρθωσαν να σπάσουν τις Σπαρτιατικές γραμμές και να περάσουν ανάμεσα τους. Ο βασιλιάς Αγησίλαος, αν και πολλές φορές τραυματισμένος, ήταν στην πρώτη γραμμή και πολέμησε ηρωικά. Το αποτέλεσμα της μάχης αν και αμφίρροπο, τελείωσε με την νίκη της Σπάρτης.
Λίγα χρόνια αργότερα, η ταπεινωτική συνθήκη του Ανταλκίδα (387 π.Χ.) έλαβε μέρος, σύμφωνα με την οποίαν η Σπάρτη επέτρεψε στους Πέρσες να αναμιχθούν στις υποθέσεις της Ελλάδος. Στην παρατήρηση κάποιου, ο οποίος είπε ότι οι Σπαρτιάτες Μήδισαν, ο Αγησίλαος απήντησε
“πες καλύτερα ότι οι Μήδες Λακωνίζουν”.
Η κατάληψη των Θηβών.
Η πόλη των Θηβών, η οποία δεν είχε πάρει σοβαρό ρόλο στον Πελοποννησιακό πόλεμο, ευδοκιμούσε, αλλά όπως γινόταν συνήθως με όλες τις Ελληνικές πόλεις υπέφερε από τις φιλονικίες των ολιγαρχικών και δημοκρατικών.
Αυτή ήταν η κατάσταση, όταν ο Λεοντιάδης, ένας επιφανής ολιγαρχικός, ζήτησε την βοήθεια του Σπαρτιατικού στρατού που είχε στρατοπεδεύσει κοντά στην Θήβα, υπό την αρχηγία του στρατηγού Φοιβίδα, το 382 π.Χ. Ο Λεοντιάδης, για να διώξει τους δημοκρατικούς από την Θήβα, πρότεινε στον στρατηγό να πάρει τα Κάδμεια, κάτι που έγινε δεκτό με προθυμία.
Όλα αυτά συνέβησαν κατά την διάρκεια των εορτασμών των Θεσμοφορίων, όπου μόνο γυναίκες λάμβαναν μέρος στις τελετές προς τιμήν του ιδρυτού της πόλεως, Κάδμου, και δεν υπήρχαν άνδρες στην Ακρόπολη. Ο Φοιβίδας και ο στρατός του μπήκαν στα Κάδμεια, χωρίς να βρουν καμία αντίσταση.
Ο Ισμενίας, ο αρχηγός των δημοκρατικών δυνάμεων δικάστηκε και εκτελέσθηκε. Οι ολιγαρχικοί, με την βοήθεια της Σπαρτιατικής φρουράς, άρχισαν να κατάσχουν τις περιουσίες των δημοκρατικών και να τους εκτελούν. Πολλοί από αυτούς βρήκαν καταφύγιο στην Αθήνα. Από εκεί άρχισαν να σκέφτονται πώς να ελευθερώσουν την πόλη τους.
Στην αρχή, προσπάθησαν να πάρουν βοήθεια από την Αθήνα, αλλά γρήγορα απογοητεύθηκαν και άρχισαν να σχεδιάζουν διάφορα σενάρια για να ελευθερώσουν την Θήβα μόνοι τους. Ανάμεσα στους εξόριστους υπήρχαν πολλοί που ανήκαν σε πλούσιες και αριστοκρατικέ οικογένειες, όπως ο Πελοπίδας, Δαμοκλείδας, Μέλλων και άλλοι. Ήταν σε συνεχή επαφή με άλλα μέλη, οι οποίοι βρισκόταν ακόμη στην Θήβα, ο πιο σπουδαίος ήταν ο Φυλλίδας, ο γραμματέας του πολέμαρχου Αρχία, και ο Χάρων.
Όταν ο Φυλλίδας επισκέφθηκε την Αθήνα για κρατικές δουλειές, κανόνισε να δώσει την ευκαιρία στους εξόριστους να ενεργήσουν. Ο Χάρων θα προσέφερε το σπίτι του ως κρησφύγετο. Ο Φυλλίδας οργάνωσε ένα συμπόσιο για τον Αρχία και τον Φίλιππο και τους υποσχέθηκε όμορφες γυναίκες για συντροφιά.
Τον Δεκέμβριο του 379 π.Χ., ο Πελοπίδας, ο Μέλλων και πέντε άλλοι σύντροφοι έφυγαν από την Αθήνα και μεταμφιεσμένοι σαν αγρότες ή κυνηγοί, μπήκαν στην πόλη των Θηβών με την δύση του ηλίου και κρύφτηκαν στο σπίτι του Χάρονα. Μαζί με άλλους συνωμότες από την Θήβα, συγκεντρώθηκαν 48 άτομα. Ένας κατάσκοπος του Αρχία, του ανάφερε ότι ακούγονταν διαδόσεις, ότι μερικοί από τους εξόριστους ήταν στην πόλη. Ο Αρχίας κάλεσε τον Χάρονα, για να του δώσει πληροφορίες. Ο Χάρων αν και ήταν φοβισμένος, πήγε γρήγορα στον Αρχία και από τις ερωτήσεις του κατάλαβε ότι δεν ήξερε τίποτα το συγκεκριμένο, αλλά είχε μόνο υποψίες. Του υποσχέθηκε ότι θα ερευνήσει την υπόθεση και έφυγε.
Μετά από λίγο έφθασε ένα αγγελιοφόρος από την Αθήνα με ένα γράμμα, το οποίο φανέρωνε όλη την συνωμοσία. Ο Αρχίας, που ήταν ήδη μεθυσμένος, το πέταξε παράμερα και είπε το γνωστό “ες αύριον τα σπουδαία”.
Αμέσως μετά οι συνωμότες μεταμφιεσμένοι ως γυναίκες μπήκαν στο δωμάτιο και σκότωσαν τον Αρχία και τον Φίλιππο και όποιον άλλο έτυχε να είναι εκεί.
Ο Φυλλίδας τότε έστειλε τον Πελοπίδα, Κηφισόδωρο και Δαμοκλείδα στο σπίτι του Λεοντιάδη. Έγινε μία σκληρή πάλη στην οποία ο Λεοντιάδης, ένας γεροδεμένος άνδρας, πλήγωσε θανάσιμα τον Κηφισόδωρο. Ο Πελοπίδας, μετά από μακρά πάλη στο στενό διάδρομο του σπιτιού, σκότωσε τον Λεοντιάδη. Με τον θάνατο και των δύο τυράννων, οι εξόριστοι από την Αθήνα επανήλθαν.
Ο Επαμεινώνδας με μερικούς νέους άνδρες άνοιξαν την αποθήκη όπλων και κάλεσαν όλους τους κατοίκους να πολεμήσουν για την ελευθερία τους. Μετά από όλα αυτά, η Σπαρτιατική φρουρά των χιλίων πεντακοσίων ανδρών, έφυγε από την Θήβα και επέστρεψε στην Σπάρτη, το 378 π.Χ.
Το 375 π.Χ., κοντά στην Τέγυρα, ο Πελοπίδας με τον Θηβαϊκό Ιερό Λόχο κατατρόπωσε τον Σπαρτιατικό στρατό, αν και οι άνδρες του ήταν οι μισοί. Όταν πληροφορήθηκε ότι η Σπαρτιατική φρουρά του Ορχομενού θα επισκεπτόταν την Λοκρίδα, προσπάθησε με τον Ιερό Λόχο και μερικούς ιππείς να καταλάβει αιφνιδιαστικά τον Ορχομενό. Φθάνοντας όμως εκεί διαπίστωσε ότι υπήρχε Σπαρτιατική φρουρά στην πόλη και έτσι ματαίωσε το σχέδιο του και πήρε το δρόμο του γυρισμού. Κοντά στα Τέγυρα, κατά τύχη έπεσε πάνω στους Σπαρτιάτες που γύριζαν από την Λοκρίδα. Αν και οι άνδρες του ήταν λιγότεροι των αντιπάλων, δεν ετράπησαν σε φυγή και με την δική του εμψύχωση σε ένα στενό μονοπάτι έδωσαν μάχη και τους νίκησαν, σκοτώνοντας και του δύο Λακεδαιμόνιους αρχηγούς. Ο υπόλοιπος Σπαρτιατικός στρατός διασκορπίστηκε και ετράπη σε φυγή. Αυτό ήταν ένα ηρωικό κατόρθωμα του Πελοπίδα, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τον μικρότερο αριθμό των ανδρών του και την ανδρεία των Σπαρτιατών. Ήταν αυτή η μάχη που έδωσε πεποίθηση στους Θηβαίους να συναντήσουν τους Σπαρτιάτες με επιτυχία πάλι, τέσσερα χρόνια αργότερα στα Λεύκτρα.
Η μάχη στα Λεύκτρα 371 π.X.
Το 371 π.Χ., στην πεδιάδα της Λεύκτρας, οι Σπαρτιάτες νικήθηκαν ξανά από τον Θηβαϊκό Ιερό Λόχο, αυτήν την φορά όμως υπό την αρχηγία του Επαμεινώνδα.
Αν και οι Θηβαϊκές δυνάμεις ήταν λιγότερες ξανά από τις Λακεδαιμόνιες, ο Επαμεινώνδας με ιδιοφυή τακτική και με την βοήθεια των πολύ καλά εκπαιδευμένων ανδρών του Ιερού Λόχου, νίκησε σε πλήρη μάχη τώρα τον αήττητο Σπαρτιατικό στρατό. Σύνταξε τους καλύτερους άνδρες του στρατού του, πενήντα άνδρες σε βάθος, απέναντι στην δεξιά πτέρυγα του αντιπάλου, την οποία κατείχαν οι Σπαρτιάτες και οι οποίοι είχαν μόνο δώδεκα άνδρες βάθος, αφήνοντας το κέντρο και την αριστερά πτέρυγα ασθενή και έδωσε διαταγή να παραμείνουν για λίγο άπρακτοι. Η μάχη ξεκίνησε με την εμπλοκή του Σπαρτιατικού και Θηβαϊκού ιππικού η οποία τελείωσε γρήγορα με την ήττα των Σπαρτιατών. Αμέσως μετά ο Πελοπίδας επικεφαλής του Ιερού Λόχου έπεσε επάνω στους Σπαρτιάτες με ακαταμάχητη δύναμη αλλά οι Σπαρτιάτες αντιστάθηκαν γενναία και στην αρχή ίσως να υπερτερούσαν. Όταν όμως οι αρχηγοί των Σπαρτιατών έπεσαν, τότε οι Σπαρτιατικές γραμμές πιέστηκαν και έσπασαν παρασύροντας τον υπόλοιπο στρατό που επέστρεψε στον καταυλισμό. Ο βασιλιάς Κλεόμβροτος της Σπάρτης και πολλοί από τους αξιωματικούς σκοτώθηκαν. Ο υπόλοιπος στρατός δεν ενεπλάκη σε σοβαρή μάχη. Από τους 700 Σπαρτιάτες που έλαβαν μέρος στην μάχη, μόνο 300 επέζησαν. Ολόκληρη η Ελλάδα αιφνιδιάστηκε από το γεγονός, καταλαβαίνοντας ότι μία καινούργια δύναμη είχε ανέλθει. Στο Άργος, έγινε επανάσταση και ο λαός σκότωσε πολλούς από τους φίλο Σπαρτιάτες ολιγαρχικούς.
Μετά την μάχη οι Θηβαίοι έστειλαν απεσταλμένους στην Αθήνα για να ανακοινώσουν την νίκη κατά των Σπαρτιατών, αλλά οι Αθηναίοι δεν έμειναν καθόλου ευχαριστημένοι με την εξέλιξη των πραγμάτων γιατί τώρα είχαν μία καινούργια υπερδύναμη μερικά χιλιόμετρα έξω από την Αθήνα. Επίσης έστειλαν αγγελιοφόρο και στον Ιάσονα των Φερών στην Θεσσαλία. Ο Ιάσων όταν άκουσε τα νέα απήντησε ότι θα έλθει γρήγορα στην Θήβα με τριήρεις, αλλά αντίθετα με μεγάλη ταχύτητα και περνώντας ανάμεσα από εχθρικές περιοχές έφθασε στην Βοιωτία. Εκεί οι Θηβαίοι αρχηγοί πρότειναν να επιτεθούν στους στρατοπεδευμένους Σπαρτιάτες και τους συμμάχους τους. Ο Ιάσων και Επαμεινώνδας αρνήθηκαν και κατάφεραν να τους πείσουν να τους αφήσουν να φύγουν και έτσι οι Σπαρτιάτες σώθηκαν από μεγαλύτερη καταστροφή οι οποίοι πράγματι έφυγαν σύντομα και συναντήθηκαν στα Αιγόσθενα με τον Αρχίδαμο, ο οποίος ερχόταν για να τους βοηθήσει. Από εκεί επέστρεψαν στην Σπάρτη.
Με την μάχη της Λεύκτρας, η ηγεμονία της Ελλάδος πέρασε από την Σπάρτη στη Θήβα, αλλά για το μικρό χρονικό διάστημα, των δέκα χρόνων. Η ηγεμονία αυτή δεν επέφερε κανένα καλό όμως αποτέλεσμα και όπως αυτή της Σπάρτης έβλαψε την Ελλάδα πολύ. Η Θήβα δεν είχε πεπειραμένους άνδρες, ούτε η οικονομία της μπορούσε να το αντέξει αυτό. Απέτυχε, το ίδιο όπως και η Σπάρτη, να ενώσει τις Ελληνικές πόλεις και να σταματήσει τον αλληλοσπαραγμό μεταξύ τους.
Έγιναν αναταραχές σε όλη την Πελοπόννησο. Οι κάτοικοι της Μαντινείας στην Αρκαδία, η οποία είχε χωρισθεί σε αρκετά χωριά, κατέλαβαν την πρωτεύουσα και έφτιαξαν καινούργια τείχη. Στην Τεγέα της Αρκαδίας, οι κάτοικοι σχημάτισαν την Αρκαδική ομοσπονδία. Σε δύο χρόνια μέσα, μία πανίσχυρη ομοσπονδία δημιουργήθηκε, η οποία περιελάμβανε εκτός των παλαιών συμμάχων και την Φωκίδα, Λοκρίδα, Αιτωλία και Εύβοια. Μετά την μάχη στα Λεύκτρα, οι Θηβαίοι έκαναν πάλι ειρήνη με την Αθήνα και ήθελαν να καταστρέψουν τον Ορχομενό επειδή ήταν σύμμαχοι των Σπαρτιατών. Η πόλη όμως σώθηκε χάρη στην μεγάλη προσπάθεια του Επαμεινώνδα, αλλά όχι για πολύ. Μερικά χρόνια αργότερα, όταν ο Επαμεινώνδας βρισκόταν με αποστολή στο Βυζάντιο, η πόλη καταστράφηκε και όλοι οι άνδρες εκτελέσθηκαν και οι υπόλοιποι πουλήθηκαν ως σκλάβοι. Αυτό ήταν ένα άλλο μεγάλο πολιτικό σφάλμα της Θήβας.
Θηβαϊκή εισβολή στην Λακωνία.
Στην Αρκαδία, σύμμαχο της Θήβας, ο βασιλιάς Αγησίλαος της Σπάρτης κατέστρεφε τις περιοχές. Σε απάντηση, η Θήβα έστειλε στρατό υπό την αρχηγία του Επαμεινώνδα. Όταν ο Αγησίλαος έμαθε τα νέα, εγκατέλειψε την Αρκαδία και επέστρεψε στην Σπάρτη, για να την προστατεύσει.
Με τον ερχομό του στην Αρκαδία, ο Επαμεινώνδας ένωσε τις δυνάμεις του με τα άλλα μέλη της συμμαχίας, από την Αρκαδία, Άργος και Ηλεία. Ο συνολικός αριθμός των στρατιωτικών δυνάμεων ήταν γύρω στις πενήντα χιλιάδες άνδρες. Η συμμαχία προσπάθησε να πείσει τον Επαμεινώνδα, να εισβάλει στην Λακωνία, εξηγώντας του ότι υπήρχε γενική δυσαρέσκεια εναντίον της Σπάρτης και ότι πολλοί από τους Περίοικους είχαν επαναστατήσει.
Τελικά πείσθηκε και το φθινόπωρο του 370 π.Χ., εισέβαλε στην Λακωνία από τέσσερα διαφορετικές σημεία βαδίζοντας προς την Σπάρτη.
Μόνο οι Αρκάδιοι συνάντησαν σοβαρή αντίσταση από τον Σπαρτιάτη Ισχόλαο στο Iον, στην περιοχή της Σκιρίτης. Ο Ισχόλαος και οι δυνάμεις του έπεσαν μέχρι τον τελευταίο άνδρα.
Όλες οι συμμαχικές δυνάμεις συναντήθηκαν στην Σελλασία, την οποία κατέστρεψαν και έκαψαν και από εκεί βάδισαν εναντίον της Σπάρτης, η οποία σώθηκε από τον βασιλιά Αγησίλαο που είχε πάρει μία σειρά προστατευτικών μέσων για να υπερασπίσει την χωρίς τείχη πόλη.
Ο Επαμεινώνδας αναλογιζόμενος το κόστος μίας επιθέσεως κατά της Σπάρτης σε ανθρώπινες ζωές, εγκατέλειψε κάθε προσπάθεια να την καταλάβει. Από εκεί, η συμμαχία καίγοντας και λεηλατώντας τα χωριά, κατευθύνθηκε προς το λιμάνι και οπλοστάσιο της Σπάρτης, Γύθειο, το οποίο προσπάθησε να καταλάβει επί τρεις μέρες, χωρίς επιτυχία.
Ο Επαμεινώνδας μετά επέστρεψε στην Αρκαδία και υπό την επίβλεψη του χτίσθηκε μία καινούργια πόλη στις όχθες του ποταμού Ελλισώνα, ως πρωτεύουσα της Αρκαδικής συμμαχίας και ονομάσθηκε Μεγαλόπολης. Στην Μεγαλόπολη, αντιπρόσωποι από όλες τις πόλεις της συμμαχίας θα συγκεντρώνονταν περιοδικώς για να διευθετούν τις υποθέσεις τους.
Μετά από αυτό ο Επαμεινώνδας εισέβαλε στην Μεσσηνία, για να την ελευθερώσει από τους Σπαρτιάτες. Στο μεταξύ οι Περίοικοι και Είλωτες είχαν αρχίσει ήδη να αποστατούν. Ο Επαμεινώνδας επανίδρυσε την Μεσσήνη και στους λόφους του βουνού Ιθώμη έκτισε εξαιρετικές οχυρώσεις εκτεινόμενες πέρα από έξι χιλιόμετρα, τα οποία διατηρούνται μέχρι σήμερα. Όλα αυτά είχαν καταστρεπτικό αποτέλεσμα για την οικονομία της Σπάρτης, η οποία έχασε την μισή περιοχή της για πάντα και δεν είχε πλέον τους ανθρώπους για να προμηθεύουν τον στρατό της.
Στο μεταξύ η Σπάρτη ζήτησε βοήθεια από την Αθήνα. Ο Ιφικράτης με Αθηναϊκό στρατό είκοσι χιλιάδων ανδρών, βάδισε προς την Αρκαδία. Ο Επαμεινώνδας μαθαίνοντας τα νέα εγκατέλειψε την Λακωνία αμέσως και βάδισε εναντίον του. Οι δύο στρατοί, αν και βρέθηκαν πολύ κοντά, δεν ενεπλάκησαν σε πλήρη μάχη. Ο Ιφικράτης, αποφασίζοντας ότι η αποστολή του για την διάσωση της Σπάρτης επέτυχε, επέστρεψε στην Αθήνα.
Ο Επαμεινώνδας γύρισε κι’ αυτός πίσω στην Θήβα, όπου και πέρασε από δίκη, με την κατηγορία ότι είχε υπερβεί τον χρόνο της αποστολής του και του ότι έδειξε αδράνεια και ειρηνοφιλία. Υπερασπίσθηκε τον εαυτό του με επιτυχία, αυξάνοντας περισσότερο την δημοτικότητα του.
Οι επιτεύξεις αυτής της αποστολής ήταν μεγάλες. Εξασθένησε και ταπείνωσε την Σπάρτη και συγχρόνως αύξησε την υπόληψη του στρατού του.
Επειδή ήταν απαραίτητο να επικοινωνήσει με τους συμμάχους, την άνοιξη του 369 π.Χ., ο Επαμεινώνδας προσπάθησε ξανά να εισβάλλει στην Πελοπόννησο, αλλά αυτή την φορά οι Αθηναίοι, Σπαρτιάτες και οι σύμμαχοι τους είχαν καταλάβει την γραμμή του όρους Ονεία και τις Κεγχρεές, για να τον εμποδίσουν να περάσει στην Πελοπόννησο. Ο Επαμεινώνδας όταν έφθασε προσπάθησε να τους οδηγήσει σε μάχη, αν και ο αριθμός των ανδρών του ήταν μικρότερος των αντιπάλων, αλλά δεν το πέτυχε. Στρατοπέδευσε λοιπόν και λίγες ώρες πριν να ξημερώσει τους αιφνιδίασε, επιτιθέμενος και σπάζοντας την Σπαρτιατική γραμμή και αυτή της Πελλήνης. Έτσι κατόρθωσε να εισέλθει στην Πελοπόννησο και να ενωθεί με τους συμμάχους του, τους Αρκάδες, Ηλείους και Αργείους. Η πόλη της Σικυώνος εγκατέλειψε την Σπάρτη, μετά από δημοψήφισμα των κατοίκων και δέχθηκε να εγκατασταθεί Θηβαίος αρμοστής και φρουρά στην Ακρόπολη. Το ίδιο έκανε και η Πελλήνη. Εν συνεχεία ο Θηβαϊκός στρατός και οι σύμμαχοι λεηλάτησαν τις περιοχές της Επιδαύρου και της Φλιούς και προσπάθησαν αιφνιδιαστικά να καταλάβουν την Κόρινθο, αλλά ηττήθηκαν από τον Αθηναίο στρατηγό Γαβριά, ο οποίος αντιστάθηκε με εξαιρετική επιδεξιότητα. Μετά από αυτήν την αποτυχημένη προσπάθεια, ο Θηβαϊκός στρατός επέστρεψε στην Θήβα.
Στο έτος 368 π.Χ., ο Επαμεινώνδας δεν επεχείρησε εισβολή στην Πελοπόννησο, άντ’ αυτού ο Πελοπίδας με Θηβαϊκές δυνάμεις εισήλθε στην Θεσσαλία για να προασπίσει την πόλη Λάρισα που κινδύνευε από τον βασιλιά Αλέξανδρο της Μακεδονίας. Ο Πελοπίδας τον ανάγκασε να κάνει ειρήνη, και πήρε πενήντα ομήρους μαζί του για ασφάλεια, μεταξύ αυτών τον γιο του Αμύντα, Φίλιππο, τον μετέπειτα βασιλιά της Μακεδονίας και πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και ο οποίος έμεινε στην Θήβα για αρκετά χρόνια.
Το 366 π.Χ., η Θήβα επέκτεινε τον αριθμό των πόλεων της ομοσπονδίας, με την συμμετοχή πόλεων του Κορινθιακού κόλπου και Αχαΐας, αλλά τις έχασε πάλι όταν απαίτησε ότι οι ολιγαρχικές κυβερνήσεις τους έπρεπε να αντικατασταθούν. Αυτό ήταν μεγάλο σφάλμα που δείχνει την έλλειψη καλών πολιτικών ανδρών στην Θήβα.
Το 364 π.Χ., μετά από επίμονη εισήγηση του Επαμεινώνδα, οι Θηβαίοι κατασκεύασαν ένα μεγάλο αριθμό πολεμικών πλοίων. Ο στόλος υπό τον Επαμεινώνδα έπλευσε με κατεύθυνση τον Ελλήσποντο, όπου και κατάφερε να κερδίσει με το μέρος του το Βυζάντιο. Οικονομικές δυσκολίες και έλλειψη πείρας σε θαλάσσιες επιχειρήσεις, έβαλαν σύντομα τέλος στις φιλοδοξίες της Θήβας.
Η μάχη της Μαντινείας 362 π.Χ.
Το 363 π.Χ., με μια αιφνιδιαστική κίνηση οι Αρκάδες κατέλαβαν την Ολυμπία και κατέκλεψαν το θησαυροφυλάκιο. Πόλεμος ξέσπασε με την Ηλεία, αλλά με την επέμβαση των Θηβαίων, η Ολυμπία επεστράφη και επακολούθησε ειρήνη. Κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων, ο Θηβαίος αντιπρόσωπος προσπάθησε να συλλάβει ορισμένους αντί Θηβαϊκούς. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα η Μαντινεία και η υπόλοιπη βόρεια Αρκαδία, εκτός της Τεγέας, να πάνε με το μέρος της Σπάρτης. Η Αθήνα, που παρακολουθούσε αυτές τις κινήσεις, πήρε το μέρος της Ηλείας. Η Θήβα δεν είχε άλλη εκλογή παρά να στείλει γρήγορα τον Επαμεινώνδα με μεγάλο στρατό, ο οποίος κατευθύνθηκε προς την Μαντινεία. Στην Τεγέα, περίπου δεκαέξι χιλιόμετρα απόσταση από την Μαντινεία, ένωσε τις δυνάμεις του μαζί τους, αλλά με μία απροσδόκητη κίνηση αντί για την Μαντινεία βάδισε προς την Σπάρτη. Σε αντίθεση με την πρώτη φορά αυτή η ενέργεια θα είχε αιφνιδιάσει τον Αγησίλαο, ο οποίος εκείνη την στιγμή βάδιζε με κυκλικό τρόπο να βοηθήσει την Μαντινεία αλλά ένας Κρητικός κατάσκοπος στο Θηβαϊκό στρατόπεδο, εξασκημένος σε τρέξιμο μεγάλων αποστάσεων, πληροφόρησε τον Αγησίλαο, ο οποίος γύρισε πίσω στην Σπάρτη.
Όταν ο Επαμεινώνδας έφθασε στην Σπάρτη και έμαθε τι έγινε, γύρισε γρήγορα πίσω στην Μαντινεία, πριν να φθάσουν οι σύμμαχοι της. Φυσικά αυτός ήταν ο πραγματικός σκοπός του και όχι να επιτεθεί στην Σπάρτη. Δεν έγιναν όμως όλα σύμφωνα με το σχέδιο του γιατί εν τω μεταξύ ο Αθηναϊκός στρατός μόλις είχε φθάσει. Έτσι ο Επαμεινώνδας δεν είχε άλλη διαλογή παρά να εμπλακεί σε πλήρη μάχη.
Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν έξω από την Μαντινεία το 362 π.Χ. Ο Θηβαϊκός στρατός, αποτελούμενος από Θηβαίους και Βοιωτούς κινήθηκε μπροστά. Ο Υπόλοιπος στρατός έμεινε πίσω σε λοξή φάλαγγα, με εξαίρεση το τμήμα του στρατού που παρέμεινε σε ψηλό έδαφος για να εμποδίσει την υπερφαλάγγιση από τον αντίπαλο. Καθώς ο στρατός κινήθηκε, ο Επαμεινώνδας γύρισε γρήγορα προς τα αριστερά κοντά στις πλαγιές του βουνού και έδωσε την διαταγή στους άνδρες του να αφήσουν τα όπλα κάτω. Οι Σπαρτιάτες και οι Μαντίνειοι νομίζοντας ότι ο Επαμεινώνδας δεν είχε σκοπό να δώσει μάχη, χαλάρωσαν τις γραμμές της διάταξης τους.
Ο Επαμεινώνδας που περίμενε ακριβώς αυτό έδωσε διαταγή για γρήγορη επίθεση. Το πελώριο Θηβαϊκό σώμα πενήντα ασπίδες σε βάθος, έπεσε πάνω στους Σπαρτιάτες, οι οποίοι αγωνίστηκαν με υπέρμετρη γενναιότητα αλλά τελικά οι γραμμές τους διαλύθηκαν φέρνοντας χάος στον υπόλοιπο στρατό.
Η μάχη είχε σχεδόν κερδισθεί, όταν ο Επαμεινώνδας έπεσε πληγωμένος από δόρυ, το οποίο διαπέρασε το στήθος του. Τον μετέφεραν σε ένα λοφίσκο, περιμένοντας την έκβαση της μάχης. Αν και η μάχη κερδίσθηκε από τους Θηβαίους, ο Επαμεινώνδας πριν πεθάνει διέταξε να κάνουν ειρήνη, όταν έμαθε ότι όλοι οι έμπιστοι στρατηγοί του είχαν χαθεί στην μάχη.
Τέλος της Σπάρτης.
Μετά την μάχη της Χαιρώνειας (338 π.Χ.), ο Φίλιππος της Μακεδονίας πέρασε στην Πελοπόννησο, και έγινε δεκτός από όλες τις πόλεις, αλλά όταν έφθασε στην Σπάρτη του απαγόρευσαν να εισέλθει. Ο Φίλιππος δεν προσπάθησε να πάρει την πόλη δια της βίας και έφυγε. Η Σπάρτη ήταν η μόνη που δεν έλαβε μέρος στον συνασπισμό της Κορίνθου, ο οποίος έλαβε μέρος το 337 π.Χ., κάτω από Μακεδονική κυριαρχία.
Το 331 π.Χ., ο βασιλιάς Άγης, εγγονός του Αγησίλαου, ξεσήκωσε επανάσταση εναντίον της Μακεδονίας, αλλά ηττήθηκε και σκοτώθηκε.
Στο τέλος του 4ου αιώνος π.Χ., η Σπάρτη έκτισε τείχος για πρώτη φορά στην ιστορία της, το οποίο περιέκλειε τα τέσσαρα κεντρικά χωριά της και την Ακρόπολη.
Όταν το 280 π.Χ., οι Κέλτες εισέβαλαν από τον Βορρά κατατροπώνοντας τους Μακεδόνες, ο βασιλιάς της Σπάρτης Αρύς, προσπάθησε να ενώσει τις Πελοποννησιακές πόλεις και οδήγησε ένα στρατό στην κεντρική Ελλάδα. Κατά την διάρκεια της βασιλείας του, τα πρώτα νομίσματα κόπηκαν στην Σπάρτη, τριακόσια χρόνια αργότερα από την υπόλοιπη Ελλάδα.
Το 272 π.Χ., ο βασιλιάς Πύρος της Ηπείρου, εύκολα θα μπορούσε να καταλάβει την πόλη αφού νίκησε τους Σπαρτιάτες. Η Σπάρτη έγινε εξάρτηση της Μακεδονίας, και επανέκτησε την ανεξαρτησία της υπό τους τυράννους Μαχανίδα (207 π.Χ.) και Νάμπη (195 – 192 π.Χ.).
Το 265 π.Χ. ξανά, έχοντας σχηματίσει συμμαχία με την Αθήνα, Αχαϊα και Ηλεία και μερικές Αρκαδικές πόλεις, έδωσε μάχη εναντίον της Μακεδονίας, αλλά την έχασε (Χραιμονίδιος πόλεμος).
Ο γιος του Αρύς, Ακρότατος, το 260 π.Χ. οδηγώντας τον Σπαρτιατικό στρατό εναντίον των Μεγαλοπολιτών, νικήθηκε και αυτοκτόνησε.
Το 244 π.Χ., ο Άγης ο τέταρτος ανέβηκε στον θρόνο και έκανε μια σειρά αλλαγών. Πρότεινε να καταργηθούν όλα τα χρέη και να γίνει ανακατανομή όλης της γης, σε ίσα μερίδια για 4,500 κατοίκους και 15,000 περιοίκους. Επίσης επέμεινε στην αυστηρή αγωγή του Λυκούργου για τους υπόλοιπους 700 ίσους και τους 2,000 υπομείωνες και διαλεγμένους περίοικους. Βρήκε όμως στις προτάσεις του ισχυρή αντίσταση και ο Άγης εκτελέσθηκε μετά από δίκη, το 241 π.Χ.
Ο επόμενος βασιλιάς της Σπάρτης Κλεομένης ΙΙΙ, ανήλθε το 236 π.Χ. Παντρεύτηκε την χήρα του βασιλιά Άγη και προσπάθησε να επιβάλλει τις ιδέες του. Το 227 π.Χ., σε μια εξέγερση σκότωσε τέσσερις από τους Εφόρους και εξόρισε τους αντιπάλους του. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που το αξίωμα των Εφόρων καταργήθηκε. Κατόπιν κατένειμε την γη σε 4,000 ίσα μερίδια, συμπεριλαμβάνοντας τους περίοικους και υπομείονες. Επίσης άρχισε να εφαρμόζει την εκπαίδευση και τα έθιμα του Λυκούργου κάτω από τις οδηγίες του φίλου του και φιλοσόφου Σφαιρού. Όλες αυτέ οι αλλαγές έφεραν αποτέλεσμα και ο Κλεομένης είχε πολλές στρατιωτικέ επιτυχίες. Το Άργος και το μεγαλύτερο μέρος της Αργολίδος και της ανατολικής Αρκαδίας κατακτήθηκαν.
Η Αχαϊκή συμμαχία υπό την αρχηγία του Άρατου της Σικυώνος, με την υπόσχεση ότι θα του έδινε πίσω την Κόρινθο, συμμάχησε με τον Αντίγονο της Μακεδονίας και επανέκτησε το Άργος και αρκετές από τις Αρκαδικές πόλεις. Με την σειρά του ο Κλεομένης κατέλαβε και κατέστρεψε την Μεγαλόπολη το 223 π.Χ.
Το 222 π.Χ., στην Σελλασία, μεταξύ Σπάρτης και Τεγέας, έλαβε μέρος μια μάχη. Ο Σπαρτιατικός στρατός ανερχόμενος σε 10,000 και αυτός του Αντιγόνου και των συμμάχων του σε 30,000. Σ’ αυτήν την μακρά και φρικτή μάχη, οι Σπαρτιάτες πολέμησαν γενναία. Όλος ο Σπαρτιατικός στρατός έπεσε, εκτός από 200 άνδρες. Ο βασιλιάς Κλεομένης έφυγε για την Αίγυπτο.
Τα επόμενα χρόνια μια σειρά από εξεγέρσεις άρχισαν στην Σπάρτη, κατά τις οποίες βασιλιάδες και Έφοροι σκοτώθηκαν ή εξορίστηκαν.
Το 206 π.Χ., ο τύραννος Νάβης, απόγονος του Δημάρατου, ο οποίος είχε αυτοεξορισθεί στην Περσία το 490 π.Χ., ανήλθε στον θρόνο. Ένας ικανός αλλά αδίσταχτος και αισχρός άνδρας, δήμευσε τις περιουσίες όλων των πλουσίων πολιτών και τις μοίρασε στους φτωχούς. Απελευθερώνοντας τους δούλους, κατάφερε να αποκτήσει ένα στρατό 10,000 ανδρών και επίσης επέκτεινε τις κοινωνικές αλλαγές στο Άργος. Ήταν ο Νάβης που προβλέποντας τον επερχόμενο κίνδυνο, οχύρωσε την Σπάρτη για πρώτη φορά στην ιστορία της.
Όταν ο Ρωμαίος διοικητής Φλαμινίνος εισέβαλε στην Λακωνία και πολιόρκησε την Σπάρτη, μετά από μερικές ημέρες μάχης, μια όχι τιμητική συμφωνία έγινε δεκτή , στην οποία Σπάρτη έχανε όλες τις πόλεις των περιοίκων και τον στόλο της.
Αργότερα με την πρόφαση ότι ήθελαν να βοηθήσουν την Σπάρτη, οι Αιτωλοί έστειλαν χιλίους άνδρες να σκοτώσουν τον Νάβη και να την καταλάβουν. Κατόρθωσαν να τον δολοφονήσουν, αλλά τελικά τους κατάσφαξαν όλους οι Σπαρτιάτες. Μετά την δολοφονία του Νάμπη, η Σπάρτη αναγκάστηκε από τον Φιλοποίμενα να γίνει μέλος της Αχαϊκής συμμαχίας. Γκρέμισαν τα τείχη της και οι νόμοι του Λυκούργου ανακαλέστηκαν.
Υπό τους Ρωμαίους τον 2ον αιώνα μ.Χ., η Λακωνία σαν επαρχία της Αχαϊας, της επετράπη να επαναφέρει τους νόμους του Λυκούργου.
Το 396 μ.Χ., η πόλη καταστράφηκε από τον Αλάριχο.
Τον 9ον αιώνα μ.Χ., εισέβαλαν οι Σλάβοι και οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στην Μάνη.
Οι Βυζαντινοί ίδρυσαν μια πόλη και την ονόμασαν Λακεδαιμόνια, αλλά η σπουδαιότητα της χάθηκε γύρω στο 1248 μ.Χ. και εξαφανίστηκε από την ιστορία ολικά το 1834 μ.Χ.
Σήμερα η πόλη της μοντέρνας Σπάρτης κατέχει την ίδια θέση της αρχαίας πόλης.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Boardman, J., «Artemis Orthia and Chronology», BSA 58 (1963), 1-7.
Buschor Ε. – Massow W. von., «Vom Amyklaion», ΑΜ52 (1927),1-85.
Calligas Ρ. G., «From the Amyklaion»,
Φιλολάκων, Laconian Studies in Honour of Hector Catling (J. Motyka Sanders ed.), The Managing Committee of the British School at Athens, London 1992, 31.48.
Cartledge Ρ.Α., «Early Lakedaimon: The Making of a Conquest-State», Laconian Studies in Honour of Hector Catling (J. Motyka Sanders ed.), The Managing Committee of the British School at Athens,
London 1992, 49-55.
Catling Η. W., «Excavations at the Menelaion, Sparta 1973-1976», AR 23 (1976-77), 24-42.
Cavanagh W.C. – Laxton R.R., «Lead Figurines from the Menelaion and Seriation», BSA 79 (1984), 23-36.
Coulson W.D.E., «The Dark Age Pottery of Sparta», BSA 80 (1985), 29-84. Coulson W.D.E., The Greek Dark Ages. Α review oIthe Evidence and Suggestions ΙσΓ Future Research, Athens 1990.
Dawkins R.M. (00.), The Sanctuary σΙ Artemis Orthia at Sparta, JHS Suppl. 5, London 1929.
Dickins G., «The Hieron of Athena Chalkioikos», BSA 13 (1906-1907),145-156. Eder Β., Argolis, Lakonien, Messenien. Vom Ende der mykenischen Palastzeit bis zur Einwanderung der Dorier, Verlag der Oesterreichischen Akademie der Wissenschaften, Wien 1998.
Marangou E.L.I., Lakonische Elfenbein – und Beischnitzerein, Verlag Ernst Wasmuth, Tuebingen 1969.
Raftopoulou S., «New Finds from Sparta», Sparta in Laconia. ProceOOings oIthe 19th British Museum C1assical Cofloquium (W.G. Cavanagh – S.E.C. Walker eds.), British School at Athens (Studies 4), London 1998, 125-140.
ΑΡΧΑΙΑ ΣΠΑΡΤΗ
1. ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΙΕΡΑ (1050 – 700 π.Χ.)
της αιμιλιας μπανου, διδάκτορος Αρχαιολογίας, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο
Για την πρώιμη ιστορία της Σπάρτης ελάχιστα πράγματα γνωρίζουμε. Τα αρχαιολογικά δεδομένα είναι λίγα και αποσπασματικά, ενώ οι φιλολογικές πηγές είναι μεταγενέστερες και η αξία τους για την ανασύσταση της ιστορίας αυτής της εποχής περιορισμένη. Κατ’ ανάγκη, οι υποθέσεις των ιστορικών για την πρώιμη ιστορία της Σπάρτης συνιστούν προσπάθειες συνδυασμού αρχαιολογικών, φιλολογικών, γλωσσολογικών και μυθολογικών δεδομένων, που περισσότερο ως προτάσεις μελλοντικής έρευνας παρά ως ολοκληρωμένες θεωρίες μπορεί να θεωρηθούν. Κι αυτό για μια εποχή και μια περιοχή που παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς σχετίζονται τόσο με το πολυσυζητημένο ζήτημα της «καθόδου των Δωριέων» όσο και με τη συγκρότηση της σπαρτιατικής πόλης-κράτους.
Στο άρθρο αυτό θα περιοριστούμε στα αρχαιολογικά δεδομένα, καθώς αυτά αποτελούν μια απτή όαση για τη μελλοντική έρευνα, αλλά και για την ενδεχόμενη επαλήθευση ήδη διατυπωμένων ή μελλοντικών υποθέσεων.
Μετά το τέλος του μυκηναϊκού πολιτισμού (γύρω στο 1050 π.Χ.) ακολουθεί στην περιοχή της Σπάρτης (αλλά και σε ολόκληρη τη Λακωνία) ένας αιώνας περίπου πλήρους απουσίας αρχαιολογικών ευρημάτων, γεγονός που από ορισμένους ερευνητές έχει θεωρηθεί ότι αντιστοιχεί σε σημαντική μείωση του πληθυσμού, αν όχι ερήμωση. Από το 950 π.Χ. εμφανίζονται τα πρώτα δείγματα της λεγόμενης πρωτογεωμετρικής λακωνικής κεραμικής, που πιστοποιούν την κατοίκηση της περιοχής στην οποία αναπτύχθηκε αργότερα η πόλη της Σπάρτης. Πρόκειται για όστρακα και λίγα σχεδόν ακέραια αγγεία που έχουν βρεθεί στον περίβολο του μεταγενέστερου ναού της Αθηνάς Χαλκιοίκου στην Ακρόπολη της Σπάρτης, στο λεγόμενο Ηρώο στη δυτική όχθη του Ευρώτα, νότια της σύγχρονης γέφυρας, στο ιερό της Αρτέμιδος Ορθίας λίγο νοτιότερα, καθώς και στο λόφο του ιερού του Απόλλωνα σας Αμυκλές, πέντε χιλιόμετρα περίπου νότια της Σπάρτης, και προέρχονται από αγγεία ποικίλων σχημάτων, κυρίως σκύφων και κυπέλλων διαφόρων μεγεθών. Η μελέτη των οστράκων αυτών έδειξε ότι παρουσιάζουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά, όπως είναι η διευθέτηση των διακοσμητικών θεμάτων σε μετόπες, η διάκριση μεταξύ των διακοσμητικών ζωνών με εγχαράξεις, η προτίμηση για δικτυωτή διακόσμηση, η έναρξη της διακόσμησης αμέσως κάτω από το χείλος, καθώς και ο περιορισμός της διακόσμησης στο άνω τμήμα του αγγείου. Αυτός ο ενιαίος χαρακτήρας της κεραμικής όμως, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τα όστρακα προέρχονται από μη καθαρά αρχαιολογικά στρώματα, εμποδίζει την ακριβέστερη χρονολόγηση τους σε διάστημα μικρότερο των δύο αιώνων. Η πρωτογεωμετρική κεραμική της Σπάρτης (και της Λακωνίας ευρύτερα) χρονολογείται δηλαδή στο διάστημα 950-750 π.Χ. και δεν διευκολύνει έτσι την παρακολούθηση εξελίξεων, τα αποτελέσματα των οποίων μόλις διαφαίνονται στο τέλος του 8ου π.Χ. αιώνα.
Όσον αφορά τους τόπους εύρεσης της κεραμικής, εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι τα όστρακα προέρχονται από τους χώρους των σημαντικότερων ιερών της Σπάρτης. Με εξαίρεση την περίπτωση του ιερού της Αρτέμιδος Ορθίας, το γεγονός αυτό δεν έχει θεωρηθεί ότι σημαίνει κατ’ ανάγκη την ίδρυση λατρείας σε μια τόσο πρώιμη εποχή. Οπωσδήποτε όμως δείχνει, όπως αναφέραμε, ότι η περιοχή της Σπάρτης ήταν ήδη κατοικημένη. Το ίδιο πιστοποιούν και εφτά τάφοι που ήλθαν στο φως τα τελευταία χρόνια και συμπληρώνουν την ένδειξη ενός που είχε βρεθεί παλαιότερα, στη δεξιά όχθη του Ευρώτα. Πρόκειται για τέσσερις πρωτογεωμετρικούς τάφους, τρεις από τους οποίους μπορεί να ανήκαν σε μία οικογένεια και οι οποίοι βρέθηκαν στην περιοχή των Λιμνών στα νοτιοανατολικά της Ακρόπολης, κοντά στο ιερό της Αρτέμιδος Ορθίας.
Από τα μέσα του 8ου π.Χ. έως τα μέσα του 8ου π.Χ. αιώνα, στο διάστημα δηλαδή της μεσογεωμετρικής και της υστερογεωμετρικής κεραμικής φάσης της Λακωνίας, παρατηρείται μια αλλαγή, φανερή τόσο στο πλήθος και στην ποικιλία των ευρημάτων των ιερών (Αμυκλαίο, ιερό Αρτέμιδος Ορθίας) όσο κατ στα πρώτα κατάλοιπα οικοδομικής δραστηριότητας σε αυτά (ιερό Αρτέμιδος Ορθίας, Μενελάειο). Η έρευνα του Ταούντα στο ιερό του Αμυκλαίου Απόλλωνα το 19ο αιώνα και οι διαδοχικές ανασκαφές των Γερμανών αρχαιολόγων μέχρι το πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα έφεραν στο φως λιγοστά αντικείμενα – κεραμική, χάλκινους σφικωτήρες, μία χάλκινη περόνη – που μπορούν με σχετική βεβαιότητα να χρονολογηθούν πριν από τα μέσα του 8ου π.Χ. αιώνα. Στη συνέχεια, η εικόνα αλλάζει και τα χάλκινα κυρίως αναθήματα παρουσιάζουν ποικιλία και πλούτο. Σε αυτά περιλαμβάνονται τμήματα από μεγάλους τρίποδες, γνωστούς από όλα τα μεγάλα ιερά αυτήν την περίοδο, ζωόμορφα ειδώλια, ιδιαίτερα αλόγων, ταύρων και βοοειδών, πόρπες, περόνες, σφικωτήρες, δαχτυλίδια, καθώς κατ μικροσκοπικοί διπλοί πελέκεις.
Οι αρχαιότερες κατασκευές στο χώρο του ιερού της Αρτέμιδος Ορθίας, που ανασκάφτηκε από την αγγλική αρχαιολογική αποστολή στις αρχές του αιώνα, χρονολογούνται πλέον γύρω στο 700 π.Χ. Πρόκειται για ένα λιθόστρωτο, καθώς και ίχνη του παλαιότερου βωμού του ιερού, που βρέθηκαν κάτω από ένα στρώμα άμμου. Στα λοιπά ευρήματα που χρονολογούνται την ίδια εποχή και μέχρι τα μέσα του 7ου π.Χ. αιώνα περιλαμβάνονται κεραμική και διάφορα αναθήματα, όπως οστέϊνες πόρπες, πλακίδια από ελεφαντόδοντο με παραστάσεις φανταστικών ζώων και θρησκευτικού περιεχομένου, μικροσκοπικές μορφές ανθρώπων και ζώων, ένθετες σε άλλα αντικείμενα από ελεφαντόδοντο και μόλυβδο, χάλκινες περόνες και ειδώλια ζώων από χαλκό, πήλινες πλάκες με παραστάσεις ανθρώπων και ζώων, σφραγίδες σε σχήμα σκαραβαίου και χάντρες.
Στο λόφο που υψώνεται πάνω από την αριστερή όχθη του Ευρώτα, στις νότιες παρυφές της σημερινής πόλης, που ονομάζεται από τους ντόπιους «Μενελάτα», η αγγλική αρχαιολογική αποστολή στις αρχές του αιώνα και στη δεκαετία του ’70 ερεύνησε και ανέσκαψε ιερό αφιερωμένο στον Μενέλαο και στην Ελένη, το επονομαζόμενο Μενελάειο. Η αρχαιότερη φάση του ιερού τοποθετείται στα τέλη του 8ου έως τις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ. Σε αυτήν ανήκουν αναθήματα από πηλό, χαλκό και μόλυβδο, αλλά η σύνδεση με αυτή τη φάση πώρινων δόμων που είχαν βρεθεί στις παλαιότερες ανασκαφές αμφισβητείται. Είναι πιθανόν να υπήρχε αρχικά εδώ ένας απλός βωμός, πολύ κοντά ή πάνω στο έξαρμα γης που αποτέλεσε τον πυρήνα του ιερού στη συνέχεια.
Η ανασκόπηση των αρχαιότερων φάσεων των σημαντικότερων σπαρτιατικών ιερών και των ευρημάτων τους δείχνει ότι από τα μέσα του 8ου αιώνα υπήρξε μια σημαντική αλλαγή στην κοινωνική και οικονομική οργάνωση της περιοχής της Σπάρτης, η οποία έχει συνδεθεί από όλους τους ερευνητές με την εγκαθίδρυση της σπαρτιατικής κυριαρχίας στην περιοχή αλλά και ευρύτερα, με τις απαρχές δηλαδή της ιστορίας της Σπάρτης ως εύρωστης και κυρίαρχης πόλης-κράτους. Πιο συγκεκριμένα, έχει θεωρηθεί ότι η οικοδομική δραστηριότητα στο ιερό της Αρτέμιδος Ορθίας προϋποθέτει ένα συγκροτημένο κοινωνικό σώμα για την ανάληψη κοινής προσπάθειας αναδιοργάνωσης και προβολής μιας παλαιότερης σημαντικότατης κοινής λατρείας, ενώ η αναβάθμιση του ιερού του Αμυκλαίου Απόλλωνα προϋποθέτει την ενσωμάτωση των Αμυκλών ως πέμπτης κώμης της σπαρτιατικής πόλης. Η ίδρυση του Μενελαείου, εξάλλου, εντάσσεται σε μια συνήθη, αυτή την εποχή, προσπάθεια των αναδυομένων πόλεων-κρατών να συνδεθούν με το ηρωϊκό παρελθόν τους μέσω της ηρωολατρίας.
Συμπερασματικά, θα λέγαμε ότι η πρώιμη ιστορία της Σπάρτης είναι προς το παρόν γνωστή σχεδόν αποκλειστικά μέσω των πρώιμων φάσεων των ιερών της, τα περισσότερα στοιχεία για τα οποία προέρχονται μάλιστα από τα τελευταία χρόνια της περιόδου που εξετάσαμε σε αυτό το άρθρο. Σημαντικά ζητήματα που συνδέονται με την εμφάνιση και την πρώιμη εξέλιξη των δωρικών φύλων στην περιοχή, τη σχέση τους με τον υπόλοιπο πληθυσμό, την αρχική συγκρότηση της σπαρτιατικής κοινωνίας και τις προϋποθέσεις της σπαρτιατικής επιβολής στην υπόλοιπη Λακωνία, αλλά και πέραν αυτής, μένουν προς αρχαιολογική και ιστορική διερεύνηση. Θα ήταν ευχής έργο, η μελλοντική αρχαιολογική έρευνα να στραφεί προς αυτή την κατεύθυνση, παρά τις μεγάλες δυσκολίες που δημιουργεί η σύγχρονη οικοδομική δραστηριότητα.
- ΜΑΧΗ τής ΙΜΕΡΑΣ -
ΜΑΧΗ τής ΙΜΕΡΑΣ
ΣΥΡΑΚΟΥΣΙΟΙ – ΚΑΡΧΗΔΟΝΙΟΙ
ΓΕΛΩΝ – ΑΜΙΛΚΑΣ
ΔΙΟΔΩΡΟΣ ο ΣΙΚΕΛΙΩΤΗΣ
Βιβλιοθήκης Ιστορικής Βίβλος Ενδεκάτη 20 – 23′
20. Αρκετά περιγράψαμε τά όσα έγιναν στήν Ευρώπη, τώρα ας μεταφέρουμε τή διήγησή μας στίς πράξεις τών άλλων λαών. Οι Καρχηδόνιοι, έχοντας συμφωνήσει μέ τούς Πέρσες νά προσπαθήσουν τήν ίδια εποχή νά καταβάλουν τούς Έλληνες τής Σικελίας, έκαναν μεγάλες προπαρασκευές ως πρός τά χρειώδη τού πολέμου. Όταν ετοιμάστηκαν τά πάντα όπως έπρεπε, εξέλεξαν στρατηγό τόν Αμίλκα, προτιμώντας τόν άνθρωπο πού εκτιμούσαν περισσότερο. Αυτός, αφού παρέλαβε μεγάλες δυνάμεις πεζικού καί ναυτικού, απέπλευσε από τήν Καρχηδόνα, έχοντας δύναμη πεζικού όχι μικρότερη από τριακόσιες χιλιάδες άντρες καί περισσότερα από διακόσια πολεμικά πλοία, χώρια τό πλήθος τών φορτηγών πλοίων πού μετέφεραν τά εφόδια, τά οποία ήταν πάνω από τρείς χιλιάδες. Αυτός λοιπόν, αφού διέσχισε τό Λιβυκό πέλαγος, έπεσε σέ τρικυμία καί έχασε τά πλοία πού μετέφεραν τούς ιππείς καί τά άρματα. Όταν κατέπλευσε στή Σικελία, στό λιμάνι τού Πανόρμου είπε ότι είχε τελειώσει μέ τόν πόλεμο, γιατί είχε φοβηθεί πώς η θάλασσα θά έσωζε τούς Σικελιώτες από τούς κινδύνους τής μάχης.
Αφού ξεκούρασε γιά τρείς μέρες τούς στρατιώτες καί διόρθωσε τίς ζημιές πού είχαν προκληθεί από τήν τρικυμία, προχώρησε μέ τή δύναμή του πρός τήν Ιμέρα, μέ τό ναυτικό νά πλέει παράλληλα. Μόλις έφτασε κοντά στήν πόλη πού προαναφέραμε, έστησε δύο στρατόπεδα, τό ένα γιά τό πεζικό καί τό άλλο γιά τό ναυτικό. Τράβηξε όλα τά πολεμικά πλοία στήν ξηρά καί τά περιέβαλε μέ βαθιά τάφρο καί ξύλινο τείχος, ενώ τό στρατόπεδο τού πεζικού τό οχύρωσε στήνοντάς το απέναντι από τήν πόλη καί εκτείνοντάς το από τό περιτείχισμα τού στρατοπέδου τού ναυτικού μέχρι τούς λόφους πού βρίσκονταν από πάνω. Έχοντας καταλάβει όλη γενικά τή δυτική πλευρά, έβγαλε τά εφόδια από τά φορτηγά πλοία καί εξαπέστειλε αμέσως όλα τά πλοία, μέ τήν εντολή νά φέρουν σιτάρι καί άλλα εφόδια από τή Λιβύη καί τή Σαρδηνία. Ο ίδιος, παίρνοντας μαζί του τούς άριστους από τούς στρατιώτες, βάδισε στήν πόλη, όπου τρέποντας σέ φυγή εκείνους πού βγήκαν εναντίον του καί σκοτώνοντας πολλούς, τρομοκράτησε τούς κατοίκους τής πόλης. Έτσι, ο Θήρων, ο ηγεμόνας τών Ακραγαντίνων, πού μέ αρκετή δύναμη φρουρούσε από κοντά τήν Ιμέρα, φοβήθηκε κι έστειλε μήνυμα στίς Συρακούσες, ζητώντας από τόν Γέλωνα νά έρθει τάχιστα σέ βοήθεια.
21. Ο Γέλων, πού είχε επίσης ετοιμάσει τό στρατό του, μόλις πληροφορήθηκε τούς φόβους τών κατοίκων τής Ιμέρας, πήρε γρήγορα τό στρατό του από τίς Συρακούσες, έχοντας όχι λιγότερους από πενήντα χιλιάδες πεζούς καί πάνω από πέντε χιλιάδες ιππείς. Έχοντας καλύψει μέ ταχύτητα τήν απόσταση, όταν πλησίασε τήν όλη τών Ιμεραίων, έκανε αυτούς πού προηγουμένως είχαν τρομοκρατηθεί από τίς δυνάμεις τών Καρχηδονίων νά πάρουν θάρρος. Διότι έστησε στρατόπεδο κατάλληλο γιά τούς τόπους πού περιέβαλαν τήν πόλη, τό οχύρωσε μέ βαθιά τάφρο καί τό περιέβαλε μέ χαράκωμα, καί έστειλε όλους τούς ιππείς εναντίον εχθρών πού τριγυρνούσαν στήν περιοχή καί επιδίδονταν σέ λεηλασίες.
Οι ιππείς, πού εμφανίστηκαν αναπάντεχα σ’ όσους ήταν διεσπαρμένοι στήν ύπαιθρο, έπιασαν τόσους αιχμαλώτους όσους μπορούσε νά πάρει ο καθένας. Όταν οδηγήθηκαν μέσα στήν πόλη περισσότεροι από δέκα χιλιάδες αιχμάλωτοι, ο Γέλων έτυχε μεγάλης αποδοχής καί οι κάτοικοι τής Ιμέρας άρχισαν νά μήν υπολογίζουν τούς εχθρούς. Στή συνέχεια, όλες τίς πύλες πού οι άντρες τού Θήρωνα είχαν προηγουμένως χτίσει λόγω φόβου, ο Γέλων αντίθετα τίς άνοιξε, περιφρονώντας τούς αντιπάλους, καί κατασκεύασε μάλιστα καί άλλες, εκτός από τίς υπάρχουσες, οι οποίες μπορεί νά τού ήταν χρήσιμες σέ κατεπείγουσα ανάγκη.
Γενικά, ο Γέλων, πού υπερείχε σέ στρατηγική ικανότητα καί οξύνοια, άρχισε αμέσως νά αναζητάει μέ ποιό τρόπο θά μπορούσε, ακίνδυνα, νά νικήσει μέ πολεμικό τέχνασμα τούς βαρβάρους καί νά καταστρέψει εντελώς τή δύναμή τους. Στήν εφευρετικότητά του συνέβαλε πολύ καί η τύχη, ένεκα τής παρακάτω περίστασης. Ο Γέλων είχε αποφασίσει νά κάψει τά πλοία τών εχθρών, ενώ λοιπόν ο Αμίλκας βρισκόταν στό ναυτικό στρατόπεδο, ετοιμάζοντας μεγαλόπρεπη θυσία στόν Ποσειδώνα, έφτασαν ιππείς από τήν ύπαιθρο πού έφεραν στόν Γέλωνα ένα γραμματοκομιστή πού μετέφερε επιστολές από τούς Σελινούντιους, στίς οποίες ήταν γραμμένο ότι θά έστελναν τούς ιππείς τήν ημέρα πού τούς είχε γράψει ο Αμίλκας νά τούς στείλουν. Μιά πού εκείνη η ημέρα ήταν αυτή κατά τήν οποία ο Αμίλκας επρόκειτο νά τελέσει τή θυσία, εκείνη τήν ίδια μέρα ο Γέλων έστειλε δικούς του ιππείς, οι οποίοι είχαν πάρει εντολή νά κάνουν τό γύρο τών κοντινών περιοχών καί νά φτάσουν μέ τό ξημέρωμα στό ναυτικό στρατόπεδο, σάν νά ήταν οι Σελινούντιοι σύμμαχοι, καί αφού βρεθούν μέσα από τό ξύλινο τείχος, νά σκοτώσουν τόν Αμίλκα καί νά κάψουν τά πλοία.
Έστειλε επίσης καί σκοπούς στούς λόφους πάνω απ’ τήν πόλη, τούς οποίους πρόσταξε, μόλις δούν τούς ιππείς νά έχουν περάσει μέσα από τό τείχος, νά σηκώσουν τό συμφωνημένο σημάδι. Ο ίδιος, έχοντας παρατάξει από ξημέρωμα τό στρατό του, περίμενε τό σήμα πού θά δινόταν από τούς σκοπούς.
22. Οι ιππείς, μόλις ανέτειλε ο ήλιος, ίππευσαν πρός τό ναυτικό στρατόπεδο τών Καρχηδονίων καί, όταν έγιναν δεκτοί από τούς φύλακες σάν νά ήταν σύμμαχοι, έτρεξαν αμέσως στόν Αμίλκα πού ήταν απασχολημένος μέ τή θυσία, τόν σκότωσαν καί έβαλαν φωτιά στά πλοία. Στή συνέχεια, μόλις οι σκοποί ύψωσαν τό συμφωνημένο σημάδι, ο Γέλων, μέ όλη τή δύναμή του συντεταγμένη, προχώρησε εναντίον τού στρατοπέδου τών Καρχηδονίων. Οι αρχηγοί τών Φοινίκων πού βρίσκονταν στό στρατόπεδο, βγάζοντας πρώτα τούς στρατιώτες τους, αντιμετώπισαν τούς Σικελιώτες συνάπτοντας μάχη καί αγωνιζόμενοι ρωμαλέα. Στά δύο στρατόπεδα οι σάλπιγγες σήμαναν ταυτόχρονα τό σύνθημα τού πολέμου καί οι δυνάμεις έβγαζαν εναλλάξ πολεμικές ιαχές, φιλοδοξώντας η καθεμιά νά ξεπεράσει τούς αντιπάλους μέ τήν ένταση τής βοής. Έγινε μεγάλο φονικό καί η μάχη ταλαντευόταν μιά από δώ καί μιά από κεί, όταν ξαφνικά οι φλόγες από τά πλοία σηκώθηκαν ψηλά καί κάποιοι ανήγγειλαν τόν φόνο τού στρατηγού, οπότε οι Έλληνες πήραν θάρρος καί μέ ανυψωμένο ηθικό πίεζαν μέ μεγαλύτερη τόλμη τούς βαρβάρους, ενώ οι Καρχηδόνιοι τρομοκρατήθηκαν καί έχοντας χάσει κάθε ελπίδα γιά νίκη τράπηκαν σέ φυγή.
Επειδή ο Γέλων είχε δώσει εντολή νά μήν πιάσουν κανέναν αιχμάλωτο, ακολούθησε μεγάλη σφαγή αυτών πού τό είχαν βάλει στά πόδια καί στό τέλος σφάχτηκαν όχι λιγότεροι από εκατόν πενήντα χιλιάδες. Οι υπόλοιποι κατέφυγαν σέ κάποιο οχυρό τόπο καί στήν αρχή αμύνονταν εναντίον τών επιτιθεμένων, αλλά, επειδή ο τόπος πού είχαν καταλάβει ήταν άνυδρος, αναγκάστηκαν, πιεζόμενοι από τή δίψα, νά παραδοθούν στούς νικητές. Ο Γέλων, πού είχε νικήσει σέ περίλαμπρη μάχη, στήν οποία επικράτησε κυρίως λόγω τής δικής του στρατηγικής ικανότητας, απέκτησε ξακουστή δόξα όχι μόνο στούς Σικελιώτες αλλά καί σ’ όλους τούς άλλους. Γιατί κανένας από τούς προγενεστέρους του δέν μνημονεύεται νά είχε χρησιμοποιήσει τέτοιο στρατήγημα, άλλα ούτε νά είχε κατασφάξει σέ μιά μάχη περισσότερους βαρβάρους ή πού νά είχε πάρει τόσο μεγάλο πλήθος αιχμαλώτων.
Σύγκριση τού Θεμιστοκλή μέ τό Γέλωνα.
23. Γι’ αυτό τό λόγο, πολλοί από τούς ιστορικούς παραβάλλουν αυτή τή μάχη μέ εκείνη πού έδωσαν οι Έλληνες στίς Πλαταιές, καί τό στρατήγημα τού Γέλωνος μέ τά επινοήματα τού Θεμιστοκλή, καί τήν πρωτιά, λόγω τής εξαιρετικής πολεμικής αρετής καί τών δύο, άλλοι τήν απονέμουν στούς μέν κι άλλοι στούς δέ. Γιατί, όταν ο κόσμος στήν Ελλάδα, στή μιά περίπτωση, καί στή Σικελία, στήν άλλη, είχε τρομοκρατηθεί πρίν από τή μάχη, η νίκη τών Ελλήνων τής Σικελίας πού προηγήθηκε έκανε τούς ανθρώπους στήν Ελλάδα νά πάρουν θάρρος, όταν έμαθαν γιά τή νίκη τού Γέλωνα. Όσο γι’ αυτούς πού καί στούς δύο στρατούς είχαν τή γενική αρχηγία, στούς Πέρσες κατάφερε νά διαφύγει ο βασιλιάς καί μαζί του πολλές μυριάδες ανδρών, ενώ οι Καρχηδόνιοι όχι μόνο έχασαν τόν στρατηγό τους αλλά καί όσοι συμμετείχαν στόν πόλεμο σφάχτηκαν καί, όπως λέγεται, δέ σώθηκε ούτε ένας γιά νά φέρει τήν είδηση στήν Καρχηδόνα.
Επιπλέον, ως πρός τούς επιφανέστερους αρχηγούς, πού στούς Έλληνες ήταν ο Παυσανίας καί ο Θεμιστοκλής, ο πρώτος θανατώθηκε από τούς συμπολίτες του γιά πλεονεξία καί προδοσία, ενώ ο δεύτερος εξορίστηκε απ’ όλη τήν Ελλάδα καί κατέφυγε στόν Ξέρξη, τόν μεγαλύτερο εχθρό του, καί έζησε κοντά του μέχρι τό θάνατό του. Ενώ ο Γέλων μετά τή μάχη απολάμβανε όλο καί μεγαλύτερης αποδοχής από τούς Συρακούσιους, γέρασε όντας βασιλιάς καί πέθανε τιμημένος, καί ήταν τόσο ισχυρή η εύνοια τών πολιτών πρός τό πρόσωπό του, ώστε η εξουσία παρέμεινε στά χέρια τριών μελών τού οίκου του.
- Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΑΘΗΝΑ –

H πολιτική, κοινωνική και οικονομική άνοδος της Αθήνας κατά την Κλασική περίοδο συντέλεσε στη διαμόρφωση σημαντικού πολιτισμού, κυριότερη έκφραση του οποίου αποτέλεσε η γέννηση και η εδραίωση του δημοκρατικού πολιτεύματος.
H εξοικείωση των αθηναίων πολιτών με τους δημοκρατικούς θεσμούς επέτρεψε τη δράση και την ανάδειξη σημαντικών προσωπικοτήτων, που εξέφρασαν τις πολιτικές και πνευματικές ανησυχίες της εποχής τους.
O κλασικός πολιτισμός αποτέλεσε για το δυτικό κόσμο σημείο αναφοράς ως προς την καλλιτεχνική δημιουργία και την ηθική εξέλιξη και επηρέασε διαχρονικά την ιστορική πορεία του.
Σημαντικές πηγές για την ιστορία της Κλασικής περιόδου της Αθήνας αποτελούν η Ιστορία του Θουκυδίδη, τα Ελληνικά του Ξενοφώντα, οι κωμωδίες του Αριστοφάνη, η Αθηναίων πολιτεία του Αριστοτέλη, οι επιγραφές, τα νομίσματα και τα οικοδομικά προγράμματα της εποχής· από μεταγενέστερα έργα μπορούν να αναφερθούν η ιστοριογραφία του Διόδωρου του Σικελιώτη και οι βιογραφίες του Πλούταρχου.
Η συμμετοχή της Αθήνας στους μηδικούς πολέμους και η συμβολή της στη νίκη των Ελλήνων κατά των Περσών την ανέδειξαν ως τη δύναμη που θα μπορούσε καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη να εγγυηθεί την ειρήνη και την ελευθερία στο Αιγαίο. Tην περίοδο αυτή, που είναι γνωστή ως Πεντηκονταετία, η Αθήνα συγκέντρωσε γύρω της πολλές ελληνικές πόλεις, οι οποίες αναγνώρισαν την κυριαρχία της, και δημιούργησε τη Συμμαχία της Δήλου (478/7 π.Χ.).
Η ανάδειξη της Αθήνας στο σημαντικότερο οικονομικό και πολιτικό κέντρο του αιγαιακού χώρου επηρέασε την εσωτερική πολιτειακή της εξέλιξη και συνέβαλε στη διαμόρφωση των σημαντικότερων χαρακτηριστικών της αθηναϊκής δημοκρατίας με τις μεταρρυθμίσεις του Εφιάλτη (462/1 π.Χ.) και του Περικλή (451/0 π.Χ.). Στις εξωτερικές της υποθέσεις, ο αθηναϊκός επεκτατισμός προκάλεσε την αντίδραση των σύμμαχων πόλεων και προετοίμασε το έδαφος για την έκρηξη του Πελοποννησιακού πολέμου, στον οποίο συγκρούστηκαν κυρίως η Αθήνα και η Σπάρτη προκαλώντας όμως και την ακούσια ή εκούσια συμμετοχή των συμμάχων τους. Η σταδιακή απώλεια της κυριαρχίας της Αθήνας, ιδιαίτερα κατά την τελευταία φάση του πολέμου μετά την αποτυχημένη εκστρατεία στη Σικελία (415-3 π.Χ.), κλόνισαν -προσωρινά τουλάχιστον- την αξιοπιστία των Αθηναίων στο δημοκρατικό πολίτευμα, που υπέστη δύο ολιγαρχικές μεταρρυθμίσεις (411/0 π.Χ. και 404/3 π.Χ.).
Η ανάκτηση της οικονομικής της δύναμης στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. της έδωσε τη δυνατότητα να ανασυστήσει μερικώς την ηγεμονία της (387/7 π.Χ.). Με ηγέτη το Δημοσθένη η Αθήνα προσπάθησε μάταια να ενώσει τις δυνάμεις των πόλεων της νότιας Ελλάδας εναντίον μιας νέας απειλής, του μακεδόνα βασιλιά Φιλίππου. Η ήττα της στη Χαιρώνεια (338 π.Χ.) προκάλεσε τον επαναπροσδιορισμό της ισορροπίας των δυνάμεων στον ελληνικό χώρο, αναδεικνύοντας οριστικά τη Μακεδονία ως το νέο σημαντικό στρατιωτικό, πολιτικό και οικονομικό παράγοντα.
Αναλυτικότερη παρουσίαση των γεγονότων παρατίθεται στο χρονολόγιο
Πεντηκονταετία ονομάζεται συμβατικά η περίοδος των πενήντα χρόνων μεταξύ του τέλους των Μηδικών πολέμων (479 π.Χ.) και της έναρξης του Πελοποννησιακού (431 π.Χ).
Ο πρωταγωνιστικός ρόλος, που διαδραμάτισε η Αθήνα στην απομάκρυνση του περσικού κινδύνου, της έδωσε τη δυνατότητα να αναλάβει την πρωτοβουλία να ενώσει γύρω της πολλές ελληνικές πόλεις από τα νησιά του Αιγαίου πελάγους, τα παράλια της Μικράς Ασίας, τον Εύξεινο Πόντο, τη Θράκη και τη Μακεδονία, δημιουργώντας έτσι τη Συμμαχία της Δήλου (478/7 π.Χ.). Η Δηλιακή συμμαχία ξεκίνησε ως μια στρατιωτική σύμπραξη αυτόνομων και ισότιμων πόλεων-κρατών, μολονότι η Αθήνα διατηρούσε την αρχηγία. Κατά τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ., οι ολοένα και συχνότερες επεμβάσεις της Αθήνας στα εσωτερικά των σύμμαχων πόλεων προκάλεσαν τη βαθμιαία μετατροπή της συμμαχίας σε αθηναϊκή ηγεμονία.
Ορισμένοι μελετητές διακρίνουν τρία στάδια στην αλλαγή του χαρακτήρα της συμμαχίας της Δήλου. Στην πρώτη φάση (478-461 π.Χ.) οι στρατιωτικές επιτυχίες του Κίμωνα συνέβαλαν στην επιβολή της αθηναϊκής κυριαρχίας σε πολλές περιοχές της συμμαχίας. Η μεταφορά του συμμαχικού ταμείου από τη Δήλο στην Αθήνα (454 π.Χ.), η ίδρυση κληρουχιών (από το 450 π.Χ.) και η επιβολή του νομίσματος, των μέτρων και των σταθμών της στις σύμμαχες πόλεις (449 π.Χ.) αποτελούν τα ενδεικτικότερα γεγονότα για τις ηγεμονικές βλέψεις της Αθήνας. Κατά τη δεύτερη φάση (461-445 π.Χ.) ήρθε σε ρήξη με τη Σπάρτη, η οποία έβλεπε με καχυποψία το σαφή αυτό αθηναϊκό επεκτατισμό. Η τρίτη φάση (445-431 π.Χ.) ταυτίζεται με το απόγειο της αθηναϊκής δύναμης, όπου κυριαρχεί η τάση διατήρησης των κεκτημένων.
Η δυσαρέσκεια που προκάλεσε η αθηναϊκή ηγεμονία, σε συνδυασμό με τη σταδιακή εξάλειψη του φόβου του περσικού κινδύνου οδήγησαν μερικούς από τους συμμάχους της Δήλου σε αποστασία, ενώ μακροπρόθεσμα δημιουργήθηκε και το κατάλληλο κλίμα, που θα ευνοούσε την έκρηξη του Πελοποννησιακού πολέμου.
Μετά τη λήξη των Μηδικών πολέμων η Αθήνα εκμεταλλευόμενη τις νέες συνθήκες της εποχής, κυρίως όμως το φόβο των ελληνικών πόλεων της Μικράς Ασίας και του Αιγαίου για τον περσικό κίνδυνο και τη δυσαρέσκειά τους προς τη Σπάρτη -εξαιτίας της αποτυχημένης εκστρατείας του σπαρτιάτη στρατηγού Παυσανία εναντίον των Περσών (487 π.Χ.)- ανέλαβε την πρωτοβουλία να ενώσει όλες τις ελληνικές πόλεις και να δημιουργήσει το 487/7 π.Χ. τη Δηλιακή ή Α’ Αθηναϊκή συμμαχία (Θουκυδίδης, Iστοριών 1.94-95).
Πρόφαση για τη δημιουργία της συμμαχίας ήταν να εκδικηθούν οι Έλληνες τους Πέρσες για τις καταστροφές που έπαθαν κατά τους Μηδικούς πολέμους. Κύρια επιδίωξή τους όμως, ήταν να διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους και να απελευθερώσουν τις ελληνικές πόλεις που βρίσκονταν κάτω από την περσική κυριαρχία. Θα διατηρούσαν μια κοινή επιθετική και αμυντική πολιτική και για το λόγο αυτό ορκίστηκαν να έχουν όλα τα μέλη της συμμαχίας τους ίδιους εχθρούς και φίλους (Θουκυδίδης, Iστοριών 1.96-97).
Αρχικά, συμμετείχαν περίπου εκατόν σαράντα πόλεις, οι οποίες σύμφωνα με την κατάταξή τους στους φορολογικούς καταλόγους της Αθήνας, χωρίζονταν σε πέντε γεωγραφικές περιφέρειες: την Ιωνία, τον Ελλήσποντο, τη Θράκη, την Καρία και τα Νησιά. Οι πόλεις θα ήταν αυτόνομες και ισόψηφες, θα διατηρούσαν δηλαδή τους νόμους τους και θα είχαν τον ίδιο αριθμό ψήφων, ώστε να μην επηρεάζονται οι αποφάσεις της συμμαχίας μόνον από τις ισχυρότερες πόλεις. Καθορίστηκε ο αριθμός των πλοίων που θα διέθεταν οι σύμμαχοι, όπως η Λέσβος, η Χίος και η Σάμος και το ποσό του φόρου που θα κατέβαλλαν οι πόλεις που δε διέθεταν ναυτικό. Η είσπραξή του ανατέθηκε σε δέκα οικονομικούς αξιωματούχους, τους “Ελληνοταμίες”, που θα ήταν αθηναίοι πολίτες, θα εκλέγονταν από την Εκκλησία του δήμου και θα ήταν υπόλογοι σε αυτήν.
Ως τόπος για τη συνάντηση των αντιπροσώπων των σύμμαχων πόλεων και για τη φύλαξη του ταμείου τους, επιλέχτηκε το ιερό του Απόλλωνα στη Δήλο. Την επιλογή αυτή επέβαλαν λόγοι θρησκευτικοί, καθώς αποτελούσε κέντρο λατρείας των ιωνικών πόλεων, πολιτικοί, επειδή δεν είχε ιδιαίτερες πολιτικές φιλοδοξίες το ιερό του Απόλλωνα στη Δήλο, αλλά και πρακτικοί, αφού ήταν λιμάνι και βρισκόταν σε κεντρικό σημείο του Αιγαίου. Όταν αργότερα το ταμείο μεταφέρθηκε στην Αθήνα, τοποθετήθηκε μέσα στον Παρθενώνα.
Από ορισμένους μελετητές υποστηρίχτηκε ότι η δημιουργία της συμμαχίας θα πρέπει να ανήκε στους πολιτικούς οραματισμούς του Θεμιστοκλή, πρόθεση του οποίου ήταν να αναδειχτεί η Αθήνα στη σημαντικότερη ναυτική δύναμη του Αιγαίου. Ο Περικλής, ο οποίος διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην πολιτική σκηνή της Αθήνας από τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ., συνέχισε το θεμιστόκλειο ναυτικό πρόγραμμα επιδιώκοντας τον αθηναϊκό επεκτατισμό, που θα εξασφάλιζε νέους ορίζοντες στην Αθήνα για την κυριαρχία της στην εξωτερική πολιτική ζωή και στο ελληνικό εμπόριο.
Οι μετακλεισθένειες εξελίξεις, πολύ σημαντικές για την εμπέδωση και εμβάθυνση της δημοκρατίας, περατώθηκαν λοιπόν λίγο μετά το 450 π.Χ. Από τότε και έως το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, το 404 π.Χ., δοκιμάστηκαν οι δυνατότητες, οι αρετές κατ οι αδυναμίες του ριζοσπαστικού δημοκρατικού πολιτεύματος. Ο ριζοσπαστικός δημοκρατικός ηγέτης Περικλής κατορθώνει να επιβάλλεται στο λαό. Μετά το θάνατο του, και ενώ η Αθήνα έχει εμπλακεί στον Πελοποννησιακό πόλεμο, τα λαϊκά στρώματα άγονται κατ φέρονται από δημαγωγούς που τα ωθούν να πιστεύουν ότι, αφού ο «Δήμος» δικαιούται να αποφασίζει κυριαρχικά περί πάντων, μπορεί κατ να παραβιάζει τους νόμους. Παρά ταύτα, συνειδητοποιούνται τα προβλήματα που προκύπτουν από νόμους με αντίθετες διατάξεις και λαμβάνεται ένα θεραπευτικό μέτρο, η «γραφή παρανόμων», δηλαδή μία αγωγή ακυρώσεως νέου νόμου που συγκρούεται με παλαιό. Γρήγορα όμως ανακαλύπτεται ότι αυτό το μέτρο εμποδίζει και χρήσιμες νομοθετικές βελτιώσεις.
Ηττημένη του Πελοποννησιακού πολέμου, η Αθήνα υποχρεώθηκε από τους νικητές της να δεχθεί ένα τυραννικό καθεστώς, που δεν μπόρεσε να ριζώσει (404-403 π.Χ.). Η δημοκρατία αποκαταστάθηκε μέσα σε οικονομικές δυσχέρειες, αλλά με ένα νέο δυναμισμό. Οι δημοκρατικές δυνάμεις αναδύθηκαν με αυτοπεποίθηση και αρκετή ευρετικότητα, ενώ οι αντιδημοκρατικές δεν σήκωσαν πια κεφάλι.
Υπέρ της δημοκρατίας ήταν μικροϊδιοκτήτες και ακτήμονες.
Εναντίον, αριστοκράτες και ιδιοκτήτες γαιών και δούλων
Οι οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες
Η αθηναϊκή δημοκρατία γεννήθηκε και λειτούργησε μέσα σε οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές και πολιτισμικές συνθήκες τελείως διαφορετικές από εκείνες που εξέθρεψαν τη νέα δημοκρατία.
Η οικονομία της αρχαιότητας ήταν προβιομηχανική και δουλοκτητική. Ακόμη και η αθηναϊκή οικονομία, που ήταν mo προχωρημένη από την οικονομία άλλων ελληνικών πόλεων, ήταν βασικά αγροτική. Περισσότερα από τα δύο τρίτα του πληθυσμοί; αποζούσαν από το μέρος του εθνικού πλούτου που παραγόταν στην ύπαιθρο.
Οι κοινωνικές δυνάμεις που επέβαλαν, στήριξαν και εξέλιξαν τη δημοκρατία, αποτελούνταν από ιδιοκτήτες μικρών αγροτικών κλήρων και από ακτήμονες, συγκεντρωμένους στην Αθήνα και στον Πειραιά, που επιβίωναν είτε αυτοαπασχολούμενοι, ως μικρέμποροι και μικροεπαγγελματίες, είτε εκμισθώνοντας την εργατική δύναμη τους. Μερικοί από τους μικρεμπόρους και τους μικροεπαγγελματίες μεγάλωσαν τις επιχειρήσεις τους, όχι όμως σημαντικά, τόσο μάλλον που ξεπεράστηκαν από μετοίκους. Πράγματι, οι ιδιοκτήτες των πιο μεγάλων βιοτεχνικών επιχειρήσεων, με δεκάδες δούλους, ανήκαν σε μετοίκους. Οι πιο σημαντικοί τραπεζίτες ήσαν απελεύθεροι δούλοι που εξομοιώνονταν με μετοίκους. Οι μέτοικοι όμως δεν μετείχαν στο δημόσιο Βίο, έτσι δεν επηρέαζαν τις πολιτικές εξελίξεις. Οι κοινωνικές δυνάμεις που αντιστέκονταν στις δημοκρατικές προόδους ήσαν αριστοκράτες, ιδιοκτήτες γαιών και δούλων, τους οποίους ενοικίαζαν.
Το αθηναϊκό κράτος ήταν τύπου πόλεως, του mo διαδεδομένο«; και ίου mo εξελιγμένου στον ελληνικό κόσμο. Τα κράτη ανιόν τον τύπου είχαν ως ανθρώπινη βάση τους μια κοινότητα με πολιτιστική συνοχή και ενδοστρέφεια. μικρό πληθυσμό και περιορισμένο έδαφος.
Το αθηναϊκό κράτος, μολονότι ήταν το πολυπληθέστερο ελληνικό (μαζί με το κράτος των Συρακουσών), έφθασε να έχει, το 431 π.Χ., το πολύ πολύ, 318.000 κατοίκους (165.000 Αθηναίους, 33.000 μετοίκους. 120.000 δούλους). Κατά τα μέσα του 4ου αιώνα είχε πληθυσμό της τάξης των 250.000 (93.000 Αθηναίους, 20.000 μετοίκους). Οι Αθηναίοι πολίτες, δηλαδή οι ενήλικοι άρρενες της πολιάδας κοινότητας, ήσαν περίπου 45.000 το 431 π.Χ., 31.000 το 322 π.Χ. Το μικρό μέγεθος του πολιτικού σώματος και οι μικρές αποστάσεις επέτρεψαν στην αθηναϊκή δημοκρατία να γίνει και να μείνει άμεση και όχι αντιπροσωπευτική.
Το αθηναϊκό κράτος αριθμούσε κατά τα μέσα του 5ου αιώνα 165.000 Αθηναίους, 33.000 μέτοικους και 120.000 δούλους.
Τα ποσοστά των οικονομικών τάξεων μέσα στο σύνολο των πολιτών υπολογίζονται ως εξής: Αυτοαπασχολούμενοι και ημερομίσθιοι: τον 5ο αιώνα 50-55%, τον 4ον αιώνα από 60 έως 70%. Μεσαία στρώματα: τον 5ο αιώνα 40-45%, τον 4ο αιώνα 24-26%. Ανώτερα στρώματα: 5%. Έτσι εξηγείται η επικράτηση των ακραίων δημοκρατικών στις ψηφοφορίες και χειροτονίες στις «εκκλησίες του Δήμου» και στις ψηφοφορίες στα ηλιαστικά Δικαστήρια.
Οι φτωχότεροι Αθηναίοι τρέφονταν με χυλό (από κριθάρι ή στάρι), όσπρια, ελιές, κρεμμύδια, σκόρδα, χόρτα, ξερά σύκα, λίγες ζωικές πρωτεΐνες (αλλαντικά, ξερά ή παστά ψάρια, σπανίως κρέας και φρέσκα ψάρια), λάδι, κρασί και ενδύονταν πενιχρά. Παρά ταύτα δεν αντιδρούσαν στη συμμετοχή μετοίκων και δούλων στην αγορά εργασίας. Άλλωστε οι ίδιοι άφηναν χώρο σ’ αυτές τις κατηγορίες εργαζόμενων, προτιμώντας να εισπράττουν τις αποζημιώσεις από ανάληψη κρατικών λειτουργημάτων και συμμετοχή στις «εκκλησίες του Δήμου», καθώς και να λαμβάνουν γεωργικούς κλήρους σε εδάφη της αθηναϊκής ηγεμονίας.
Οι φτωχότεροι μεταξύ των Αθηναίων πολιτών επιδίωξαν και πέτυχαν την πολιτική εξίσωση τους, δεν απαίτησαν όμως και οικονομική ισότητα. Αντί γι’ αυτήν σταθερά προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν εισοδήματα από το κρατικό ταμείο κατ γεωργική αποκατάσταση σε ξένα εδάφη. Για τούτο ψήφίζαν υπέρ πολέμων για την επέκταση του ζωτικού χώρου της Αθήνας κατ υπέρ της οικονομικής εκμετάλλευσης των συμμάχων.
Οι μέτοικοι δεν μπορούσαν να αποκτήσουν περιουσία, ενώ ορισμένοι δούλοι να έχουν χρηματική περιουσία
Η κατάσταση των μέσων παραγωγής, που ίσχυε στον ελληνικό κόσμο κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, σαφώς εμπόδισε την αθηναϊκή δημοκρατία να καταργήσει τη δουλεία. Πράγματι, με τις τότε τεχνολογικές συνθήκες, καμιά κοινωνία δεν μπορούσε να μη χρησιμοποιεί δούλους στην παραγωγική διαδικασία.
Αθηναϊκή και νεότερη δημοκρατία.
Οι θεσμοί της αθηναϊκής δημοκρατίας εν μέρει μοιάζουν με τους θεσμούς της νεότερης δημοκρατίας, εν μέρει διαφέρουν από αυτούς.
Κοινά γνωρίσματα της αθηναϊκής δημοκρατίας κατ των νεοτέρων δημοκρατιών είναι (1) η λαϊκή κυριαρχία, (2) η απόλυτη ισότητα των πολιτών. (3) η ανεξαρτησία των δικαστικών αρχών.
Οι διαφορές τους προκύπτουν από το γεγονός ότι η αθηναϊκή δημοκρατία αλλού ήταν mo προωθημένη από τη σημερινή και αλλού υστέρησε σε σύγκριση με αυτή:
Η αθηναϊκή δημοκρατία εφάρμοσε τη λαϊκή κυριαρχία όχι δι’ αντιπροσώπων, αλλά άμεσα: ήταν όχι κυβέρνηση από το λαό για το λαό, αλλά κυβέρνηση του λαού για το λαό. Το κράτος δεν διακρινόταν από τους πολίτες, αλλά ταυτιζόταν με αυτούς, καθώς αυτοί νομοθετούσαν, κυβερνούσαν και δίκαζαν. Οι πολίτες δεν ήσαν μόνον ίσοι, αλλά και είχαν ίσες ευκαιρίες προκειμένου να ασκήσουν τα δικαιώματα τους. Έτσι συμμετείχαν στα κοινά ενεργώς και ήσαν πλήρως ενήμεροι για όλες τις δημόσιες υποθέσεις. Οι πολιτικοί αγώνες διεξάγονταν από τους ίδιους μέσα στο «Δήμο».
Αντίστροφα, η αθηναϊκή δημοκρατία δεν κατάργησε τη δουλεία, δεν εξίσωσε τις γυναίκες με τους άνδρες και υπήρξε πολύ φειδωλή στην παροχή πολιτικών δικαιωμάτων σε μετοίκους. Πρέπει όμως να λάβουμε υπόψη κατ τα εξής: 1) Μία από τις σπουδαίες νεότερες δημοκρατίες άργησε πολλές δεκαετίες να καταργήσει τη δουλεία, οι πιο προχωρημένες νέες δημοκρατίες εξίσωσαν τις γυναίκες κατά τις δεκαετίες του μεσοπολέμου κατ μετά το Λεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, και ότι η πολιτογράφηση μεταναστών δεν γίνεται εύκολα ούτε και σήμερα. 2) Η αθηναϊκή δημοκρατία δέχθηκε στο έδαφος της πλήθη μετοίκων και τους έδωσε κάθε ελευθερία για να ασκούν τις δικές τους λατρείες και να τηρούν τα έθιμά τους μαζί με το δικαίωμα να ασκούν οποιαδήποτε οικονομική δραστηριότητα και να πλουτούν, εκτός του να αποκτούν ακίνητη περιουσία. Μέτοικοι έγιναν ισχυρότεροι από Αθηναίους σε ορισμένους παραγωγικούς τομείς. Οι ημερομίσθιοι μέτοικοι αμείβονταν ίσα με τους Αθηναίους. Αναφορικά με τους δούλους, πρέπει να σημειωθεί ότι η θέση των δούλων βελτιώθηκε στη δημοκρατική Αθήνα, εκτός εκείνων που εργάζονταν στα λατομεία και στα μεταλλεία.
Δημιουργήθηκε κατηγορία δούλων που είχαν δικαίωμα να σχηματίσουν μικρή χρηματική περιουσία και να ντύνονται όπως οι ελεύθεροι. Ποινικοποιήθηκαν ως υβριστικές, ορισμένες σωματικές βλάβες δούλων από τους κυρίους τους.
Η ΔΟΜΗ ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
Η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών δημιουργήθηκε κατά τους νεότερους χρόνους. Η αρχαία δημοκρατία δεν χρειάστηκε να την εφεύρει, επειδή η συγκέντρωση όλων των εξουσιών σ’ ένα μόνο όργανο του κράτους, το «Δήμο», δεν καταπίεζε τον πολίτη, δεδομένου ότι οι πολίτες ήταν το κράτος, όταν ελάμβαναν πολιτικές ή διοικητικές αποφάσεις σε μια «εκκλησία του Δήμου» ή δίκαζαν ως μέλη ενός ηλιαστικού δικαστηρίου.
Ο «Δήμος» ήταν ο Νομοθέτης, η Κυβέρνηση και το Ανώτατο Δικαστήριο. Οι πολίτες τον αντιλαμβάνονταν ως μονάρχη.
Οι περισσότερες υποθέσεις δικάζονταν από ηλιαστικά δικαστήρια που αντιπροσώπευαν το «Δήμο».
Ένα αντιπροσωπευτικό σώμα των πολιτών, η «Βουλή», που είχε 500 κληρωτά μέλη, βοηθούσε το «Δήμο». Επεξεργαζόταν τα νομοσχέδια και είχε τον κύριο ρόλο στη διοίκηση του κράτους. Επόπτευε και συντόνιζε τους «άρχοντες», είχε όμως και μερικούς δικούς της τομείς δράσεως, ιδίως τον τομέα των ναυτικών εξοπλισμών.
Οι «άρχοντες» δεν ήρχαν. Ο «Δήμος» δεν είχε εμπιστοσύνη στους πολίτες που καταλάμβαναν κάποιο αξίωμα: τους έβλεπε ως δυνάμει τυράννους. Σοφίστηκε πλείστα όσα μέτρα για να τους κάνει ακίνδυνους. Αφαίρεσε εξουσίες από τους «άρχοντες» που κληρονόμησε από το προηγούμενο πολίτευμα: τον «Άρχοντα», τον «Πολέμαρχο», το «Βασιλέα» και τους έξι «θεσμοθέτες». Αντικατέστησε την εκλογή ως μέσον αναδείξεως «αρχόντων» και «βουλευτών» με την κλήρωση. Ίδρυσε πλήθος νέων αρχών, με δεκάδες μέλη στις περισσότερες. Τον 4ο αιώνα π.Χ. υπήρχαν στην Αθήνα 700 «άρχοντες». Τα μέλη των πολυμελών αρχών ήσαν ισοδύναμα και συνυπεύθυνα. Κάθε αρχή είχε ένα ελάχιστο μέρος από τις εκτελεστικές αρμοδιότητες και καμία πραγματική εξουσία. Οι «άρχοντες» ελέγχονταν συνεχώς από το «Δήμο», τη «Βουλή» και τους πολίτες και λογοδοτούσαν στο τέλος της ετήσιας θητείας τους. Ο έλεγχος του «Δήμου» και η καχυποψία των πολιτών βάραινε πιο πολύ επί των λίγων «αρχόντων» που δεν κληρώνονταν, αλλά εκλέγονταν και επανεκλέγονταν χωρίς περιορισμό: των «Στρατηγών».
Πολλοί «Στρατηγοί» δικάστηκαν από το «Δήμο» αθέλητες ανθρωποκτονίες πολιτών και όλες ας ανθρωποκτονίες μετοίκων, παρεπιδημούντων, δούλων.
ή από ηλιαστικό δικαστήριο. Όχι λίγοι καταδικάστηκαν σε θάνατο ή άλλες βαριές ποινές. Κεντρικό και μόνιμο όργανο του αριστοκρατικού πολιτεύματος, ο «Άρειος Πάγος», αποδυναμώθηκε πρώτα από τον Σόλωνα, το 593 π.Χ., επί δημοκρατίας από τον Εφιάλτη και τον Περικλή, το 462 π.Χ., που του άφησαν μόνον την εκδίκαση των ανθρωποκτονιών εκ προμελέτης, των εμπρησμών, δηλητηριάσεων και πράξεων ασεβείας. Από τις τάξεις των Αρεοπαγιτών, που ήσαν όλοι όσοι είχαν διατελέσει «εννέα άρχοντες», λαμβάνονταν οι 51 «Εφέται» που εκδίκαζαν
Πώς λειτουργούσε η αθηναϊκή δημοκρατία. Η νομοθεσία.
Στη νομοθεσία ελάμβαναν μέρος: κάθε πολίτης, ο «Δήμος» και η «Βουλή». Κάθε πολίτης είχε δικαίωμα να κάμει πρόταση «ψηφίσματος», ο «Δήμος» παρέπεμπε το σχέδιο του «ψηφίσματος» στη «Βουλή», η «Βουλή» εξέταζε το σχέδιο από άποψη νομιμότητας, το διατύπωνε νομοτεχνικά και το επέστρεφε στο «Δήμο». Ο «Δήμος» αποφάσιζε με ψηφοφορία ή με χειροτονία. Τα «ψηφίσματα» ρύθμιζαν υποθέσεις άνισης σημασίας: πράγματι, ισοδυναμούν άλλα με δικές μας τροποποιήσεις Συντάγματος, άλλα με δικούς μας οργανικούς νόμους, άλλα με δικούς μας κοινούς νόμους, άλλα με δικά μας διατάγματα, άλλα με δικές μας υπουργικές αποφάσεις. Η χρήση του όρου «ψήφισμα» για όλες τις αποφάσεις του «Δήμου», ανεξαρτήτως σημασίας, προκαλούσε για αρκετό καιρό σύγχυση, έως ότου συνειδητοποιήθηκε η ανάγκη να διακριθούν μεταξύ των «ψηφισμάτων» εκείνα που είχαν ευρύτερο και διαρκέστερο αντικείμενο. Αυτά ονομάστηκαν «νόμοι», όπως ονομάζονταν παλαιότερα οι νομοθετικές ρυθμίσεις συντακτικού περιεχομένου του Δράκοντα, του Σόλωνα, του Κλεισθένη.
Έπειτα καθιερώθηκε ειδική αγωγή κυρώσεως «ψηφισμάτων» που έρχονταν σε σύγκρουση με «νόμους», η «γραφή παρανόμων». Αυτή όμως η αγωγή δεν περιοριζόταν μόνον στην ακύρωση ενός «ψηφίσματος»: συνεπαγόταν επίσης Βαρύτατες κυρώσεις εναντίον του πολίτη που εισηγήθηκε το πάσχον «ψήφισμα», καθώς και εναντίον του προέδρου της «εκκλησίας του Δήμου», αν άφησε να διαπραχθεί κάποια Οικονομική παρατυπία. Έτσι, έγινε επικίνδυνη ακόμη και μία πρόταση να αλλάξει ένας παλαιός «νόμος» που κρινόταν γενικά απαρχαιωμένος ή Βλαβερός.
Ο «Δήμος» δεν εμπιστευόταν τους πολίτες που έπαιρναν αξιώματα και σοφιζόταν διάφορα μέτρα για να τους κάνει ακίνδυνους
Για να αδρανοποιήσουν τη «γραφή παρανόμων» σε περιπτώσεις που εμπόδιζε την εκκαθάριση του σώματος των νόμων ή την κατάργηση άχρηστων ή Βλαβερών νόμων και εν γένει την εξέλιξη της νομοθεσίας, οι Αθηναίοι εφάρμοσαν τις ακόλουθες μεθόδους. Πρώτα, μεταξύ του 410 και του 403 π.Χ., ανέθεσαν σ’ επιτροπές πολιτών που κληρώθηκαν μεταξύ των «ηλιαστών» και στη «Βουλή» να εκκαθαρίσουν το σώμα των έως τότε ισχυόντων «νόμων» που προέρχονταν είτε από τον Δράκοντα, τον Σόλωνα και τον Κλεισθένη είτε από μετακλεισθένεια «ψηφίσματα». Στην αρχή του 4ου αιώνα καθιερώθηκε μια διαδικασία τακτικής εκκαθαρίσεως «νόμων», που επαναλαμβανόταν κάθε χρόνο, στην αρχή του πολιτικού έτους. «Εκκλησία του Δήμου» με συμμετοχή τουλάχιστον 6.000 πολιτών αποφαινόταν χωριστά για τον καθένα από τους υπό κρίση «νόμους», εάν έπρεπε να διατηρηθεί ή να τροποποιηθεί. Στη συνέχεια, κάθε πολίτης που είχε σχετική γνώμη τη διατύπωνε γραπτά σε σανίδα που αναρτιόταν σε πολυσύχναστο μέρος της πόλεως. Το θέμα επαναφερόταν σ’ επόμενη «εκκλησία του Δήμου», για να αποφασίσει αυτή εάν θα το παρέπεμπε ή όχι στην αναθεωρητική επιτροπή «Νομοθετών».
Εάν αυτή η «εκκλησία του Δήμου» αποφάσιζε καταφατικά, κληρώνονταν 501 ή 1.001 «Νομοθέται» μεταξύ των «ηλιαστών». Οι «Νομοθέται» αποφάσιζαν, αφού ελάμβαναν υπόψη τις γραπτές προτάσεις που είχαν κάμει οι πολίτες υπέρ της διατηρήσεως ή υπέρ της αναθεωρήσεως κάθε υπό κρίση «νόμου» και άκουγαν τους υπερασπιστές των κρινόμενων «νόμων» που είχε ορίσει η «Εκκλησία του Δήμου». Περί τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. καθιερώθηκε ακόμη μία διαδικασία καταργήσεως ή αναθεωρήσεως ή αντικαταστάσεως ενός συγκεκριμένου «νόμου» οποτεδήποτε έκανε σχετική εισήγηση ένας πολίτης μιλώντας σ’ «εκκλησία του Δήμου». Αυτή, αν ενέκρινε το νομοσχέδιο του πολίτη, το παρέπεμπε σε «Νομοθέτες» που κληρώνονταν για τη συγκεκριμένη υπόθεση. Εκείνοι, είτε ενέκριναν χωρίς τροπολογίες το νομοσχέδιο είτε το απέρριπταν.
Η διοίκηση
Στη διοίκηση εμπλέκονταν ο «Δήμος», η «Βουλή» και οι πολυάριθμοι «άρχοντες». Η εκτελεστική εξουσία ανήκε oro «Δήμο», η «Βουλή» και οι «άρχοντες» ήσαν εκτελεστικά όργανα των αποφάσεων του «Δήμου», που ήταν και νομοθέτης και κυβερνήτης. Από την αρχή της δημοκρατίας και για πολύ καιρό, ο «Δήμος» εννοούσε να εκδίδει «ψηφί-ματα» για υποθέσεις εκτελεστικής και διοικητικής φύσεως, προκαλώντας προβλήματα, καθώς οι μεν δημοκρατικές εξελίξεις σε βάθος και σε πλάτος διεύρυναν το πεδίον της διοικήσεως, αύξαναν και ενέτειναν τις διοικητικές λειτουργίες, οι δε «άρχοντες» αποδυναμώνονταν. Βαθμιαία ο «Δήμος» περιόρισε το πεδίο της αναμίξεως του σε διοικητικές πράξεις, διατήρησε όμως αμείωτη την τάση του να ακούει ο ίδιος τους ξένους πρέσβεις και, το χειρότερο, να αποφασίζει τα επίπεδα των επιστρατεύσεων κατ των πολεμικών δαπανών και, ακόμη, να διευθύνει στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Η καχυποψία του «Δήμου» για τους «άρχοντες» τον εμπόδιζε να δημιουργήσει ιεραρχία μεταξύ των «Στρατηγών» και μεταξύ των οικονομικών «αρχόντων». Μόνο σε στιγμές οικονομικής δυσπραγίας δημιουργήθηκε, για πρώτη φορά, το 354 π.Χ., οικονομική αρχή, μονομελής, αιρετή και με τετραετή θητεία, η οποία συντόνισε με επιτυχία τις λοιπές οικονομικές αρχές, κληρωτές, πολυμελείς και ετήσιες, και δημιούργησε περισσεύματα. Παρά την επιτυχία της, αυτή η αρχή καταργήθηκε μετά τη δεύτερη τετραετία της. Το 338 ή το 334 π.Χ., υπό το βάρος της ήττας στη Χαιρώνεια, οι Αθηναίοι προχώρησαν στην ίδρυση κεντρικής οικονομικής αρχής, που επίσης είχε επιτυχία.
Τα μέλη των αθηναϊκών δικαστηρίων δεν είχαν ειδική μόρφωση. Γνώριζαν, όμως, καλά τους νόμους, αφού αυτοί νομοθετούσαν.
Η δικαιοσύνη
Όργανα με αρμοδιότητες δικαστηρίων ήσαν ο «Δήμος», τα ηλιαστικά δικαστήρια, που ήταν απορροή και σύνοψη του «Δήμου», η «Βουλή», ο «Άρειος Πάγος», οι «Εφέται» και μερικοί ετήσιοι κληρωτοί «άρχοντες», με πρώτους τους «Ένδεκα». Στην περίπτωση του «Δήμου» η δικαστική του εξουσία συνέπιπτε με τη νομοθετική του και την εκτελεστική του. Αλλά ο «Δήμος» πολύ σπάνια άσκησε τις δικαστικές δικαιοδοσίες του τον 5ον αιώνα και καθόλου τον 4ο. Όλα τα άλλα δικαστήρια ήταν αυτόνομα και κυρίαρχα. Μάλιστα τα ηλιαστικά, ο «Άρειος Πάγος», οι «Εφέται» και, εν μέρει, οι «Ένδεκα», εξέδιδαν μη εφέσιμες αποφάσεις. Το αντίθετο ίσχυε για τις δικαστικές αποφάσεις της «Βουλής» και των δικαστηρίων των «αρχόντων». Ο «Δήμος», τα ηλιαστικά δικαστήρια, ο «Άρειος Πάγος», οι «Εφέται», οι «Ένδεκα» μπορούσαν να επιβάλουν ποινές θανάτου, δημεύσεως περιουσίας, εξορίας, στερήσεως πολιτικών δικαιωμάτων, ενώ τα άλλα δικαστήρια, ακόμη και η «Βουλή» δεν μπορούσαν να επιβάλουν παρά χρηματικά πρόστιμα.
Κανένα μέλος κανενός αθηναϊκού δικαστηρίου δεν είχε ειδική μόρφωση. «Ηλιασταί», «Αρεοπαγίται», «Εφέται» ήσαν κοινοί πολίτες. Παρά ταύτα, γνώριζαν καλά τους νόμους, αφού οι ίδιοι τους νομοθετούσαν στο «Δήμο» κατ τους εφάρμοζαν στα δικαστήρια. Από την άλλη μεριά όμως παρασύρονταν από τις ατομικές πολιτικές τάσεις τους και τις ψυχολογικές παρορμήσεις.
Οι προδικαστικές και δικαστικές διαδικασίες ήσαν απλές, αλλά και απλοϊκές, όταν θεωρούνται εκ των υστέρων, και μάλιστα από τη δική μας οπτική γωνία. Ωστόσο υπήρχαν νόμοι που καθιέρωναν όλες τις δικές μας αρχές περί δικαιωμάτων του κατηγορουμένου ή εναγομένου.
ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΪΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΑΡΙΣΤΟΒΟΥΛΟΥ ΜΑΝΕΣΗ, ακαδημαϊκού, ομ. καθηγητή Παν/μίων Αθηνών και θεσσαλονίκης
ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ, καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου στο Παν/μιο Αθηνών
Η Αθηναίων πολιτεία λειτουργούσε με θεσμούς άμεσης δημοκρατίας. Με την κλήρωση «από κυάμων», αντί της εκλογής, στα περισσότερα αξιώματα και με το μισθό για την άσκηση των πολιτειακών λειτουργημάτων διασφάλιζαν την ισότητα: την ίση συμμετοχή όλων των πολιτών στα δημόσια πράγματα. Και η συμμετοχή αυτή ήταν άμεση.
Έτσι, στην Εκκλησία του Δήμου, στη Βουλή, στην Ηλιαία και στα υπόλοιπα συλλογικά όργανα, οι Αθηναίοι πολίτες μετείχαν απ’ ευθείας, δηλαδή αυτοπροσώπως. Η δε συμμετοχή τους στα κοινά ήταν συνεχής και καθημερινή. Στην αθηναϊκή δημοκρατία ο θεσμός της αντιπροσώπευσης και της επαγγελματοποίησης της πολιτικής ήταν άγνωστος.
Κατ’ εξαίρεση γινόταν με εκλογή η ανάδειξη σε αξιώματα που «εδέοντο εμπειρίας και τέχνης», όπως στην περίπτωση των δέκα στρατηγών. Είναι, πάντως, προφανές ότι οι θεσμοί της άμεσης δημοκρατίας ήταν συνυφασμένοι με την «πόλη-κράτος», ενώ στα μεγάλα κράτη της εποχής μας ισχύει η έμμεση δημοκρατία της «Βουλής των αντιπροσώπων», όπου οι «αντιπρόσωποι» του λαού μπορούν να θέλουν οτιδήποτε «εν ονόματι», «αντί» και «για λογαριασμό» των εκλογέων τους, χωρίς να λογοδοτούν απέναντι τους για γνώμη ή ψήφο, ως μονή δε «κύρωση» υπάρχει το ενδεχόμενο της μη επανεκλογής τους.
Οι «νομοθέτες» θα μπορούσαν, κατά κάποιο τρόπο, να παρομοιαστούν με τη σημερινή επιστημονική υπηρεσία της Βουλής
Η κυρίως νομοθετική διαδικασία.
Η διαδικασία θεσπίσεως νόμων ή ψηφισμάτων από την Εκκλησία του Δήμου αποτελούσε εφαρμογή της άμεσης δημοκρατίας.
Κατά την έναρξη του βουλευτικού έτους η Εκκλησία του Δήμου αποφάσιζε για την ανάγκη ψήφισης νέων νόμων ή ψηφισμάτων («επιχειροτονία νόμων»).
Η απόφαση αυτή είχε χαρακτήρα ουσιαστικά κυβερνητικό: προϋπέθετε την πολιτική επιλογή για την επίτευξη κάποιου συγκεκριμένου σκοπού, ο οποίος χωρίς τη θέσπιση συναφούς κανόνα δικαίου θα ήταν αδύνατον να πραγματωθεί.
Κάθε Αθηναίος πολίτης μπορούσε, ασκώντας νομοθετική πρωτοβουλία -που σήμερα, με το αντιπροσωπευτικό σύστημα, ανήκει μόνο στη Βουλή και στην κυβέρνηση
1- να υποβάλει γραπτώς πρόταση νόμου στην Εκκλησία του Δήμου, όπου και διαβαζόταν για να καταστεί δημοσίως γνωστή. Επιπλέον η πρόταση έπρεπε να τοιχοκολληθεί, προς μείζονα κατοχύρωση του δικαιώματος της πληροφόρησης περί τα κοινά, και στο οίκημα του «επώνυμου άρχοντα», ενός από τους εννέα άρχοντες, που αποτελούσαν την ανώτατη διοίκηση. Ο πολίτης που ασκούσε νομοθετική πρωτοβουλία αναλάμβανε κατ την ευθύνη για το περιεχόμενο της πρότασης του, πράγμα που αποτυπωνόταν και στο κείμενο του νόμου: «ειπόντος του τάδε». Αν η πρόταση νόμου αποσκοπούσε όχι στη θέσπιση νέων αλλά στην τροποποίηση ισχυουσών ρυθμίσεων, ο εισηγούμενος την πρόταση έπρεπε να τη συνοδεύει και με τις τροποποιούμενες διατάσεις. Παρόμοια υποχρέωση ισχύει και στα σύγχρονα πολιτεύματα προς πληρέστερη και ακριβέστερη ενημέρωση των μελών του νομοθετικού σώματος
2. Η Εκκλησία του Δήμου δεν επιτρεπόταν να νομοθετήσει για οτιδήποτε «απροβούλευτον»
3. Διαβίβαζε προηγουμένως την πρόταση νόμου στη Βουλή, η οποία ήταν υποχρεωμένη να υποβάλει τη γνώμη της στην Εκκλησία του Δήμου. Η γνώμη αυτή της Βουλής, το «προβούλευμα», ήταν, με σύγχρονη ορολογία, μία απλή -όχι «σύμφωνη», δηλαδή δεσμευτική- γνώμη, που αποτελούσε όμως ουσιώδη τύπο της νομοθετικής διαδικασίας. Συνιστούσε εγγύηση για την Εκκλησία του Δήμου ότι το Ζήτημα είχε ελεγχθεί σε πρώτη επεξεργασία. Η αποφασιστική αρμοδιότητα για την ψήφιση του νόμου ανήκε πάντως στην Εκκλησία του Δήμου, πράγμα που η Βουλή αναγνώριζε με τη φράση: «ό,τι αν τω Δήμω δοκεί άριστον είναι». Παρόμοια διαδικασία μιας πρώτης επεξεργασίας των νομοσχεδίων ή προτάσεων νόμων ισχύει και σήμερα: η Βουλή συζητεί επ’ αυτών μετά την επεξεργασία τους από τις αρμόδιες κοινοβουλευτικές («διαρκείς») επιτροπές
4. Της ψηφοφορίας στην Εκκλησία του Δήμου προηγείτο συζήτηση, στην οποία μπορούσε να μετάσχει κάθε πολίτης. Στην πράξη πάντως η συζήτηση περιοριζόταν μεταξύ των επιφανών Αθηναίων πολιτικών. Η ψηφοφορία γινόταν με ανάταση των χειρών. Ο Επιστάτης των Πρυτάνεων, ο οποίος προήδρευε της συνεδριάσεως, καταμετρούσε ττς ψήφους. Έστω και αν ο νόμος ψηφιζόταν, ο Επιστάτης των Πρυτάνεων είχε τη δυνατότητα, είτε με δική του πρωτοβουλία είτε με πρωτοβουλία άλλου βουλευτή ή πολίτη, να επαναφέρει την πρόταση για συζήτηση.
Μετά το 403-402 π.Χ. η διαδικασία για τη θέσπιση νόμων από την Εκκλησία του Δήμου περιέλαβε και ένα ακόμη στάδιο επεξεργασίας των προτάσεων νόμου από ένα πολυμελές συμβούλιο «νομοθετών», δηλαδή δικαστών αναδεικνυόμενων με κλήρωση. Οι «νομοθέτες» αυτοί, λόγω της δικαστικής ιδιότητας τους, είχαν καπότα εξοικείωση -όχι εξειδίκευση- με το δίκαιο (αφού ήσαν λαϊκοί, απλοί πολίτες, που αναδεικνύονταν στο δικαστικό αξίωμα είτε με κλήρωση είτε επειδή μετείχαν στο Ηλιαστικό Δικαστήριο βάσει της ιδιότητας τους ως Αθηναίων πολιτών). Επιτελούσαν πάντως ένα έργο που θα μπορούσε, κατά κάποιο τρόπο, να παρομοιαστεί με το έργο που επιτελεί σήμερα η επιστημονική υπηρεσία της Βουλής στη χώρα μας
5. Η επεξεργασία των προτάσεων νόμου γινόταν πριν διαβιβαστεί n πρόταση από την Εκκλησία του Δήμου στη Βουλή. Ένα σημείο που πρέπει να τονιστεί εδώ και που καταδεικνύει το σεβασμό των Αθηναίων στους «πατρώους νόμους» είναι ότι οι «νομοθέτες», πριν εκφέρουν τη γνώμη τους ή τις παρατηρήσεις τους επί της προτάσεως νόμου, έπρεπε να ακούσουν μια επιτροπή πολιτών που αναλάμβανε να υποστηρίζει τον παλαιό νόμο έναντι της νέας προτεινόμενης ρύθμισης.
Οι γραφές «παρανόμων» και «νόμον μή ἐπιτήδειον θεῖναι».
Δύο «γραφές» – δίκες δημοσίου δικαίου, όπως θα λέγαμε σήμερα- είχαν μεγάλη σπουδαιότητα, καθώς αποτελούσαν προληπτικές και συγχρόνως κατασταλτικές εγγυήσεις τηρήσεως του πολιτεύματος: η «γραφή παρανόμων» και η «γραφή νόμον μη επιτήδειον θείναι», που εκδικάζονταν από το δικαστήριο της Ηλιαίας.
Η «γραφή παρανόμων»8 ήταν μία δημοσίου δικαίου δίκη εναντίον εκείνου ο οποίος είχε προτείνει νόμο ή ψήφισμα που ερχόταν σε αντίθεση με τους προϋφιστάμενους κανόνες ή που είχε θεσπισθεί κατά παράβαση της νομοθετικής διαδικασίας. Μόλις ο μηνυτής εξεδήλωνε την πρόθεση του, με δημόσιο όρκο («υπωμοσία»), να καταθέσει «γραφή παρανόμων», η συνέχιση της νομοθετικής διαδικασίας αναστελλόταν. Αναστελλόταν επίσης η ισχύς του νέου νόμου ή ψηφίσματος, εάν η νομοθετική διαδικασία επί της προτάσεως νόμου είχε ήδη ολοκληρωθεί.
Οι γραφές «παρανόμων» και «νόμον μή ἐπιτήδειον θεῖναι», καθώς και ο οστρακισμός προστάτευαν τη λειτουργία του πολιτεύματος.
Η αναστολή διαρκούσε, και στις δύο περιπτώσεις, έως την έκδοση της δικαστικής απόφασης. Εάν η απόφαση ήταν καταδικαστική για τον προτείνοντα, τότε ο νόμος ή το ψήφισμα ακυρωνόταν ή σταματούσε η περαιτέρω νομοθετική διαδικασία επί της προτάσεως. Η ποινή για τον ένοχο ήταν πρόστιμο και, σε περίπτωση υποτροπής για τρίτη φορά, στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων («ατιμία»). Αν η δικαστική απόφαση επί της «γραφής παρανόμων» ήταν απαλλακτική, η νομοθετική διαδικασία συνεχιζόταν ή ο ψηφισθείς νέος κανόνας δικαίου -νόμος ή ψήφισμα-ανακτούσε την ανασταλείσα ισχύ του.
Η γραφή «νόμον μή ἐπιτήδειον θεῖναι»7 ήταν επίσης δίκη δημοσίου δικαίου εναντίον της θεσπίσεως ασύμφορου νόμου, δηλαδή νόμου που θα μπορούσε να βλάψει τα συμφέροντα της πόλεως. Η διαφορά της γραφής αυτής από τη «γραφή παρανόμων» συνίστατο στο ότι αφορούσε μόνο νόμους, όχι ψηφίσματα. Οι ποινές επί καταδίκης ήσαν κατά πολύ βαρύτερες από τις ποινές της «γραφής παρανόμων»: εξικνούντο έως το θάνατο. Πάντως η γραφή «νόμον μή ἐπιτήδειον θεῖναι» έπρεπε, για να έχει ποινικές συνέπειες, να ασκηθεί μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την ψήφιση του νόμου.
Εκτός από την ατομική κύρωση της επιβολής ποινής, οι δύο «γραφές» είχαν και ακυρωτικό αποτέλεσμα ως προς το νόμο ή το ψήφισμα.
Οι «γραφές» αυτές θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως διφυή ένδικα βοηθήματα, τόσο ποινικού όσο και διοικητικού (ακυρωτικού) χαρακτήρα.
Εκτός από τις ήδη αναφερθείσες «γραφές» υπήρχε και η ενώπιον του Ηλιαστικού Δικαστηρίου ασκούμενη «γραφή» και κατά του Επιστάτη των Πρυτάνεων («επιστατική γραφή»).
Εικάζεται ότι καταδικαστικές αποφάσεις της Ηλιαίας σε οποιαδήποτε από τις πτο πάνω «γραφές» σπανιότατα μόνον εκδίδονταν. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων οι αποφάσεις απήλλασσαν τον κατηγορούμενο κατ επικύρωναν το θεσπισθέντα νόμο ή το ψήφισμα. Τούτο συνέβαινε προδήλως διότι το πολυμελέστατο δικαστήριο της Ηλιαίας αποτελούσαν τα ίδια τα μέλη της Εκκλησίας του Δήμου που είχαν ήδη ψηφί-σετ το νόμο ή το ψήφισμα. Δύσκολα θα μπορούσαν, επομένως, οτ ίδιοι πολίτες να αναιρούν δικαστικά αυτό που είχαν αποφασίσει νομοθετικά.
Σημειώθηκε ότι οι γραφές «παρανόμων» κατ «νόμον μη επιτήδειον θείναι» δεν ήσαν μόνο κατασταλτικές αλλά και προληπτικές εγγυήσεις τηρήσεως των πολιτικών κατά δικαιικών θεσμών της αθηναϊκής δημοκρατίας. Ο προληπτικός χαρακτήρας των γραφών αυτών συνίστατο στο ότι οι επαπειλούμενες βαριές ποινές λειτουργούσαν αποτρεπτικά για τη θέσπιση νέων νομοθετικών ρυθμίσεων που θα ήσαν «δυνάμει» επικίνδυνες για τη λειτουργία του πολιτεύματος.
Οστρακισμός
Προληπτική και κατασταλτική εγγύηση για τη λειτουργία του αθηναϊκού πολιτεύματος ήταν και ο θεσμός του οστρακισμού. Βάσει αυτού η Εκκλησία του Δήμου μπορούσε να εξορίζει επί ορισμένο χρόνο αυτούς που θεωρούσε επικίνδυνους για το πολίτευμα κατ την ασφάλεια της πόλεως, επειδή είχαν αποκτήσει κάποια φήμη ή δύναμη στο δημόσιο βίο. Ο οστρακισμός είχε ως δικαιολογητική Βάση την αποφυγή αποκτήσεως πολιτικής ισχύος. «Ο γαρ οστρακισμός την αυτήν έχει δύναμιν τρόπον τινά, τω κολούειν τους υπερέχοντας»3. Οι Αθηναίοι πολίτες έγραφαν σε μικρά κεραμίδια (όστρακα) το όνομα εκείνου που επιθυμούσαν να απομακρύνουν από την πόλη. Η ψηφοφορία ήταν μυστική. Λόγω της σοβαρότητας του Ζητήματος, για να ληφθεί απόφαση οστρακισμού, ήταν απαραίτητο να συγκεντρωθούν έξι χιλιάδες ψήφοι υπέρ η – κατ’ άλλην εκδοχή – η απόλυτη πλειοψηφία έτη παρόντων τουλάχιστον έξι χιλιάδων
10. Το δικαίωμα και καθήκον αντιστάσεως κατά της καταλύσεως της δημοκρατίας
Σημαντικός θεσμός για την προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος υπήρξε και η μέριμνα για την αποτροπή καταλύσεως της δημοκρατίας. Σύμφωνα με το «Ψήφισμα του Δημοφάντου» (410 Π.Χ.): «Ἐάν τις δημοκρατίαν καταλύῃ τήν Ἀθήνησιν ἤ ἀρχήν τίνα ἄρχῃ καταλελυμένης τῆς δημοκρατίας, πολέμιος ἔστω τῶν Ἀθηναίων καί νηποινί τεθνάτω καί τά χρήματα αὐτοῦ δημόσια ἔστω καί τοῦ θεοῦ τό ἐπιδέκατον, ὁ δέ ἀποκτείνας τόν ταῦτα ποιήσαντα καί ὁ συμβουλεύσας ὅσιος ἔστω καί εὐαγής…»11. Ο νόμος αυτός, πρόδρομος των συγχρόνων προστατευτικών του πολιτεύματος ποιντκών διατάξεων που τιμωρούν την «εσχάτη προδοσία», καθιερώνει το δικαίωμα αντιστάσεως, το οποίο, συνδυαζόμενο με το θαυμασμό κατ σεβασμό προς τους τυραννοκτόνους – περίπτωση Αρμοδίου και Αρκπογείτονος – αποδεικνύει πόσο περί πολλού είχαν οι Αθηναίοι το πολίτευμα τους και τους δημοκρατικούς θεσμούς που αποτέλεσαν τη βάση της μεγαλειώδους δημιουργίας τους στον πολιτικό, το φιλοσοφικό, τον καλλιτεχνικό και τον πολιτισμικό εν γένει τομέα.
Το πολίτευμα της αθηναϊκής δημοκρατίας, παρά τις όποιες εσωτερικές αντιφάσεις του και όσα αρνητικά στοιχεία εμφάνισε στη λειτουργία του ή στις σχέσεις του και στην εν γένει συμπεριφορά των Αθηναίων προς άλλες πόλεις-κράτη (π.χ. έναντι των Δηλίων), υπήρξε αναμφισβήτητα μια πρωτοποριακή ιστορική κατάκτηση της ελληνικής αρχαιότητας.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Βλ. Ακαδημία Αθηνών, Η Αθηναϊκή Δημοκρατία, Μελέτες για το πολίτευμα και την ιδεολογία ίων Αθηναίων Αθήνα, 1995.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Βλ. άρθρο 73 παρ. 1 Συντ.
2. Βλ. άρθρο 74 παρ. 4 Συν. και άρθρο 85 παρ. 3 και 4 του Κανονισμού της Βουλής.
3. Αριστοτέλους, Αθ. Πολ. XLV, 5.
4. Βλ. άρθρο 74 παρ. 2 Συντ. κατ άρθρο 89 του Κανονισμού της Βουλής.
5. Βλ. άρθρο 74 παρ. 1 Συντ. και άρθρο 160 επ. του Κανονισμού της Βουλής.
6. Glotz, 190 en., Mac Dowell, 80 επ., Walker, 100 επ., Stockton, 79 επ.
7. Glotz, 191, Biscardi, 121, οημ, 68.
8. Βλ. Glotz, 184 επ., Forrest, 201 επ.
9 . Αρτοτοτέλους, Πολ. 1284 α 17 επ., 20, 42.
10. Βλ. Glotz, 184 επ.
11. Βλ. Βελισσαροπούλου, 65 επ., όπου ολόκληρο το κείμενο του νόμου, καθώς και σ. 67 επ., όπου ο ιδίου περιεχομένου νόμος του Εύκρατους (336 π.Χ.) και ο νόμος Ιλίου κατά των τυράννων, ολιγαρχίας κατ δήμου καταλύοεως (3ος αιώνας π.Χ.) ·
Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Νίκου Μπιργάλια
Η αθηναϊκή δημοκρατία εμφανίζεται πρακτικά ως η εξαίρεση του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Ουσιαστικά η πολιτική συμμετοχή ήταν υπόθεση λίγων ανδρών, των οποίων τα δικαιώματα ολοένα αυξάνονταν όσο η δημοκρατία αποκτούσε στερεές βάσεις. Αν και αριθμητικά ο αθηναϊκός δήμος (το σύνολο των πολιτών) αποτελούσε μια μειοψηφία του πληθυσμού της Αθήνας για τα δεδομένα της εποχής, θεωρούνταν εξαιρετικά μεγάλος. Στον ξένο δεν αναγνωρίζονταν και πολλά δικαιώματα, όσο για τούς δούλους, αυτοί πρακτικά δεν είχαν κανένα. Η γυναίκα αντιμετωπιζόταν ως σύζυγος. μητέρα, αδερφή, κόρη και όχι ως ενεργός και συμμέτοχος πολίτης. Ωστόσο οι τρεις αυτές κατηγορίες του πληθυσμού, αν και αποκλείονταν από την πολιτική ζωή, συνέβαλαν σημαντικά σε κοινωνικό, οικονομικό, πολιτιστικό και πνευματικό επίπεδο και χωρίς αυτούς, τους συχνά «ανώνυμους» κατοίκους της Αττικής. δύσκολα η δημοκρατική Αθήνα θα γινόταν για δυο σχεδόν αιώνες ο πόλος έλξης του ελληνικού κόσμου.
Οι Αθηναίοι λοιπόν, χωρισμένοι σε εισοδηματικές τάξεις σύμφωνα με τις οποίες ρυθμίζονταν και τα πολιτικά τους δικαιώματα, αισθάνονταν ότι είναι μέλη μιας προνομιούχου κοινωνικής ομάδας, η οποία κρατούσε στα χέρια της κάθε μορφή εξουσίας, ενώ μοιραζόταν με τις άλλες κατηγορίες του πληθυσμού τις υποχρεώσεις της απέναντι στην πόλη.
Οι Αθηναίοι ήταν χωρισμένοι σε εισοδηματικές τάξεις, σύμφωνα με τις οποίες ρυθμίζονταν και τα πολιτικά τους δικαιώματα
Η αθηναϊκή δημοκρατία ήταν μια άμεση δημοκρατία και στο πλαίσιο αυτής της πραγματικότητας η ενεργός συμμετοχή του πολίτη στα κοινά ήταν ζωτικής σημασίας γιατί από αυτή εξαρτιόταν η λειτουργία του πολιτεύματος. Το περιεχόμενο όμως αυτής της συμμετοχής μεταβαλλόταν όσο η δημοκρατία εξελισσόταν.
Τα Μηδικά και στη συνέχεια η εξάπλωση της Αθήνας στο Αιγαίο άλλαξαν τις κοινωνικές βάσεις της δημοκρατίας του Κλεισθένη, φέρνοντας στο πολιτικό προσκήνιο τους θήτες που κινούσαν το στόλο. Παρ’ όλο που οι διαφορές ανάμεσα στις εισοδηματικές τάξεις ως προς τα πολιτικά δικαιώματα μειώνονταν, δεν συνέβαινε το ίδιο και ως προς τις υποχρεώσεις. Οι πλούσιοι επωμίζονταν σχεδόν όλα τα βάρη των φόρων και των στρατιωτικών δαπανών. Εξάλλου, η ίδια η πραγματικότητα επέβαλλε όρια στην άσκηση μιας άμεσης δημοκρατίας: πρακτικά ήταν αδύνατον να συμμετέχουν όλοι, δεδομένου ότι η Αθήνα αριθμούσε την εποχή εκεί vn περίπου 30.000-40.000 πολίτες. Ενώ οι διοικούντες συνέχιζαν να προέρχονται από τα μέλη της παλαιάς αριστοκρατίας, παραδοσιακά «εκπαιδευμένα» στη διοίκηση του κράτους, ο αστικός δήμος ασκούσε ένα πραγματικό μονοπώλιο σε Βάρος του αγροτικού που ζούσε μακριά από το κέντρο. Οι θήτες ήταν οι μοναδικοί που είχαν πρακτικά τη δυνατότητα να συμμετέχουν στις ολοένα αυξανόμενες συνεδριάσεις της Εκκλησίας, της Βουλής και των Δικαστηρίων. Τα μέτρα του Εφιάλτη και ο θεσμός της Μισθοφόρος επί Περικλή κατέστησαν την κυριαρχία του δήμου mo συγκεκριμένη και ισχυρή. Ταυτόχρονα όμως η άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων έγινε ισότιμη με ένα «επάγγελμα» και ο έλεγχος της λειτουργίας του καθεστώτος ξέφυγε από ιούς σημαντικούς Αθηναίους.
Με τον Πελοποννησιακό πόλεμο (431-405) δημιουργήθηκε στην ύπαιθρο και στην πόλη μια τάξη φτωχών που ενδιαφερόταν περισσότερο για την καθημερινή της επιβίωση παρά για τον πολιτικό προορισμό της δημοκρατίας. Η αδιαφορία αυτή συνοδευόταν και από τον ενθουσιασμό που εκδήλωναν για τους νικητές στρατηγούς. Παράλληλα, οι διάφοροι μισθοί (εκκλησιαστικός, θεωρικός) προσέφεραν στους φτωχότερους μια μικρή βοήθεια, ενώ τα πρόστιμα, οι δημεύσεις περιουσιών, οι δίκες κατά των πλουσίων που ολοένα πολλαπλασιάζονταν, αλλά και ο αυξανόμενος επαγγελματικός χαρακτήρας της πολιτικής ζωής υπέθαλπαν την ελεύθερη λειτουργία των πολιτικών θεσμών και ενέτειναν την πολιτική παραίτηση του δήμου. Στο προσκήνιο της πολιτικής εμφανίστηκαν νέοι άντρες που ορισμένοι είχαν αντικείμενο τους να πείθουν, ενώ άλλοι εμφανίζονταν ως ειδικοί σε τεχνικά θέματα. Οι περισσότεροι αντλούσαν την περιουσία τους κυρίως από την κατοχή ενός ή περισσοτέρων εργαστηρίων ή από τόκους δανείων. Επιδέξιοι στην τέχνη του λόγου κατάφεραν να μεταχειρίζονται την Εκκλησία σύμφωνα με τα συμφέροντα τους.
Με την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας (τέλη 6ου π.Χ. αι.) δικαίωμα Αθηναίου πολίτη είχαν όσοι κατάγονταν από άνδρες Αθηναίους που ήταν εγγεγραμμένοι στους δήμους που δημιούργησε ο Κλεισθένης. Στη νομιμοποίηση αυτή, από το 451, συμμετέχει κατ η γυναίκα, αφού πολίτες πλέον θεωρούνταν μόνο όσοι είχαν και τους δύο γονείς Αθηναίους και προέρχονταν από νόμιμο γάμο. Η πόλη ανέθετε στον πατέρα την εξουσία να αναδείξει έναν πολίτη, παρακολουθώντας από κοντά όλη τη διαδικασία: δημόσια αναγνώριση του παιδιού, εγγραφή του στη φρατρία, εγγραφή του σε ηλικία 18 ετών στα μητρώα του δήμου του. Ο κάθε Αθηναίος πολίτης λοιπόν είναι ταυτόχρονα μέλος μιας οικογένειας, ενός γένους, μιας φρατρίας, ενός δήμου, μιας φυλής.
Στην ύπαιθρο ενδιαφέρονταν περισσότερο για την καθημερινή τους επιβίωση παρά για τον πολιτικό προορισμό της δημοκρατίας
Ωστόσο, αυτό που διακρίνει τον Αθηναίο ως πολίτη από κάθε άλλη κατηγορία του πληθυσμού είναι η συμμετοχή του στην πολιτεία, δηλαδή στην οργάνωση των εξουσιών. Η πολιτεία ορίζει τη λειτουργία των κυριοτέρων οργάνων της, τις προϋποθέσεις για να συμμετέχει κανείς σε αυτά, καθώς και τον τρόπο εκλογής και ελέγχου των αρχόντων. Οι άρχοντες επιλέγονταν δια κλήρου. Όλες οι αρχές ήταν συλλογικές, ενιαύσιες και όλοι οι αξιωματούχοι λογοδοτούσαν στο τέλος της θητείας τους στο δήμο. Οι άρχοντες δεν διατηρούσαν προσωπική εξουσία. Πρακτικά ήταν δημόσιοι λειτουργοί που ελέγχονταν ακατάπαυστα και απειλούνταν συνεχώς με καθαίρεση. Για ορισμένα ωστόσο αξιώματα, όπως του στρατηγού, δεν είχαν όλοι οι πολίτες τα ίδια δικαιώματα: η εκλογή γινόταν με ψηφοφορία και μόνο όσοι προέρχονταν από τις πλουσιότερες εισοδηματικές τάξεις μπορούσαν να εκλεγούν. Το δικαίωμα του πολίτη να αποφασίζει ασκούνταν στη συνέλευση του δήμου και το δικαίωμα του να δικάζει ασκούνταν στα δικαστήρια. Νομικά, μόνο ο πολίτης απολάμβανε απεριόριστη νομική ικανότητα την οποία έχανε μόνο όταν στερούνταν τα πολιτικά του δικαιώματα. Οικονομικά, είχε το δικαίωμα να κατέχει γη και απαλλασσόταν από κάθε σταθερό άμεσο φόρο. Οι εύποροι επιφορτίζονταν με πρόσθετα οικονομικά βάρη όπως ήταν οι λειτουργίες (δημόσιες δαπάνες) κατ οι εισφορές (φόρος που επιβαλλόταν κυρίως σε περίοδο πολέμου). Με την ιδιότητα του πολίτη συνδεόταν άμεσα και η υπηρεσία του στον πόλεμο είτε ως πολίτη είτε ως ναύτη. Ως πολίτης ήταν υποχρεωμένος να συμμετέχει στις δημόσιες εορτές και λατρείες της πόλης του.
Η αθηναϊκή δημοκρατία δεν στηριζόταν στην αρχή της ισομοιρίας, αλλά στις αρχές της ισονομίας, της ισοτιμίας και της ισηγορίας
Η αθηναϊκή δημοκρατία δεν επιδίωξε να εξαλείψει τις κοινωνικές ή οικονομικές ανισότητες (κάτι τέτοιο για τους Αθηναίους θα οδηγούσε μοιραία σε τυραννία). Πέτυχε ωστόσο να εγκαθιδρύσει ένα σύστημα πολιτικής ισότητας το οποίο εξασφάλιζε την κοινωνική γαλήνη και ισορροπία και το οποίο δεν στηριζόταν στην αρχή των ίσων δικαιωμάτων (ισομοιρία), αλλά σε τρεις άλλες εξίσου σημαντικές αρχές: την ισονομία, την ισοτιμία, και την ισηγορία. Η βάση αυτής της πολιτικής ισότητας κατ κατ’ επέκταση της αθηναϊκής δημοκρατίας ήταν η κυριαρχία του δήμου, η οποία εκφραζόταν κυρίως δια μέσου των συνελεύσεων της Εκκλησίας του Δήμου και της Βουλής, των δικαστηρίων και των αρχόντων. Αυτό σημαίνει ότι κάθε πολίτης έχει δικαίωμα να διοικεί, να αποφασίζει και να δικάζει. Αυτά είναι τα τρία στοιχεία που δηλώνουν τα πλήρη πολιτικά δικαιώματα.
Κανένα από αυτά τα τρία δικαιώματα δεν απολάμβανε η Αθηναία. Γι’ αυτό και νομικά θεωρούνταν «ανήλικη» και βρισκόταν υπό την κηδεμονία ενός άνδρα (πατέρα, συζύγου, αδερφού ή γιου), χωρίς τη συγκατάθεση του οποίου δεν μπορούσε να κατέχει περιουσία, να απευθυνθεί μόνη της σε δικαστήρια, να συνάψει συμβόλαιο ή να παντρευτεί.
Θεωρητικά, η Αθηναία παρέμενε «φυλακισμένη» στο σπίτι της. Ωστόσο, δεν πρέπει να υποτιμούμε ούτε να υπερεκτιμούμε αυτόν τον «έγκλειστο» βίο της, ο οποίος δεν αφορά σε νομικά μέτρα, αλλά σε κοινωνικές πρακτικές. Πράγματι, η πλειοψηφία των γυναικών της «μεσαίας τάξης», αν και οεν έλειπαν οι προφάσεις ή οι ευκαιρίες «διαφυγής» από το σπίτι τους (θρησκευτικές εορτές, Ουσίες), τον περισσότερο χρόνο τους τον περνούσαν μέσα σε αυτό. Ωστόσο, υπάρχουν πολλές περιπτώσεις και κατηγορίες γυναικών που είχαν κάποια ελευθερία και οικονομική ανεξαρτησία. Η παντρεμένη γυναίκα, δεδομένου ότι ο άντρας ήταν απασχολημένος με την εργασία του ή με την τρέχουσα πολιτική. διαχειριζόταν με απόλυτη εξουσία τον οίκο της (η προίκα άλλωστε την αναβάθμιζε κοινωνικά), δραστηριότητα ιδιαίτερα σημαντική για τη Ζωή της οικογένειας. Όταν μάλιστα ο σύζυγος απουσίαζε σε εκστρατεία έπρεπε να συντηρεί παιδιά και δούλους, ενώ οι χήρες διαχειρίζονταν την περιουσία των παιδιών τους μέχρι να ενηλικιωθούν. Οι φτωχές Αθηναίες συχνά ήταν αναγκασμένες να εργάζονται (τροφοί, μεταπράτριες στα χωράφια κ.ά.). Οι πλούσιες απολάμβαναν μεγαλύτερη ελευθερία (δύσκολα φανταζόμαστε την Ελπινίκη, αδελφή του Κίμωνα, περιορισμένη στο σπίτι). Από τα τέλη του 5ου π.Χ. αι. εξάλλου οι γυναίκες απέκτησαν πιο ελεύθερες συνήθειες και συνευρίσκονταν συχνότερα με άντρες. Αν και η δημοκρατική Αθήνα απέκλειε τη γυναίκα από τις πολιτικές συζητήσεις και αποφάσεις, της απέδιδε ωστόσο μια εξέχουσα θέση στη διαχείριση του οίκου και κυρίως στην αναπαραγωγή της πολιτικής κοινότητας (από το 451 και έπειτα). Έτσι, η γυναίκα «πολίτης» με την τεκνοποίηση γνήσιων παιδιών ανήκε στην πόλη και με τη συμμετοχή της στις δημόσιες λατρείες ενσωματωνόταν στην κοινότητα.
Αντίθετα ο ξένος που εγκαθίστατο στην Αθήνα (μέτοικος) παρέμενε έξω από την κοινότητα των Αθηναίων. Εγγραφόταν στους καταλόγους του δήμου στον οποίο κατοικούσε, κατέβαλλε ετήσιο τακτικό φόρο, το μετοίκιον (12 δραχμές οι άνδρες και 6 οι γυναίκες) και είχε τις ίδιες στρατιωτικές και οικονομικές υποχρεώσεις με τον πολίτη. Οι πλουσιότεροι συμμετείχαν στις εισφορές και αναλάμβαναν ορισμένες λειτουργίες, υπηρετούσαν ως οπλίτες, ενώ οι υπόλοιποι στο ελαφρύ πεζικό ή στο στόλο. Όλοι απολάμβαναν την προστασία των δικαστηρίων της Αθήνας, στα οποία (τον 5ο τουλάχιστον αιώνα) έπρεπε να αντιπροσωπεύονται από έναν πολίτη Αθηναίο. Οι μέτοικοι δεν είχαν δικαίωμα να είναι ιδιοκτήτες γης στην Αττική, γι’ αυτό συγκέντρωναν τις προσπάθειες τους στη βιοτεχνία, στο εμπόριο, στην οικονομία. Ωστόσο, υπήρχαν κατ οι «διανοούμενοι» που τους προσείλκυε η φήμη των φιλοσοφικών σχολών, όπως υπήρχαν κατ οι πολιτικοί πρόσφυγες. Αν και η συμμετοχή τους στη ζωή της πόλης συνεχώς αυξανόταν ακόμη και μέχρι τα τέλη του 4ου αι., το δικαίωμα του πολίτη δινόταν σε ένα μέτοικο με εξαιρετική φειδώ. Και παρ’ όλο που η σχέση τους με τους πολίτες ήταν ιδιαίτερα στενή, ανάμεσα τους υπήρχε το αξεπέραστο εμπόδιο των πολιτικών δικαιωμάτων. Οι Αθηναίοι άλλωστε δεν παρέλειπαν ποτέ να τους υπενθυμίζουν την ξενική τους καταγωγή.
Η Αθηναία βρισκόταν υπό την κηδεμονία ενός άνδρα, χωρίς τη συγκατάθεση του οποίου δεν μπορούσε να κάνει τίποτα
Ξενική καταγωγή είχαν και οι δούλοι. Στην πράξη o δούλος αποτελούσε ένα ιδιωτικό περιουσιακό στοιχείο, αν και του επιτρεπόταν να κατέχει χρήματα ή άλλα αγαοά. Οποιαδήποτε νομική πράξη που τον αφορούσε ασκούνταν μόνο από τον κύριο του. Παρ’ όλο που ο νόμος απαγόρευε να σκοτώσει κάποιος ένα δούλο χωρίς αιτία, η προβλεπόμενη «τιμωρία» ήταν να υποβληθεί ο υπαίτιος στην ιεροτελεστία του εξαγνισμού. Ο καθένας μπορούσε να διαθέτει το δούλο του όπως επιθυμούσε: να τον ενοικιάσει, να τον δώσει ως ενέχυρο, να τον πουλήσει, να τον βασανίσει, να τον κτυπήσει.
Το ερώτημα πώς συμβιβάζονταν η δουλεία με τη δημοκρατία δεν έπαψε να απασχολεί όσους βλέπουν στο αθηναϊκό πολίτευμα ένα καθεστώς ισότητας. Οι δούλοι δεν απάλλασσαν εντελώς τους πολίτες από την εργασία. Η μεγάλη πλειοψηφία των Αθηναίων ήταν αναγκασμένοι να εργάζονται για να ζήσουν, ακόμη κατ όταν avópazav έναν ή δύο δούλους για να τους βοηθούν. Η δουλεία αποτέλεσε απαραίτητο συμπλήρωμα της δημοκρατίας όταν εξαφανίστηκε από την Αθήνα η εξάρτηση των αγροτών.
Η δουλεία αποτέλεσε απαραίτητο συμπλήρωμα της δημοκρατίας όταν εξαφανίστηκε από την Αθήνα η εξάρτηση των αγροτών
Με την πολιτική του Σόλωνα και του Πεισίστρατου δεν ήταν πλέον δυνατό στους μεγάλους ιδιοκτήτες γης να απευθύνονται στην εργασία των ελεύθερων αγροτών και έπρεπε να βρουν αλλού τα εργατικά χέρια που χρειάζονταν. Η διαδικασία αυτή, η ανάπτυξη της βιοτεχνίας και του αθηναϊκού εμπορίου είχε αποτέλεσμα να αυξάνεται συνεχώς ο αριθμός των δούλων. Τους βρίσκουμε στα ορυχεία, στα ναυπηγεία, στα δημόσια εργοτάξια, στα εργαστήρια της πόλης, στους αγρούς. Οι γυναίκες χρησιμοποιούνταν ή ως οικιακές βοηθοί ή στα υφαντουργεία, και βέβαια ως πόρνες στα «σπίτια» του Πειραιά. Ωστόσο, αν και το νομικό καθεστώς ήταν το ίδιο για όλους τους δούλους, υπήρχαν αξιοσημείωτες διαφορές μεταξύ τους. Η τροφός, ο παιδαγωγός ή η οικονόμος μοιράζονταν πολύ πιο στενά τη Ζωή των κυρίων τους από τους δούλους που εργάζονταν κάτω από σκληρές συνθήκες, όπως στα ορυχεία του Λαυρίου. Και δεν μπορούμε να παραλείψουμε και τις μεγάλες «δυναστείες» των δούλων τραπεζιτών, οι οποίοι μετά το θάνατο του κυρίου τους, τους διαδέχονταν, εξαγόραζαν την ελευθερία τους κατ παντρεύονταν τη χήρα. Ωστόσο, οι περιπτώσεις αυτές είναι σπάνιες και δεν μπορούν να αποτελέσουν επιχειρήματα σχετικά με την ήπια συμπεριφορά των Αθηναίων προς τους δούλους τους. Αν στη δημοκρατική Αθήνα δεν υπήρξαν ποτέ επαναστάσεις δούλων, είναι γιατί συχνότατα ήταν «βαρβαρικής» καταγωγής και δεν αποτέλεσαν ποτέ, με την κυριολεξία του όρου, μια τάξη ή μια ομοιογενή ομάδα με κοινά συμφέροντα.
ΓΕΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Για την κοινωνική διάσταση της αθηναϊκής δημοκρατίας καθώς και για τους «δημιουργούς» της, υπάρχει στην ελληνική αγορά ευρεία ελληνική και ξένη βιβλιογραφία.
Ενδεικτικά αναφέρουμε:
Γ. Βλάχος, Η ιδέα του ελεύθερου ανθρώπου στη δημοκρατία των Αθηναίων, Σάκκουλα, Αθήνα 1992.
Γ. Βλάχος (επιμ.), Η Αθηναϊκή δημοκρατία, μελέτες για το πολίτευμα κατ την ιδεολογία των Αθηναίων (ΑκαδημίαΑθηνών, Επιτροπή Ερευνών, τόμ. 2), Αθήνα 1995.
Α. Σ. Βλάχου, Η οικοδόμηση της δημοκρατίας, Παπαδήμα, Αθήνα 1999.
E. Cantarella, Οι Γυναίκες της αρχαίας Ελλάδας, μετ. Π. Δημάκη, Παπαδήμα, Αθήνα 1998.
C. Farrar, Οι αρχές της δημοκρατικής σκέψης στην κλασική Αθήνα, μετ. Α. Σακελλαρίου, Παπαδήμας, Αθήνα 1991.
Μ.Ι. Finley, Αρχαία και σύγχρονη δημοκρατία, μετ. Γ. Τσιώμης, Αθήνα, Ευρύαλος 1989.
W. G. Forrest, H γένεση της αθηναϊκής δημοκρατίας, μετ. Α. Παναγόπουλος, Παπαδήμας, Αθήνα 1994.
Y. Garlan, Η δουλεία στην αρχαία Ελλάδα, μετ. Α. Χατζηδάκης, Gutenberg, Αθήνα, 1988.
Α. Κυρτάτας, Δούλοι, δουλεία και δουλοκτητικός τρόπος παραγωγής, Πολίτης, Αθήνα 1987.
Ρ. Leveque -P. Vidal-Naquet, Κλεισθένης ο Αθηναίος, μετ. Στ. Γεωργοπούλου, Ευρύαλος, Αθήνα 1989.
Ε. Μικρογιαννάκης, Παθολογία πολιτευμάτων στην αρχαιότητα, Καρδαμίτσα, Αθήνα 1992.
CI. Mosse, Η Γυναίκα στην αρχαία Ελλάδα, μετ. Α. Δ. Στεφάνης, Παπαδήμα, Αθήνα 1991.
CI. Mosse, Αθήνα ιστορία μιας δημοκρατίας, μετ. Δ. Αγγελίδου, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1983.
CI. Mosse, Το τέλος της αθηναϊκής δημοκρατίας, επιμ. Γ. Κ. Βλάχου, Αθήνα 1978.
Α. Ράμου-Χαψιάδη, Από τη φυλετική κοινωνία στην πολιτική, Καρδαμίτσα, Αθήνα 1982.
Α. Ράμου-Χαψιάδη, Σωτήρες της Ελλάδος, Ναυκράτορες, Καρδαμίτσα, Αθήνα 1994.
Μ. Β. Σακελλαρίου, Η Αθηναϊκή δημοκρατία, Παν. Εκδ. Κρήτης, Ηράκλειο 1999.
R.K. Sinclair, Δημοκρατία και συμμετοχή στην αρχαία Αθήνα, μετ. Ε. Ταμβάκη, Καρδαμίτσα, Αθήνα 1997.
Ch. G. Starr, H γέννηοη της αθηναϊκής δημοκρατίας, μετ Μ. Καρδαμίτσα-ψυχογιού, Καρδαμίτσα, Αθήνα 1991.
Ι. Σ. Τουλουμάκος, Η θεωρητική θεμελίωση ιης δημοκρατίας στην κλασική Ελλάδα, ΠαπαΖήσης, Αθήνα1979.
J.-P. Vernant (επιμ.), Ο Ελληνας άνθρωπος, μει. Χ. Ταοάκος, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 1996.
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ ΣΤΗΝ ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΠΟΧΗ
Κωνσταντίνου Δεσποτόπουλου
Το ερώτημα: ποια η λειτουργική σχέση μεταξύ δημοκρατίας και πολιτισμού των Αθηνών, ανάγει σε γενικότερο και προβληματικότερο Ζήτημα, σπουδαιότατο για την επιστήμη της Ιστορίας, και διερευνητέο μάλλον από τη σκοπιά της φιλοσοφίας της Ιστορίας.
Το προκείμενο Ζήτημα είναι: Υπάρχει στην ιστορική πραγματικότητα επίδραση ορισμένου πολιτικού συστήματος, αποτελεσματική για την άνθηση του πολιτισμού, ή συμβαίνει αντίστροφα η κατάσταση του πολιτισμού να έχει αποτελεσματική επίδραση για τη γένεση ορισμένου πολιτικού συστήματος;
Η λύση του προβλήματος αυτού προϋποθέτει αποσαφήνιση της έννοιας του πολιτισμού, ως προς το λογικό της πλάτος.
Εάν προϋποθέτουμε, λοιπόν, την ευρεία έννοια του πολιτισμού, τότε και η ίδια η δημοκρατία είναι στοιχείο του πολιτισμού. Και ως στοιχείο του πολιτισμού, προσφέρεται η δημοκρατία να αξιολογηθεί για τις συστατικές της ιδιότητες, πολιτικές, δηλαδή, και ηθικές.
Από την άποψη αυτή διαθέτει και σπάνιους τίτλους η αθηναϊκή δημοκρατία του Περικλέους, ως καίριο στοιχείο του ελληνικού πολιτισμού, όσο και αν είναι απόληξη προγενέστερων φάσεων του ελληνικού πολιτικού βίου, μάλιστα όχι μόνο στην Αττική με τον Σόλωνα και τον Κλεισθένη, αλλά και στη Σπάρτη με τη νομοθεσία του Λυκούργου, και πριν ακόμη σε πόλεις της Ιωνίας.
Αναμφίβολα, στην αθηναϊκή δημοκρατία του Περικλέους είχε σε μέγιστο βαθμό εξασφαλιστεί, όχι νομικά μόνο, αλλά και οικονομικά, η ενεργός συμμετοχή των πολιτών, πλουσίων ή φτωχών. στο δημόσιο βίο, εφαρμόζονταν αρά και οι δυο αρχές της πολιτικής δημοκρατίας. η ισηγορία και ισοπολιτεία. (Άλλωστε, δεν υπήρχαν τότε η τηλεόραση και το ραδιόφωνο και η καταλυτική της ισηγορίας λειτουργία τους» Εξάλλου, οι φτωχοί πολίτες δεν ήταν αφημένοι στην τύχη τους ως προς το βιοπορισμό τους και ως προς τις πνευματικές απολαύσεις. Παρεχόταν ο’ αυτούς εργασία, είτε με τη ναυτολόγηση τους συχνά είτε με την απασχόληση τους σε δημόσια έργα. Χορηγούνταν σ’ αυτούς χρηματικοί πόροι με τη «μισθοφόρο» ή και με τα «θεωρικά», ώστε και να μετέχουν κάπως στην πνευματική πανδαισία των αθηναϊκών δημόσιων εορτών.
Εξάλλου, δεν έλειπαν τα ελαττώματα και οι αμαρτίες από την αθηναϊκή δημοκρατία. Πολύ γνωστές είναι κάποιες σφαλερές ή εγκληματικές αποφάσεις του λαού των Αθηνών, ως κυρίαρχου οργάνου της αθηναϊκής δημοκρατίας. Ορισμένες από αυτές σε θέματα εξωτερικής πολιτικής υπήρξαν ολέθριες, άλλες υπήρξαν ατιμωτικές για την πόλη των Αθηνών, όπως οι καταδίκες του Μιλτιάδου, των στρατηγών της ναυμαχίας των Αργινουσών, του Σωκράτους και άλλων, οι διώξεις του Θεμιστοκλέους, του Αναξαγόρα, του Πρωταγόρα και άλλων.
Παρά ταύτα, η αθηναϊκή δημοκρατία, συγκριτικά προς άλλα πολιτεύματα, καταφαινόταν πάντοτε προτιμότερη, όπως τονίζει και ο ίδιος ο Πλάτων, αν και αυστηρός κριτικός της.
Ως προς τη γένεση της αθηναϊκής δημοκρατίας πολύ αμφιβάλλω αν παράγων αποφασιστικός γι’ αυτήν υπήρξε η στάθμη του πολιτισμού των Αθηνών. Κύριοι συντελεστές, πιστεύω, για την εγκαθίδρυση και διάπλαση της αθηναϊκής δημοκρατίας υπήρξαν η τότε πολιτική συγκυρία και η πρωτοβουλία πολιτικών ηγετών, με συμβολή έμμεση μάλλον της τότε κοινωνικής ηθικής των Αθηνών ή και των συναισθημάτων εχθρότητας μεταξύ των κοινωνικών τάξεων, οιονεί στοιχείων πολιτισμού και αυτών υπό ευρεία έννοια.
Τα υπό στενή έννοια στοιχεία του αθηναϊκού πολιτισμού, καθώς και οι λεγόμενες «θρησκευτικές βάσεις» του αθηναϊκού πολιτεύματος, επηρέασαν, νομίζω, κάποιες μόνο μικρότερης σπουδαιότητας λειτουργίες της αθηναϊκής δημοκρατίας.
Και ας ερευνήσουμε τώρα το πιο σημαντικό Ζήτημα: Υπήρξε και με ποιον τρόπο το δημοκρατικό πολίτευμα των Αθηνών η κύρια αιτία για την άνθηση του υπό στενή έννοια πολιτισμού στην εποχή του Περικλέους, για το λεγόμενο χρυσούν αιώνα της Ελλάδος;
Ας μην παραγνωρίζουμε ότι ο πολιτισμός υπό στενή έννοια είναι σύνολο, έστω δίχως αυστηρή συνοχή, διαθέσεων, ικανοτήτων και προπάντων έργων ποιήσεως, λογοτεχνίας, καλλιτεχνίας, φιλοσοφίας, επιστήμης ή και τεχνικής. Ερωτάται λοιπόν: Ο πολιτισμός, στην έννοια του αυτή, πώς δημιουργείται; Είναι αυτόβλαστος από την ψυχή του λαού π.χ. ή από το πνεύμα προσώπων με ιδιοφυΐα; Η τυχόν υποκινείται η διάπλαση του από την πολιτική εξουσία ή έστω από την πολιτική συγκυρία;
Στους πολίτες δίνονταν τα «θεωρικά» να μετέχουν στην πανδαισία των αθηναϊκών δημόσιων εορτών
Ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης αναγνώρισαν στην πολιτική, ως «αρχιτεκτονική», το δικαίωμα και το καθήκον να εφορεύει στη διάπλαση των καλών τεχνών και των επιστημών1 αν και δεν αμφισβητούσαν τον αυτόβλαστο κάπως χαρακτήρα τους. θα ήταν όμως εξήγηση καταχρηστική, αν αποδίδαμε τη θαυμαστή πνευματική μεγαλουργία πολιτών και μετοίκων των Αθηνών της εποχής του Περικλέους στο δημοκρατικό εκεί τότε πολίτευμα. Δεν πρέπει, άλλωστε, να λησμονούμε την πνευματική ακμή των Αθηνών υπό τον Πεισίστρατο και τους Πεισιστρατίδες με τους έξοχους καλλιτέχνες, με τη φροντίδα για την ποίηση του Ομήρου, με την ίδρυση του θεάτρου ως θεσμού της «πόλεως». Και ας μη λησμονούμε ακόμη ότι ακριβώς στην εποχή του Περικλέους, ύστερα από το ψήφισμα κατά πρόταση του Διοπείθους, η πολιτική συγκυρία των Αθηνών υπήρξε δυσμενέστατη για m φιλοσοφία και την επιστήμη και γενικά τον ελεύθερο στοχασμό. Βέβαια, το θλιβερό αυτό ψήφισμα ήταν έργο των εχθρών του Περικλέους, αλλά θέσπισε κανόνες ισχύοντος δικαίου, θεμελιωτικούς του διωγμού φιλοσόφων και σοφιστών.
Πρέπει, όμως, και να μην παραβλέψουμε ότι η αθηναϊκή δημοκρατία είχε αποτελέσει πολιτική συγκυρία ιδιαίτερα ευνοϊκή για την ανάπτυξη της ρητορικής, δηλαδή σπουδαίου κλάδου της λογοτεχνίας, άρα του υπό στενή έννοια πολιτισμού, και μάλιστα όχι απλώς της λογοτεχνίας. Καθώς τότε δεν υπήρχαν εφημερίδες και ο λαός συμμετείχε πολύ ενεργά στην Εκκλησία του Δήμου και στα διάφορα δικαστήρια, η ρητορική είχε μεγάλη συμβολή στη λήψη από το λαό αποφάσεων, πολύ σπουδαίων συχνά, ενώ εξάλλου είχε συμβολή επίσης για την καλλιέργεια της διάνοιας των πολιτών, όπως και της εκφραστικής τους ικανότητας, αλλά και για την παρουσίαση προβλημάτων και διαμόρφωση εννοιών, προδρομικών των προβλημάτων και των εννοιών των επιστημών του ανθρώπου και των πολιτικών επιστημών της εποχής μας. Παραστατικότατη έκθεση της γόνιμης αυτής συμβολής της ρητορικής υπάρχει στο βιβλίο της διάσημης ελληνίστριας Jacqueline de Romilly «Le grands sophistes dans Γ Athènes de Pericles».
Το θέατρο περιελάμβανε ένα στοιχείο κατ’ εξοχήν δημοκρατικό. Υποβαλλόταν όχι στην κρίση ειδημόνων, αλλά του λαού.
Εξάλλου, η «πόλις» των Αθηνών, υπό καθεστώς δημοκρατίας, δεν φειδόταν φροντίδων για τη λειτουργία του θεάτρου, του δημόσιου αυτού θεσμού, του θεσπισμένου από τον Πεισίστρατο. Ήταν ενταγμένο το αθηναϊκό θέατρο στις δημόσιες εορτές, διοργανωμένες για να έχει ο λαός ευκαιρίες αναψυχής υψηλής στάθμης («τῶν πόνων ἀναπαύλας τῇ γνώμῃ ἐπορισάμεθα, ἀγῶσι μέν γε καί θυσίαις διετησίοις νομίζοντες», όπως εξαίρει ο Περικλής στον περίφημο Λόγο του: θουκυδίδου Ιστοριών Β38), επιτελούσε όμως και την αποστολή του να παρέχει στους Αθηναίους ηθική διδαχή και πολιτική παιδεία. Άλλωστε, και σύμφωνα με την επίσημη ορολογία, ο δραματικός ποιητής «εδίδασκε». Πραγματικά, ο δραματικός ποιητής, και όταν επιχειρούσε να εισηγηθεί ή να υποστηρίξει ορισμένη πολιτική σε Ζητήματα επίκαιρα, ασκούσε και τότε διδακτικό έργο ηθοπλαστικό, συνέβαλλε δηλαδή στην καλλιέργεια της ηθικής ευαισθησίας και νοημοσύνης των πολιτών και στη βελτίωση άρα του πολιτικού τους φρονήματος και της ικανότητας να εκφέρουν πολιτική γνώμη, ώστε να είναι καλύτερα διαπαιδαγωγημένοι για την εκπλήρωση των ποικίλων δημόσιων καθηκόντων. Και για την επιτέλεση του ηθικοπλαστικού αυτού έργου, ο δραματικός ποιητής βρισκόταν σε θέση πλεονεκτική, συγκριτικά προς τον πιο άξιο έστω ρήτορα· καθώς δεν αναφερόταν ρητά σε καταστάσεις και δράσεις του παρόντος, όπως ο ρήτωρ, και άρα ήταν υπεράνω υποψίας για μεροληψία και απαλλαγμένος της απότοκης της δυσπιστίας, ενώ το αντίθετο συνέβαινε στο ρήτορα.
Επιπλέον, όμως, το αθηναϊκό θέατρο, το δημόσιο αυτό λειτούργημα και αναψυχής και παιδείας υψηλής στάθμης, περιελάμβανε στην άσκηση του ως δημόσιου λειτουργήματος και ορισμένο στοιχείο κατ’ εξοχήν δημοκρατικό: η τελική αποτίμηση των θεατρικών έργων υποβαλλόταν όχι στην κρίση κάποιων ειδημόνων, αλλά στην κρίση άμεσα του λαού. Και αυτό είχε συνέπεια την υποχρέωση των δραματικών ποιητών να υπολογίζουν κάπως και τα όρια της δεκτικότητας από το λαό για τα πνευματικά τους δημιουργήματα, να μην τα υπερβαίνουν υπέρμετρα ή, τουλάχιστον, να εκφράζονται όχι πολύ σκοτεινά. Όποιες δοκιμασίες και αν συνεπαγόταν για τους μεγάλους τότε δραματικούς ποιητές, ιδιαίτερα για τον Αισχύλο ή και για τον Ευριπίδη, το ακραία δημοκρατικό αυτό θέσμιο, είναι όμως συστατικό της αθηναϊκής δημοκρατίας. Και η επισήμανση του ενέχει τη διαπίστωση μιας αναμφίβολης επιρροής του αθηναϊκού δημοκρατικού πολιτεύματος σε κλάδο τρισένδοξο του αθηναϊκού πολιτισμού, όπως η αττική τραγωδία, κορυφαίο δημιούργημα του ελληνικού πνεύματος. Αλλά είναι αμελητέα μάλλον η σημασία της επιρροής αυτής για την απαράμιλλη μεγαλοσύνη της αθηναϊκής δραματουργίας του χρυσού αιώνα. Ό,τι συνέβαλε αποφασιστικά στην πνευματική αυτή μεγαλουργία, υπήρξε η μεγαλοφυΐα των έξοχων τότε ποιητών δράματος, ή και ό,τι ονομάζεται κάπως «ελληνικό θαύμα», και ίσως ακόμη, σε κάποιο Βαθμό, η ευρύτατα εννοημένη ιστορική συγκυρία, δηλαδή όχι απλώς πολιτική.
Και τέλος, δεν πρέπει να παραβλέπεται είτε να υποτιμάται η πρακτικότερη θετική σχέση μεταξύ της αθηναϊκής δημοκρατίας και του υπό στενή έννοια πολιτισμού, η χρηματοδότηση δηλαδή από το δημόσιο θησαυρό της συμμετοχής και των πιο φτωχών Αθηναίων στις πνευματικές εκδηλώσεις των Αθηνών, ώστε και αυτοί να zouv όχι δίχως απόλαυση των πνευματικών αγαθών της πατρίδας τους. Η λέξη «θεωρικά» υποδηλώνει την πολύ ανθρώπινη άποψη του ηθικού μεγαλείου της αθηναϊκής δημοκρατίας, με την ωραία μεριμνά της να εξασφαλίζει τους όρους και «τοῦ εὖ ζῆν» στους Αθηναίους πολίτες.
Συγκεφαλαιωτικά: Η επίδραση της αθηναϊκής δημοκρατίας για τη διάπλαση του υπό στενή έννοια πολιτισμού υπάρχει όχι ως προς το σύνολό του, αλλά ως προς τη ρητορική προπάντων και ως προς την τραγωδία και την κωμωδία, ενώ περιλαμβάνει και τη συμβολή στη βίωση και από το λαό των πνευματικών αγαθών υψηλής στάθμης. Εξάλλου, η μοναδική μεγαλοσύνη των έργων του καθαρού πνεύματος, όσα επιτεύχθηκαν στην Αττική της κλασικής εποχής, εκπηγάζει από τη μεγαλοφυΐα των ποιητών, καλλιτεχνών, στοχαστών, υποκινημένων όμως στη δημιουργική δράση τους από την πολιτιστική πολιτική της αθηναϊκής δημοκρατίας, υπό την ηγεσία του Περικλέους, πολιτικού προικισμένου και φιλοσοφημένου.
Δεν πρέπει, λοιπόν, να αποδίδουμε χονδρικά την πνευματική μεγαλουργία των Αθηνών του χρυσού αιώνα στην αθηναϊκή δημοκρατία, με την υστεροβουλία ενδεχόμενα και να συναγάγουμε καταχρηστικά συμπεράσματα για την αξία της δημοκρατίας γενικά. Η δημοκρατία διαθέτει χαρίσματα ιδικά της αρκετά, ώστε να μην παύει να είναι, με αυτά και μόνο, το καλύτερο, σχετικά έστω, πολίτευμα. Και η «πόλις» των Αθηναίων δικαιούται να υπερηφανεύεται ανά τους αιώνες, ενώπιον του Δικαστηρίου της Ιστορίας, και για το δημοκρατικό της πολίτευμα χωριστά και για την πνευματική μεγαλουργία της χωριστά, δύο απαράγραπτους ηθικούς τίτλους, έγκυρους προς ολόκληρη την ανθρωπότητα.
Βλ. Πλάτωνος Πολιτικός 305 c-e,
Αριστοτέλους Ηθικά Νικομάχεια 1094 a26-b25, Πολιτικά 1282 bl5-16, Ρητορική 1359
ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΑΘΗΝΑ
Αν και η γένεσή του ανάγεται στην περίοδο της τυραννίας του Πεισιστράτου, το θέατρο, ως κοινωνικός θεσμός και καλλιτεχνική εκδήλωση, αλλά κυρίως ως πλαίσιο ουσιαστικού διαλόγου γύρω από τα Ζωτικά -μεταφυσικά, ηθικά, κοινωνικά- προβλήματα του ανθρώπου αποτελεί, αναμφίβολα, καρπό αποκλειστικό, και χαρακτηριστικό, των συνθηκών που επικράτησαν μετά την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας. Μάλιστα, ανάμεσα σε όσα ποιητικά είδη γεννήθηκαν μετά την εποχή του έπους, το δράμα είναι το πρώτο που εκπροσωπείται από γηγενείς, δηλαδή Αθηναίους, ποιητές και όχι από ξένους που σταδιοδρομούσαν στην Αθήνα. Εξάλλου, η διαμόρφωση, η λειτουργία και οι βαθμιαίοι μετασχηματισμοί των τριών δραματικών ειδών (τραγωδίας, σατυρικού οράματος και κωμωδίας) μέσα στον 5ο αιώνα παρακολουθούν, διαγράφοντας καμπύλη αντίστοιχη με τη διαδρομή της δημοκρατίας, από τη γέννηση στην ακμή ως την αρχή της παρακμής. Η λαϊκή στήριξη, ως προϋπόθεση για την επιβίωση της τυραννίας, εξηγεί μια σειρά παραχωρήσεων προς τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, ανάμεσα στις οποίες και η οργάνωση εορτών, με κυρίαρχη τη συμμετοχή του λαού και φυσικό αποτέλεσμα τη διαδικασία μιας δυναμικής αυτοσυνειδησίας, προστάδιου της δημοκρατίας. Αυτής της πολιτικής αποτέλεσμα υπήρξε η υιοθέτηση του δημοφιλέστατου Διονύσου και ο συνακόλουθος εγκαινιασμός πάνδημων εκδηλώσεων με πυρήνα τις θεατρικές παραστάσεις και απεριόριστα περιθώρια ελευθερίας.
Η πρώτη βέβαιη μνεία δραματικών αγώνων, με έργα τραγωδίας, στην Α8ήνα εντάσσει το γεγονός στην ίδια περίοδο (535/4 π.Χ.), αν και είναι άγνωστο σε ποιο χώρο και ποια καλλιτεχνικά συμφραζόμενα εμφανίστηκε ο σκιώδης τραγωδός Θέσπις, που κατονομάζεται ως νικητής. Είναι, πάντως, βέβαιο ότι η λαμπρότερη, μετά τα Παναθήναια, αλλά ετήσια εορτή των εν Άστει (ή Μεγάλων) Διονυσίων οργανώθηκε οριστικά πριν από τη στροφή του αιώνα, οπωσδήποτε μετά τις κλεισθένειες μεταρρυθμίσεις, και μάλιστα επί το «δημοκρατικότερο», όπως μαρτυρεί η σταδιακή ενσωμάτωση στο πρόγραμμα και των άλλων δύο λαϊκότερων δραματικών ειδών: του σατυρικού οράματος (περ. 500) και της κωμωδίας (486). Μια άλλη, αρχαιότερη, διονυσιακή εορτή, τα Λήναια, ήταν πολύ πιο περιορισμένης κοινωνικής και καλλιτεχνικής σημασίας. Η εξασφάλιση μόνιμου θεατρικού χώρου (λίγο πριν από τους μηδικούς πολέμους, στη ΝΑ πλευρά της Ακρόπολης, μέσα στο ιερό τέμενος του Διονύσου Ελευθερέως), χωρητικότητας τουλάχιστον 15.000 θεατών, τονίζει την ιδιαίτερη σημασία που δινόταν στη λειτουργία αυτού του σύνθετου θεσμού ανάμεσα σε εκείνους που θα συντελούσαν στη διαμόρφωση ενός νέου είδους πολίτη. Η όλη οργάνωση των διονυσιακών εορτών, ιδιαίτερα των δραματικών αγώνων στα Μεγάλα Διονύσια, που συνέπιπταν με την αρχή της άνοιξης (τέλος Μαρτίου), αντανακλούσε τους στόχους και το μηχανισμό του δημοκρατικού συστήματος, αποσκοπώντας, αφ’ ενός, στην ενδυνάμωση της πολιτικής συμμετοχικότητας, χάρη σε μια ειδική δραστηριοποίηση των πολιτών, και, αφ’ ετέρου, στην επίδειξη της κοινωνικής ευμάρειας στους ξένους που κατέκλυζαν την Αθήνα. Εκτός από κάποιες πανηγύρεις με ανάλογα δρώμενα κ.λπ.), μεγάλος αριθμός πολιτών έπαιρνε μέρος στις παραστάσεις, είτε ως ερασιτέχνες ερμηνευτές (λ.χ. μέλη των 15μελών τραγικών /σατυρικών και 24μελών κωμικών χορών για 17 έργα κάθε φορά) είτε ως βοηθοί σκηνής. Δεν αποκλείεται η συμμετοχή να καθοριζόταν με ένα σύστημα ποσόστωσης για κάθε μία από τις 10 φυλές, όπως συνέβαινε λ.χ. με την εκτέλεση των 20 (10 παιδικών και 10 ανδρικών) 50μελών διθυραμβικών χορών, αλλά και με την εκλογή των 10 κριτών που αξιολογούσαν τις παραστάσεις. Όπως και σε άλλες ανάλογης σημασίας δραστηριότητες (λ.χ. το ναυτικό εξοπλισμό), η οικονομική ευθύνη αναλαμβανόταν, εν μέρει, από μια μορφή λειτουργίας, m χορηγία, που κάλυπτε όχι μόνο τη συγκρότηση και την προετοιμασία (διδασκαλία, σκευή, αποζημίωση) των χορών αλλά και την υπόλοιπη οργάνωση μιας παράστασης (κομπάρσους, σκηνικά κ.λπ.). εκτός από τις ανάγκες των επαγγελματιών καλλιτεχνών, δηλαδή των υποκριτών, που αποτελούσαν ευθύνη του κράτους.
Το θέατρο ακολουθεί αντίστοιχη διαδρομή με την αθηναϊκή δημοκρατία, από τη γέννηση στην ακμή και στην παρακμή της
Παραπλανητικά θα χαρακτηρίζαμε τις θεατρικές παραστάσεις στην Αθήνα απλώς ως «καλλιτεχνικό» γεγονός, ενώ επρόκειτο ουσιαστικά για πολύ πιο σύνθετη εκδήλωση κοινωνικοπολιτικών στόχων, η οποία, με τη βαθμιαία «κοσμικοποίησή» της, προσέλαβε σημασία ανάλογη με τη λειτουργία της Βουλής ή της Ηλιαίας – δεν είναι συμπτωματικό το γεγονός ότι εποπτευόταν από τον Επώνυμο άρχοντα, αξιωματούχο με πολιτικές αρμοδιότητες, και όχι από τον άρχοντα βασιλέα αρμόδιο για θρησκευτικές εκδηλώσεις. Εξάλλου το ότι ακόμη και η παρακολούθηση των παραστάσεων συνιστούσε χρέος του πολίτη, όπως η συμμετοχή του σε άλλες πολιτικές δραστηριότητες, αποδεικνύει η παροχή οικονομικής ενίσχυσης, του θεωρικού, ανάλογης με την αποζημίωση για τη θητεία στην Ηλιαία, για όσους δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στη δαπάνη αγοράς εισιτηρίων.
Μόνο αν η ελευθερία λόγου, ως προϋπόθεση εκτόνωσης ή ελέγχου, και ο διάλογος, ως δυνατότητα αντιπαράθεσης αντίθετων θέσεων, θεωρηθούν βασικά συστατικά της δημοκρατίας, είναι δυνατό να κατανοηθεί η συμβολή του θεάτρου στη διαμόρφωση πολιτικής συνείδησης και στη διαδικασία παιδευτικής εμπειρίας. Για το μέσο Αθηναίο πολίτη όλες οτ ανοιχτές εκδηλώσεις (Εκκλησία, Βουλή, δικαστήρια, θέατρο) όπου κυριαρχούσε ο λόγος υποκαθιστούσαν την απουσία συστηματικής εκπαίδευσης. Ιδιαίτερα το δράμα όμως, γεννημένο στο πλαίσιο της διονυσιακής λατρείας, όπου συνδυαζόταν η ψυχαγωγική απελευθέρωση με την τέλεση δρωμένων από τις πηγές του μύθου, μετασχημάτισε τα στοιχεία αυτά σε δυναμικούς παράγοντες, οι οποίοι, μέσω τον δραματοποιημένου λόγου, συνέβαλλαν στην καλλιέργεια πνευματικής εγρήγορσης. Αυτό ισχύει κυρίως για την τραγωδία, πραγματικό θέατρο ιδεών, που δεν λειτουργούσε ως απλή αντανάκλαση (παρά-) δεδομένων ηθικών και πολιτικών αρχών, αφού με τους προβληματισμούς της, ακόμη και μέσα στο συμβατικό πλαίσιο που ópizav τα θρησκευτικά συμφραζόμενα, ανίχνευε περιοχές άγνωστες, επιχειρώντας διερευνήσεις τολμηρές και επικίνδυνες, αλλά φυσικές σε μια κοινωνία που εξασφάλιζε τεράστιο περιθώριο ελεύθερης έκφρασης.
Ως το τέλος του 5ου αιώνα η τραγωδία δεν απέβαλε τη σχέση της με τον παραδοσιακό μύθο, αποκλειστική πηγή του προς δραματοποίηση υλικού της, αλλά απαλλαγμένη από περιορισμούς ή δεσμεύσεις που θα επιβάλλονταν από οποιοδήποτε, ανύπαρκτο τότε, δόγμα. Ωστόσο, η προοπτική της δραματουργικής μετάπλασης αυτού του υλικού δημιουργήθηκε με την υπαγωγή του σε μια νέα αντίληψη για τον κόσμο και τη θέση του ανθρώπου μέσα σε αυτόν. Πρόκειται για την ανάδυση του «τραγικού», που προϋποθέτει, αφ’ ενός, την απελευθέρωση από όσες δυνάμεις, θρησκευτικές ή πολιτικές, χαλιναγωγούσαν τη σκέψη και, αφ’ ετέρου, την ένταξη σε ένα πλαίσιο εντάσεων και αντιθέσεων, όπως αυτό που προέκυψε κατά τη μετάβαση από την αρχαϊστική τυραννία του 6ου αιώνα στη νεοτερική δημοκρατία του 5ου. Από μιαν άποψη, η επίμονη, και όχι πάντα τελεσφόρα, προσπάθεια να ενσωματωθούν στο νέο πολιτικό σώμα τα αριστοκρατικά κατάλοιπα, μονίμως παρόντα στον κρατικό από τον μηχανισμό, αντανακλάται στη διαδικασία ένταξης του παραδοσιακού μύθου σε ένα «σύγχρονο» κόσμο, με αναγνωρίσιμα κοινωνικά χαρακτηριστικά, και Ζωογόνησης των προσώπων του με εκφραστικά σχήματα φορτισμένα από τις εννοιολογικές πολυσημίες, μέσα από τις οποίες πάλευε να διαμορφωθεί μια νέα πολιτική γλώσσα σε χώρους όπως η Βουλή, η Εκκλησία, τα δικαστήρια.
Οι παραστάσεις δεν ήταν απλά ένα καλλιτεχνικό γεγονός, αλλά μία πιο σύνθετη εκδήλωση κοινωνικοπολιτικών στόχων
Αλλά η τραγωδία, ως πολιτικός θεσμός, δεν εξαντλείται σε αυτό το αντανακλαστικό επίπεδο, αφού η θεματική και η προβληματική της ήταν, άμεσα ή έμμεσα, προσανατολισμένες στο σύγχρονο γίγνεσθαι. Μάλιστα, η σχέση αυτή ήταν αμεσότερη στις πρώτες φάσεις της διαδρομής της, που συμπίπτουν με γεγονότα, όπως οι μηδικοί πόλεμοι, καθοριστικά για την εδραίωση της εθνικής, συνακόλουθα και της δημοκρατικής, φυσιογνωμίας της Αθήνας. Στην περίοδο μεταξύ 490 και 470 χρονολογούνται οι μοναδικές παραστάσεις έργων με θέματα δανεισμένα από τη σύγχρονη ιστορία. Η «Μιλήτου άλωσις» του Φρυνίχου όμως, που αντλούσε το «μύθο» της από την οδυνηρή περιπέτεια της μεγάλης μικρασιατικής πόλης (494), στοίχισε στον ποιητή της ένα βαρύτατο πρόστιμο, επειδή, κατά πληροφορία Ηροδότου, είχε θυμίσει στους Αθηναίους «οικεία κακά». Απτόητος ο Φρύνιχος επέστρεψε, μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας (480), σε ένα ανάλογο θέμα (την ήττα των Περσών στη ναυμαχία) με τις «Φοίνισσες», πρότυπο των «Περσών» του Αισχύλου (472).
Είναι αξιοσημείωτη η συγκεκριμένη χρονική στιγμή, αν συνδυαστεί με την πολιτική περιπέτεια του Θεμιστοκλή, του θριαμβευτή της Σαλαμίνας, ο οποίος λίγους μήνες μετά την παράσταση εξοστρακίστηκε- ίσως, μάλιστα, δεν είναι συμπτωματική η απουσία και της ελάχιστης, έστω έμμεσης και ανώνυμης, μνείας του προσώπου του στο κείμενο του έργου. Πάντως, δεν είναι δυνατό να συμμεριζόταν την καταδίκη του εμπνευστή της θαλάσσιας υπεροχής των Αθηνών ο ποιητής ενός δράματος, το οποίο, πέρα από την ηθική διδαχή για τις οδυνηρές επιπτώσεις της πολιτικής αλαζονείας, άφηνε στη συνείδηση του θεατή ένα κατάλοιπο εθνικής υπερηφάνειας. Ας προστεθεί μια ενισχυτική πληροφορία: χορηγός των «Περσών» ήταν ο, νεότατος τότε, Περικλής!
Την περίοδο μεταξύ 490 και 470 χρονολογούνται οι μοναδικές τραγωδίες με θέματα δανεισμένα από τη σύγχρονη ιστορία
Το πρόβλημα των πολιτικών συμπαθειών του Αισχύλου αντιμετωπίζεται και με αφορμή το τελευταίο δράμα της «Ορέστειας», τις «Ευμενίδες», όπου η μέθοδος της μυθοποίησης λειτουργεί πολύ πιο ριζοσπαστικά, αφού εδώ ένα πολύ πρόσφατο ιστορικό γεγονός (συγκεκριμένα, ο περιορισμός των αρμοδιοτήτων του Αρείου Πάγου μόνο στην εκδίκαση περιπτώσεων φόνου) συνιστά το θεματικό πυρήνα ενός παραδοσιακού μύθου διασκευασμένου με πρωτοφανή τόλμη: ανατρέπεται η παράδοση που συνέδεε την ίδρυση του σεπτού δικαστηρίου με μια δίκη θεϊκή, με κατηγορούμενο τον Άρη και δικαστές ιούς υπόλοιπους θεούς. Η μετατόπιση πραγματοποιείται σε δύο επίπεδα: α) υπόδικος γίνεται ο θνητός Ορέστης- β) από Αθηναίους πολίτες συγκροτείται το πρώτο δικαστήριο, στο οποίο προεδρεύει η προστάτισσα θεά της Αθήνας και συνηγορεί ο Απόλλων. Δύο, επίσης, στοιχεία από τη διαδικασία συνάπτονται με την ιστορική πραγματικότητα: α) πράγματι, μετά τις ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις του διδύμου Περικλή – Εφιάλτη, κύρια αρμοδιότητα του Αρείου Πάγου παρέμεινε η εκδίκαση περιπτώσεων φόνου, β) η ισοψηφία ως αθωωτικό αποτέλεσμα, όπως στη δίκη του Ορέστη, όντως ίσχυε κατά τον 5ο αιώνα. Το ερώτημα αν ο ποιητής επικροτούσε τον ακρωτηριασμό ενός από τα συντηρητικά κατάλοιπα του παρελθόντος φωτίζει ο παραλληλισμός Θεμιστοκλή-Εφιάλτη: η δολοφονία του δευτέρου (462) ήταν πολύ νωπή κατά την παράσταση των «Ευμενίδων» (458). Η παροχή προστασίας στον Ορέστη συνδυάζει το τυπικό θέμα της ικετείας με τον εγκωμιασμό της φωτισμένης και ανεξίκακης δημοκρατικής πόλης, που προσφέρει, αντίθετα από την ξενηλατική Σπάρτη, άσυλο στους κατατρεγμένους. Προς τον ίδιο στόχο είναι προσανατολισμένα, εκτός από τον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» του Σοφοκλή, και δύο από τα λεγόμενα «πολιτικά» δράματα του Ευριπίδη, οι «Ηρακλείδες» και οι «Ικέτιδες», παρουσιασμένα στη δύσκολη περίοδο μεταξύ 425 και 420. Δεν μπορεί να μη θεωρηθεί πολιτικά ευθύβολη η απόφαση του ποιητή να εμφανίσει, στο πρώτο, τους Θησεϊδες Ακάμαντα και Δημοφώντα, βασιλείς της Αθήνας, να προστατεύουν τα παιδιά του μέγιστου σπαρτιατικού ήρωα, του Ηρακλή και, στο δεύτερο, το μέγιστο αθηναϊκό ήρωα, τον Θησέα, να συντρέχει, εναντίον των Θηβαίων, τις Αργείες μητέρες των επτά στρατηγών στο αίτημα τους να εξασφαλίσουν ορούς ταφής για τα παιδιά τους. Αντιλαμβανόμαστε τι απήχηση είχαν στο κοινό οι δραστικές προσαρμογές των μύθων κατ στα δύο έργα, που μυθοποιούσαν τη σχέση της αθηναϊκής δημοκρατίας με ολιγαρχικούς αντιπάλους, όπως η Σπάρτη και η Θήβα. Οι ανθρωπιστικές παρεμβάσεις του Αττικού ήρωα, αιτιολογημένες αναχρονιστικά από μια ιδεολογία καθαρά δημοκρατική, σε δράματα όπως ο «Οιδίπους επί Κολωνώ» του Σοφοκλή ή οι «Ικέτιδες» και ο «Ηρακλής Μαινόμενος» του Ευριπίδη, αποτελούν δείγμα αναγωγής στο χώρο του μύθου προτύπων πολιτικής συμπεριφοράς.
Γεννημένη στους κόλπους της διονυσιακής λατρείας και η κωμωδία, από την αρχή, αφ’ ενός, αξιοποίησε την αχαλίνωτη ελευθερία που της πρόσφερε το συγκεκριμένο πλαίσιο εκδηλώσεων και, αφ’ ετέρου, ανταποκρίθηκε στην ανάγκη του ταπεινού ανθρώπου να εκτονωθεί μέσω της γελοιογραφικής ακύρωσης των δυνάμεων που τον καταπίεζαν. Οι δύο αυτοί όροι ίσχυαν κατ μετά την ένταξη του είδους στο επίσημο κρατικό πρόγραμμα. Γι’ αυτό η κωμωδία, σε όλη τη διάρκεια του 5ου αιώνα, στη φάση της που αποκαλείται «Αρχαία» και εκπροσωπείται αποκλειστικά από τον Αριστοφάνη, διατήρησε, σε αντίθεση με την τραγωδία, την εξάρτηση της από την άμεση πραγματικότητα, από την οποία αντλούσε συγκεκριμένα και υπαρκτά θέματα κατ πολύ συχνά επώνυμα πρόσωπα, εντάσσοντας τα σε έναν πέρα ως πέρα κατασκευασμένο μύθο – άρα είχε χαρακτήρα εμφανώς «πολιτικό».
Η κωμωδία, τον 5ο αιώνα, διατήρησε την εξάρτηση της από την άμεση πραγματικότητα και είχε χαρακτήρα εμφανώς «πολιτικό»
Οι κωμωδίες του Αριστοφάνη, που καλύπτουν χρονικό φάσμα περίπου 40 ετών (425-388), εκπλήσσουν με την τόλμη τους, που εκφράζεται όχι μόνο με μια απερίγραπτη αθυροστομία αλλά και με την ονομαστική στηλίτευση των κακώς κειμένων, πραγμάτων κατ προσώπων. Αυτή η κατάσταση ασυλίας, φυσική μόνο σε ένα καθεστώς που αξιοποιεί την απεριόριστη ψυχολογική εκτόνωση ως εφαλτήριο πολιτικής δραστηριοποίησης, παρουσιάζει μια κάμψη μετά τη στροφή του αιώνα, οπότε η κωμωδία, αποβάλλοντας τη συνάφειά της με τα πολιτικά συμφραζόμενα, στρέφεται προς μια γενική, και πάντως άκακη, κοινωνική σάτιρα, διατυπωμένη σε ένα αποκαθαρμένο γλωσσικό ιδίωμα. Δείγματα της αλλαγής, όχι άσχετης με την πολιτική μετριοπάθεια που κυριάρχησε μετά την περιπέτεια του πολέμου, προσφέρουν τα δύο τελευταία από τα σωζόμενα έργα του Αριστοφάνη: οι «Εκκλησιάζουσες» (392) κατ ο «Πλούτος» (388). Από πολλές απόψεις, η πολιτική εμβέλεια της κωμωδίας, σε σύγκριση με της τραγωδίας, ήταν λιγότερο ουσιαστική και, παρά τα φαινόμενα, επικίνδυνη. Κατ’ αρχάς, πρόθεση του κωμικού δεν αποτελούσε η σοβαρή και δεοντολογική πραγμάτευση ζωτικών θεμάτων, άρα και η διαφώτιση του κοινού ως προς την αντιμετώπισή τους, αλλά απλώς η γελοιογραφική αγιοποίηση τους. Εφόσον ο ποιητής ούτε λύσεις πρότεινε ούτε πρότυπα συμπεριφοράς προέβαλλε (η σύναψη ιδιωτικής ειρήνης στους «Αχαρνείς» αποτελεί καθαρή ουτοπία, ενώ ο «φιλειρηνικός» Δικαιόπολις αποδεικνύεται τέρας υστεροβουλίας), η πολιτική, ειδικότερα δημοκρατική, οπτική του υλοποιείται, κατά κύριο λόγο, στην επιλογή των ηρώων του από τα καταπιεζόμενα κοινωνικά στρώματα: αγρότες και γυναίκες. Από αυτή την άποψη η κωμωδία, προκαλώντας ένα είδος ταύτισης του μέσου θεατή με τον ήρωα, ο οποίος πάντα θριάμβευε, έστω και στο χώρο της ουτοπίας, αλλά και αποδυναμώνοντας, με την τολμηρή γελοιογράφησή της, τις δυνάμεις της καταπίεσης, πρόσφερε μια ευκαιρία καθαρτικής εκτόνωσης, δώρο ευπρόσδεκτο της δημοκρατικής πολιτείας.
Η τραγωδία καλλιεργούσε μία δημιουργική σχέση με το παρελθόν και η κωμωδία ενίσχυε την πίστη στην ελευθερία
Όχι ότι λείπουν οι σοβαρές πολιτικές αιχμές από τα κείμενα του Αριστοφάνη· απλώς δεν συνιστούν το κυρτό σώμα των έργων, αφού οι οξύτερες από αυτές εμφανίζονται διάσπαρτες, ιδίως στα μέρη της «παράβασης», και μόνιμα κωμικά παραμορφωμένες. Αν και σαφώς συντηρητικός ο ποιητής, στην οξύτατη κριτική του για τα κακώς κείμενα ουδέποτε υπαινίσσεται την ανάγκη αλλαγής του πολιτεύματος· απλώς μεμψιμοιρεί για τη δυσλειτουργία του. Εκπροσωπώντας το μέσο Αθηναίο εξοργίζεται με την αμφισβητική ιδεολογία των σοφιστών, τους οποίους γελοιογραφεί στο πρόσωπο του Σωκράτη («Νεφέλες») και παρ’ όλο που γοητεύεται με τα ανήσυχα δράματα του Ευριπίδη, τον καταψηφίζει προκρίνοντας τον αρχαϊστικό Αισχύλο («Βάτραχοι»). Πάντως, τουλάχιστον η λειτουργία της κωμωδίας ως καθρέφτη της πραγματικότητας δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, αφού και ο Σωκράτης καταδικάστηκε σε θάνατο και ο Ευριπίδης, όπως πριν από μισόν αιώνα ο Αισχύλος, πέθανε αυτοεξόριστος (;) με 4 μόνο νίκες στο ενεργητικό του.
Η περιγραφή του θεατρικού θεσμού πρέπει να συμπληρωθεί με την ιδιόμορφη συμβολή του σατυρικού οράματος, ίου πιο άγνωστου, λόγω ισχνότητας του σωζόμενου υλικού, από τα τρία δραματικά είδη. Κάποια ερεθιστικά κατάλοιπα, κυρίως από έργα του Αισχύλου και του Σοφοκλή, αφήνουν την εντύπωση ότι εδώ διατηρήθηκε η βακχική απελευθέρωση που επικρατούσε στις γνησιότερες, περιθωριακές βέβαια, εκδηλώσεις της διονυσιακής λατρείας. Ωστόσο, το κάθε ένα από τα δραματικά είδη ανταποκρινόταν σε διαφορετικές ανάγκες του θεατή-πολίτη: η τραγωδία, προβάλλοντας τους ζωτικούς προβληματισμούς του ανθρώπου στο χώρο του μύθου, τόνιζε τη διαχρονικότητα τους, καλλιεργώντας ταυτόχρονα μια δημιουργική σχέση με το παρελθόν η κωμωδία, συρρικνώνοντας με τη σάτιρα της τις δυνάμεις καταπίεσης και στηλιτεύοντας τα τρωτά της πολιτικής, ενίσχυε την πίστη στην ελευθερία· το σατυρικό δράμα, ενοφθαλμίζοντας στην ατμόσφαιρα χυμούς βακχείας, ανήγε το θεατρικό φαινόμενο στις αρχέγονες Ζωογόνες πηγές. Ο συνδυασμός αυτός πρέπει να πλούτιζε το δέκτη τους με μια εμπειρία όμοια της οποίας δεν έχει προσφέρει έκτοτε στον άνθρωπο κανένας άλλος πολιτικός χώρος μέσα στο γνωστό ιστορικό χρόνο.
ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
του Εμμανουήλ Μικρογιαννάκη
Η σκοπιμότητα είναι πρόδηλη. Λεν ήθελαν να σχηματιστεί τάξη νομομαθών που θα επηρέαζε την ψήφο ίων άλλων. Η προσωπικότητα καταδύεται έτσι και υποκύπτει στη γενική, ανώνυμη βούληση.
Η δημοκρατία λειτούργησε ικανοποιητικά σε μεγάλο μέρος του 5ου αι. π.Χ. Η Αθήνα οφείλει σ’ αυτήν το μεγαλείο της, αλλά στο ίδιο της το πολίτευμα μπορεί να αποδοθεί και η πτώση και ήττα της κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Γιατί; Είχε γίνει αχαλίνωτη.
Επί Περικλέους το πολίτευμα κατά την περιλάλητη φράση του Θουκυδίδου ἐγίγνετο λόγῳ μέν δημοκρατία ἔργῳ δέ ὑπό τοῦ πρώτου ἀνδρός ἀρχή. Στα λόγια ήταν δημοκρατία, στην πράξη μοναρχία. Κάτι περισσότερο· κατά τον ίδιο ιστορικό ο Περικλής κατείχε το πλήθος. Η βαριά έννοια της κατοχής μετριάζεται με ένα επίρρημα που ακολουθεί, το ἐλευθέρως. Ο Περικλής έπειθε το δήμο. Ανέπτυσσε ό,τι επέβαλλαν τα πράγματα, η ανάγκη.
Κάθε φορά που η δημοκρατία πήγε να γίνει «περισσότερη» και επεδίωκε να ολοκληρωθεί, σημειώθηκε αναστάτωση. Οι αρχαίοι φιλόσοφοι και πολιτειολόγοι πρόσεξαν ότι η επιδίωξη της απολύτου ελευθερίας οδηγεί αναπόφευκτα στην ασήκωτη δουλεία. Συμβαίνει και εδώ ό,τι ονομάζουμε στην τραγωδία περιπέτεια, που κατά τον Αριστοτέλη είναι ἡ εἰς το ἐναντίον τῶν πραττομένων μεταβολή. Σου έρχεται ακριβώς το αντίθετο εκείνου που επιδιώκεις. Ελευθερία και δημοκρατία είναι συνώνυμες λέξεις και όταν δεν γνωρίζουν χαλινάρι, φθάνουν στην τυραννίδα και δουλεία. Από τη δημοκρατία και μόνο εκπηγάζει η τυραννίς κατά τον Πλάτωνα. Και ο Αριστοτέλης δεν διαφοροποιείται ουσιωδώς ως προς αυτό το σημείο όταν κρίνει τους δημαγωγούς ως προλειαίνοντας το έδαφος για προσωπική τυραννίδα.
Οι Έλληνες πολιτειολόγοι κατά κανόνα επικρίνουν τη δημοκρατία. Στην Αθήνα, τήν Ἑλλάδος παίδευσιν, την είχαν συναντήσει στο τέλος του 5ου αι. π.Χ. ως οχλοκρατία και ο Πλάτων θα στραφεί εναντίον της με δριμύτητα. Κατ’ αυτόν η δημοκρατία δεν είναι ένα πολίτευμα αλλά παντοπώλιον πολιτειών. Καθένας αλλάσσει πολλά πρόσωπα (φορεί διάφορες μάσκες). Δέχεται πολλά ήθη. Γίνεται μεστός ἠθῶν και παντοδαπός. Δεν έχει την τόσο περιζήτητη από τον Πλάτωνα και πολλούς λακωνίζοντας συνέπεια.
Ο Αριστοτέλης, ο δεινός ανατόμος του πολιτειακού βίου, δυσκολεύεται να θεωρήσει τη δημοκρατία και ως απλό πολίτευμα. Αν καταχρηστικώς το δεχθεί, το κατατάσσει μαζί με την τυραννίδα στα χείριστα. Τα ορθά πολιτεύματα κατ’ αυτόν είναι: βασιλεία, ἀριστοκρατία και πολιτεία. Η πολιτεία στην κατάταξη αυτή είναι μίξις ολιγαρχίας και δημοκρατίας, και είναι ο κατ’ εξοχήν πολιτειακός τύπος. Τα λανθασμένα πολιτεύματα ή παρεκβάσεις, όπως τα ονομάζει. είναι πάλιν τρία, αντίστοιχα των προηγουμένου: τυραννίς, ὀλιγαρχία και δημοκρατία. Τα πολιτεύματα λοιπόν τοποθετούνται αξιολογικώς σε δυο επίπεδα: ΒΑΠ / ΤΟΔ (με τα αρχικά των). Η θέση της δημοκρατίας (Δ) είναι στο δεύτερο, το υποδεέστερο διάζωμα.
Διατί όμως πολλοί θεωρούν τον Αριστοτέλη υπέρμαχο της δημοκρατίας; Διότι αναγνωρίζει τη θέση του δήμου ως πολιτειακού παράγοντος και μεριμνά για τη σωστή και με μέτρο συμμετοχή του στη διακυβέρνηση της πόλεως.
Ο δήμος πρέπει να έχει κάποια μετοχή στα κοινά, ίσως το αἱρεῖσθαι και εὐθύνειν τάς ἀρχάς που προαναφέραμε. Δεν πρέπει να υπερβεί κάποια όρια. Προ παντός δεν πρέπει να στραφεί εναντίον των εκάστοτε ολίγων, που μαζί με τους πολλούς αποτελούν τους δύο πόλους της πόλεως.
Οι δύο αυτοί πόλοι είναι υπαρκτοί σε κάθε πολιτειακή κατασκευή και κοινωνία. Πάντοτε θα ξεφεύγουν μερικοί και θα διακρίνονται από το πλήθος ως προς τα εκάστοτε θεωρούμενα τίμια, δηλαδή τις αξίες που ισχύουν σε κάθε εποχή. Ως προς τη σχέση ολίγων/πολλών διαφέρουν οι συστάσεις και γνώμες μεταξύ των πολιτειολογούντων. Δύο κτυπητά και αντιπροσωπευτικά παραδείγματα: ο Αριστοτέλης τονίζει με επιμονή και γερή επιχειρηματολογία ότι πρέπει και οι ολίγοι και οι πολλοί να καταβάλουν κάθε προσπάθεια προσεγγίσεως και συμπλεύσεως. Η ομόνοια είναι ο σκοπός και όχι ο διχασμός. Το διχασμό από το άλλο μέρος πρεσβεύει ο Μαρξ. Το χάσμα κατά το Γερμανοεβραίο φιλόσοφο του 19ου αι. που υπάρχει μεταξύ ολίγων και πολλών, επιφανών κατ προλεταρίων, είναι ανάγκη και πρέπον να βαθύνει, να γίνει οξεία η αντίθεση και αναπόφευκτη η σύγκρουση που θα φέρει επί της γης το σοσιαλιστικό παράδεισο, υπαρκτό πια για ένα χρονικό διάστημα και όχι μόνο όραμα. (Αν Ζούσε σήμερα κάτι έπρεπε να συμβουλεύσει για να μη γίνει ο υπαρκτός ανύπαρκτος).
Για τον Αριστοτέλη τα ορθά πολιτεύματα είναι : Βασιλεία, Αριστοκρατία, Πολιτεία. Και τα λανθασμένα : Τυραννίς, Ολιγαρχία, Δημοκρατία
Ριζική λοιπόν διαφορά ως προς κεφαλαιώδους σημασίας θέμα χωρίζει τον Αριστοτέλη από τον Μαρξ (ο οποίος σημειωτέον εθαύμαζε τον αρχαίο φιλόσοφο).
Η ελευθερία που συσχετίζεται με τη δημοκρατία είναι πολυσήμαντη. Είναι ίσως η πολυτιμότερη έννοια του ελληνικού ηθικού λεξιλογίου: Ελευθερία είναι κατά πρώτον η ανάδυση όλων των ψυχικών και πνευματικών δυνάμεων του ανθρώπου, το άνοιγμα της ψυχής στο έπακρο και προς κάθε κατεύθυνση. Όσοι όμως θα αρκεστούν σ’ αυτήν την ελευθερία «γεύονται» μόνο το ήμισυ της. Το δεύτερο στάδιο (το έτερον ήμισυ) είναι η σύνθεση των ελευθερωθεισών δυνάμεων. Αυτή η σύνθεση, η κράση είναι το δυσκολότερο έργο, αλλά αν γίνει σωστά από τον ἀραρίσκοντα νοῦν (που ἀραρίσκει: ταξινομεί, διευθετεί) οδηγεί σε αρετήν. Ιδεώδες για τους Έλληνες είναι και εδώ η ευκρασία.
Κατά τον Αισχύλο μήτ’ ἀνάρχειον βίον μήτε δεσποτούμενον αἰνέσῃς (=να μην επιδοκιμάσεις ούτε την αναρχία στη ζωή ούτε την καταναγκαστική επιβολή). Αναρχία και δεσποτεία είναι αντίθετες κατ ασυμβίβαστες ίσως για τους πολλούς έννοιες. Αλλά εδώ στην Ελλάδα προβάλλεται ως αίτημα (και συχνά πραγματοποιείται) να συνδυασθούν τα τελείως αντίθετα. Κάτι παραπάνω· ο Έλλην πιστεύει ότι η καλλίστη αρμονία προκύπτει μόνον εκ των διαφερόντων (απ’ αυτά που διαφέρουν, είναι αντίθετα). Και στην πολιτεία μπορούν να συνδυασθούν ολίγοι και πολλοί. Πώς επιτυγχάνεται αυτό; Είναι έργον της πολιτικής, που είναι η υψίστη των τεχνών. Κάθε πολιτειακή ζωή μπορεί να γίνει έργο τέχνης.
Κατά τον Σόλωνα είναι σωτήριο να συνδυαστεί στην πολιτεία βία και δίκη. Άνεσις και σύνεσις εξάλλου δεν είναι ασυμβίβαστες. Ένας βαθιά καλλιεργημένος, ένας ελληνοθρεμμένος στοχαστής, θα συνήνωνε το ἀνειμένως ζῆv των Συβαριτών (που έχουν όλες τις ανέσεις) με το συνειμένως ζnv των Σπαρτιατών (που έχουν την τάση να συνάπτουν τα πολλά σε ολίγα, σε ένα, όπως απαιτεί το δεύτερο, το ουσιαστικότερο στάδιο της ελευθερίας) και θα συνεδύαζε άνεσιν και σύνεσιν σε μια αρμογή (αρμονία), σε μετρίαν κράσιν (μετρημένη, σωστή σύνθεση). Για την ευκρασία αυτή είναι απαραίτητη η ευψυχία (: η καλή άρθρωση της ψυχής) που μαζί με την ευδαιμονία και ελευθερία αποτελούν το εξοχότερο ελληνικό τρίπτυχο.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
G. GLOTZ.
La Cité grecque. 1928. σελ. 137-411 (υπάρχει ελληνική μετάφραση: Η ελληνική «πόλις».
cohen r
Αθηναϊκή δημοκρατία, από τη γέννηση της ως το θάνατο της, Ειρμός, Αθήνα 1992.
ΒΛΑΧΟΣ Γ. Κ. (συντονιστής),
Η Αθηναϊκή Δημοκρατία, Μελέτες για το πολίτευμα και την ιδεολογία των Αθηναίων, Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 1995.
σακελλαριου μ.,
Η Αθηναϊκή δημοκρατία,
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1999.
mosse Ε.,
Το τέλος της αθηναϊκής δημοκρατίας, κοινωνικές και πολιτικές όψεις της παρακμής της ελληνικής πόλεως στον 4ο αιώνα π.Χ., Παπαζήσης, Αθήνα 1978.
starr Ε.,
Η γέννηση της αθηναϊκής δημοκρατίας, η εκκλησία κατά τον πέμπτον αιώνα π.Χ., εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1991.
forrest W.,
Η γένεση της αθηναϊκής δημοκρατίας, ο χαρακτήρας της ελληνικής πολιτικής, 800-400 π.Χ., Παπαδήμας, Αθήνα 1994.
romilly J. de,
Προβλήματα της αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας, Καρδαμίτσας, Αθήνα 1992.
hard wick l.,
Κοινωνική ιστορία της αρχαίας Αθήνας, Κουτσούμπος, Αθήνα 1985.
καψαλησ γ.,
Οι δύο κορυφαίοι ύμνοι της αθηναϊκής δημοκρατίας, η πομπή των Παναθηναίων στον Παρθενώνα, ο επιτάφιος του Περικλή στον Θουκυδίδη, Αθήνα 1953.
καστοριαδησ K.,
Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της για μας σήμερα, Υψιλον, Αθήνα 1986.
κυρτατασ δ.,
Δούλοι, δουλεία και δουλοκτητικός τρόπος παραγωγής, Ο Πολίτης, Αθήνα 1987.
ΡΟΥΣΗΣ Γ.,
Αρχαία Δημοκρατία για πάντα νέα: ή η σύγχρονη δημοκρατία ως τερατογένεση της αρχαία αθηναϊκής δημοκρατίας και της φιλοσοφικής κριτικής της, Γκοβόστης, Αθήνα 1999.
ΛΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ Ι.,
Η νομοθεσία της αρχαίας Αθηναϊκής πολιτείας, Κυρομάνος, Αθήνα 1999.
παπαδοπουλοσ Θ.,
Ιδεολογία και φιλοσοφία της δημοκρατίας στην αρχαία Ελλάδα, Κέδρος, Αθήνα 1978.
thomson g.,
Η αρχαία Ελληνική κοινωνία, Κέδρος, Αθήνα 1987-1989.
andrewes α.,
Αρχαία Ελληνική Κοινωνία, Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Tpanéznç, Αθήνα 1983.
garlan y.,
Η δουλεία στην αρχαία Ελλάδα, Gutenberg, Αθήνα 1988.
mosse C.,
Η γυναίκα στην αρχαία Ελλάδα, με εισαγωγή στην ελληνική έκδοση και συμπληρωματική βιβλιογραφία από τη συγγραφέα, Παπαδήμας, Αθήνα 1991.
finley m.i.,
Οικονομία και κοινωνία στην αρχαία Ελλάδα, Καρδαμίτσας, Αθήνα 1988-1991.
kolobova k. m.,
Η καθημερινή Ζωή στην αρχαία Ελλάδα, Παπαδήμας, Αθήνα 1989.
leveque P.,
Κλεισθένης ο Αθηναίος, Ευρύαλος, Αθήνα 1989.
vidal – naquet P.,
Πέρα από την αρχαία ελληνική δημοκρατία, δοκίμια αρχαίας και νεότερης ιστοριογραφίας, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1999.
vernant j. p.,
Μύθος και τραγωδία στην αρχαία Ελλάδα, Κέδρος, Αθήνα 1978.
AUSTIN Μ. – Ρ. VIDAL – NAQUET,
Économies et Sociétés en Grèce ancienne, Παρίσι 1972.
westerman w. l.,
The Slave Systems of Greek and Roman Antiquity, Φιλαδέλφεια 1955.
ehrenberg V.,
From Solón to Socrates, Greek History and Civilization during the 6th and 5th Centuries B.C., Λονδίνο 1968.
hasebroeck J.,
Trade and Politics in Ancient Greece,1933.
heichelheim p. m.,
Wirtschansgeschichte des Altertums,1 τόμ., Λέιντεν 1938 (αγγλική μετάφρ. An Ancient History, 1964).
finley m. i.,
Studies in Land and Credit in Ancient Athens, Νέο Μπρούνοβικ 1952.
bonner r. j.,
Aspects of Athenian Democracy, University of California Press, Μπέρκλεϊ 1933.
cloché p.,
La démocratie athénienne, Παρίσι 1951.
jones a.h.m.,
Athenian Democracy, Οξφόρδη 1957.
romilly J. de,
Thucydide et 1′ imperialisme atthénien. La pensee de Γ historien et la
genèse de Γ cevre, Παρίσι 1947.
vannier f.,
Le IVe siècle, Παρίσι 1967.
- ΠΛΑΤΩΝΑΣ ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ -
ΠΛΑΤΩΝΑΣ ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ
[Ή ΠΕΡΙ ΕΡΩΤΟΣ ΗΘΙΚΟΣ]
1. ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΣ. Αισθάνομαι, ότι δεν είμαι απροετοίμαστος σε όσα μ’ ερωτάτε. Πράγματι έτυχε προ ημερών ν’ ανεβαίνω προς την πόλη από το σπίτι μου από το Φάληρο. Ένας γνωστός μου τότε με αντιλήφθηκε και μου φώναξε από μακριά αστειευόμενος συγχρόνως με τον τρόπο της προσφώνησης :
Ε, συ φώναξε “δημότη του Φαλήρου Απολλόδωρε, δεν με περιμένεις;”
Εγώ σταμάτησα και τον περίμενα. Εκείνος τότε μου είπε:
Αλήθεια, Απολλόδωρε. Ζητούσα τελευταία να σε βρω. Ήθελα να μάθω λεπτομέρειες για τη συγκέντρωση του Αγάθωνα και του Σωκράτη και του Αλκιβιάδη και των άλλων, που έλαβαν μέρος στο δείπνο τότε, για τις ομιλίες περί έρωτος, τι έλεγαν. Κάποιος άλλος μου έκαμε λόγο γι’ αυτά, ο οποίος τα είχε ακούσει από τον Φοίνικα του Φιλίππου, μου πρόσθεσε δε ότι εσύ τα γνώριζες. Αλλά δεν είχε να μου πεί τίποτε συγκεκριμένο. Διηγήσου μου λοιπόν εσύ περί αυτών. Είσαι άλλωστε εσύ ο αρμοδιώτερος να ανακοινώνεις τις ομιλίες του φίλου σου. Πρώτ’ απ’ όλα όμως προσέθεσε “πες μου: παρευρέθηκες προσωπικά σε αυτή την συγκέντρωση ή όχι;”
Εγώ τότε απάντησα:
Ειν’ ολοφάνερο, πως τίποτε το θετικό δεν σ’ επληροφόρησε ο πληροφορητής σου, αφού πιστεύεις πως η συγκέντρωση αυτή, που μ’ ερωτάς, έλαβε χώρα τώρα τελευταίως, ώστε να είμαι παρών και εγώ.
Και βέβαια.
Από πού και ως που είπα “Γλαύκωνα; Δεν ξέρεις πως είναι χρόνια πολλά που ο Αγάθωνας απουσιάζει απ’ εδώ, και ότι από τον καιρό που εγώ συναναστρέφομαι τον Σωκράτη και έχω βάλει σαν καθημερινό μου έργο να γνωρίζω ό,τι λέγει και ό,τι κάνει, δεν είναι καν ούτε τρία χρόνια; Σαν τότε γύριζα άσκοπα όπου τύχει και πίστευα πως κάτι κάνω, ενώ ήμουν δυστυχισμένος όσο κανένας όχι λιγότερο παρ’ όσο είσαι τώρα εσύ, που νομίζεις ότι κάθε άλλη ασχολία είναι προτιμότερη παρά να φιλοσοφείς”.
Και εκείνος
Μη με υβρίζεις είπε “μόνο πές μου: πότε έγινε η συγκέντρωση αυτή;”
Εγώ τότε του είπα:
Παιδιά είμαστε τότε εμείς ακόμη. Τότε που ο Αγάθων πέτυχε το βραβείο με την πρώτη τραγωδία του, την επομένη της ημέρας που είχε προσφέρει την επινίκια θυσία αυτός και τα μέλη του χορού του.
Ώστε είναι, καθώς βλέπω, πολύς καιρός από τότε είπε. “Και ποιος σου την διηγήθηκε; Ο Σωκράτης μήπως ατομικά;”
Α όχι προς Θεού εκείνος απάντησα “αλλ’ αυτός που την είπε του Φοίνικος. Ήταν ένας κάποιος Αριστόδημος από το Κυδαθήναιον, μικροκαμωμένος, διαρκώς ανυπόδητος. Είχε παρευρεθεί στην συγκέντρωση σαν θαυμαστής του Σωκράτη από τους ενθουσιωδεστέρους, καθώς φαίνεται, της εποχής εκείνης. Εγώ όμως και από τον Σωκράτη επίσης ζήτησα ήδη μερικές πληροφορίες για όσα άκουσα απ’ εκείνον, και μου το βεβαίωσεν, όπως εκείνος μου τα είχε διηγηθεί”.
Τότε πως δεν μου τα διηγείσαι; είπε. “Ο δρόμος εξ άλλου προς την πόλη είναι από πάσης απόψεως κατάλληλος, ώστε περπατώντας κανείς και να λέγει και ν’ ακούει”.
Έτσι λοιπόν πεζοπορούντες συνομιλούσαμε συγχρόνως περί του θέματος, ώστε, όπως σας έλεγα και στην αρχή, απροετοίμαστος δεν είμαι. Αν λοιπόν είναι ανάγκη να τα διηγηθώ και σε σας, οφείλω να το κάμω. Άλλωστ’ εγώ και γενικά, από τις φιλοσοφικές συζητήσεις, είτ’ εγώ τις διεξάγω είτ’ από άλλους τις ακούω, ανεξαρτήτως της ωφέλειας που πιστεύω πως έχω, ασύγκριτη είναι η ευχαρίστηση που δοκιμάζω Ενώ από άλλες ομιλίες, ιδιαίτερα μάλιστα απ’ αυτές που έχετε μεταξύ σας εσείς οι πλούσιοι και οι άνθρωποι των υποθέσεων, και ο ίδιος στενοχωρούμαι, και σας τους φίλους μου σας ελεεινολογώ, που νομίζετε πως κάτι κάνετε, ενώ δεν κάνετε παρά ένα μηδέν. Ενδεχόμενο τώρα και σεις πάλι να με θεωρείτε αξιολύπητο, και νομίζω πως είναι αληθινό αυτό που νομίζετε. Εγώ όμως για σας δεν το νομίζω απλά. Είμαι βέβαιος.
ΕΤΑΙΡΟΣ. Ο ίδιος είσαι πάντα, καημένε Απολλόδωρε. Πάντα κακολογείς και τον εαυτό σου και τους άλλους και μου παρέχεις την εντύπωση, πως θεωρείς αξιολύπητο κυριολεκτικά όλον τον κόσμο εκτός από τον Σωκράτη – τον εαυτό σου πρώτα. Από πού τάχα να σου κόλλησε αυτή η επονομασία, που σε φωνάζουν μανικόν, δεν το ξέρω. Πάντως στα λόγια σου είσαι πάντοτε έτσι αγριεύεις και με τον εαυτόν σου και με τους άλλους, με εξαίρεση τον Σωκράτη.
ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΣ. Ε, βέβαια, αγαπητέ μου. Είναι ολοφάνερο δα: μ’ αυτές τις αντιλήψεις που έχω για τον εαυτό μου και για σας, είμ’ ένας τρελλός και ένας ανισόροπος.
ΕΤΑΙΡΟΣ. Δεν αξίζει., Απολλόδωρε, να φιλονικούμε τώρα γι’ αυτό. Μόνο, όπως σε παρακαλέσαμε, αυτό να κάμεις μόνο: διηγήσου, τι ήταν οι ομιλίες.
ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΣ. Λοιπόν το περιεχόμενό τους ήταν περίπου το εξής – ή καλύτερα θα δοκιμάσω από την αρχή, όπως εκείνος μου τα διηγήθηκε, να σας τα διηγηθώ και εγώ.
2. Έλεγε λοιπόν, ότι συνάντησε τον Σωκράτη λουσμένο και με σανδάλια στα πόδια (κάτι που σπανίως εκείνος έκανε), και τον ρώτησε που πηγαίνει και έγινε τόσο κομψός.
Στου Αγάθωνος, απάντησε εκείνος “σε δείπνο. Χθες στα επινίκια του ξέφυγα. Τρόμαξα την πολυκοσμία. Υποσχέθηκα όμως να παρευρεθώ σήμερα. Αυτός είναι ο λόγος που εξωραϊσθηκα, ώστε ωραίος στου ωραίου να εμφανισθώ. Αλλά συ” είπε “τι θα έλεγες; Θα δεχόσουν απρόσκλητος να έλθεις στο δείπνο;”
Εγώ τότε, είπε, του απάντησα: “Όπως ορίζεις”.
Έλα λοιπόν μαζί είπε. “Έτσι θα χαλάσουμε και την παροιμία θα την τροποποιήσουμε, ότι και στων γενναίων τα τραπέζια ακάλεστοι πηγαίνουν οι γενναίοι. Ο Όμηρος άλλωστε καταντά όχι μόνο να έχει χαλάσει, αλλά και να έχει κατεξευτελίσει την παροιμία αυτή. Ενώ περιγράφει τον Αγαμέμνονα σαν έναν άνθρωπο εξαιρετικά ικανό στον πόλεμο και τον Μενέλαο σαν έναν απόλεμο λογχοφόρο, εντούτοις στην θυσία που προσφέρει και το τραπέζι που παραθέτει ο Αγαμέμνων παριστάνει τον Μενέλαο να έρχεται απρόσκλητος στο συμπόσιο, κατώτερος αυτός στου ανωτέρου του”. Σ’ αυτό απάντησε εκείνος: “Πιθανόν όμως και εγώ να διατρέχω τον κίνδυνο, όχι όπως λες εσύ, Σωκράτη, αλλ’ όπως ο Όμηρος: ανάξιος εγώ να προσέλθω απρόσκλητος στο συμπόσιο ενός διανοουμένου. Κοίταξε λοιπόν, πως θα δικαιολογηθείς που με πήρες μαζί σου. Πάντως εγώ θ’ αναφέρω, ότι έρχομαι όχι ακάλεστος αλλά καλεσμένος από σένα”. “Μαζί και οι δύο πηγαίνοντας”, απάντησε “θα βρούμε στο δρόμο τι θ’ απαντήσουμε. Ας πηγαίνουμε”.
Αυτά τα λόγια πάνω κάτω αντάλλαξαν, είπε, και ύστερα προχώρησαν. Στο δρόμο ο Σωκράτης σαν να είχε συγκεντρωθεί στις σκέψεις του, και έτσι έμενε πίσω εκεί που βάδιζε. Αυτός τον περίμενε, αλλ’ εκείνος του συνιστούσε να προχωρεί προς τα εμπρός. Όταν έφθασε στο σπίτι του Αγάθωνα βρήκε την πόρτα ανοικτή και τότε του συνέβη, λέγει, κάτι κωμικό. Από μέσα ένας δούλος έσπευσε αμέσως να τον υποδεχθεί και τον οδήγησε στο μέρος, όπου είχαν καταλάβει τις θέσεις τους οι άλλοι. Τους βρήκε έτοιμους πλέον ν’ αρχίσουν να δειπνούν. Αμέσως τότε, μόλις τον είδε ο Αγάθων, του φώναξε:
Α Αριστόδημε, πάνω στην ώρα έρχεσαι να δειπνήσεις μαζί μας. Αν πάλι ήλθες γι’ άλλη υπόθεση, ανάβαλέ την γι’ άλλη φορά. Να, και χθες σ’ ζητούσα να σε καλέσω και δεν κατόρθωσα να σε ανακαλύψω. Και ο Σωκράτης; Πως δεν μας τον έφερες μαζί σου;
Εγώ τότε, είπε, γυρίζω πίσω και δεν βλέπω πουθενά τον Σωκράτη να έρχεται μαζί. Εξήγησα λοιπόν, ότι και εγώ με τον Σωκράτη έρχομ’ εδώ, καλεσμένος απ’ εκείνον στο δείπνο.
Πολύ καλά έκαμες είπε. “Μα εκείνος που είναι;”
Τώρα δα ετοιμάζόταν να μπει από πίσω μου εκπλήσσομαι μάλιστα και εγώ που να είναι.
Δεν κοιτάζεις λοιπόν, παιδί είπε ο Αγάθων “να μας οδηγήσεις μέσα τον Σωκράτη; Και συ, Αριστόδημε” προσέθεσε “τοποθετήσου κοντά στον Ερεξίμαχο”.
3. Την ώρα λοιπόν που ο δούλος του έπλενε τα πόδια να πλαγιάσει, ένας άλλος δούλος ήλθε και έφερε την είδηση, ότι ο Σωκράτης σας αυτός απεσύρθη στο πρόθυρο του γειτονικού σπιτιού και μένει εκεί ακίνητος. Αυτός τον προσκαλεί, εκείνος όμως δεν δέχεται να μπει.
Περίεργο είπε “αυτό που μας λες: Πήγαινε γρήγορα να τον καλέσεις και μην τον αφήσεις”.
Εκείνος τότε παρενέβη:
Όχι, αφήστε τον. Το έχει συνήθεια αυτό. Απομακρύνεται κάπου, όπου τύχει, και μένει όρθιος. Θα έλθει όμως, γρήγορα, φαντάζομαι. Μην τον ενοχλείτε λοιπόν. Αφήσετέ τον.
Καλά, αυτό θα κάνουμε, αφού το νομίζεις είπε ο Αγάθων. “Σ’ εμάς λοιπόν τους άλλους, παιδιά, βάλετε να δειπνήσουμε. Πάντως παραθέσετε ό,τι θέλετε, όπως όταν δεν έχετε κανένα να σας επιβλέπει – πράγμα που εγώ ποτέ μου δεν έκαμα. Και τώρα λοιπόν φαντασθείτε πως είμαι και εγώ καλεσμένος σας, όπως και οι άλλοι εδώ, και περιποιηθείτε μας, ώστε να σας εκφράσουμε τις ευχαριστίες μας”.
Κατόπιν εκείνοι, είπε, έτρωγαν, ενώ ο Σωκράτης δεν εμφανιζόταν. Επανειλημμένως ο Αγάθωνας έδινε διαταγές να στείλουν να τον καλέσουν, αλλ’ αυτός, δεν τον άφηνε. Επί τέλους ήλθε, όπως συνήθιζε, ύστερ’ από καθυστέρηση όχι μεγάλη. Ήταν στα μέσα περίπου του δείπνου τους. Ο Αγάθωνας τότε, όπως έτυχε να είναι πλαγιασμένος τελευταίος και μόνο, του φώναξε:
Εδώ, Σωκράτη, κοντά μου πλάγιασε. Έτσι θ’ απολαύσω, με την επαφή μαζί σου, και την σοφή έμπνευση που σου ήλθε στην είσοδο. Δεν υπάρχει άλλωστε αμφιβολία, πως την συνέλαβες και την κατέχεις. Ειδεμή, δεν θ’ άφηνες την θέση σου πρωτύτερα.
Και ο Σωκράτης κάθισε και είπε:
Καλά θα ήταν, Αγάθων, να ήταν η σοφία έτσι, ώστε να μεταγγίζεται μεταξύ μας από το περισσότερο γεμάτο στο περισσότερο αδειανό, όταν αγγίζει ο ένας τον άλλο, όπως το νερό στα ποτήρια, που μεταγγίζεται με την κλωστή από το γεμισμένο στο αδειανό. Πράγματι, άν έχει αυτή την ιδιότητα και η πνευματική ανωτερότητα, τότε αποτιμώ πολύ ακριβά το πλάγιασμα στο πλευρό σου. Έτσι πιστεύω, πως θα γεμίσω από σένα σοφία άφθονη και υπέροχη. Η δική μου άλλωστε σοφία πρέπει να είναι μικρής αξίας ή και αμφίβολη, σαν όνειρο να ήταν. Ενώ η δική σου και περιφανής είναι και μέλλον εξαίρετο έχει, αφού δα από τώρα που είσαι νέος, ακτινοβόλησε τόσο δυνατά και εφάντασε τελευταία ενώπιον μαρτύρων από το Πανελλήνιον 30.000 και πλέον.
Είσ’ ένας σκώπτης, Σωκράτη είπε ο Αγάθωνας. “Αλλ’ ας είναι. Αυτό θα το κανονίσουμε δικαστικά τώρα μετά από λίγο εγώ και συ, ό,τι αφορά την πνευματική υπεροχή, με δικαστή τον Διόνυσο. Τώρα κοίταξε πρώτα να δειπνήσεις”.
Κατόπιν, είπε, αφού πλάγιασε ο Σωκράτης και δείπνησε, επίσης και οι άλλοι, έκανα σπονδές και έψαλαν ύμνο στον θεό και τ’ άλλα τα έθιμα. Προχώρησαν ύστερα στην οινοποσία. Ο Παυσανίας τότε, είπε, άνοιξε την ομιλία ως εξής:
Όλα καλά, κύριοι, αλλά με τι τρόπο θα πίνουμε ανετότερα; Όσον αφορά εμένα, σας δηλώνω, ότι αληθινά αισθάνομαι πολύ άσχημα από το χθεσινό ποτό και χρειάζομαι κάποια ανάπαυση. Υποθέτω δε και οι περισσότεροι από σας, αφού και σεις είχατε χθες παρευρεθεί. Σκεφθείτε λοιπόν με τι τρόπο θα μπορούσαμε να πίνουμε με την μεγαλύτερη δυνατή άνεση.
Ο Αριστοφάνης τότε απάντησε:
Αυτό βέβαια καλά το λές, Παυσανία. Με κάθε τρόπο πρέπει να εξασφαλίσουμε κάποια άνεση στο ποτό. Γιατί και εγώ είμαι από τους βουτηγμένους της χθεσινής βραδυάς.
Όταν τους άκουσε ο Ερυξίμαχος του Ακουμενού, πρόσθεσε:
Μάλιστα, έχετε δίκιο. Έναν ακόμη από σας θέλω ν’ ακούσω: πως αισθάνεσαι με την αντοχή σου στο ποτό, Αγάθωνα;
Καθόλου είπε “κι εγώ δεν αντέχω”.
Μα αυτό καταντά, βλέπω, εύρημα να είναι για μάς είπε “εμένα δηλαδή και τον Αριστόδημο και τον Φαίδρο και τούτους εδώ, αν σεις που είσθε οι δυνατότεροι στο κρασί, έχετε από τώρα κουρασθεί. Εμείς δα είμαστε πάντοτε μικρής αντοχής. Όσον αφορά τον Σωκράτη, αυτόν δεν τον λογαριάζω. Βαστά και στα δύο, ώστε να μείνει ευχαριστημένος, είτε το ένα κάνουμε είτε το άλλο. Αφού λοιπόν κανείς από τους παρόντες, όπως αντιλαμβάνομαι, δεν αισθάνεται την διάθεση να πίνει πολύ κρασί, ίσως τότε, αν σας ανέπτυσσα τις ορθές απόψεις για τη μέθη τι πράγμα είναι, δεν θα ήμουν και τόσο δυσάρεστος. Σ’ εμένα δηλαδή έχει γίνει νομίζω, πλήρως φανερό από την ιατρική επιστήμη τούτο, ότι η μέθη είναι πράγμα επιβλαβές στον άνθρωπο. Επομένως ούτε εγώ θα δεχόμουν από δική μου πρωτοβουλία να προχωρήσω πολύ στην οινοποσία, ούτε σε άλλον θα το συνιστούσα, ιδίως όταν έχει βαρύ ακόμη το κεφάλι του από την προηγούμενη ημέρα”.
Μα εγώ είπε διακόπτοντας ο Φαίδρος από τον Μυρινούντα “συνήθως συμμορφώνομαι σε όσα λες, ιδίως στα περί της ιατρικής. Στην προκειμένη δε περίσταση, αν σκεφθούν λογικά, και οι άλλοι επίσης”.
Στο άκουσμα τούτων όλοι συμφώνησαν να μη φθάσουν μέχρι μέθης στην αποψινή συγκέντρωση, αλλά να πίνουν έτσι προς ευχαρίστηση.
”Αφού λοιπόν” εξακολούθησε ο Ερυξίμαχος “η πρόταση αυτή έγινε δεκτή, να πίνει όσο θέλει ο καθένας, να μην υπάρχει δε κανείς εξαναγκασμός, κάνω τώρα την παρακάτω εισήγηση: την αυλητρίδα που μας ήλθε προ ολίγου, να την αφήσουμε να πάει στο καλό – ας παίζει για τον εαυτό της ή αν προτιμά, για τις γυναίκες του σπιτιού – εμείς δε ν’ απασχολήσουμε την σημερινή μας συγκέντρωση με ομιλίες. Και με ποιας φύσεως ομιλίες, προσφέρομαι, αν το επιθυμείτε, να σας προτείνω”.
Όλοι τότε είπαν, ότι και το επιθυμούν και τον παρακαλούν να προτείνει.
Και ο Ερυξίμαχος είπε:
Το προοίμιο του λόγου μου είναι από την Μελανίππη του Ευριπίδη. Δική μου δεν είν’ η κουβέντα, αλλά του Φαίδρου απ’ εδώ, αυτή που πρόκειται ν’ αναπτύξω. Κάθε φορά ο Φαίδρος μου επαναλαμβάνει με αγανάκτησιν: Δεν είναι” λέγει “κρίμα, Ερυξίμαχε, σε άλλους μεν θεούς ύμνοι και παιάνες να έχουν συντεθεί από τους ποιητές, σ’ τον Έρωτα δε, ένα τόσο αρχαίο και τόσο μεγάλο θεό, να μην έχει ακόμη συνθέσει, ούτε ένας από τους τόσους ποιητές, που εμφανίσθηκαν, κανένα εγκώμιο; Ή αν προτιμάς πάλι να ρίψεις ένα βλέμμα στους προκομμένους τους σοφιστές: στον Ηρακλή μεν και άλλους συντάσσουν επαίνους σε πεζό λόγο, όπως π.χ. ο λαμπρός μας ο Πρόδικος. Και αυτό πάντως δεν είναι και τόσο παράξενο. Εγώ όμως έτυχε κάποτε να δώ το βιβλίο ενός σοφού, στο οποίο υπήρχε ένα υπέροχο εγκώμιο στο αλάτι για την χρησιμότητά του. Και ένα πλήθος άλλα παρόμοια πράγματα βλέπει κανείς να έχουν γίνει αντικείμενο εγκωμιασμού.
Να καταβάλουν λοιπόν τόσο ζήλο σε τέτοιου είδους πράγματα, τον Έρωτα δε να μην έχει αναλάβει ως τα σήμερα κανείς ακόμη άνθρωπος να εξυμνήσει επάξια – αλλ’ έχει τόσο παραμεληθεί ένας θεός τόσης σημασίας!” Αυτά λοιπόν είναι που μου λέγει ο Φαίδρος, δικαιολογημένα νομίζω. Εγώ λοιπόν αφ’ ενός μεν επιθυμώ να καταβάλω χάριν αυτού φιλική συνεισφορά και να του φανώ ευχάριστος, αφ’ ετέρου δε θεωρώ ότι αρμόζει για την παρούσα περίσταση να τιμήσουμε εμείς οι παρόντες τον θεό. Επομένως, αν συμφωνείτε και σεις, θα είχαμε έτσι αρκετή απασχόληση με ομιλίες. Νομίζω δηλαδή, ότι πρέπει ο καθένας μας να εκφωνήσει έναν λόγο σαν πανηγυρικό στον Έρωτα, τον ωραιότερο που θα μπορέσει, με τη σειρά από αριστερά προς τα δεξιά. Την αρχή να κάμει πρώτος ο Φαίδρος, επειδή και την πρώτη θέση έχει και συγχρόνως είναι ο εισηγητής του θέματος”.
Κανείς, Ερυξίμαχε είπε ο Σωκράτης “δεν θα δώσει ψήφο αντίθετη. Πράγματι ουτ’ εγώ πάντως θα έλεγα όχι, εγώ που τονίζω ότι άλλο τίποτε δεν κατέχω εκτός από τα ζητήματα του έρωτα”, ούτε, υποθέτω, ο Αγάθωνας και ο Παυσανίας, ούτε πάλι ο Αριστοφάνης, που όλη του η ασχολία είναι γύρω από τον Διόνυσο και την Αφροδίτη, ούτε άλλος κανείς απ’ αυτούς που βλέπω. Η αλήθεια όμως είναι, πως δεν βρισκόμαστε σε ίση μοίρα εμείς που κατέχουμε τις τελευταίες θέσεις. Αλλ’ ας μιλήσουν οι προηγούμενοι κατά τρόπο ικανοποιητικό και όμορφο, και εμείς θα μείνουμε ευχαριστημένοι. Εμπρός λοιπόν, στο όνομα του Θεού, ας αρχίσει ο Φαίδρος και ας εγκωμιάζει τον Έρωτα”.
Αυτά τα ίδια και οι άλλοι τότε συμφωνούσαν και συνιστούσαν, καθώς ο Σωκράτης. Τώρα, τι ο καθένας τους είπε, ούτε ο Αριστόδημος θυμόταν και τόσο, ούτε πάλι εγώ όσα εκείνος έλεγε όλα. Τα κυριώτερα όμως και εκείνα που μου φάνηκαν πως άξιζε να τα συγκρατήσω από αυτούς θα σας πώ του καθενός τον λόγο.
6. Πρώτος λοιπόν, καθώς είπα, άρχισε, λέγει, ο Φαίδρος την ομιλία του κάπου απ’ αυτό το σημείο: ότι θεός μεγάλος είν’ ο Έρωτας και αξιοθαύμαστος στα μάτια ανθρώπων και θεών, και για άλλα πολλά και ιδιαίτερα για την γέννησή του.
Πράγματι το ότι είναι εξαιρετικά αρχαίος ο θεός, αυτό είναι τιμή μεγάλη είπε. Απόδειξη δε τούτου: γονείς του Έρωτα ούτε υπάρχουν ούτ’ αναφέρονται από κανένα, πεζογράφο ή ποιητή. Αντιθέτως ο μεν Ησίοδος λέγει, ότι κατά πρώτον υπήρξε το Χάος.
Ύστερα πάλι η Μάννα Γη με τα πλατιά τα στήθια ατράνταχτο θεμέλιωμα κι αιώνιο της πλάσης κι ο Έρως.
λέγει δηλαδή, πως ύστερ’ από το Χάος αναφάνηκαν αυτά τα δύο, η Γη και ο Έρωτας. Ο δε Παρμενίδης λέει για τη Δημιουργία:
πρώτον απ’ όλους τους θεούς τον Έρωτα εστοχάσθη
Με τον Ησίοδο δε συμφωνεί και ο Ακουσίλαος. Μ’ αυτόν τον τρόπο από πολλές πηγές ομόφωνα αναγνωρίζεται, ότι ο Έρως είναι πανάρχαιος.
Και όπως είναι αρχαιότατος, είναι πρόξενος σπουδαιοτάτων ευεργετημάτων προς εμάς. Εγώ τουλάχιστον δεν θα είχα ν’ αναφέρω, τι σπουδαιότερο ευεργέτημα υπάρχει για τον άνθρωπο ευθύς από τα πρώτα χρόνια της νεότητάς του, παρά εραστής αξιόλογος και αγαπημένος παρόμοιος για έναν εραστή. Διότι εκείνο που πρέπει να κατευθύνει σε όλη του τη ζωή τον άνθρωπο, που θέλει να ζήσει μια ζωή ανώτερη, αυτό ούτε δεσμοί συγγενικοί είναι σε θέση να καλλιεργήσουν μέσα του τόσο άρτια, ούτε τιμητικές διακρίσεις, ούτε πλούτος, ούτε άλλο κανένα, όσο ο έρωτας. Και αυτό που λέω είναι τι; Η ντροπή για τ’ αξιόμεμπτα, η φιλοτιμία για τ’ αξιέπαινα. Χωρίς αυτά δεν είναι δυνατό ούτ’ ένα κράτος ουτ’ ένα άτομο να κατορθώσουν κατορθώματα σπουδαία και λαμπρά.
Σας διαβεβαιώνω λοιπόν: ένας ερωτευμένος αν συνέβαινε ν’ ανακαλυφθεί είτε ότι διαπράττει κάτι ανάρμοστο, είτε ότι υφίσταται εκ μέρους άλλου χωρίς να φέρει αντίσταση από ανανδρία του, δεν θα του ήταν τόσο οδυνηρό να τον έβλεπε ο πατέρας του είτε οι σύντροφοί του ή κανείς άλλος, όσο ο εραστής του. Αυτό το ίδιο παρατηρούμε και στον ερώμενον: ντρέπεται ιδιαίτερα τους εραστές του, αν τύχει και τον δούν σε πράξη απρεπή. Αν βρισκόταν λοιπόν κανένας τρόπος, ώστε να συγκροτηθεί κράτος ή σώμα στρατιωτικό μόνο από εραστές και ερώμενους, δεν είναι δυνατό να είχαν καλύτερο τρόπο διακυβερνήσεως της χώρας τους, παρά με το ν’ απέχουν από κάθε χυδαίο και να καλλιεργούν μεταξύ τους την άμιλλα. Και στις μάχες επίσης αυτοί θ’ αναδεικνύονταν ο ένας στο πλευρό του άλλου, και λίγοι να ήταν, νικητές όλου, θα έλεγα, του κόσμου. Διότι ένας ερωτευμένος θα ανεχόταν πολύ λιγότερο, φαντάζομαι, να τον δει ο αγαπημένος του είτε να λιποτακτεί είτε να πετά τα όπλα, παρά να τον δει όλος ο άλλος κόσμος. Αντ’ αυτού θα προτιμούσε χίλιους θανάτους.
Πόσο μάλλον να εγκαταλείψει τον αγαπημένο του ή να μη σπεύσει σε βοήθειά του, όταν κινδυνεύει – όχι! τόσο ανάξιος δεν είναι κανείς, που να μη τον γεμίσει ο ίδιος ο Έρωτας δύναμη θεία και γενναιότητα, ώστε όμοιος ν’ αναδειχθεί προς τον εκ φύσεως ηρωικότατο. Και κυριολεκτικά, αυτό που είπε ο Όμηρος, ότι λεβεντιά εφύσηξ’ ο θεός σε μερικούς ήρωες, αυτό προσφέρει ο Έρωτας στους ερωτευμένους, σαν κάτι που προέρχετ’ απ’ αυτόν.
7. Εξ άλλου και την ζωή τους να θυσιάζουν δέχονται οι ερωτευμένοι και μόνοι, όχι πλέον οι άνδρες μόνο, αλλ’ ακόμη και οι γυναίκες. Ως προς αυτό προσφέρει και η κόρη του Πελία η Άλκηστη μαρτυρία αρκετή προς υποστήριξη του ισχυρισμού μου τούτου στο Πανελλήνιο. Μόνη αυτή προσεφέρθει ν’ αποθάνει στην θέση του ανδρός της και όμως ζούσαν και ο πατέρας και η μητέρα του. Απ’ αυτούς φάνηκε τόσο ανώτερη σε αφοσίωση χάρις στον έρωτά της, ώστε ν’ αποδείξει ότι ξένοι ήταν εκείνοι προς τον γιο τους και μόνο κατ’ όνομα συγγενείς. Και με την πράξη της αυτή που έκαμε, εμφανίσθηκε όχι μόνον στων θνητών, αλλά και στων θεών τα μάτια, ότι κατόρθωσε κάτι τόσον ευγενικό, ώστ’ ενώ από το πλήθος των ανθρώπων, οι οποίοι επετέλεσαν πολυάριθμα λαμπρά κατορθώματα, σε μερικούς μόνον, ελαχίστους, χάρισαν σαν τιμή οι θεοί το ν’ απελευθερώσουν την ψυχήν τους από τον Άδην, όμως εκείνης την ψυχή την απολύτρωσαν, θαμβωθέντες από την πράξη της. Έτσι τιμούν και οι θεοί ξεχωριστά τον ζήλο της στον έρωτα και τον ηρωισμό.
Τουναντίον τον Ορφέα του Οιάγρου άπρακτο από τον Άδη εξαπέστειλαν. Του παρουσίασαν το φάντασμα της γυναικός του μόνο, χάριν της οποίας ήλθε, εκείνη την ιδίαν δεν θέλησαν να του επιστρέψουν. Διότι εκρίθη, ότι εφέρετο άτολμα, σαν κιθαρωδός που ήταν, και δεν είχε το θάρρος να θυσιάσει χάριν του έρωτά του την ζωή του, όπως η Άλκηστη, αλλα μηχανευόταν πώς να εισχωρήσει ζωντανός στον Άδη. Λοιπόν γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο τον τιμώρησαν και όρισαν ο θάνατός του από γυναίκες να προέλθει. Όχι σαν τον Αχιλλέα, της Θέτιδος τον γιο, που τον τίμησαν και τον έστειλαν στις νήσους των μακάρων. Επειδή, ενώ είχε προειδοποιηθεί από την μητέρα του, ότι θ’ αποθάνει, αν σκοτώσει τον Έκτορα, αν όμως δεν το κάμει, θα επιστρέψει στον τόπο του και θα τελειώσει τη ζωή του σε βαθειά γεράματα, εντούτοις είχε το θάρρος και προτίμησε να βοηθήσει τον εραστή του Πάτροκλο και να τον εκδικήσει και ύστερα να πεθάνει όχι μόνον χάριν εκείνου αλλά και αμέσως κατόπιν εκείνου, όταν πλέον εκείνος ήταν νεκρός.
Γι’ αυτό ίσα και οι θεοί τον καμάρωσαν εξαιρετικά και εξαιρετικά τον τίμησαν, που απέδιδε τόση σημασία στον εραστή του. Ο Αισχύλος πάντως φλυαρεί μ’ αυτό που λέει, ότι ο Αχιλλέας ήταν εραστής του Πατρόκλου, αυτός που ήταν ωραιότερος όχι μόνο από τον Πάτροκλο, αλλά και από όλους τους άλλους ήρωες, και αγένειος ακόμη, και έπειτα νεώτερος πολύ, όπως μας παραδίδει ο Όμηρος. Όχι! Η αλήθεια είναι, ότι οι θεοί εκτιμούν βεβαίως πάρα πολύ το είδος αυτό του ηρωισμού στον έρωτα, περισσότερο όμως θαυμάζουν και καμαρώνουν και ανταμείβουν, όταν ο ερώμενος αφοσιώνεται στον εραστή, παρά όταν ο εραστής στον ερώμενο. Γιατί συγγενέστερη προς τους θεούς ύπαρξη είν’ ο εραστής παρά ο ερώμενος, αφού μέσα του έχει τον θεό. Για αυτό απένειμαν στον Αχιλλέα μεγαλύτερες τιμές παρά στην Άλκηστη, και τον έστειλαν στων μακάρων τις νήσους.
Έτσι λοιπόν ισχυρίζομαι εγώ, ότι ο Έρωτας είναι μεταξύ των θεών ο περισσότερο αρχαίος και ο περισσότερο σεβαστός και ο περισσότερο αποτελεσματικός για τους ανθρώπους σε απόκτηση προσωπικής αξίας και ευδαιμονίας και στη ζωή και μετά θάνατον.
8. Τέτοιος περίπου ήταν ο λόγος, είπε, τον οποίον εκφώνησε ο Φαίδρος. Μετά τον Φαίδρο ήσαν μερικοί άλλοι, τους οποίους δεν θυμόταν και τόσο καλά. Τους παρέτρεξε λοιπόν και διηγήθηκε του Παυσανία τον λόγο, ο οποίος είπε:
Έχω την ιδέα, Φαίδρε, ότι το θέμα του λόγου δεν μας έχει τεθεί ορθώς, όπως δόθηκε έτσι αορίστως το παράγγελμα να εγκωμιάζουμε τον Έρωτα. Βεβαίως, αν ένας ήταν ο Έρωτας, θα ήταν εν τάξει. Αλλά τώρα να που δεν είναι ένας. Εφ’ όσον λοιπόν δεν είναι ένας, ορθότερο είν’ εκ των προτέρων να καθορισθεί, ποιας φύσεως είν’ εκείνος τον οποίον οφείλουμε να εγκωμιάσουμε. Θα δοκιμάσω λοιπόν εγώ να επανορθώσω αυτή την παράλειψη, να καθορίσω πρώτα τον Έρωτα που πρέπει να εγκωμιάζουμε, και κατόπιν να συνθέσω ένα πανηγυρικό αντάξιο του θεού αυτού.
Λοιπόν σε όλους μας είναι γνωστό, ότι Αφροδίτη χωρίς Έρωτα δεν υπάρχει. Αν υπήρχε μία Αφροδίτη, ένας Έρωτας θα υπήρχε. Εφ’ όσον όμως υπάρχουν δύο, δύο κατ’ ανάγκην και Έρωτες υπάρχουν. Και πώς να μην είναι δύο οι θεές; Η μία πάντως αρχαιότερη και χωρίς μητέρα κόρη του Ουρανού, αυτή που της δίνουμε και το επώνυμο Ουρανία. Η άλλη νεωτέρα, του Διός και της Διώνης, αυτή την ονομάζουμε Πάνδημον. Κατ’ ανάγκη άρα και ο Έρως, ο ένας μεν, ο συνεργάτης της δευτέρας, σωστό είναι να λέγεται Πάνδημος. Ουράνιος ο άλλος. Καθήκον μας είναι βέβαια για όλους τους θεούς είναι να λέγουμε καλά , όμως ας προσπαθήσουμε να περιγράψουμε την δικαιοδοσία και των δύο χωριστά. Για κάθε πράξη ισχύει το εξής: εφ’ όσον εκτελείται αυτή καθ’ εαυτή, δεν είν’ ουτ’ αξιέπαινος ουτ’ αξιόμεμπτος. Αυτό π.χ. που κάνουμε εμείς αυτή τη στιγμή, να πίνουμε ή να τραγουδάμε ή να συζητάμε, απ’ αυτά κανένα δεν είναι καθ’ εαυτό αξιέπαινο, στην εκτέλεσή του όμως καταλήγει συνήθως να είναι έτσι, όπως τυχόν πραγματοποιηθεί, δηλαδή αν εκτελεσθεί κατά τρόπον ηθικό και ορθό, αποβαίνει ηθικό, αν κατά τρόπο μη ορθό, ανήθικο. Το ίδιο ακριβώς και με την αγάπη. Και ο Έρως δεν είναι στην ολότητά του κάτι ευγενικό και άξιο εγκωμίων, αλλά μόνον εκείνος που παρακινεί σε ευγενικά ερωτικά αισθήματα.
9. Λοιπόν ο μεν Έρως της Πανδήμου Αφροδίτης είναι αληθινά πάνδημος και προβαίνει σε ό,τι τύχει. Αυτός είναι ο έρωτας, που δοκιμάζουν οι κατώτεροι άνθρωποι. Ερωτεύονται δε αυτού τους είδους τα πρόσωπα πρώτον μεν όχι ολιγότερο γυναίκες, παρ’ όσον παιδιά. Έπειτα και όσους τυχόν ερωτεύονται, το σώμα τους μάλλον παρά την ψυχή ερωτεύονται. Ύστερα παιδιά κατωτέρας, όσον το δυνατόν, διανοητικότητας επειδή κοιτάζουν πώς να πραγματοποιήσουν τους σκοπούς τους, και αδιαφορούν αν τα μέσα είναι ηθικά ή όχι. Έτσι συμβαίνει στις ενέργειές τους να κάνουν ό,τι τους τύχει, αδιακρίτως και το καλό και το αντίθετο. Προέρχεται άλλωστε και από την θεά, η οποία και νεωτέρα είναι πολύ από την άλλη και συμμετέχει στη γέννησή της και το θηλυκό και το αρσενικό στοιχείο. Απεναντίας ο άλλος είναι της Ουρανίας η οποία πρώτον μεν δεν έχει μέσα της το θηλυκό στοιχείο, αλλά μόνον αρσενικό, έπειτα είναι αρχαιότερη, απαλλαγμένη ατασθαλίας. Γι’ αυτόν μάλιστα τον λόγο στρέφονται προς το αρσενικό όσοι έχουν μέσα τους την πνοή αυτού του Έρωτα, και αρέσκονται σε ό,τι εκ φύσεως έχει μεγαλύτερη ρωμαλεότητα και νοημοσύνη.
Θα μπορούσε μάλιστα κανείς και εντός αυτής ταύτης της περιοχής της αγάπης για τα παιδιά να διακρίνει ποιοι γνήσια είναι παρακινημένοι από τούτον τον Έρωτα: αυτοί δεν ερωτεύονται ανώριμα παιδιά, αλλά όταν αρχίσουν πλέον να έχουν κρίση, και τούτο συμπίπτει σχεδόν με την εμφάνιση των πρώτων τριχών του προσώπου. Διότι όσοι από τότε αρχίζουν να ερωτεύονται, είναι, κατά την γνώμη μου, αποφασισμένοι την ζωή τους ολόκληρη μαζί να μείνουν και από κοινού να συζήσουν. Όχι να τον εξαπατήσουν, ανώριμο όπως τον πέτυχαν στην αφέλειά του, και ύστερα να γελάσουν σε βάρος του και να τον αφήσουν, για να τρέξουν σε έναν άλλον.
Έπρεπε μάλιστα και νόμος να υπάρχει που να απαγορεύει τον έρωτα των μικρών παιδιών. Δεν θα σπαταλιόταν τότε τόση προσπάθεια σε κάτι αβέβαιο. Διότι αβέβαιο είναι το τέλος των παιδιών, ως που θα καταλήξει η εξέλιξή τους ως προς τα ελαττώματά τους ή τα προτερήματα, τα ψυχικά και τα σωματικά. Οι ανώτεροι βέβαια άνθρωποι θεσπίζουν μόνοι τους για τον εαυτόν τους τον νόμο αυτόν εκουσίως. Έπρεπε όμως και στους χυδαίους αυτούς εραστές να επιβάλλουμε δια της βίας μια τέτοια διαγωγή, όπως και με τις γυναίκες τις ελεύθερες τους εξαναγκάζουμε, όσο μας είναι δυνατόν, να μη συνάπτουν ερωτικές σχέσεις. Γιατί αυτοί είναι που έχουν προκαλέσει και τη δυσφήμιση, ώστε να φθάνουν μερικοί να υποστηρίζουν, πως είναι ντροπή να φαίνεται κανείς ευχάριστος στον εραστή του. Και το υποστηρίζουν έχοντες υπ’ όψη τους αυτούς, επειδή βλέπουν σε αυτούς την έλλειψη κάθε λεπτότητας και χρηστότητας. Άλλωστε καμία, φαντάζομαι, πράξη, που γίνεται βέβαια σύμφωνα με τους κανόνες της ευπρέπειας και της ηθικής, δεν είναι δυνατόν να επισύρει δίκαιη κατηγορία.
Όσον αφορά τώρα τις ηθικές αντιλήψεις τις σχετικές με τον έρωτα, στα άλλα μεν τα κράτη είναι εύκολα κατανοητές, διότι έχουν κανονισθεί κατά τρόπο μονοκόμματο. Ενώ εδώ είναι περίπλοκο.
Στην Ηλεία π.χ. και την Βοιωτία, και όπου δεν έχουν επιδεξιότητα στο λέγειν, έχει χωρίς περιορισμούς καθιερωθεί σαν ηθικό το να εκτελείς του εραστού το θέλημα, και κανείς, νέος ή γέρος, δε θα το χαρακτήριζε προσβλητικό. Και τούτο, για να μη μπαίνουν στον κόπο, νομίζω, ανίκανοι όπως είναι στο λέγειν, να ζητούν να κερδίσουν με ωραία λόγια τους νέους.
Στην Ιωνία πάλι και αλλού, σε πολλά μέρη, κρίνεται προσβλητικό σε όσους ζουν υπό την κυριαρχία των βαρβάρων. Γιατί στων βαρβάρων την αντίληψη ειν’ εξ αιτίας της απολυταρχίας ανήθικο και τούτο, όπως και η αγάπη προς την καλλιέργεια του πνεύματος και τον αθλητισμό. Διότι δεν συμφέρει, φαντάζομαι, στους κυβερνώντες φρονήματα γενναία να καλλιεργούνται μεταξύ των υπηκόων και φιλίες και δεσμοί ισχυροί, ό,τι ακριβώς αναπτύσσουν συνήθως και τ’ άλλα όλα και ο έρωτας. Εμπράκτως μάλιστα έλαβαν πείρα του πράγματος και στον τόπο μας οι δικτάτορες. Πράγματι του Αριστογείτονος ο έρωτας και του Αρμοδίου η φιλία ανέτρεψε, όταν σταθεροποιήθηκαν, την εξουσία τους. Κατ’ αυτό τον τρόπο, όπου θεσπίσθηκε σαν ατιμωτικό να υποχωρείς στο θέλημα του εραστού, ο διακανονισμός αυτός οφείλεται στην ελαττωματικότητα εκείνων που τον θέσπισαν στων κυβερνώτων την αυθαιρεσία, στων κυβερνωμένων την ανανδρία. Όπου πάλι καθιερώθηκε αδιακρίτως σαν έντιμο, οφείλεται στην οκνηρία που υπήρχε στις ψυχές των καθιερωσάντων.
10. Ενώ εδώ ο διακανονισμός έχει γίνει πολύ αρτιώτερα παρά εκεί, και εύκολο δεν είναι, καθώς είπα, να συλλάβεις το νόημά του. Πράγματι, όταν σκεφθείς, ότι αναγνωρίζεται σαν ηθικώτερο ν’ αγαπάς φανερά παρά κρυφά, και ιδιαιτέρως εκείνους που έχουν την φύση εκλεκτότερα και τα περισσότερα προτερήματα, και ας είναι λιγότερο ωραίοι από άλλους, και αφ’ ετέρου ότι η ενθάρρυνση προς τον ερωτευμένο είν’ εκ μέρους όλων εξαιρετική, όχι πάντως ως ενεργούντα πράξη επονείδιστο, και ότι, αν τον κατακτήσει, του φέρει, πιστεύουν, τιμή, ντροπή αν δεν τον κατακτήσει, και ότι στην προσπάθεια προς την κατάκτηση αφήνει η επικρατούσα ηθική ελεύθερο τον εραστή να προβαίνει σε πράξεις απίστευτες και εντούτοις να επαινείται, πράξεις τις οποίες αν τολμούσε να πράξει επιδιώκοντας και επιθυμώντας να επιτύχει ο,τιδήποτε άλλο εκτός απ’ αυτό, θα προσεπορίζετο τις αυστηρότερες κατηγορίες – αν δηλαδή, στην επιθυμία του να κερδίσει από κανένα είτε χρήματα είτε την κατοχή ενός αξιώματος είτε άλλη επιρροή, εδέχετο να προβεί σε πράξεις όμοιες, όπως οι ερασταί απέναντι των αγαπημένων τους, που παρεμβάλλουν στις προτάσεις τους ικεσίες και ταπεινωτικές παρακλήσεις και όρκους προφέρουν και διανυκτερεύσεις στα κατώφλια και προσφέρονται δούλοι να γίνονται σε δούλων τα έργα, οποία ούτε δούλος κανείς δεν θα κατεδέχετο, θα τον εμπόδιζαν τότε να ενεργούσε κατ’ αυτόν τον τρόπο φίλοι και εχθροί. Αυτοί μεν θα τον ύβριζαν κόλακα και αναξιοπρεπή. Εκείνοι θα του έκαναν συστάσεις και θα αισθάνονταν γι’ αυτά ντροπή. Ενώ τον ερωτευμένο που κάνει αυτά όλα, συμπάθεια τον συνοδεύει και το δικαίωμα έχει δοθεί από την κοινή γνώμη ακατηγόρητος να τα πράττει σαν να διέπραττε πράξη υπέρλαμπρη. Το εκπληκτικότερο δε είναι, ότι, όπως τουλάχιστον παραδέχεται ο λαός και τους όρκους που ορκίζεται αν παραβεί, συγχώρηση εκ μέρους των θεών ευρίσκει μόνος αυτός. Διότι της Αφροδίτης, λέγουν, ο όρκος δεν είναι. Κατ’ αυτόν τον τρόπο και θεοί και άνθρωποι έχουν δώσει κάθε είδους δικαίωμα στον ερωτευμένο, όπως βεβαιώνει η συνήθεια του τόπου μας. Από της απόψεως λοιπόν αυτής θα πίστευε κανείς, ότι αναγνωρίζεται σαν κάτι απολύτως ηθικό στην πόλη αυτή και το να ερωτεύεται κανείς και το να συνάπτει φιλία με τον εραστή του. Αφ’ ετέρου όμως, όταν οι πατέρες προσλαμβάνουν σε εποπτεία των αγαπητών παιδαγωγούς και δεν τους επιτρέπουν να έρχονται σε ομιλίες με τους εραστές τους, και αυτές τις οδηγίες δίνουν στον παιδαγωγό. Όταν συνομήλικοι και σύντροφοι τους κατηγορούν, αν τύχει και παρατηρήσουν να συμβαίνει κάτι παρόμοιο, χωρίς πάλι οι μεγαλύτεροι να τους απαγορεύσουν τις ύβρεις και να τους επιπλήττουν ότι δεν έχουν δίκιο – όταν αυτά λάβει κανείς αφ’ ετέρου υπ’ όψιν, θα σχημάτιζε πάλι την εντύπωση, ότι κρίνεται αυτό το πράγμα στον τόπο μας τον τελευταίο καιρό προσβλητικό.
Το πράγμα όμως, κατά τη γνώμη μου, έχει ως εξής: Δεν είναι κάτι το απόλυτο, όπως ευθύς εξ αρχής τονίσθηκε ότι αυτό καθ’ εαυτό δεν είναι ούτε αξιέπαινο ούτε αξιόμεμπτο, αλλ’ εφ’ όσον ενεργείται κατά τρόπον έντιμο, είναι έντιμο, κατά τρόπον δε απρεπή, είναι απρεπές. Κατά τρόπον απρεπή είναι να φαίνεται κανείς ευχάριστος προς ένα κακοήθη και κατά τρόπον κακοήθη. Έντιμο δε προς έναν άνθρωπο με αξία και κατά τρόπον έντιμο.
Κακοήθης δε είναι ο εραστής που ανέφερα, ο πάνδημος, που το σώμα μάλλον αγαπά και όχι την ψυχή. Διότι ούτε καν σταθερός είναι, αφού και το πράγμα που αγαπά δεν είναι σταθερό. Μόλις παρέλθει του σώματος η ανθηρότητα, αυτή ακριβώς που είχε ποθήσει, κάνει φτερά και φεύγει, αφού καταπατήσει πλήθος λόγια και υποσχέσεις. Ενώ του ήθους, όταν είναι αξιόλογο, ο εραστής μένει σταθερός σε όλη τη ζωή, συγχωνευμένος όπως είναι με κάτι σταθερό. Αυτούς λοιπόν απαιτεί η κρατούσα συνήθεια να υποβάλλει κάποιος σε έλεγχο σοβαρό και ακριβή και σε άλλους μεν να υποχωρεί, άλλους δε ν’ αποφεύγει. Ιδού γιατί εκείνους μεν παρορμά να κυνηγούν, αυτούς δε να αποφεύγουν. Ορίζει κατ’ αυτόν τον τρόπο άμιλλα και εξετάσεις, σε ποία από τις δύο κατηγορίες ανήκει ο εραστής, σε ποία ο ερώμενος. Και έτσι για αυτόν το λόγο πρώτον μεν κρίνεται ντροπή γρήγορα ν’ αφήνει κανείς να κατακτηθεί. Ώστε να μεσολαβεί κάποιος χρόνος, ο οποίος αποτελεί κατά το πλείστον, όπως πιστεύεται, έλεγχο ασφαλή. Έπειτα ντροπή θεωρείται να υποκύψει ένεκα χρημάτων ή οιασδήποτε πολιτικής δυνάμεως, είτε με τις καταδιώξεις τρομοκρατηθεί και δεν αντέξει, είτε την υποστήριξη για οικονομικά ή πολιτικά επιτεύγματα δεν περιφρονήσει. Διότι κανένα εξ αυτών δεν θεωρείται ούτε βάσιμο ούτε μόνιμο, ανεξαρτήτως του ότι δεν είναι δυνατόν να βλαστίσει απ’ αυτά γνήσιο αίσθημα φιλίας.
Ένας λοιπόν δρόμος αφήνεται από την κρατούσα ηθική, αν πρόκειται ο ερώμενος να χαρίσει κατά τρόπο έντιμο την εύνοιά του στον εραστή. Ισχύει δηλαδή στον τόπον μας η αρχή: όπως δικαίωμα του εραστού ήταν να υποβάλλεται σε οιανδήποτ’ εκδούλευση του αγαπημένου του, χωρίς να λογίζεται τούτο κολακεία και μειωτικό της υπολήψεώς του, παρομοίως μία ακόμη υποδούλωση εθελούσια μένει για τον άνθρωπο όχι μειωτική, και αυτή είναι η αναφερόμενη στην τελειοποίησή του.
11. Έχει δηλαδή καθιερωθεί σε μας η αντίληψη: αν κανείς δέχεται να τεθεί στην υπηρεσία άλλου, με την πεποίθηση ότι χάρις σε εκείνον θα γίνει καλύτερος είτε σε ορισμένο είδος πνευματικής καλλιέργειας, είτε σε οιονδήποτ’ άλλο στοιχείο ανωτερότητας, και αυτή επίσης η θεληματική δουλεία δεν είναι ταπεινωτική, ούτε κολακεία. Πρέπει λοιπόν τις δύο αυτές ηθικές αντιλήψεις μαζί να συνδυάσουμε, και την αφορώσα δηλαδή τον έρωτα των παιδιών και την αφορώσα τον έρωτα της σοφίας και γενικά την αρετή, αν θέλουμε να συμβεί, ώστε ηθικό να κρίνεται, αν ο αγαπημένος στον εραστή του χαρισθεί. Όταν δηλαδή συναντηθούν εραστής και ερώμενος, στο αυτό σημείο και οι δύο χωριστά ορμώμενοι από μία ηθική αρχή, ο ένας ότι οιαδήποτ’ υπηρεσία, την οποία προσφέρει στον αγαπημένο που του εχαρίσθη, είναι υπηρεσία δικαία, ο άλλος πάλι ότι οιαδήποτ’ εκδούλευση, την οποία προσφέρει σε εκείνον, που τον καθιστά μορφωμένο και ανώτερο, είν’ εκδούλευση δικαία. Όταν ο ένας αισθάνεται την δύναμη να συντελέσει στην πνευματική ωρίμανση και γενικά στην εξύψωση του άλλου, ο άλλος αισθάνεται την ανάγκη να ωφεληθεί για την διαπαιδαγώγηση και γενικά για την πνευματική κατάρτιση του εαυτού του, τότε πλέον, αν οι ηθικές αυτές αρχές συναντηθούν στο αυτό σημείο, εδώ και μόνον συμπίπτει έντιμο να είναι ο αγαπημένος να κάμει του εραστού το θέλημα. Αλλού πουθενά. Σε αυτό επάνω και το να εξαπατηθεί κανείς δεν είναι διόλου προσβλητικό. Ενώ σε όλες τις άλλες περιπτώσεις συνεπάγεται εξευτελισμό, ειτε εξαπατηθεί είτε όχι. Αν δηλαδή κανείς χαρισθεί στον εραστή του με την ιδέα πως είναι πλούσιος χάριν του πλούτου, και ύστερα εξαπατηθεί και δεν λάβει χρήματα, επειδή απεκαλύφθη πτωχός ο εραστής, το πρόσωπο αυτό, νομίζουν, άφησε να φανεί, ότι, όσον εξαρτιόταν απ’ εκείνον, θα μπορούσε χάριν των χρημάτων να τεθεί για ο,τιδήποτε στην διάθεση οιουδήποτε και αυτό δεν είναι ηθικό. Σύμφωνα πάλι με το ίδιο συλλογισμό, και αν ακόμη χαρισθεί κανείς, με την ιδέα ότι πρόκειται περί ανωτέρου ανθρώπου, και με τον σκοπό και ο ίδιος καλύτερος να γίνει, χάρις στην φιλία του με τον εραστή, και ύστερα έχει διαψεύσεις, επειδή απεκαλύφθη κατώτερος εκείνος και στερούμενος αξίας, εν τούτοις τιμητική είναι η διάψευση. Διότι και αυτός πάλι έχει, νομίζουν, φανερώσει, ότι όσον εξαρτιόταν απ’ εκείνον, θα μπορούσε, χάριν της αρετής και της εξυψώσεώς του, να δειχθεί πρόθυμος σε όλους και για όλα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο από πάσης απόψεως είναι ηθικό να χαρίζεται κανείς, χάριν βέβαια της αρετής. Αυτός είναι ο Έρως της Ουρανίας θεάς, ο Ουράνιος, πολύτιμος για τα κράτη και για τα άτομα, διότι υποχρεώνει να καταβάλλουν φροντίδες σοβαρές υπέρ της αρετής και ο ίδιος ο εραστής για τον εαυτό του και ο ερώμενος. Οι άλλοι όλοι είναι της άλλης, της Πανδήμου.
Παύσαντος του Παυσανίου (έτσι, με παρισώσεις μου συνιστούν οι σοφοί να ομιλώ), είπε ο Αριστόδημος, ήταν η σειρά του Αριστοφάνους να μιλήσει. Αλλά, είτε από παραφόρτωμα του στομάχου είτε από άλλη αφορμή, του συνέβη να τον πιάσει λόξυγγας, και δεν ήταν σε θέση να ομιλήσει. Είπε μόνο προς τον ιατρό τον Ερυξίμαχο που είχε θέση στο κρεβάτι προς τα δεξιά του:
Ερυξίμαχε, καθήκον έχεις ή να με απαλλάξεις από τον λόξυγγα, ή να λάβεις τον λόγο στην θέση μου ως που ν’ απαλλαγώ μόνος μου”.
Και το ένα και το άλλο απάντησε ο Ερυξίμαχος. “Θα μιλήσω εγώ στην θέση σου και συ, όταν απαλλαγείς, στην δική μου. Εν τω μεταξύ, όταν εγώ θα ομιλώ, αν θελήσει ο λόξυγγας να σταματήσει, ενώ συ θα κρατάς την αναπνοή σου πολλή ώρα, καλά. Ει δ’ άλλως, κάνε γαργαρισμούς με νερό. Αν ίσως και πάλι είναι πολύ δυνατός, βάλε κάτι στη μύτη σου, που να την ερεθίσει, και πτερνίσου. Μία ή δύο φορές αν το κάνεις, θα σταματήσει, όσο δυνατός και αν είναι”. “Άρχισε γρήγορα την ομιλία σου” είπε ο Αριστοφάνης “και εγώ θα το κάνω”.
12. Μίλησε τότε ο Ερυξίμαχος: “Κατά την γνώμη μου λοιπόν, απαραίτητο είναι, αφού ο Παυσανίας δεν επεξεργάσθηκε μέχρι τέλους ικανοποιητικά την ορθή αφετηρία, την οποία έθεσε στον λόγο του, είμαι υποχρεωμένος εγώ να προσπαθήσω να συμπληρώσω την ανάπτυξη. Και όντως, ότι μεν ο Έρως είναι διττός, επιτυχώς, νομίζω, εκείνος διέκρινε. Ότι όμως δεν υφίσταται μόνο στην περιοχή της ανθρώπινης ψυχής και σε σχέση προς τους ανθρώπους τους ωραίους, αλλά και προς άλλα πολλά και σε άλλα πεδία, και εντός των ζωικών οργανισμών όλων και εντός των φυτών της γης και εντός πάντων, ούτως ειπείν, των όντων. Τούτο έχω διαπιστώσει, νομίζω, επί τη βάσει της ιατρικής, της επιστήμης μου, ότι δηλαδή σημαντικός και αξιοθαύμαστος ο θεός εκτείνει την δύναμη του στο σύμπαν και στα ανθρώπινα και στα θεία φαινόμενα.
Την ανάπτυξή μου θ’ αρχίσω εκ της ιατρικής, για να αποδώσουμε άλλωστε και τις τιμές στην επιστήμη μας. Η φυσική του οργανισμού σύσταση εγκλείει τον διπλό τούτον έρωτα. Διότι η υγιής του σώματος κατάσταση είναι κάτι διάφορο, κατά την ομόφωνο αντίληψη πάντων, και ανόμοιο προς την νοσηρά. Των δ’ ανομοίων προς ανόμοια στρέφεται και ο πόθος και ο έρως. Διαφορετικός επομένως είναι ο έρωτας ο οποίος εδρεύει στο υγιές, διαφορετικός δε στο νοσηρό του σώματος. Είναι λοιπόν, όπως τόνισε προ ολίγου ο Παυσανίας, αξιέπαινο μεν να φαίνεται κάποιος ευχάριστος προς τους χρηστούς ανθρώπους, επονείδιστο δε προς τους ακόλαστους. Έτσι ακριβώς και μέσα στον ίδιο τον οργανισμό: προς μεν τα χρηστά στοιχεία εκάστου σώματος και σ’ αυτά που συντελούν στην υγεία είναι αξιοσύστατο να φαίνεται κάποιος ευχάριστος και είναι αναγκαίο, και τούτο είναι το αποκαλούμενο έργο του ιατρού. Προς δε τα πονηρά και τα νοσηρά και αξιόμεμπτο είναι και υποχρέωση έχει κάποιος να φαίνεται δυσάρεστος, εφ’ όσον πρόκειται να είναι καλός επιστήμονας. Διότι η ιατρική είναι, για να την χαρακτηρίσω με λίγα λόγια, επιστήμη των εντός του σώματος ερωτικών τάσεων προς πλήρωσιν και κένωσιν. Αυτός δε που επιτυγχάνει μεταξύ τούτων την διάγνωση του αξιέπαινου και του απρεπούς έρωτα, αυτός είναι ο άριστος ιατρός όσον αφορά την επιστήμη. Και πάλι ο προκαλών μεταβολή, ώστε ν’ αποκτήσει τούτο αντί του ενός τον άλλον έρωτα, και γνωρίζοντας τα μέσα ν’ αναπτύξει έρωτα σε εκείνα, στα οποία δεν υπάρχει, πρέπει όμως να υπάρξει, και ν’ αφαιρέσει πάλι τον ενυπάρχοντα, αυτός θα ήταν ικανός δημιουργός. Διότι οφείλει πράγματι να είναι σε θέση στα στοιχεία του σώματος που αλληλομάχονται με σφοδρότητα να καλλιεργεί φιλία και αμοιβαίο έρωτα. Είναι δε εχθρικότατα τα άκρως αντίθετα, το ψύχος προς την θερμότητα, η πικρότητα προς την γλυκύτητα, η ξηρότητα προς την υγρασία, και όλα αυτά. Μεταξύ αυτών βρήκε το μέσον ο Ασκληπιός, ο πρόγονος μας, να εισαγάγη έρωτα και αρμονία. Καθώς λέγουν οι ποιητές απ’ εδώ, συμφωνώ δε και εγώ, και έτσι έθεσε τις βάσεις της δικής μας επιστήμης.
Με αυτόν τον τρόπο και η ιατρική, επαναλαμβάνω, τελεί ολόκληρη υπό την διεύθυνση τούτου του θεού, και επίσης η γυμναστική και η γεωργία. Στη δε μουσική πασιφανής είναι στον καθένα που έστω και για λίγο έχει ασχοληθεί, ότι το αυτό ισχύει, όπως σε αυτές. Αυτό ακριβώς και ο Ηράκλειτος ίσως θέλει να πει, αν και στις λέξεις δεν το διατυπώνει σωστά. Το εν, λέγει, αντιτιθέμενον προς εαυτό προς ένωσιν τείνει, καθώς η αρμονία τόξου και λύρας. Είναι όμως παράλογος εντελώς ο ισχυρισμός, ότι μία αρμονία ευρίσκεται σε εσωτερική αντίθεση ή ότι αποτελείται από στοιχεία που βρίσκονται ακόμα σε αντίθεση. Πιθανόν όμως είναι, ότι τούτο ήθελε να εκφράσει: ότι από στοιχεία που ευρισκονται κατ’ αρχάς σε κατάσταση αντιθέσεως, τα οποία συμφώνησαν κατόπιν, του υψηλού δηλαδή και του χαμηλού των τόνων, απαρτίσθηκε κατόπιν η αρμονία από την τέχνη της μουσικής. Διότι δεν είναι πάντως δυνατό να υπάρξει αρμονία εκ του υψηλού και χαμηλού, καθ’ ον χρόνο ευρίσκονται ακόμη σε αντίθεση. Διότι η αρμονία είναι συνήχηση, η δε συνήχηση είναι είδος συμφωνίας. Συμφωνία δε μεταξύ πραγμάτων αντιτιθεμένων, εφ’ όσον εξακολουθούν ν’ αντιτίθενται, είναι αδύνατο να υπάρξει. Ούτε είναι δυνατόν αφ’ετέρου να εναρμονίσουμε εκείνο το οποίο αντιτίθεται και δεν συμφωνεί. Καθώς ακριβώς και ο ρυθμός παρήχθη εκ του γοργού και του αργού, τα οποία ευρίσκονται κατ’ αρχάς σε κατάσταση αντιθέσεως, κατόπιν δε συνεφώνησαν. Την συμφωνία δε σε όλα αυτά τα στοιχεία εισάγει, όπως εκεί η ιατρική, έτσι και εδώ η μουσική, επειδή προκαλεί έρωτα και αμοιβαία ομόνοια. Είναι άρα η μουσική, σε ό,τι αφορά την αρμονία και τον ρυθμό, και πάλι επιστήμη των φαινομένων του έρωτος. Και στη μεν συγκρότηση της αρμονίας και του ρυθμού καθ’ εαυτή καμία δυσκολία δεν παρουσιάζει η διάγνωση των ερωτικών φαινομένων, ούτε υπάρχει εδώ με οποιαδήποτε μορφή ο διπλός έρωτας. Όταν όμως παραστεί ανάγκη ως προς τους ανθρώπους να χρησιμοποιήσει κάποιος τον ρυθμό και την αρμονία, είτε συνθέτοντας (αυτό το οποίο ονομάζουν μουσική σύνθεση), είτε εκτελώντας σωστά τις συντεθειμένες ήδη μελωδίες και τους στίχους (αυτό το οποίο ονομάσθηκε μόρφωση), τότε πλέον και δύσκολο είναι και έργο ικανού τεχνίτη. Διότι και πάλι επανερχόμαστε στο ίδιο αξίωμα: απέναντι μεν των ηθικών ανθρώπων και προς τον σκοπό να καταστούν ηθικότεροι όσοι δεν είναι ακόμη, πρέπει να φαίνεται κάποιος ευχάριστος και να προστατεύει τον έρωτα τούτων, και αυτός είναι ο ωραίος, ο Ουράνιος, ο Έρως της Ουρανίας της Μούσας. Αντίθετα ο της Πολυμνίας είναι ο Πάνδημος, τον οποίο πρέπει με μεγάλη προφύλαξη να προσφέρει κανείς σε όσους τον προσφέρει, με τρόπο ώστε ν’ απολαύσουν μεν την ηδονή από αυτόν, να μη γίνει όμως πρόξενος κάποιας ακολασίας. Καθώς ακριβώς και στην επιστήμη μας, είναι υπόθεση δύσκολη να κανονίσουμε σωστά τις απολαύσεις, τις αναφερόμενες στη γαστρονομία, ώστε να απολαύσει κάποιος την ηδονή χωρίς κίνδυνο ασθένειας. Και στη μουσική άρα και στην ιατρική και σε όλα τα υπόλοιπα, τόσο τ’ ανθρώπινα όσο και τα θεία, οφείλουμε να παρακολουθούμε με προσοχή, όσο είναι δυνατό, και τα δύο είδη των Ερώτων, διότι και τα δύο ευρίσκονται εκεί.
13. Και η σύσταση άλλωστε των ωρών του έτους είναι γεμάτη και από τα δύο αυτά. Και όταν μεν τα στοιχεία, τα οποία προ ολίγου μνημόνευσα, της θερμότητας και του ψύχους, της ξηρασίας και της υγρασίας, επιτύχουν τον εύτακτον Έρωτα μεταξύ τους και υπαχθούν σε αρμονία και ένωση φρόνιμη, έρχονται και φέρουν εσοδεία καλή και υγεία στους ανθρώπους και στα λοιπά ζώα και φυτά, και δεν προξενούν συνήθως κάποια ζημιά. Όταν ο συνοδευόμενος από ατασθαλίες Έρως υπερισχύει ως προς τις εποχές του έτους, επιφέρει κατά κανόνα καταστροφές πολλές και ζημιές. Διότι και οι επιδημίες συνήθως προκαλούνται από τέτοιες αφορμές και άλλα πολλά διαφορετικά νοσήματα και των ζώων και των φυτών. Πράγματι και οι πάχνες και το χαλάζι πηγάζουν από την υπέρβαση των ορίων και την διατάραξη της ισορροπίας σε αυτές τις αμοιβαίες ερωτικές σχέσεις. Τούτων η επιστήμη ως προς τις τροχιές των άστρων και τις εποχές του έτους ονομάζεται αστρονομία.
Επί πλέον δε και οι θυσίες πάσης φύσεως και όσα υπάγονται στων μάντεων την τέχνη – είναι δε ταύτα η αμοιβαία μεταξύ θεών και ανθρώπων επικοινωνία – δεν αναφέρονται σε κάτι άλλο, ει μη στη διατήρηση ή την θεραπεία του Έρωτος. Διότι η ασέβεια στο σύνολό της διαπράττεται κατά κανόνα, αν στον Έρωτα τον σώφρονα δεν υπακούει κάποιος μήτε λατρεύει, μήτε τιμά σε κάθε πράξη του. Αλλ’ αντίθετα τιμά τον άλλο, και σε ό,τι αφορά τους γονείς, ζώντας ή αποβιώσαντες, και σε ό,τι αφορά τους θεούς. Ως προς αυτά λοιπόν έχει ορισθεί η μαντική να εποπτεύει επί των ερώτων και να τους θεραπεύει. Είναι άρα και η μαντική αυτή δημιουργός φιλικών σχέσεων μεταξύ θεών και ανθρώπων χάρις στην γνώση των ερωτικών τάσεων του ανθρώπου, που αποβλέπουν στο θείο δίκαιον και την παράβαση αυτού.
Τόσο πολυμερής και μεγάλη, ή μάλλον καθολική είναι η δύναμη, την οποία έχει γενικά ο Έρως, λαμβανόμενος σαν σύνολο. Ο πραγματοποιούμενος δε χάριν του αγαθού με σωφροσύνη και δικαιοσύνη και από τη μεριά μας και από το μέρος των θεών, αυτός έχει την ύψιστη δύναμη και φέρνει σ’ εμάς κάθε φύσεως ευδαιμονία στο να μπορούμε να έχουμε επικοινωνία και αγάπη, τόσο προς αλλήλους όσο και προς τους ανωτέρους μας, τους θεούς. Ενδεχομένως βέβαια να παραλείπω και εγώ, εξυμνώντας τον Έρωτα, πολλά αλλ’ όχι πάντως με τη θέλησή μου. Αλλ’ ό,τι τυχόν παρέλειψα, έργον δικό σου είναι, Αριστοφάνη, να συμπληρώσεις. Ή, αν κατά κάποιον άλλο τρόπο σκέπτεσαι να πλέξεις του θεού το εγκώμιο, εγκωμίαζε, τώρα που έχεις απαλλαγεί πλέον από τον λόξυγγα”.
Έλαβε τότε τον λόγο ο Αριστοφάνης και είπε : “Ναι, σταμάτησε πράγματι, όχι όμως προτού μεταχειρισθώ εναντίον του το πτάρνισμα. Ώστε εκπλήσσομαι, ότι η ισορροπία του σώματος χρειάζεται παρομοίους κρότους και γαργαλισμούς, όπως είναι και το πτάρνισμα. Από την στιγμήν που το έβαλα σ’ ενέργεια, ευθύς αμέσως σταμάτησε”.
Και ο Ερυξίμαχος απάντησε: “Αγαπητέ Αριστοφάνη, πρόσεξε, τι κάνεις. Λέγεις σε βάρος μου αστεία την ώρα που πρόκειται να μιλήσεις. Με αναγκάζεις κατ’ αυτόν τον τρόπο να σταθώ και εγώ φρουρός της ομιλίας της δικής σου, μήπως πεις τίποτε κωμικό. Ενώ θα ήταν δυνατόν να μιλήσεις με την ησυχία σου”.
Ο Αριστοφάνης τότε γέλασε και είπε: “Καλά λές, Ερυξίμαχε. Ας θεωρηθούν ως μη λεχθέντα όσα είπα. Και μη με παραφυλάς. Διότι ανησυχώ για όσα πρόκειται να λεχθούν, όχι πάντως μην πώ πράγματα κωμικά – αυτό οπωσδήποτε θα ήταν κέρδος και θ’ ανήκε στην περιοχή τα μούσας μου – αλλά μην πώ γελοία”.
Ρίχνεις πρώτα τα βέλη σου είπε “Αριστοφάνη, και ύστερα θαρρείς πως θα ξεφύγεις. Μα όχι. Προσεκτικός να είσαι και να μιλήσεις σαν να πρόκειται να λογοδοτήσεις. Είναι δυνατόν όμως, αν θέλω, να σε απαλλάξω”.
14. “Λοιπόν, Ερυξίμαχε” είπε ο Αριστοφάνης “πράγματι έχω σκοπό να μιλήσω κάπως διαφορετικά απ’ ό,τι και συ και ο Παυσανίας μιλήσατε. Έχω δηλαδή τη γνώμη, ότι η ανθρωπότητα δεν έχει αντιληφθεί καθόλου τη σπουδαιότητα του Έρωτος. Αν την εννοούσαν, θα κατασκεύαζαν προς τιμήν του μεγαλοπρεπέστατα ιερά και βωμούς και θα προσέφεραν πολύ λαμπρές θυσίες. Όχι όπως τώρα, που δεν γίνεται προς τιμήν του τίποτε, ενώ έπρεπε πρώτα απ’ όλα να γίνεται. Διότι μεταξύ των θεών είναι ο μεγαλύτερος φίλος του ανθρώπου, αφού είναι βοηθός των ανθρώπων και ιατρός για όλα εκείνα, με την θεραπεία των οποίων θα υπήρχε υψίστη ευδαιμονία στο γένος των ανθρώπων. Θα προσπαθήσω λοιπόν εγώ να σας παρουσιάσω τη σημασία του και σεις πάλι γίνετε διδάσκαλοι των άλλων.
Πρωτίστως πρέπει να καταλάβετε καλά την φύση του ανθρώπου και τις περιπέτειές της. Παλαιά δηλαδή ο οργανισμός μας δεν ήταν ο ίδιος, όπως τώρα, ήταν διαφορετικός. Πρώτα τα φύλα των ανθρώπων ήταν τρία, και όχι όπως σήμερα δύο, αρσενικόν και θηλυκόν. Υπήρχεν ακόμη και ένα τρίτο, αποτελούμενο απ’ αυτά τα δύο. Το όνομά του μένει ακόμη, το ίδιο όμως έχει εξαφανισθεί: το ανδρόγυνο. Ήταν τότε ένα ξεχωριστό φύλο, και συνδύαζε και στην εμφάνιση και στο όνομα τα δύο άλλα, το αρσενικό και το θηλυκό. Τώρα δεν υπάρχει παρά μόνον σαν λέξη και χρησιμοποιείται σαν ύβρις. Έπειτα ολόκληρος ο κορμός του κάθε ανθρώπου ήταν στρογγυλός και είχε ολόγυρα ράχη και πλευρές. Είχε τέσσερα χέρια και άλλα τόσα σκέλη και δύο πρόσωπα επάνω σ’ ένα λαιμό κυλινδρικό, όμοια και απαράλλακτα, που έβλεπαν προς αντίστροφη κατεύθυνση το καθένα, και ένα κρανίο επάνω από τα δύο πρόσωπα, και αυτιά τέσσαρα και διπλά γεννητικά όργανα και όλα τ’ άλλα, όπως θα μπορούσε κανείς επί τη βάσει αυτών να φαντασθεί. Μετεκινείτο δε όχι μόνον όρθιο, όπως τώρα, αν ήθελε προς την μία ή προς την αντίθετη διεύθυνση. Αλλά, όποτε αποφάσιζε να τρέξει γρήγορα, όπως οι ακροβάτες γυρίζουν τα πόδια προς τα επάνω σαν τροχός και κάνουν τούμπες, έτσι και τότε στηρίζονταν και στα οκτώ τους άκρα και μετακινούνταν πολύ γοργά περιστροφικά.
Ο λόγος τώρα που ήσαν τρία τα φύλα και είχαν αυτή την εμφάνιση, είναι διότι το αρσενικό ήταν αρχικά γέννημα του ηλίου, το θηλυκό της γης, το ανάμεικτο της σελήνης. Αφού και η σελήνη αποτελείται και από τα δύο. Περιφερικά πάλι ήσαν και αυτά και ο τρόπος της μετακινήσεώς των, διότι ομοίαζαν με τους προγόνους τους. Η σωματική τους δύναμη και η αντοχή τους ήταν τρομερά, και είχαν απέραντη έπαρση. Τα έβαλαν μάλιστα με τους θεούς. Αυτό που διηγείται ο Όμηρος για τον Ώτο και τον Εφιάλτη, αναφέρεται σε εκείνους κυρίως: τόλμησαν να κατασκευάσουν ανάβαση προς τον ουρανό για να κτυπήσουν τους θεούς.
15. Ο Ζευς τότε σκεπτόταν με τους άλλους θεούς, τι να τους κάμουν, και δεν εύρισκαν λύση. Να τους σκοτώσουν και με τους κεραυνούς να εξαφανίσουν το γένος τους, όπως τους Γίγαντες, δεν τους φαινόταν σωστό. Η λατρεία τότε και οι θυσίες των ανθρώπων θα χάνονταν. Ούτε πάλι να τους ανέχονται ν’ ασχημονούν. Τέλος ύστερ’ από πολλά είχε ο Ζεύς μια έμπνευση και τους λέγει:
Έχω, μου φαίνεται, ένα μέσον, ώστε και να διατηρηθεί η ανθρωπότητα και να παραιτηθεί από την αυθάδειά της: να γίνουν ασθενέστεροι. Προς το παρόν είπε “θα τους κόψω σε δύο μέρη τον καθένα. Έτσι θα γίνουν αφ’ ενός μεν ανίσχυροι, αφ’ ετέρου δε χρησιμότεροι για μάς, αφού θα είναι αριθμητικώς περισσότεροι. Θα περπατούν δε ορθοί με τα δύο πόδια. Αν όμως αποδειχθεί ότι εξακολουθούν να είναι ανυπότακτοι και δεν θέλουν να καθίσουν ήσυχα, δεύτερη φορά”, είπε, “θα τους χωρίσω και πάλι στα δύο, ώστε να περπατούν με το ένα σκέλος, σαν να παίζουν κουτσό”.
Είπε και άρχισε να σχίζει τους ανθρώπους σε δύο, όπως αυτοί που σχίζουν τα βερύκοκκα για να τα διατηρήσουν, ή όπως αυτοί που σχίζουν τα αυγά με την τρίχα. Τον καθένα που χώριζε, ανέθετε στον Απόλλωνα να του γυρίσει το πρόσωπο και το ήμισυ του λαιμού προς το μέρος της τομής. Έτσι θα έβλεπε ο άνθρωπος το σχίσιμό του και θα καθόταν πιο φρόνιμος. Επίσης τα άλλα τον διέταξε να τα τακτοποιήσει. Πράγματι, εκείνος γύριζε το πρόσωπο και τραβούσε το δέρμα απ’ όλα τα μέρη προς το σημείο που λέγεται σήμερα κοιλία, και το έδενε όπως τα σουρωτά πουγγιά, αφήνοντας ένα στόμιο στο κέντρο της κοιλίας, αυτό που λέγουν σήμερα τον ομφαλό. Τις ρυτίδες τις άλλες τις περισσότερες τις εξομάλυνε και διευθέτησε τα στήθη μ’ ένα εργαλείο, όπως αυτό που έχουν οι τσαγκάρηδες για να ισιώνουν τα ζαρώματα των δερμάτων στα καλαπόδια. Μερικές αφήκε μόνο εκεί κοντά στην κοιλιά και τον ομφαλό, να μένουν σαν ενθύμιο του τι πάθαμε κάποτε.
Μετά την διχοτόμηση λοιπόν του οργανισμού μας αναζητούσε το καθένα το άλλο ήμισυ και πήγαιναν μαζί. Τύλιγαν τότε τα χέρια τους ο ένας γύρω από τον άλλον, και έτσι σφιχταγκαλιασμένοι, γεμάτοι πόθο να κολλήσουν μαζί, εύρισκαν τον θάνατο από την πείνα και γενικά από την ανικανότητα προς οποιανδήποτε ενέργεια. Χωρισμένοι ο ένας από τον άλλον δεν δέχονταν να κάμουν τίποτα. Όποτε δε το ένα ήμισυ πέθαινε και έμενε το άλλο, αυτό που έμενε, ζητούσε ένα άλλο ν’ αγκαλιάσει, είτε το ήμισυ γυναικός πλήρους ήταν (αυτό που ονομάζουμε σήμερα γυναίκα) είτε ανδρός – αυτό που εύρισκε εμπρός του. Και έτσι χάνονταν. Τους λυπήθηκε λοιπόν ο Ζεύς και μηχανεύεται άλλο τέχνασμα: μεταφέρει τα γεννητικά τους όργανα προς τα εμπρός. Ως τώρα τα είχαν και αυτά προς τα έξω και η γονιμοποίηση και γέννηση γινόταν όχι μέσα τους, αλλά στο χώμα, όπως στα τζιτζίκια. Τους τα μετέθεσε λοιπόν, όπως είπαμε, προς τα εμπρός και κανόνισε η αναπαραγωγή να γίνεται δια μέσου των οργάνων αυτών εντός των δύο φύλων, δια του αρσενικού εντός του θηλυκού. Και τούτο με την πρόθεση, ώστε με το αγκάλιασμα, αν μεν τύχει και συναντηθούν άνδρας και γυναίκα, να γονιμοποιούν και έτσι ν’ αναπαράγεται το είδος. Και αν πάλι αρσενικό μ’ αρσενικό, να προκαλείται επί τέλους χορτασμός της συνουσίας και να κάνουν διαλείμματα, ώστε να στραφούν προς τις εργασίες τους και να φροντίσουν και για τα υπόλοιπα ζητήματα της ζωής. Από τόσο παλαιά λοιπόν ο έρως των ανθρώπων μεταξύ των είναι ριζωμένος στη φύση τους και μας συνενώνει στην αρχική μας κατάσταση, και ζητεί να κάμει και πάλιν από τα δύο ένα και να επανορθώσει το πάθημα του ανθρωπίνου οργανισμού.
16. Ο καθένας μας λοιπόν είν’ ένα ημίτομον ανθρώπου, σχισμένος όπως είναι από ένας σε δύο, καθώς οι γλώσσες τα ψάρια. Και ζητεί διαρκώς ο καθένας το άλλο του ημίτομον. Τώρα, όσοι από τους άνδρες είν’ απόκομμα από το φύλο το μεικτό, αυτό που ονομαζόταν τότε ανδρόγυνο, αυτοί είναι γυναικομανείς. Και η πλειονότητα των μοιχών από το φύλο αυτό κατάγονται. Επίσης και όσες γυναίκες είναι ανδρομανείς και άπιστοι σύζυγοι κατάγονται από το φύλο τούτο. Οι γυναίκες πάλι που είναι απόκομμα ολόκληρης γυναίκας, αυτές δεν ενδιαφέρονται και πολύ για τους άνδρες. Έχουν στρέψει την προσοχή τους μάλλον στις γυναίκες. Απ’ αυτό το φύλο κατάγονται οι λεσβιάδες. Όσοι δε είναι αρσενικού απόκομμα, κυνηγούν τ’ αρσενικά. Εφ’ όσον μεν είναι παιδιά, αγαπούν τους άνδρες, αφού είναι τμήμα αρσενικού, και τους ευχαριστεί να κοιμούνται και να σφικταγκαλιάζονται με τους άνδρες μαζί. Και είν’ αυτοί οι εκλεκτοί μεταξύ των παιδιών και των εφήβων, επειδή έχουν στην φύση τους πολύ ανδρισμό. Μερικοί βέβαια τους αποκαλούν αδιάντροπους. Αλλά δεν είν’ αλήθεια. Διότι το κάνουν όχι από αναισχυντία, αλλ’ από θάρρος και από γενναιότητα και από τον αρρενωπό τους χαρακτήρα. Τους ενθουσιάζει ό,τι είναι όμοιο προς την φύση τους. Απόδειξη τρανή όταν εξελιχθούν, είναι οι μόνοι που αποδεικνύονται, στα πολιτικά, άνδρες αληθινοί. Όταν δε γίνουν άνδρες, επιδίδονται στον έρωτα των παιδιών και δεν ενδιαφέρονται για τον γάμο και την απόκτηση παιδιών από φυσική κλίση, αλλά μόνον επειδή είναι ικανοποιημένοι από το έθιμο. Οι ίδιοι είναι ικανοποιημένοι να περάσουν μαζί τη ζωή τους άγαμοι. Οπωσδήποτε ένας τέτοιου είδους εξελίσσεται σε άνθρωπο γεμάτο έρωτα προς τ’ αγόρια και αγάπη προς τους εραστές του, διότι πάντοτε τον ευχαριστεί ό,τι είναι συγγενές.
Αν τύχει κάποτε μάλιστα να συναντήσει το ίδιον εκείνο το πραγματικό του ήμισυ, είτε ο παιδεραστής είτε οποιοσδήποτε άλλος, τότε πλέον η συγκίνησή τους είναι εξαιρετική από το αίσθημα στοργής, κοινής καταγωγής, έρωτος. Ούτε στιγμή, θα έλεγα, δεν δέχονται ν’ αποχωρισθούν. Αυτοί είναι, που περνούν πιστοί μεταξύ τους ολόκληρη ζωή. Οι ίδιοι δεν θα ήσαν σε θέση καν να εκφράσουν, τι θέλει επί τέλους ο ένας από τον άλλον. Διότι δεν είναι καθόλου δυνατόν να πιστευθεί, ότι είναι η ερωτική απόλαυση, και ότι επομένως χάριν αυτής ευχαριστούνται ο ένας από του άλλου την συμβίωση με πάθος τόσο σφοδρό. Κάτι άλλο είναι μάλλον – το βλέπει κανείς – αυτό που θέλει και των δύο η ψυχή, κάτι που δεν μπορεί να εκφράσει. Διαισθάνεται όμως τι θέλει και το υποδηλώνει σκοτεινά. Και αν, τη ώρα που είναι πλαγιασμένοι μαζί, ερχόταν από πάνω τους ο Ήφαιστος με τα εργαλεία του και τους ρωτούσε:
Τι είν’ αυτό που ζητείτε, άνθρωποι, ο ένας από τον άλλον;
Και αν εκείνοι δεν ήξεραν τι ν’ απαντήσουν, και τους ρωτούσε και πάλι:
Θέλετε μήπως αυτό; να μείνετε μαζί ο ένας με τον άλλον όσον το δυνατόν περισσότερο, ώστε και νύκτα και ημέρα να μην αποχωρίζεσθε; Αν πράγματι αυτός είναι ο πόθος σας, τότε είμαι πρόθυμος να σας καλουπώσω και να σας σφυρηλατήσω σε ένα κομμάτι, ώστε από δύο να γίνετε αμέσως ένας, και όσον καιρό ζείτε, να ζείτε και οι δύο σας κοινή ζωή σαν ένας, και πάλι όταν πεθάνετε, εκεί κάτω στον Άδη ένας να είσθε και όχι δύο, σε ένα ταυτόχρονο θάνατο. Σκεφθείτε λοιπόν, αν αυτό είναι που ποθείτε, και αν θα μείνετε ευχαριστημένοι, αν τούτο πετύχετε.
Μόλις ακούσει αυτά, ούτε ένας – είμαστε βέβαιοι – δεν θα έλεγε όχι, ούτε θα εκδήλωνε άλλη επιθυμία. Αντίθετα θα πίστευε, πως άκουσε απαράλλακτα ό,τι τόσο καιρό τώρα ποθούσε, να ενωθεί και να συγχωνευθεί με τον αγαπημένο του, ώστε να γίνουν ένας αντί δύο.
Η αιτία τούτου είναι, ότι αυτή ήταν η πρωταρχική φύση και ότι κάποτε ήμασταν ολόκληροι. Του ολοκλήρου λοιπόν ο πόθος και η ορμή έχει τ’ όνομα έρως. Πρωτύτερα – το επαναλαμβάνω – ήμασταν ένα. Τώρα όμως για τις αμαρτίες μας έχει διαμελίσει ο θεός, όπως οι Σπαρτιάτες τους Αρκάδες. Είναι φόβος μάλιστα, αν δεν είμαστε σωστοί προς τους θεούς, να μας διαμελίσει και δεύτερη φορά και να γυρίζουμε τότε σε κατάσταση ανάλογη με τις ανάγλυφες μορφές, που εικονίζονται κατά κρόταφον στις στήλες, πριονισμένοι στο μέσον από τη μύτη, στο κατάντημα διχοτομημένου αστραγάλου.
Για τους λόγους τούτους πρέπει ο ένας τον άλλον να συμβουλεύει, να έχει σεβασμό προς τους θεούς, ώστε ν’ αποφύγουμε εκείνα, να πραγματοποιήσουμε δε τα άλλα, καθώς ο Έρως είναι οδηγητής μας και κυβερνήτης μας. Εναντίον αυτού κανείς να μην αντιδρά, και αντιδρά όποιος επισύρει το μίσος των θεών. Ενώ αν γίνουμε αγαπημένοι του θεού και ειρηνεύσουμε μαζί του, θ’ ανακαλύψουμε και θα επικοινωνήσουμε με τους αγαπημένους μας, τους πραγματικά δικούς μας, πράγμα το οποίο λίγοι σήμερα κατορθώνουν.
Και ας μη νομίσει ο Ερυξίμαχος, για να γελοιοποιήσει την ομιλία μου, πως αναφέρομαι στον Παυσανία και τον Αγάθωνα. Δυνατόν ν’ ανήκουν και αυτοί σε εκείνους και να είναι και οι δύο φύσεως αρσενικής. Αλλ’ εγώ μιλώ για όλους ανεξαιρέτως, άνδρες και γυναίκες, ότι μόνον κατ’ αυτόν τον τρόπον το γένος μας θα επετύγχανε ευδαιμονία, αν δηλαδή φθάσουμε στο φυσικό αποτέλεσμα του έρωτος και βρει ο καθένας μας τον αγαπημένο τον δικό του, ώστε να επανέλθει στην πρωταρχική κατάσταση. Και αν είναι αυτό το ιδεώδες, εκείνο που ευρίσκεται πλησιέστατα προς αυτό στην παρούσα κατάσταση των πραγμάτων, είναι κατ’ ανάγκη το καλύτερο. Και αυτό είναι να επιτύχει κανείς αγαπημένο, γεννημένο σύμφωνα με τις προτιμήσεις του.
Τούτου τον δωρητή θεό αν θέλουμε να υμνήσουμε, τον Έρωτα είναι δίκαιο να υμνήσουμε, ο οποίος και στο παρόν μας προσφέρει πλήθος ευεργεσίες, σαν οδηγητής προς τις συγγενείς μας φύσεις, και για το μέλλον μας χαρίζει πλούσιες ελπίδες, εφ’ όσον εμείς αποδίδουμε προς τους θεούς σεβασμό, να μας επαναφέρει στην αρχική μας κατάσταση και να μας θεραπεύσει, να μας καταστήσει κατ’ αυτόν τον τρόπον μακαρισμένους και ευτυχείς.
Αυτός, Ερυξίμαχε”, είπε “είναι ο λόγος μου περί του Έρωτος, διαφορετικός από τον δικό σου. Και συ – σου υπέβαλα ήδη την παράκληση – μη ζητήσεις να τον διακωμωδήσεις, ώστε ν’ ακούσουμε τι θα πει ο καθένας από τους υπόλοιπους, ή μάλλον από τους δύο. Διότι μόνο ο Αγάθων και ο Σωκράτης μένουν”.
17. “Καλά, θα συμμορφωθώ” είπε ο Ερυξίμαχος “επειδή και ο λόγος που εκφώνησες, μου άρεσε. Αν δεν γνώριζα μάλιστα τον Σωκράτη και τον Αγάθωνα, πόσο δυνατοί είναι στα ζητήματα του έρωτος, θα είχα σοβαρούς φόβους, μήπως δεν βρουν τι να πουν, ύστερ’ από το πλήθος και την ποικιλία των όσων ελέχθησαν. Τώρα όμως δεν ανησυχώ”.
Και ο Σωκράτης απάντησε:
Φυσικά διότι συ κράτησες λαμπρά την θέση σου στον αγώνα, Ερυξίμαχε. Αν όμως συνέβαινε να ευρεθείς στη θέση, που ευρίσκομαι εγώ τώρα, ή καλύτερα ίσως στη θέση που θα ευρίσκομαι, όταν θα μιλήσει και ο Αγάθων, θ’ ανησυχούσες τότε και πολύ και θα δοκίμαζες κάθε είδος στενοχώριας, όπως τώρα εγώ.
Μάγια, Σωκράτη είπε ο Αγάθων “θέλεις να μου κάμεις, ώστε να τα χάσω, με την σκέψη ότι το κοινό στηρίζει μεγάλες προσδοκίες ότι θα μιλήσω όμορφα”.
Μα θα έπρεπε να είχα ασθενή τη μνήμη Αγάθων, αποκρίθηκε ο Σωκράτης “Εγώ είδα την γενναιότητα και την αυτοπεποίθηση, με την οποία ανέβαινες στη σκηνή με τους ηθοποιούς σου και κοίταξες κατάμματα τόσο πλήθος θεατών, έτοιμος να τους παρουσιάσεις έργα σου, χωρίς και στο ελάχιστο να ταραχθείς και τώρα να πιστεύσω πως θα πάθεις σύγχυση εξ αιτίας μας, από λίγα πρόσωπα;”
Πως όχι, Σωκράτη; είπε ο Αγάθων “Δεν φαντάζομαι να με θεωρείς τόσο παραφουσκωμένο από θεατρική ματαιοδοξία, ώστε να λησμονώ, ότι για ένα φρόνιμο άνθρωπο λίγα πρόσωπα με κρίση εμπνέουν μεγαλύτερο φόβο παρά πλήθος άκριτοι”.
Θα ήταν ασφαλώς όχι καλή πράξη εκ μέρους μου, Αγάθων είπε “αν σου απέδιδα οποιανδήποτε έλλειψη πνευματικότητας. Αντιθέτως είμαι βέβαιος, πως, αν συνέβαινε να συναντήσεις μερικούς ανθρώπους, που να τους θεωρείς σοφούς, θ’ απέδιδες σ’ αυτούς πολύ μεγαλύτερη σημασία παρά στο πολύ κοινό. Αλλά ίσως να μην είμαστε εμείς αυτά τα πρόσωπα. Εμείς άλλωστε παριστάμεθα και εκεί, και ήμασταν ένα μέρος από το πολύ κοινό. Αν όμως βρισκόσουν ενώπιον άλλων αληθινά σοφών, θα αισθανόσουν τότε ίσως ντροπή ενώπιόν τους, στην περίπτωση που πίστευες ίσως ότι πράττεις κάτι, που είναι πράγματι άσχημο. Τι λες και συ;”
Έχεις δίκιο είπε.
Καλά, και το πολύ κοινό δεν θα το ντρεπόσουν, αν πίστευες ότι πράττεις κάτι άσχημο;
Επενέβη τότε ο Φαίδρος και είπε:
Αγαπητέ μου Αγάθων, αν εξακολουθείς ν’ απαντάς στον Σωκράτη, δεν θα τον μέλει πλέον οτιδήποτε και αν γίνει με το κάθε τι εδώ μέσα, φθάνει να έχει κάποιον να συζητεί, αν είναι μάλιστα και όμορφος. Εγώ όμως ευχαριστούμαι φυσικά ν’ ακούω τον Σωκράτη να συζητεί. Είμ’ εν τούτοις υποχρεωμένος χάριν του Έρωτος να φροντίσω για το εγκώμιό του και να συγκεντρώσω από τον καθένα την οφειλόμενη προσφορά του λόγου. Ας πληρώσει λοιπόν και ο ένας και ο άλλος το χρέος του προς τον θεό, και τότε είσθ’ ελεύθεροι πλέον να συζητείτε”.
Ναι, σωστό είναι, Φαίδρε, αυτό που λες είπε ο Αγάθων “και δεν μ’ εμποδίζει τίποτε ν’ αρχίσω τον λόγο μου. Με τον Σωκράτη άλλωστε θα παρουσιασθεί και άλλοτ’ ευκαιρία συχνά να συζητήσω”.
18. “Εγώ λοιπόν θέλω πρώτα να πω, πώς θα μιλήσω, και έπειτα να μιλήσω. Διότι, καθώς βλέπω, οι προλαλήσαντες όλοι τον θεό δεν πανηγύριζαν, αλλά τους ανθρώπους καλοτύχιζαν, για όσα αγαθά τους χαρίζει ο θεός. Τι πράγμα όμως είν’ αυτός προσωπικά που τα δώρησε, αυτό κανείς δεν έχει περιγράψει. Ένας εν τούτοις τρόπος είν’ ορθός οποιουδήποτε επαίνου για οτιδήποτε: με λόγια ν’ αναπτύξεις, ποιος είναι ο ίδιος ο περί ου ο λόγος, ποια είναι τυχόν τα έργα του. Έτσι λοιπόν και εμείς είναι σωστό να εγκωμιάσουμε τον Έρωτα, τον ίδιον πρώτα τι πράγμα είναι, κατόπιν δε τα δωρήματά του.
Τονίζω λοιπόν: Από τους θεούς, που είν’ όλοι ευδαίμονες, πρώτος ο Έρως είναι (αν δεν είναι κρίμα και αμαρτία να το πω), στην ευδαιμονία πρώτος, αφού είναι ομορφότερος στο κάλλος και την αρετή.
Στο κάλλος είναι πρώτος με τα εξής προσόντα: Είναι πρώτα ο νεότατος μεταξύ των θεών, Φαίδρε. Τρανή απόδειξη του λόγου μου προσφέρει ο ίδιος: φευγάτος φεύγει το γήρας, και το γήρας είν’ ως γνωστόν, γοργό. Γοργότερα μας καταφθάνει, απ’ ό,τι πρέπει. Αυτό λοιπόν, έχει ως προς την φύση του ο Έρως να μισεί, και ούτε από μακριά να πλησιάζει, αλλά με νέους πάντοτε συνευρίσκεται και ευρίσκεται. Η παροιμία η παλιά έχει δίκιο : όμοιος τον όμοιον πάντα γυρεύει. Με τον Φαίδρο λοιπόν εγώ σε άλλα πολλά και αν συμφωνώ, σε τούτο όμως δεν συμφωνώ, πως είν’ ο Έρως από τον Κρόνο παλαιότερος και τον Ιαπετό. Αντίθετα ισχυρίζομαι: είναι από τους θεούς ο νεώτερος και αιωνίως νέος. Τα επεισόδια εκείνα τα παλιά, που διηγούνται για τους θεούς ο Ησίοδος και ο Παρμενίδης, η Ανάγκη, όχι ο Έρως τα δημιούργησε, αν είναι αληθινά όσα εκείνοι έλεγαν. Άλλωστε ακρωτηριασμοί δεν θα συνέβαιναν και φυλακίσεις και άλλες πολλές πράξεις της βίας, αν ίσως ήταν μεταξύ τους ο Έρως. Μόνο αγάπη και ειρήνη, καθώς και τώρα, αφ’ ότου ο Έρως βασιλεύει στους θεούς.
Νέος λοιπόν είναι και με το νέος, εννοώ απαλός. Ένας ποιητής, όπως ο Όμηρος, θα χρειαζόταν για να παραστήσει του θεού την απλότητα. Ο Όμηρος λοιπόν λεει για την Άτη, πως είναι θεά και απαλή (τα πόδια της τουλάχιστον πως είναι απαλά) με τις λέξεις:
κι έχει απαλά τα πόδια μηδ’ αγγίζει τη γη, μόνε κορφή πατάει θνητών κεφάλια
Θαυμάσιο νομίζω, δείγμα της απαλότητάς της παρουσιάζει, ότι στα μαλακά περπατάει και όχι στα σκληρά. Αυτό το ίδιο και εμείς θα χρησιμοποιήσουμε σαν επιχείρημα περί του Έρωτος, ότι απαλός όχι στη γη επάνω, ούτε στα κεφάλια περπατάει, που δεν είναι και τόσο μαλακά, αλλά στα μαλακότερα αντικείμενα και περιπατεί και κατοικεί. Στα αισθήματα και τις ψυχές θεών και ανθρώπων έχει στήσει την κατοικία του. Και ούτε πάλι στις ψυχές αδιακρίτως όλες. Αλλά όποιαν εύρει να έχει σκληρά αισθήματα, απομακρύνεται, όποιαν δε μαλακά εγκαθιδρύεται. Ερχόμενος λοιπόν σε επαφή αδιάκοπα και με τα πόδια και μ’ όλο του το είναι, με τα μαλακότερα ανάμεσα στα μαλακότερα, θα είναι κατ’ ανάγκην πάρα πολύ απαλός.
Νεότατος, είπαμε, είναι και απαλότατος. Επίσης είναι και υγρός σαν ουσία. Ειδεμή, δεν θα κατόρθωνε να προσαρμόζεται στο κάθε τι, και σε κάθε μιας ψυχής το βάθος απαρατήρητος στις αρχές να εισχωρεί και ν’ αποχωρεί – αν ήταν δύσκαμπτος. Η κομψότητα όμως είναι ένδειξη σοβαρή αρμονικής και ευλύγιστης φύσεως. Αυτήν κατέχει σε εξαιρετικό βαθμό απ’ όλους (όλοι τ’ αναγνωρίζουν) ο Έρως. Απρέπεια και Έρως έχουν πόλεμο μεταξύ των αιώνιο. Του χρώματος πάλι την ωραιότητα, την φανερώνει η διαμονή του θεού στ’ άνθη μέσα. Σε ανάνθιστο και εξανθισμένο, είτε σώμα είτε πνεύμα είτε τίποτ’ άλλο, ο Έρως δεν εδρεύει. Όπου όμως ανθισμένος και μυρισμένος είναι τόπος εκεί και εδρεύει και παραμένει.
19. Για την ομορφιά του θεού λοιπόν και αυτά είν’ αρκετά και ακόμη υπολείπονται πολλά. Για την αρετή τώρα του Έρωτος πρέπει να γίνει λόγος. Το σημαντικότερο: ο Έρως ούτε αδικεί ούτε τον αδικούν, ούτε θεός ούτε θεό. Ούτ’ άνθρωπος ουτ’ άνθρωπο. Διότι ούτε παθαίνει ό,τι παθαίνει μ’ εξαναγκασμό ο ίδιος (εξαναγκασμός τον Έρωτα δεν τον αγγίζει), ούτ’ ενεργεί ό,τι ενεργεί. Ελεύθερα ο καθένας σε κάθε τι υπηρετεί τον Έρωτα. Όσα δε θα συμφωνήσει κάποιος ελεύθερος μ’ ελεύθερο, λέγουν της πολιτείας οι άρχοντες, οι νόμοι, δίκαια είναι.
Μαζί με τη δικαιοσύνη, με σωφροσύνη άφθονη είναι προικισμένος. Είναι δε σωφροσύνη (αυτό είν’ αναγνωρισμένο) να είσαι κυρίαρχος των ηδονών και των επιθυμιών. Από τον έρωτα όμως καμία ηδονή δεν είναι ισχυρότερη, λέγουν. Σαν κατώτερες λοιπόν, κυριαρχούνται φυσικά από τον Έρωτα και αυτός κυριαρχεί. Και αφού κυριαρχεί των ηδονών και επιθυμιών, ο Έρως θα έχει ασύγκριτη σωφροσύνη.
Και πάλι στη γενναιότητα. Με τον Έρωτα κι ο Άρης δεν μετριέται, αφού δεν κατέχει τον Έρωτα ο Άρης αλλά τον Άρη ο Έρως – της Αφροδίτης, καθώς λέγουν. Δυνατότερος δε είναι ο κατέχων του κατεχομένου. Αφού λοιπόν νικά από τους άλλους τον γενναιότερο, γενναιότερος απ’ όλους πρέπει να είναι.
Αυτά για την δικαιοσύνη, την σωφροσύνη, την γενναιότητα του θεού. Μας μένει η σοφία. Ας δοκιμάσουμε να μη καθυστερήσουμε και σε αυτό, όσο μας είναι δυνατόν. Και πρώτα (για να αποδώσω και εγώ τις τιμές στην τέχνη μας, όπως και ο Ερυξίμαχος στη δική του) ο θεός είναι ποιητής τόσο σοφός, που και άλλο να μπορεί να κάμει ποιητή. Σε ποιητή, ως γνωστόν, μεταβάλλεται, κι αν του ήταν πριν ξένη η Μούσα, καθένας που θα τον αγγίσει ο Έρως. Αυτό αρμόζει να φέρουμε σαν μαρτυρία, ότι δημιουργός ο Έρως είν’ εξαίρετος γενικά σε κάθε μορφή δημιουργίας της τέχνης των Μουσών. Άλλωστε όσα κανείς ή δεν έχει ή δεν ξέρει, ούτε σε άλλον να προσφέρει, ούτε σε άλλον να διδάξει θα μπορούσε. Έπειτα και η δημιουργία όλων των εμψύχων (κανείς δεν έχει αντίρρηση) είναι τέχνη του Έρωτος. Με αυτήν γίνονται και αναπτύσσονται όλα τα έμψυχα. Και μήπως η εξάσκηση των πρακτικών τεχνών; Είναι γνωστό, ότι όσων ο θεός αυτός θα χρηματίσει διδάσκαλος, συνήθως γίνονται περίφημοι και φωτεινοί. Όσους δε πάλι ο Έρως δεν αγγίσει, σκοτεινοί. Ο Απόλλων έξαφνα όταν εφεύρε την τέχνη των τόξων και την ιατρική και μαντική, του έδειξαν τον δρόμο ο πόθος και ο έρως. Ώστε και εκείνος του Έρωτος θα έπρεπε να είναι μαθητής, και οι Μούσες στην μαντική, και ο Ήφαιστος στην μεταλλουργία, και η Αθηνά στην υφαντουργία, και ο Ζευς στο να πηδαλιουχεί θεούς κι ανθρώπους. Μ’ αυτόν τον τρόπο ακριβώς μπήκε τάξη στις σχέσεις των θεών, όταν ο Έρως παρεμβλήθηκε, ο έρως φυσικά προς το ωραίο. Στο άσχημο έρως δεν κατοικεί. Ενώ πριν, όπως ανέφερα και στην αρχή, συνέβαιναν πλήθος αγριότητες μεταξύ των θεών, όπως λέγουν , αφού βασίλευε η Ανάγκη. Αφ’ ότου όμως εμφανίστηκε ο θεός αυτός, από τον έρωτα προς κάθε τι ωραίο, έχει δημιουργηθεί κάθε καλό και στους θεούς και στους ανθρώπους.
Μ’ αυτό νομίζω, Φαίδρε, ο Έρως πρώτα ο ίδιος καθώς είναι ωραιότατος και τελειότατος, έγινε κατόπιν πρόξενος και στους άλλους άλλων αναλόγων χαρισμάτων. Μου έρχεται δε και κάτι έμμετρα να προσθέσω, ότι αυτός είναι που δημιουργεί
στους ανθρώπους ειρήνη,
στα πελάγη γαλήνη,
κι απανεμιά.
Τους ανέμους κοιμίζει,
στα θλιμμένα χαρίζει
ύπνο κορμιά.
Αυτός είναι, που την εχθρότητα μας αφαιρεί, με οικειότητα μας πλημμυρίζει, αυτός ορίζει να κάνουμε μεταξύ μας όλες τις παρόμοιες συγκεντρώσεις και πρωτοστάτης βαδίζει στα πανηγύρια, τα χοροστάσια, τις τελετές. Εξασφαλίζει μειλιχιότητα, αγριότητα εξαφανίζει. Δώρα χαρίζει της ευμενείας, δώρα αρνείται της δυσμενείας. Στοργικός, μαλακός. Των σοφών το θέαμα, των θεών το καύχημα. Ζηλευτός στους αμετόχους, θησαυρός για τους κατόχους. Της Απολαύσεως, της Ανέσεως, της Ευμαρείας, των Θελγήτρων, της Λαχτάρας. Του Πόθου πατέρας. Αγρυπνεί για τους καλούς. Αδιαφορεί για τους κακούς. Σε κάθε κόπο, σε κάθε φόβο, σε κάθε πόθο, σε κάθε λόγο βοηθός, πολεμιστής, συμμαχητής και σωτήρας τέλειος. Όλων μαζί των θεών και ανθρώπων στόλισμα. Οδηγητής πανέμορφος, πανίσχυρος. Αυτόν ν’ ακολουθεί χρεωστεί ο κάθε άνθρωπος μ’ αρμονικά υμνολογήματα, να ενώνει τη φωνή του στο τραγούδι του, που τραγουδά, και των θεών και των ανθρώπων όλα τα στήθη σαγηνεύει.
Αυτός” είπε “ο λόγος, Φαίδρε, αφιέρωμα ας είναι εκ μέρους μου προς τον θεό, παιχνίδι μαζί και εν μέρει σοβαρολογία, όσο φθάνουν οι δυνάμεις μου.
20. Μετά την ομιλία του Αγάθωνος όλοι, είπε ο Αριστόδημος, οι παριστάμενοι ξέσπασαν σε ζωηρές επιδοκιμασίες του νέου. Ο λόγος του υπήρξε αντάξιος και της φήμης του και του θεού. Ο Σωκράτης τότε αφού στράφηκε προς τον Ερυξίμαχο είπε:
Λοιπόν, γέννημα συ του Ακουμενού; Εξακολουθείς να πιστεύεις, πως ήταν άδικος ο φόβος που είχα τόση ώρα; Και δεν είχα σαν προφήτης μιλήσει προ ολίγου, όταν τόνιζα ότι ο Αγάθων θα εκφωνήσει έναν τόσο θαυμάσιο λόγο, ώστε εγώ θα βρεθώ σε δύσκολη θέση;
Στο ένα μέρος του ισχυρισμού σου αναγνωρίζω πως υπήρξες προφήτης στο ότι δηλαδή θα είναι ωραίος ο λόγος του Αγάθωνος. Ότι όμως εσύ θα δυσκολευθείς, δεν το πιστεύω.
Και πως θέλεις, καλότυχε” απάντησε ο Σωκράτης “να μη δυσκολευθώ, όχι μόνο εγώ, αλλά και οποιοσδήποτε άλλος μιλήσει ύστερ’ από έναν τόσο όμορφο και τόσο πολυποίκιλο λόγο που εκφωνήθηκε; Αφήνω τ’ άλλα σημεία που ήταν, όχι βέβαια στον ίδιον βαθμό όλα εκπληκτικά. Εκείνος όμως ο επίλογος με τα θέλγητρα των λέξεων και των φράσεων! Ποιός θα τα άκουγε και δεν θα έχανε τον νου του; Εγώ τουλάχιστον, συναισθανόμενος ότι προσωπικά δεν θα είμαι διόλου σε θέση ούτε κατά προσέγγιση να μιλήσω τόσο νόστιμα, λίγο έλειψε, αν εύρισκα τρόπο, να το σκάσω κρυφά από τη ντροπή μου. Ο λόγος άλλωστε μου θύμιζε τον Γοργία. Ώστε είχα πάθει, ούτε πολύ ούτε λίγο, εκείνο, που λέγει ο Όμηρος : έτρεμα μήπως στο τέλος ο Αγάθων την κεφαλή του Γοργίου, του τρομερού στους λόγους, εναντίον του λόγου μου στείλει μέσα στο λόγο του και με κάνει τον ίδιον άφωνο, σαν την πέτρα.
Και κατάλαβα τότε, πόσο γελοίος λοιπόν υπήρξα, όταν ανελάμβανα ενώπιόν σας την υποχρέωση να μετάσχω μαζί σας και εγώ με την σειρά μου στον εγκωμιασμό του Έρωτος, και βεβαίωνα ότι ήμουν πεπειραμένος στα ζητήματα του Έρωτος, ενώ καθώς αποδεικνύεται, δεν είχα ιδέα του πράγματος κατά ποιον δηλαδή τρόπο έπρεπε κανείς να εγκωμιάζει οτιδήποτε. Εγώ π.χ. στην αφέλειά μου φανταζόμουν, ότι όφειλε ο καθένας να αναπτύσσει την αλήθεια περί οποιουδήποτε αντικειμένου, το οποίο εγκωμιάζει. Και ότι αυτό μεν θα ήταν η βάση. Κατόπιν δε, σύμφωνα με αυτή, θα εξέλεγε τα λαμπρότερα σημεία και θα τα συνέθετε κατά τον ευπρεπέστερο δυνατό τρόπο. Γι’ αυτό μάλιστα είχα μεγάλη αυτοπεποίθηση, ότι θα μιλούσα ωραία, αφού γνώριζα για τη σωστή μέθοδο του εγκωμιασμού οποιουδήποτε πράγματος. Εντούτοις, καθώς τώρα βλέπω, δεν ήταν αυτή, φαίνεται, η μέθοδος του να συνθέσεις έναν κομψό πανηγυρικό προς τιμήν ενός πράγματος, αλλά πολύ περισσότερο το να επισωρεύεις προς έξαρσή του τα σημαντικότερα, που γίνεται, και τα τιμητικώτερα προϊόντα, αδιάκριτα αν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή όχι. Και ψευδή αν είναι, δεν έχει βλέπω σημασία. Ορίσθηκε άλλωστε εκ των προτέρων, καθώς φαίνεται, να κοιτάξει ο καθένας μας να δώσει απλά την εντύπωση, ότι εξυμνεί τον Έρωτα όχι να τον εξυμνήσει πραγματικά. Αυτός, φαντάζομαι, είναι ο λόγος, που μεταφέρετε κάθε επαινετικό χαρακτηρισμό και τον φορτώνετε στον Έρωτα, βεβαιώνοντας ότι είναι τέτοιου είδους και τόσων αγαθών πρόξενος. Έτσι δηλαδή θα εμφανίζεται όσο το δυνατόν ωραιότερος και ανώτερος, φυσικά στα μάτια εκείνων που δεν τον γνωρίζουν, όχι, υποθέτω, σε όσους τον γνωρίζουν. Και ασφαλώς υπό αυτές τις συνθήκες και ο πανηγυρικός έχει λαμπρότητα και επιβλητικότητα. Εντούτοις εγώ δε γνώριζα, όπως βλέπω, τον τρόπον αυτό του εγκωμίου, και επομένως εν αγνοία μου σας έδωσα την υπόσχεση να εγκωμιάσω και εγώ, όταν έλθει η σειρά μου. Ώστε η γλώσσα μου έδωσε υπόσχεση, όχι ο νους μου. Ας πάει λοιπόν στο καλό! Δεν αναλαμβάνω πλέον να εγκωμιάσω κατ’ αυτόν τον τρόπο. Ούτε θα είχα άλλωστε την ικανότητα. Μολαταύτα, την αλήθεια, αν το επιθυμείτε, αυτή ναι, δέχομαι να σας εκθέσω, με τον δικό μου τρόπο, όχι σε αντιπαραβολή προς τις δικές σας ομιλίες. Έτσι δεν θα γελοιοποιηθώ. Σκέψου λοιπόν, Φαίδρε, αν σου χρειάζεται και παρόμοια αγόρευση, την αλήθεια ν’ ακούσεις ν’ αναπτύσσεται περί του Έρωτος, και μάλιστα με την εκλογή και τη συναρμολόγηση των λέξεων, η οποία τυχόν θα μου ερχόταν πρόχειρα στο στόμα”.
Ο Φαίδρος τότε και οι άλλοι τον ενθάρρυναν, είπε, με τον τρόπο που αυτός τυχόν εύρισκε σωστό να εκθέσει τις απόψεις του, μ’ αυτόν να ομιλήσει.
Κάτι άλλο ακόμη, Φαίδρε είπε. “Δώσε μου την άδεια να ρωτήσω κάτι μικροπράγματα τον Αγάθωνα, ώστε να έχω πρώτα την συγκατάθεσή σου και ύστερα στη βάση πλέον αυτής να μιλήσω”.
Καλά, σου δίδω την άδεια απάντησε ο Φαίδρος. “Ρώτα τον”.
21. Ύστερα λοιπόν απ’ αυτά, είπε, άρχισε ο Σωκράτης από το εξής πάνω κάτω ερώτημα:
Λοιπόν αγαπητέ μου Αγάθων. Σχημάτισα τη γνώμη, πως ήταν πετυχημένη η κατεύθυνση που έδωσες στην ομιλία σου, ότι τόνιζες πως έπρεπε πρώτα τον ίδιο τον Έρωτα να παρουσιάσεις, τι πράγμα είναι, έπειτα δε την δράση του. Αυτή την εισαγωγή την επιδοκιμάζω πλήρως. Σε παρακαλώ λοιπόν, εφ’ όσον και τις άλλες ιδιότητες του Έρωτα περιέγραψες με τόση επιτυχία και τόση μεγαλοπρέπεια, απάντησέ μου και στο εξής: Είναι άραγε τέτοια η φύση του, ώστε να είναι ο Έρως κάποιου πράγματος ορισμένου ή όχι; Το ερώτημά μου πάντως δεν αναφέρεται στο αν είναι γέννημα ορισμένης μητέρας ή πατέρα (θα ήταν τότε κωμικό το ερώτημα, αν ο Έρως είναι έρως προς μητέρα ή πατέρα). Αλλά να: Υπέθεσε, πως σ’ ερωτούσα για αυτήν ακριβώς την έννοια πατέρας. Άραγε ο πατέρας είναι πατέρας κάποιου ορισμένου, ή όχι; Θα μου απαντούσες, δεν αμφιβάλλω, αν ήθελες να μου δώσεις απάντηση ακριβή, ότι ο πατέρας είναι πατέρας ενός υιού ή μιας θυγατρός. Ή όχι;
Φυσικά είπε ο Αγάθων.
Και η μητέρα πάλι το ίδιο;
Και σε αυτό η απάντηση ήταν καταφατική.
Δέξου ακόμη είπε ο Σωκράτης “να μου δώσεις και μερικάς άλλες απαντήσεις, για να εννοήσεις ακριβέστερα αυτό στο οποίο θέλω να καταλήξω.
Αν σ’ ερωτούσα π.χ.: Και ο αδελφός; Δεν είναι και αυτός αυτό που είναι, εφ’όσον είναι αδελφός ενός ορισμένου προσώπου; ή όχι;”
Είναι είπε.
Ενός αδελφού ή μιας αδελφής. Ναι;
Το παραδέχθηκε.
Προσπάθησε τώρα λέει “να καθορίσεις και περί του Έρωτος. Ο Έρως είναι έρως κάποιου ορισμένου ή δεν είναι;”
Και βέβαια είναι.
Τώρα, αυτό μεν, το τίνος είναι εξακολούθησε ο Σωκράτης “φύλαξέ το μέσα σου και να το θυμάσαι. Εν τω μεταξύ απάντησέ μου σ’ αυτό και μόνον: άραγε ο Έρως εκείνο, του οποίου είναι έρως, το επιθυμεί, ή όχι;”
Χωρίς άλλο είπε.
Άραγε το έχει αυτό, που επιθυμεί και αγαπά και όμως το επιθυμεί και το αγαπά ή δεν το έχει;
Δεν το έχει λέει. “Αυτό τουλάχιστον είναι πιθανό”.
Κοίταξε τώρα είπε ο Σωκράτης “μήπως αυτό είναι λογικά αναγκαίο, και όχι απλά πιθανό, αυτός δηλαδή που έχει την επιθυμία, να επιθυμεί ό,τι στερείται, ει δ’ άλλως να μην επιθυμεί, αν τύχει και δεν το στερείται. Εγώ πάντως, Αγάθων, παραδέχομαι ότι αυτό είναι απολύτως αναγκαίο. Εσύ;”
Και εγώ είπε “το πιστεύω”.
Λαμπρά! Θα επιθυμούσε λοιπόν ποτέ ένας, που είναι ήδη μεγαλόσωμος, να είναι μεγαλόσωμος, ή ρωμαλέος, αφού είναι ρωμαλέος;
Αδύνατον, στη βάση των όσων δεχθήκαμε.
Φυσικά, αφού δεν θα του έλειπαν αυτά τα προσόντα, εφ’ όσον τα έχει.
Έχεις δίκιο.
Διότι και στην περίσταση, που ένας ρωμαλέος θα ήθελε να είναι ρωμαλέος λεει ο Σωκράτης “και ένας γρήγορος να είναι γρήγορος, και ένας υγιής να είναι υγιής – διότι θα ήταν δυνατόν ίσως να φαντασθεί κανείς αυτά και όλα τα παρόμοια ενδεχόμενα, άνθρωποι δηλαδή που είναι τέτοιοι και κατέχουν τα προσόντα αυτά, να επιθυμούν ταυτόχρονα αυτά που κατέχουν. Για να μην υποπέσουμε λοιπόν σε λάθος, γι’ αυτό επιμένω. Άλλωστε αυτοί, Αγάθων, αν το συλλογισθείς καλά, οφείλουν κατ’ ανάγκη, θέλουν δεν θέλουν να είναι κάτοχοι τη στιγμή αυτή των διαφόρων ιδιοτήτων, τις οποίες έχουν. Επομένως κανείς δεν θα μπορούσε πάντως να ποθήσει αυτό και μόνο; Αν όμως έλθει κανείς και μας πει: “Εγώ είμαι υγιής, αλλά και θέλω επίσης να είμαι υγιής. Είμαι πλούσιος, αλλά και θέλω να είμαι πλούσιος, επιθυμώ επομένως ό,τι ακριβώς έχω”, θα του απαντήσουμε: “Ναι, κύριε, έχεις τώρα και πλούτο και υγεία και σωματική δύναμη. Αλλά τα θέλεις να τα έχεις και στο μέλλον. Καθ’ όσον στο παρόν τουλάχιστον, είτε το θέλεις είτε όχι, τα έχεις. Πρόσεξε λοιπόν, μήπως με την βεβαίωσή σου αυτή ότι : Επιθυμώ αυτά που έχω, δεν θέλεις να πεις τίποτε άλλο παρά τούτο: ότι θέλω όσα τώρα είναι στη διάθεσή μου και στο μέλλον να είναι”. Θα το αναγνώριζε, έτσι δεν είναι;”
Συμφώνησε, είπε, και ο Αγάθων.
Πρόσθεσε τότε ο Σωκράτης:
Επομένως, αυτό σημαίνει ότι αγαπάς εκείνο το οποίο δεν είναι ακόμη στην διάθεσή σου ούτε στην κατοχή σου, ότι αγαπάς δηλαδή το να σου είναι στο μέλλον εξασφαλισμένα και διαθέσιμα αυτά τα αγαθά.
Απολύτως είπε.
Επιθυμεί άρα, και αυτός και οποιοσδήποτε άλλος κατέχεται από κάποια επιθυμία, ό,τι δεν είναι στη διάθεσή του και ό,τι δεν είναι παρόν και ό,τι δεν κατέχει και ό,τι δεν είναι ο ίδιος και ό,τι του λείπει. Παρόμοια περίπου είναι τ’ αντικείμενα, προς τα οποία στρέφονται η επιθυμία και ο έρως.
Πολύ σωστά είπε.
Και τώρα, σε παρακαλώ εξακολούθησε ο Σωκράτης “ας ανακεφαλαιώσουμε τα σημεία, στα οποία μείναμε σύμφωνοι. Ο Έρως αναφέρεται πρώτον μεν σε ορισμένα αντικείμενα, έπειτα σε εκείνα τ’ αντικείμενα, όσα τυχόν στερείται επί του παρόντος. Δεν είναι έτσι;”
Μάλιστα λέγει.
Ανακάλεσε τώρα στη μνήμη σου ύστερ’ απ’ αυτά, προς τι πράγμα ανέφερες στην ομιλία σου ότι στρέφεται ο Έρως. Ή, αν προτιμάς, σου το υπενθυμίζω εγώ. Μου φαίνεται λοιπόν, πως αυτό περίπου υποστήριξες: ότι τα πράγματα των θεών τακτοποιήθηκαν χάρις στον έρωτα προς το ωραίο. Διότι του άσχημου έρως δεν νοείται. Αυτό πάνω κάτω δεν είναι που έλεγες.
Ναι, το είπα απάντησε ο Αγάθων.
Και πολύ σωστός είναι ο ισχυρισμός σου, φίλε μου είπε ο Σωκράτης. “Αν λοιπόν αυτό αληθεύει, τότε ο Έρως πρέπει να είναι της ωραιότητας έρως και όχι της ασχήμιας. Έτσι;”
Το παρεδέχθη.
Αναγνωρίσθηκε όμως, ότι εκείνο που στερείται και εκείνο που δεν έχει, αυτό αγαπά;
Ναι είπε.
Στερείται επομένως και δεν έχει ωραιότητα ο Έρως.
Κατ’ ανάγκη είπε.
Αλλά τότε, ένα πράγμα που στερείται ωραιότητα και δεν έχει διόλου κάλλος, το ονομάζεις μήπως συ ωραίο;
Σίγουρα όχι.
Επιμένεις λοιπόν να υποστηρίζεις, ότι ο Έρως είναι ωραίος, εφ’ όσον η πραγματικότητα είν’ αυτή;
Και ο Αγάθων είπε τότε:
Φοβούμαι, Σωκράτη, πως δεν είχα καταλάβει τίποτε απ’ όσα είπα τότε.
Και όμως ωραίος πολύ ήταν ο λόγος σου, Αγάθων είπεν. “Αλλ’ απάντησέ μου ακόμη κάτι τι: κάθε τι αγαθό δεν παραδέχεσαι πως είναι και ωραίο;”
Ασφαλώς.
Εφ’ όσον λοιπόν ο Έρως στερείται τα ωραία και εφ’ όσον τ’ αγαθά είναι ωραία, θα πρέπει και τ’ αγαθά να τα στερείται.
Εγώ λέγει “Σωκράτη, δεν θα μπορούσα να τα βάλω μαζί σου στην συζήτησιν. Ας είναι λοιπόν το πράγμα όπως το λέγεις”.
Όχι δα είπε. “Με την αλήθεια, αγαπημένε μου Αγάθων, δεν μπορείς να τα βάλεις. Με τον Σωκράτη, αυτό δεν είναι διόλου δύσκολο”.
22. “Και τώρα εσένα μεν θα σ’ αφήσω, την δε θεωρία περί του Έρωτος, που άκουσα κάποτε από μία γυναίκα της Μαντινείας, την Διοτίμα – ήταν και σ’ αυτό το ζήτημα, όπως και σε άλλα πολλά, σοφή, και κάποτε προ της επιδημίας πέτυχε για τους Αθηναίους, με τις θυσίες που έκαμαν, δεκαετή αναβολή της νόσου. Αυτή χρημάτισε και για μένα διδάσκαλος στο κεφάλαιο του έρωτος – την θεωρία λοιπόν, που μου ανέπτυσσε κάποτε εκείνη, θα προσπαθήσω, πάνω στη βάση των όσων διαπιστώσαμε εγώ και ο Αγάθων, να σας εκθέσω, μόνος με τις δυνάμεις μου, με όποιον τρόπο μπορέσω. Φυσικά πρέπει, όπως και συ, Αγάθων, υπέδειξες, να καθορίσω, ο ίδιος πρώτα τι πράγμα είναι ο Έρως και ποία η φύση του, έπειτα την δράση του.
Το απλούστερο λοιπόν θα είναι, μου φαίνεται, να τα εκθέσω κατά τον τρόπο που μου τ’ ανέπτυσσε τότε η ξένη, απευθύνοντας προς εμένα ερωτήσεις. Διότι και εγώ τότε ανάλογες σχεδόν απόψεις υποστήριζα απέναντι εκείνης, καθώς προ ολίγου απέναντί μου ο Αγάθων: ότι ο ΄Ερως είναι θεός μεγάλος και ότι ανήκει στα ωραία. Και εκείνη με αντέκρουσε με τα ίδια επιχειρήματα, με τα οποία και εγώ τούτον αντέκρουσα: ότι δηλαδή, σύμφωνα με τα λεγόμενά μου, ούτε ωραίος είναι ο Έρως, ούτε αγαθός. “Τι είν’ αυτό που λέγεις, Διοτίμα;” απάντησα εγώ. “Άσχημος λοιπόν είν’ ο Έρως και κακός;”
Μη βλασφημείς είπε εκείνη. “Ή μήπως νομίζεις, πως ό,τι δεν είναι ωραίο, είναι κατ’ ανάγκην άσχημο;”
Και βέβαια.
Ώστε και ό,τι δεν είναι σοφό, είναι ανόητο; Δεν έχεις προσέξει λοιπόν ότι μεταξύ σοφίας και μωρίας υπάρχει ένα μέσον;
Ποιο είναι τούτο;
Το να έχει κανείς παράσταση ορθή, χωρίς να μπορεί να την δικαιολογήσει. Αγνοείς είπε “ότι αυτό δεν είν’ ούτ’ επιστήμη (πως θα ήταν δυνατόν άλλωστε να είν’ επιστήμη ένα πράγμα μη αποδεικνυόμενο λογικά;), ούτε άγνοια (αφού ευστοχεί στην πραγματικότητα, πως μπορούσε να είναι άγνοια;) ; Είναι λοιπόν του είδους αυτού προφανώς η ορθή παράσταση, κάτι μεταξύ φρονήσεως και μωρίας”.
Δίκιο της λέγω “έχεις”.
Μη θέλεις λοιπόν, σώνει και καλά, ό,τι δεν είναι ωραίο, να είναι άσχημο, και κακό ό,τι δεν είναι αγαθό. Το ίδιο και ο Έρως. Εφ’ όσον μόνος σου αναγνωρίζεις πως δεν είναι ούτε καλός ούτε ωραίος, δεν υπάρχει λόγος να νομίζεις μ’ αυτό, πως πρέπει απαραιτήτως να είναι άσχημος και κακός, και όχι κάτι μεταξύ είπε “αυτών των δύο”.
Εντούτοις είπα εγώ “αναγνωρίζεται απ’ όλους πως είναι μεγάλος θεός”.
Όλους ποιους εννοείς; είπε. “Τους αγνοούντας ή και τους ειδήμονας;”
Όχι όλους ανεξαιρέτως.
Εκείνη τότ’ εγέλασε και είπε:
Μα Σωκράτη, πως είναι δυνατό ν’ αναγνωρίζεται σαν μέγας θεός απ’ αυτούς, οι οποίοι αρνούνται καν πως είναι θεός;
Ποιοι αυτοί; είπα εγώ.
Ένας είπε “συ, δεύτερη εγώ”.
Και εγώ της είπα:
Πως βεβαιώνεις αυτό το πράγμα;
Απλούστατα είπε. “Απάντησέ μου: δεν παραδέχεσαι, ότι όλοι οι θεοί είναι ευδαίμονες και ωραίοι; ή θα έφθανες να ισχυρισθείς για οποιονδήποτ’ από τους θεούς, ότι δεν είναι ωραίος και ευδαίμων;”
Μα τον θεό είπα “εγώ πάντως όχι”.
Ευδαίμονες δε ονομάζεις βέβαια όσους έχουν τ’ αγαθά και τα ωραία. Ή όχι;
Φυσικά.
Εντούτοις έχεις αναγνωρίσει, ότι ο Έρως από έλλειψη των αγαθών και των ωραίων τα ποθεί αυτά ακριβώς, επειδή του λείπουν.
Το έχω πράγματι παραδεχθή.
Τότε πως είναι δυνατόν να είναι θεός ο στερούμενος των ωραίων και των αγαθών
Αποκλείεται. Έτσι τουλάχιστον φαίνεται”.
Βλέπεις λοιπόν, ότι και συ δεν θεωρείς θεό τον Έρωτα;
23. “Αλλά τότε” είπα “τι να είναι ο Έρως ; θνητός”
Κάθε άλλο.
Μα τότε τι;
Όπως και τα προηγούμενα παραδείγματα είπε. “Κάτι μεταξύ θνητού και αθανάτου”.
Δηλαδή, Διοτίμα, τι;
Δαίμων μέγας, Σωκράτη. Άλλωστε κάθε τι δαιμονικό βρίσκεται μεταξύ θεού και θνητού.
Και ποία είναι είπα εγώ “η δράση του;”
Να μεταφράζει και να μεταβιβάζει στους θεούς τα προερχόμενα από τους ανθρώπους και στους ανθρώπους τα εκ των θεών, εκείνων μεν τις προσευχές και τις θυσίες, τούτων δε τις προσταγές και τις ανταποδόσεις. Στο μέσον δε και των δύο όπως ευρίσκεται, γεμίζει το κενό. Ώστε το σύμπαν να έχει εσωτερική συνοχή. Δια μέσου τούτου προβαίνει στο έργο της και η μαντική ολόκληρη και η τέχνη των ιερέων η σχετική με τις θυσίες και τις μυσταγωγίες και τις επωδούς, και γενικά με την μαγεία και την γοητεία. Το θείον με τους ανθρώπους δεν έρχεται σε άμεση επαφή, αλλά δια της μεσολαβήσεως τούτου συντελείται οποιαδήποτ’ επικοινωνία και συνομιλία θεών και ανθρώπων, είτε κατά την εγρήγορση είτε στον ύπνο τους. Όποιος σ’ αυτά τα ζητήματα είν’ έμπειρος, είν’ ένας άνθρωπος δαιμόνιος. Ενώ όποιος είναι σε άλλα πράγματα σοφός, σε επιστήμη π.χ. ή χειρωνακτική εργασία, είν’ ένας βάναυσος. Οι δαίμονες λοιπόν αυτοί είναι πολυάριθμοι και διαφόρων ειδών. Ένας από αυτούς είναι και ο Έρως.
Πατέρα είπα τότ’ εγώ “και μητέρα ποιον έχει;”
Αυτό είπε “είναι μια ιστορία κάπως μεγάλη, αλλά θα σου την διηγηθώ. Τον καιρόν λοιπόν που ήλθε στον κόσμο η Αφροδίτη, οι θεοί είχαν τραπέζι. Μαζί με τους άλλους ήταν και της Μήτιδος ο γιος ο Πόρος. Όταν απόφαγαν, ήλθε η Πενία να επαιτήσει, όπως ήταν φυσικό σε μία τόσο μεγάλη διασκέδαση. Στεκόταν λοιπόν εκεί στην είσοδο. Ο Πόρος τότε μεθυσμένος από το νέκταρ (κρασί δεν υπήρχε ακόμη) κατέβηκε, βγήκε έξω στον κήπο του Δία, και με το κεφάλι βαρύ όπως ήταν, έπεσε και αποκοιμήθηκε. Η Πενία τότε μέσα στην απορία της συνέλαβε το σχέδιο ν’ αποκτήσει παιδί από τον Πόρο. Πηγαίνει λοιπόν και πλαγιάζει κοντά του. Έτσι απέκτησε τον Έρωτα. Γι’ αυτό το λόγο έγινε ο Έρως της Αφροδίτης συνοδός και υπηρέτης, επειδή γεννήθηκε στα γενέθλιά της και συγχρόνως επειδή έμφυτα είν’ ερωτευμένος με το ωραίο, η δε Αφροδίτη είναι ωραία.
Ως γιός λοιπόν του Πόρου και της Πενίας που είναι ο Έρως, συμβαίνει ώστε η κατάστασή του να είναι η εξής: Πρώτα είναι αιωνίως φτωχός και κάθε άλλο παρά απαλός και ωραίος, όπως τον φαντάζεται ο κόσμος. Αντίθετα είναι τραχύς και απεριποίητος και ανυπόδυτος και άστεγος. Πλαγιάζει πάντοτε χάμω και χωρίς στρώματα, κοιμάται στο ύπαιθρο, στα κατώφλια και τους δρόμους, έχει της μητέρας του το φυσικό, επομένως διαρκή σύντροφο την στέρηση. Αφ’ ετέρου κατά του πατέρα του το φυσικό, είναι παγιδευτής πανούργος των ωραίων και των εκλεκτών, είναι γενναίος και ριψοκίνδυνος και ενεργητικός, κυνηγός φοβερός, που εξυφαίνει διαρκώς σχέδια, επιθυμεί την σύνεση και είναι επινοητικός, αναζητητής της γνώσης για τη ζωή, τρομερός στο να μαγεύει με γοητείες, με βότανα, με λόγια ωραία. Δεν είναι όμοιος στην φύση του με αθάνατο ούτε με θνητό, αλλά μέσα σε μια και την αυτή ημέρα, πότε ανθεί και ζει, όταν βρει ευπορία, πότε πεθαίνει και πάλι ξαναζωντανεύει, χάρις στην πατρική του φύση, και πάλι ό,τι αποκτά κάθε φορά, του φεύγει διαρκώς μέσ’ από τα δάκτυλα. Έτσι ούτε άπορος ποτέ τελείως είναι ο Έρως ούτε πλούσιος σε μέσα.
Και πάλι, ευρίσκεται στο μέσον μεταξύ σοφίας και μωρίας. Τα πράγματα δηλαδή έχουν ως εξής: Θεός κανένας δεν φιλοσοφεί, ούτε ποθεί να γίνει σοφός, αφού είναι. Ομοίως και οποιοσδήποτε άλλος είναι σοφός, δεν φιλοσοφεί. Αφ’ ετέρου ούτε οι μωροί φιλοσοφούν, ούτε ποθούν να γίνουν σοφοί. Διότι αυτό ακριβώς είναι το κακό της μωρίας, το ότι, χωρίς να είναι κανείς ωραίος και καλός και φρόνιμος, είναι ικανοποιημένος από τον εαυτό του. Εκείνος επομένως, που δεν φαντάζεται ότι του λείπει τίποτε, δεν έχει τον πόθο εκείνου, το οποίο δεν φαντάζεται πως του χρειάζεται”.
Και ποιοί είναι τότε οι φιλοσοφούντες, Διοτίμα ρώτησα εγώ “αφού δεν είναι μήτε οι σοφοί μήτε οι μωροί;”
Μα αυτό επιτέλους είπε “είναι και σ’ ένα παιδί φανερό: ακριβώς όσοι ευρίσκονται στο μέσον αυτών των δύο. Μεταξύ αυτών θα πρέπει να είναι και ο Έρως. Γιατί η σοφία ανήκει φυσικά στα ωραιότερα πράγματα. Ο Έρως είναι έρως προς το ωραίο. Κατ’ ανάγκην άρα ο Έρως είναι φιλόσοφος, και σαν φιλόσοφος που είναι, βρίσκεται μεταξύ της σοφίας και της μωρίας. Οφείλεται δε και τούτο στην καταγωγή του. Επειδή είναι από πατέρα μεν σοφό και πολυμήχανο, από μητέρα δε αμήχανο και όχι σοφή. Αυτή λοιπόν είναι, αγαπητέ Σωκράτη, η φύση του δαίμονος. Αυτό δε που συ εξέλαβες σαν Έρωτα – δεν είναι διόλου παράξενο αυτό που σου συνέβη. Εξέλαβες, υποθέτω (και το συμπεραίνω απ’ όσα λες), το αντικείμενο του έρωτος ως Έρωτα, όχι το υποκείμενο. Έτσι λοιπόν, νομίζω, αντίκρυζες τον Έρωτα σαν κάτι πανέμορφο. Γιατί όντως το αντικείμενο του έρωτα είναι ωραίο, τρυφερό, τέλειο, αξιομακάριστο. Το υποκείμενο όμως του έρωτα έχει διαφορετική εμφάνιση, όπως εγώ σου την περιέγραψα”.
24. Εγώ τότε είπα:
Πολύ καλά, ξένη, έχεις δίκιο. Έτσι που είναι ο Έρως, ποια χρησιμότητα έχει για τους ανθρώπους;
Αυτό ακριβώς είπε “Σωκράτη, θα προσπαθήσω τώρα να σου αναπτύξω. Ο Έρως λοιπόν, είπαμε, είναι τέτοιας φύσεως και τέτοιας καταγωγής, στρέφεται δε, κατά τον ισχυρισμό σου, προς τα ωραία. Αν μας ρωτούσε όμως κάποιος: Υπό ποίαν έννοια στρέφεται ο Έρως προς τα ωραία, Σωκράτη και Διοτίμα; – ή μάλλον με μεγαλύτερη σαφήνεια, ως εξής: Αγαπά ο ερωτευμένος τα ωραία. Τι κυρίως αγαπά;”
Να γίνουν δικά του είπα τότε εγώ.
Εντούτοις η απάντησή σου είπε “χρειάζεται ακόμη ένα παρόμοιο ερώτημα: Τι θα κερδίσει εκείνος που θ’ αποκτήσει τα ωραία;
Της είπα ότι δεν είχα πλέον τόσο πρόχειρη απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα.
Καλά είπε. “Υπόθεσε τώρα, ότι επιφέρει μία τροποποίηση και θέτει αντί του ωραίου το αγαθό, και σ’ ερωτά: Απάντησέ μου, Σωκράτη: αγαπά ο ερωτευμένος τ’ αγαθά. Τι κυρίως αγαπά;”
Να γίνουν δικά του είπα εγώ.
Και τι έχει να κερδίσει εκείνος που θα γίνουν δικά του τ’ αγαθά;
Σε αυτό μου είν’ ευκολώτερο να βρω απάντηση είπα. Θα γίνει ευτυχισμένος”.
Πράγματι προσέθεσε “με την κατοχή των αγαθών είναι ευτυχισμένοι οι ευτυχισμένοι, ούτε είν’ ανάγκη να ρωτήσουμε περαιτέρω: για ποιο σκοπό θέλει να είναι ευτυχισμένος όποιος το θέλει; Τουναντίον η απάντησή μας παρουσιάζεται σαν τελειωτική”.
Αλήθεια είναι είπα εγώ.
Αυτή τώρα τη θέληση και τον έρωτα τούτον θεωρείς πως είναι κοινά σε όλους, όλοι δηλαδή θέλουν να έχουν παντοτινά στην κατοχή τους τ’ αγαθά; ή πως αλλιώς το φαντάζεσαι;
Έτσι ακριβώς είπα εγώ. “Ότι είναι σε όλους κοινό”.
Γιατί τότε, Σωκράτη, είπε “δεν λέμε για όλους ότι έχουν έρωτα, αφού όλοι έχουν τον έρωτα των ίδιων πραγμάτων και παντοτινά, μόνον λέμε ορισμένα πρόσωπα πως έχουν έρωτα, και άλλα πάλι όχι;”
Εκπλήσσομαι είπα “και εγώ”.
Αλλά δεν πρέπει είπε “να εκπλήσσεσαι. Απλούστατα έχουμε αποχωρίσει προφανώς από τον έρωτα ορισμένο είδος αυτού, και αυτό ονομάζουμε έρωτα, αποδίδοντες σ’ αυτό την ονομασία του συνόλου ενώ για τα υπόλοιπα είδη μεταχειριζόμαστε άλλες ονομασίες”.
Κανένα παράδειγμα; είπα εγώ.
Να ένα. Γνωρίζεις ότι ποίησις είναι κάτι γενικό κάθε αιτία μεταβάσεως οποιουδήποτε πράγματος από την ανυπαρξία στην ύπαρξη είναι ποίησις, επομένως και οι εργασίες οι υπαγόμενες σε όλες τις τέχνες είναι είδη ποιήσεως, και οι ενεργούντες αυτές είναι όλοι ποιητές.
Αληθινά.
Μολαταύτα είπε “δεν ονομάζονται, καθώς γνωρίζεις ποιητές, αλλά φέρουν διάφορα ονόματα, χώρισαν δε από την γενική έννοια ποίησις ένα μέρος, το ασχολούμενο με τη μουσική και τους στίχους, και τούτο αποκαλούν με τ’ όνομα του συνόλου. Πράγματι ποίηση ονομάζεται αυτό και μόνον, και ποιητές οι καλλιεργούντες αυτό το τμήμα της ποίησης”.
Σωστά μιλάς είπα.
Το ίδιο λοιπόν και με τον έρωτα. Υπό την καθολική του σημασία, κάθε πόθος των αγαθών και της ευδαιμονίας είναι ο μεγαλώτατος και δολοπλόκος Έρωτας κάθε ανθρώπου. Αλλ’ όμως για τα πρόσωπα μεν που επιδίδονται σ’ αυτόν κατά διαφόρους άλλους τρόπους, είτε με οικονομικές ενασχολήσεις, είτε με το πάθος τους προς τον αθλητισμό ή προς την επιστήμη, για όλα αυτά δεν λέμε ούτε πως ερωτεύονται ούτε πως είν’ εραστές. Αντιθέτως όσοι ακολουθούν και καλλιεργούν με ζήλο ορισμένο είδος αυτού, λαμβάνουν το όνομα του όλου, έρως και εράν και ερασταί
Καταντά να είναι σωστά” είπα εγώ “όσα λέγεις”.
Βέβαια υποστηρίζουν ορισμένη άποψη είπε “κατά την οποία ερωτευμένοι είναι όσοι ζητούν να βρουν το ήμισύ τους. Η γνώμη μου όμως είναι, φίλε μου, ότι του έρωτα το αντικείμενο ούτε το ήμισυ είναι ούτε το όλον, αν ίσως τούτο δεν είναι αγαθό. Απόδειξη, ότι οι άνθρωποι από τον ίδιο τον εαυτό τους και πόδια και χέρια δέχονται ν’ αποκοπούν, αν τύχει και πεισθούν ότι τα μέλη τους είναι βλαβερά. Γιατί δεν προσκολλάται, νομίζω, στα μέρη του εγώ του ο καθένας, παρά μόνο εφ’ όσον το αγαθό αποκαλεί δικό του και μέρος του εγώ του, ξένο δε το κακό. Γιατί εκείνο, προς το οποίο στρέφεται ο έρως των ανθρώπων, δεν είναι τίποτε άλλο παρά το αγαθό. Μήπως έχεις αντίθετη γνώμη;”
Μα τον θεό είπα “εγώ όχι”.
Είναι όμως άραγε σωστό είπε “να λέμε απλά έτσι, ότι ο άνθρωπος έχει έρωτα προς τ’ αγαθό;”
Ναι είπα.
Καλά, και δεν πρέπει να προσθέσουμε είπε “ότι και προς την κατοχή του αγαθού έχει έρωτα;”
Να το προσθέσουμε.
Αλλά μήπως όχι προς την κατοχή απλώς, αλλά και προς την παντοτινή κατοχή;
Και τούτο να προστεθεί.
Είναι λοιπόν περιληπτικά είπε “του έρωτα αντικείμενο η παντοτινή του αγαθού κατοχή”.
Έχεις απόλυτο δίκιο είπα.
25. “Δεδομένου λοιπόν, ότι ο έρως στρέφεται πάντοτε προς αυτό” είπε “με ποιον τρόπο και με ποια ενέργεια πρέπει να το επιδιώκουν εκείνοι, των οποίων ο ζήλος και η επιμονή θα μπορούσε ν’ αποκληθεί έρωτας; Τι να είναι το έργο αυτό; Μπορείς να μου απαντήσεις;”
Μα δεν θα ήμουν τότε είπα εγώ “θαυμαστής της σοφίας σου, Διοτίμα, ούτε θα φοιτούσα κοντά σου να πάρω μαθήματα σ’ αυτό ακριβώς το κεφάλαιο”.
Θα σου πώ τότ’ εγώ είπε. “Είναι λοιπόν τούτο γέννηση εντός του ωραίου, και σωματική και ψυχική”.
Μάντεως δύναμη απήντησα “χρειάζεται, για να καταλάβω τι να σημαίνουν τα λόγια σου. Δεν καταλαβαίνω”.
Θα εκφρασθώ λοιπόν είπε “καθαρότερα: Όλοι οι άνθρωποι, Σωκράτη” εξακολούθησε “εγκυμονούν και κατά το σώμα και κατά την ψυχή. Όταν δε φθάσουν σε ορισμένη ηλικία, η φύση μας τότε αισθάνεται την επιθυμία να γεννήσει. Τοκετός όμως εντός του ασχήμου δεν είναι δυνατός. Μόνο εντός του ωραίου. Διότι και η ένωση ανδρός και γυναικός τοκετός είναι. Το φαινόμενο δε αυτό είναι θείο, και είναι τούτο το αθάνατο στοιχείο μέσα στη ζωική μας φύση, που είναι θνητή: η κυοφορία και η γέννηση. Αλλ’ αυτά δεν είναι δυνατόν να συντελεσθούν εντός του ανάρμοστου, και είναι ανάρμοστη η ασχήμια προς κάθε τι το θεϊκό. Μόνο η ωραιότητα ευρίσκεται σε αρμονία προς αυτό. Σαν Μοίρα λοιπόν και Ειλείθυια επιστατεί στην γένεση η Καλλονή. Γι’ αυτό όποτε εκείνο που κυοφορεί πλησιάζει κάτι ωραίο, χαίρεται τότε και γίνεται από αγαλλίαση διαχυτικό και γεννά και γονιμοποιεί. Όποτε αντίθετα πλησιάζει κάτι άσχημο, σκυθρωπό και στενοχωρημένο ζαρώνει και απομακρύνεται και σφίγγεται και δεν γεννά, αλλά κρατεί τον γόνο του και υποφέρει πολύ. Έτσι προέρχεται ο μεγάλος εκείνος εναγώνιος πόθος προς την ωραιότητα, που αναπτύσσεται στον κυοφορούντα και κατεχόμενο ήδη από πλησμονή οργασμού. Απολυτρώνει από πόνους σφοδρούς εκείνον που θα την αποκτήσει. Άλλωστε δεν στρέφεται προς το ωραίο” είπε “ο έρως, όπως εσύ πιστεύεις, Σωκράτη”.
Αλλά προς τι;
Προς την γέννηση και τον τοκετό εντός του ωραίου.
Έστω είπα εγώ.
Πολύ καλά λέγει. “Αλλά γιατί προς την γέννηση; Γιατί η γέννηση είναι κάτι αιωνίως αναπαραγόμενο και αθάνατο, όσον ενδέχεται σε θνητό πλάσμα. Αθανασία δε (αυτό συνάγεται από όσα διαπιστώσαμε από κοινού) οφείλει να ποθεί ο έρωτας ταυτόχρονα με το αγαθό, εφ’ όσον στρέφεται προς την παντοτινή κατοχή του αγαθού. Κατ’ ανάγκη λοιπόν, επί τη βάσει της αρχής αυτής, και η αθανασία επίσης είναι του έρωτα αντικείμενο”.
26. Αυτά γενικώς μου ανέπτυσσε, κάθε φορά που έκαμε λόγο περί των προβλημάτων του έρωτα, κάποτε δε μου απηύθυνε το ερώτημα:
Ποια φαντάζεσαι, Σωκράτη, είν’ η αιτία του έρωτα τούτου και του πόθου; Δεν έχεις προσέξει λοιπόν τον ζωηρό ερεθισμό, στον οποίο υποπίπτουν όλα τα ζώα, όταν τα καταλάβει η επιθυμία να γεννήσουν, και τα χερσαία και τα πετεινά, πως αρρωσταίνουν όλα και κατακυριεύονται από τον έρωτα, πρώτα μεν να ενωθούν μαζί, έπειτα δε για την ανατροφή του γεννηθέντος; Πως είναι αποφασισμένα, προς υπεράσπιση τούτων, και πόλεμο να διεξάγουν, ακόμη και τ’ ασθενέστερα προς τα δυνατότερα, και στον θάνατο να βαδίσουν υπέρ αυτών, και να πεθάνουν από την πείνα αυτά τα ίδια για να εξασφαλίσουν σ’ εκείνα την τροφή και το κάθε τι να πράξουν; Καλά είπε “οι άνθρωποι. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς, ότι το κάνουν από υπολογισμό. Αλλά τα ζώα ; Ποιος είναι ο λόγος αυτής της ερωτικής του συγκίνησης; Μπορείς να μου εξηγήσεις;”
Και εγώ τόνιζα και πάλι, ότι δεν ήξερα. Εκείνη τότε είπε:
Έχεις λοιπόν την ιδέα, πως θα γίνεις ποτέ έμπειρος στα ζητήματα του έρωτα εφ’ όσον δεν κατανοείς αυτά;
Μα σου το είπα, Διοτίμα, και προ ολίγου. Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που ήλθα κοντά σου, επειδή κατάλαβα πως χρειάζομαι διδασκαλία. Λέγε μου λοιπόν και αυτού του φαινομένου την εξήγηση και των άλλων των σχετιζομένων με τον έρωτα.
Λοιπόν είπε “εφ’ όσον η πεποίθησή σου είναι ότι αντικείμενο φυσικό του έρωτα είν’ εκείνο, το οποίο πολλές φορές από κοινού διαπιστώσαμε δεν πρέπει να εκπλήσσεσαι. Διότι και στην περίπτωση αυτή, όπως και εκεί, για τον ίδιο λόγο επιδιώκει η φύση η θνητή, καθ’ όσον είναι δυνατόν, να είν’ αιωνία και αθάνατη. Δυνατόν δε της είναι κατ’ αυτόν μόνο τον τρόπο, δια της αναπαραγωγής, με το ν’ αφήνει πάντοτε στου παλαιού την θέση ένα νέο παρόμοιο.
Άλλωστε και σε ό,τι ονομάζουμε ενότητα ατομικής ζωής και υπάρξεως κάθε εμψύχου όντος – π.χ. ένας άνθρωπος από την παιδική του ηλικία μέχρις ότου γίνει γέροντας, θεωρείται πως είναι ο ίδιος μολονότι δεν έχει ποτέ τα ίδια συστατικά στον οργανισμό του, εν τούτοις λέμε πως είναι ο ίδιος, ενώ διαρκώς ανανεώνεται και αποβάλλει μερικά στις τρίχες, τη σάρκα, τα οστά, το αίμα σε ολόκληρο γενικά το σώμα. Και όχι μόνο στο σώμα. Αλλά και στην ψυχή, οι τρόποι, τα ήθη, οι αντιλήψεις, οι επιθυμίες, οι ηδονές, οι λύπες, οι φόβοι, τίποτε απ’ αυτά δεν παραμένει αναλλοίωτο σε κάθε άτομο, αλλά γεννώνται μεν άλλα, άλλα δε χάνονται. Πολύ δε περισσότερο παράδοξο είναι ακόμη, ότι και οι γνώσεις, όχι μόνο άλλες μας έρχονται και άλλες μας αφήνουν και ποτέ δεν είμαστε οι ίδιοι ούτε ως προς τις γνώσεις, αλλά και μία και μόνη γνώση έχει την ίδια τύχη. Γιατί αυτό που ονομάζουμε μελέτη, γίνεται με την προϋπόθεση ότι η γνώση εξαφανίζεται. Άλλωστε η λησμοσύνη είν’ εξαφανισμός γνώσης, ενώ αφ’ ετέρου η μελέτη, επειδή εισάγει νέα παράσταση στη θέση αυτής που αποχωρεί, διατηρεί τη γνώση, ώστε να φαίνεται πως παραμένει η ίδια. Πράγματι μ’ αυτό μόνο το μέσον διατηρείται κάθε θνητή ύπαρξη, όχι με το να παραμένει αιωνίως αναλλοίωτη σε όλα, όπως το θείον, αλλά με το ν’ αφήνει για κάθε τι που φεύγει και παλαιώνει, ένα άλλο νέο στην θέση του, όμοιο όπως αυτό. Μ’ αυτό το τέχνασμα” είπε “Σωκράτη, έχει μέρος στην αθανασία η θνητή ύπαρξη, και ως προς το σώμα, και ως προς όλα τ’ άλλα. Η αθάνατη πάλι με άλλο. Μη σου φαίνεται λοιπόν παράξενο, ότι κάθε ύπαρξη ενστικτωδώς αποδίδει σημασία στο αποβλάστημά της. Χάριν της αθανασίας συνοδεύει τα όντα όλα ο ζήλος αυτός και ο έρωτας”.
27. Και εγώ, έκπληκτος για όσα άκουσα, είπα:
Λοιπόν λέω “σοφώτατη Διοτίμα. Στα σοβαρά είναι τα πράγματα έτσι, όπως τα παριστάνεις;”
Και εκείνη με ύφος σωστού καθηγητού είπε:
Μην έχεις καμιά αμφιβολία, Σωκράτη. Άλλωστε και των ανθρώπων αν θελήσεις να κοιτάξεις την φιλοδοξία, θα σε κατελάμβανε απορία με τον παραλογισμό, εφ’ όσον δεν έχεις υπ’ όψη σου όσα σου έχω αναπτύξει, όταν σκεφθείς πόσον ζωηρά τους συγκινεί ο πόθος να γενούν ονομαστοί κι αθάνατη μες στους αιώνες να θεμελιώσουν δόξα. Χάριν αυτού είν’ αποφασισμένοι και σε κινδύνους πάσης φύσεως να εκτεθούν περισσότερο βέβαια για χάρη των παιδιών τους, και χρήματα να ξοδεύσουν και ταλαιπωρίες να υποστούν οποιεσδήποτε και την ζωή τους να θυσιάσουν. Ή μήπως φαντάζεσαι είπε “ότι η Άλκηστη θα βάδιζε χάριν του Άδμητου στον θάνατο και ο Αχιλλέας τον Πάτροκλο θ’ ακολουθούσε στον θάνατο, και ο Κόδρος ο δικός σας χάριν της βασιλείας των παιδιών του θα δεχόταν πρόωρο θάνατο, αν δεν πίστευαν ότι αθάνατη θα έμενε η ανάμνηση του ηρωισμού τους, αυτή που σήμερα εμείς διατηρούμε; Κάθε άλλο” είπε. “Αντίθετα νομίζω, χάριν της αθανασίας και της αξίας της προσωπικής τους και χάριν μεγαλοδόξου υστεροφημίας οι πάντες τα πάντα ενεργούν, όσο ανώτεροι είναι, τόσο περισσότερο. Διότι προς την αθανασία είν’ ο έρωτάς τους.
Όσοι λοιπόν” εξακολούθησε “εγκυμονούν κατά το σώμα, στρέφονται μάλλον προς τις γυναίκες και εξασκούν τον έρωτα κατ’ αυτόν τον τρόπον, εξασφαλίζοντες με την απόκτηση παιδιών για το μέλλον όλο, όπως φαντάζονται, αθανασία του εαυτού τους και υστεροφημία και ευδαιμονία. Όσοι αφ’ ετέρου εγκυμονούν στην ψυχή – γιατί υπάρχουν πράγματι άνθρωποι” είπε “οι οποίοι κυοφορούν στις ψυχές τους, πολύ περισσότερο παρά στο σώμα τους μέσα, όσα είναι πρέπον μια ψυχή και να κυοφορήσει και να γεννήσει. Και τι είναι αυτό το πρέπον; Φρόνηση και τα άλλα προτερήματα. Αυτών ακριβώς οι γεννήτορες είναι και οι ποιητές ανεξαιρέτως και από τους τεχνίτες όσοι θεωρούνται δημιουργικοί. Ασυγκρίτως δε ανωτέρα” είπε “και ωραιοτέρα μορφή φρόνησης είναι αυτή που ασχολείται με τη διαρρύθμιση των πόλεων και των σπιτικών, της οποίας το όνομα, ως γνωστόν, είναι σωφροσύνη και δικαιοσύνη. Αυτά λοιπόν όταν εγκυμονεί κανείς από νεότητας στην ψυχή του και έχει φύση θεία, όταν έλθει η κατάλληλη ηλικία, αισθάνεται πλέον την επιθυμία να γεννήσει και ν’ αναπαραγάγει. Αναζητεί τότε και αυτός επίσης εδώ και εκεί το όμορφο, νομίζω, εντός του οποίου θα μπορούσε να γεννήσει. Ενθουσιάζεται λοιπόν με τα ωραία σώματα, περισσότερο παρά με τ’ άσχημα, αφού κυοφορεί, και αν τύχει να βρει μέσα ψυχή ωραία και αρχοντική και καλοκαμωμένη, ενθουσιάζεται τότε ζωηρά με τον συνδυασμό των δύο. Ενώπιον αυτού του προσώπου αμέσως είναι πλούσιος σε λόγους περί αρετής και περί του ιδεώδους και των καθηκόντων ενός ανωτέρου ανθρώπου, και δοκιμάζει να το εξυψώσει. Διότι με την επαφή, φαντάζομαι, προς το ωραίο πρόσωπο και με την επικοινωνία προς αυτό, γεννά και γονιμοποιεί όσα προ πολλού εγκυμονούσε, είτε κατά την παρουσία του, είτε κατά την απουσία του δια της αναπολήσεως εκείνου. Και ό,τι γεννά, το ανατρέφει από κοινού με εκείνο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο φυλάσσουν μεταξύ τους οι άνθρωποι αυτού του είδους δεσμό πολύ στενώτερο από τον δεσμό των παιδιών και στοργή πολύ σταθερότερη. Γιατί και τα παιδιά τους τα κοινά είναι ωραιότερα και αθανατώτερα. Και κάθε άνθρωπος θα προτιμούσε ν’ αποκτήσει παρόμοια τέκνα μάλλον παρά σωματικά, όταν λάβει τον Όμηρο υπ’ όψη του και τον Ησίοδο και τους άλλους μεγάλους ποιητές: τους καμαρώνει, τι απογόνους αφήνουν πίσω τους, απογόνους που τους χαρίζουν αθάνατα και δόξα και όνομα, όπως και εκείνοι αθάνατοι είναι. Ή αν προτιμάς” είπε “ο Λυκούργος τι παιδιά αφήκε πίσω του στη Σπάρτη, της Σπάρτης σωτήρας και της Ελλάδας, θα έλεγα, όλης. Τιμές απολαμβάνει και ο Σόλων στην πόλη σας για την γέννηση της νομοθεσίας του, και ένα πλήθος άλλοι άνδρες σε πολλούς άλλους τόπους και του Ελληνισμού και των βαρβάρων, οι οποίοι παρουσίασαν πολλά ωραία κατορθώματα και γέννησαν κάθε είδος ανωτερότητας. Σε αυτούς και ιερά ήδη πολλά έχουν ιδρυθεί εξ αιτίας των απογόνων τους, ενώ για τα σωματικά τους παιδιά ποτέ σε κανέναν.
28. Σε αυτά μεν του Έρωτα τα μυστήρια θα ήταν ίσως δυνατόν και συ, Σωκράτη, να μυηθείς. Για την ανώτατη όμως μύηση και αποκάλυψη, χάριν της οποίας και αυτά γίνονται, εφ’ όσον ακολουθεί κανείς την ορθή οδό, δεν είμαι βέβαιη, αν θα είχες τις δυνάμεις. Οπωσδήποτε” είπε “εγώ θα σου τα εκθέσω και δεν θα υστερήσω σε καλή θέληση. Προσπάθησε τώρα και συ να με παρακολουθήσεις, αν μπορείς.
Οφείλει λοιπόν” είπε “όποιος ακολουθεί την ορθή γι’ αυτό το έργο οδό, ν’ αρχίζει μεν από νέος να πλησιάζει τα ωραία σώματα. Και πρώτον μεν, εφ’ όσον σωστά τον καθοδηγεί ο καθοδηγητής του, να ερωτεύεται ένα και μόνο σώμα, και εδώ να ζητά να γεννήσει σκέψεις ωραίες. Έπειτα ν’ αντιληφθεί, ότι η ωραιότητα, που ενυπάρχει σε αυτό ή εκείνο το σώμα, έχει αδελφική συγγένεια προς την ωραιότητα του άλλου σώματος και ότι, εφ’ όσον μέλλει να συλλάβει γενικά την ωραιότητα της εξωτερικής εμφάνισης, θα ήταν μεγάλη ανοησία να μην αναγνωρίζει σαν μία και την αυτή την καλλονή που υπάρχει σε όλα τα σώματα. Όταν δε το αντιληφθεί αυτό, θα γίνει εραστής όλων των ωραίων ανθρώπων και θα μετριάσει την σφοδρή εκείνη προσήλωση προς ένα πρόσωπο. Θα την θεωρήσει κατώτερή του και ανάξια λόγου. Μετά από αυτό θα μάθει να θεωρεί το κάλλος της ψυχής άξιο μεγαλύτερης τιμής παρά το σωματικό. Κατ’ αυτόν τον τρόπο και αν βρει κάποιον, που έχει σωστή ψυχή, παρουσιάζει δε έστω και μέτρια θέλγητρα, να το θεωρεί αρκετό και να του χαρίζει τον έρωτα και την φροντίδα του, ώστε να γεννά και να ζητεί να βρει λόγους τέτοιους, που θα εξυψώσουν την νεολαία. Έτσι θα υποχρεωθεί πάλι ν’ αντικρύσει το κάλλος, που υπάρχει στις πράξεις και στους θεσμούς, και να κάμει την παρατήρηση, ότι το συνέχει όλο συγγένεια εσωτερική, ώστε να θεωρήσει το σωματικά ωραίο σαν κάτι ευτελές. Μετά τις πράξεις θα τον οδηγήσουν προς τις γνώσεις, ώστε να ιδεί επίσης και το κάλλος των γνώσεων και να εκτείνει το βλέμμα προς την πιο πλατειά περιοχή του κάλλους – όχι πλέον προς το κάλλος ενός και μόνου, όπως ένας υπηρέτης του σπιτιού, ώστε ικανοποιούμενος με το κάλλος ενός παιδαρίου ή ορισμένου ανθρώπου ή ενός τρόπου ζωής και υποδουλωμένος σε αυτό, να είν’ ευτελής και στενόκαρδος. Αλλ’ αντίθετα, με το βλέμμα γυρισμένο προς το απέραντο πέλαγος της ωραιότητας και από το θέαμα εκείνου εμπνευσμένος, να γεννά πλήθος από ωραίους και υψηλούς λόγους και σκέψεις μέσα σ’ έναν ανεξάντλητο πόθο πνευματικότητας, έως ότου, ενισχυμένος στο στάδιο αυτό και ωριμασμένος, αντικρύσει την επιστήμη εκείνη, την μία και μόνη, της μιας ωραιότητας, που είναι περίπου τέτοιου είδους.
29. Προσπάθησε όμως” πρόσθεσε “να εντείνεις την προσοχή σου, όσο μπορείς περισσότερο. Όποιος λοιπόν κατά την σπουδή της τέχνης της ερωτικής οδηγηθεί σε τούτο το σημείο, βλέποντας σωστά, την μία μετά την άλλη, τις διάφορες μορφές του ωραίου, όταν προχωρήσει πλέον προς το τέρμα της ερωτικής μυσταγωγίας, θ’ αντικρύσει ξαφνικά ένα κάλλος θαυμασίας φύσεως, εκείνο ακριβώς, Σωκράτη, το κάλλος, χάριν του οποίου καταβλήθηκαν και όλες οι προηγούμενες ταλαιπωρίες, το οποίο πρώτα μεν υπάρχει αιώνιο και δεν υπόκειται ούτε σε γένεση ούτε σε αφανισμό, ούτε σε αύξηση ούτε σε ελάττωση, έπειτα δεν είναι ωραίο από μια άποψη, άσχημο από την άλλη, ούτε ωραίο σήμερα, αύριο όχι, ούτε σχετικά με τούτο ωραίο, σχετικά μ’ εκείνο άσχημο, ούτε εδώ ωραίο, εκεί άσχημο, σάν να ήταν για μερικούς ωραίο, ενώ γι’ άλλους άσχημο. Ούτε αφ’ ετέρου θα του παρουσιασθεί το ωραίο υπό την μορφήν ενός προσώπου ή χεριών ή κάτι άλλου σωματικού, και ούτε υπό την μορφή ενός λόγου ή μιας επιστήμης, ούτε πάντως σαν να υπάρχει σε ένα διαφορετικό ον, σε ένα έμψυχο π.χ ή σε ένα τοπίο ή στον ουρανό ή σε κάτι άλλο. Αλλά σαν κάτι που υπάρχει μόνο του, αυτοτελώς, με τον εαυτό του, ενιαίο στην μορφή, αιώνιο, όλα δε τ’ άλλα τα ωραία μετέχουν εκείνου κατά κάποιον τέτοιο τρόπο, ώστε, με την γένεση και τον αφανισμό εκείνων, εκείνο μήτε αύξηση μήτε ελάττωση καμία να υφίσταται μήτε κανένα άλλον επηρεασμό. Όταν λοιπόν χάρις στην ορθή εφαρμογή της αγάπης των παιδιών, ανεβεί από τα φαινόμενα εδώ κάτω, και αρχίσει ν’ αντικρύζει εκείνο το κάλλος, προσεγγίζει σχεδόν, θα έλεγα, το τέρμα. Διότι αυτό ακριβώς είναι η ορθή οδός προς τα ερωτικά, είτε αυτοβούλως βαδίζεις είτε οδηγείσαι από άλλον, ν’ αρχίζεις από τα ωραία εδώ κάτω εν όψει εκείνης της ωραιότητας και ν’ ανεβαίνεις διαρκώς, μεταχειριζόμενος, βαθμίδες, σα να λέμε, από το ένα προς τα δύο και από τα δύο προς όλα τα ωραία σώματα, και από τα σώματα τα ωραία προς τις ωραίες πράξεις και από τις πράξεις προς τις μαθήσεις τις ωραίες, έως ότου από τις μαθήσεις φθάσεις σε εκείνη τελικά την μάθηση, η οποία είναι μάθηση εκείνου του απολύτου κάλλους, όχι άλλου, και γνωρίσεις αυτό το ίδιο το κάλλος το απόλυτο.
Σε αυτό το στάδιο της ζωής, αγαπητέ Σωκράτη” είπε η ξένη από την Μαντίνεια “παρά οπουδήποτ’ αλλού, αξίζει η ζωή του ανθρώπου, με την θέα του κάλλους του απολύτου. Αν τύχει κάποτε και το δεις, θα σου φανεί πως δεν συγκρίνεται με χρυσό ή φορέματα πολυτελή, με τα ωραία παιδιά και τους εφήβους, στων οποίων τη θέα χάνεις τώρα τα λογικά σου και πρόθυμος είσαι, και συ και πλήθος άλλοι, όταν βλέπετε τους αγαπημένους σας και βρίσκεσθε διαρκώς μαζί τους, αν ήταν τρόπος, μήτε να τρώγετε μήτε να πίνετε, και μόνο ν’ απολαύετε την θέα και την συντροφιά τους. Φαντάσου” είπε “τώρα αν κανενός του δινόταν η χάρη ν’ αντικρύσει το απόλυτο κάλλος, άδολο, καθαρό, αμιγές, όχι ανακατωμένο με γήινες σάρκες και χρώματα και κάθε άλλη ματαιότητα θνητή, αλλά αν μπορούσε ν’ αντικρύσει το κάλλος το απόλυτο στην θεία μοναδικότητα της μορφής του! Θα ήταν, φαντάζεσαι, χωρίς αξία, η ζωή ενός ανθρώπου” είπε “που έχει το βλέμμα του προς τα εκεί και εκείνο βλέπει με το όργανο που πρέπει, και μ’ εκείνο βρίσκεται μαζί; Ή ξεχνάς” πρόσθεσε “ότι εδώ, και μόνο εδώ, θα έχει το χάρισμα, βλέποντας με ό,τι είναι ορατή την ωραιότητα, να γεννά όχι φαντάσματ’ αρετής, αφού δεν είναι φάντασμα αυτό που αγκαλιάζει, αλλά την αληθινή, αφού την αλήθεια αγκαλιάζει; Και όταν γεννήσει και αναθρέψει αρετή αληθινή, έχει την δυνατότητα να γίνει ο αγαπημένος των θεών και, όσο είναι θεμιτό σε έναν άνθρωπο, να γίνει κι εκείνος αθάνατος”.
Αυτά λοιπόν, Φαίδρε και σεις οι άλλοι, έλεγε η Διοτίμα, και αυτά πιστεύω και εγώ. Και με την πίστην αυτή προσπαθώ και τους άλλους να πείσω, ότι προς απόκτηση τούτου καλύτερος συμπαραστάτης της ανθρώπινης φύσεως από τον Έρωτα δεν είναι δυνατόν να ευρεθεί. Γι’ αυτό ακριβώς εγώ τονίζω, ότι οφείλει κάθε άνθρωπος να λατρεύει τον Έρωτα, και προσωπικά εγώ εκτιμώ του Έρωτα τα έργα και τα εξασκώ ιδιαιτέρως και στους άλλους τα συνιστώ, και εξυμνώ και τώρα και πάντοτε την σημασία και τον ανδρισμό του Έρωτα, όσο φθάνουν οι δυνάμεις μου. Αυτός ο λόγος, Φαίδρε, παραδέξου, αν θέλεις, ότι ελέχθη σαν εγκώμιο στον Έρωτα. Ει δ’ άλλως, ό,τι και όπως σ’ ευχαριστεί να τον ονομάσεις, ονόμασέ τον”.
30. Όταν τελείωσε τον λόγο του αυτόν ο Σωκράτης, οι άλλοι μεν τον συνέχαιραν, ενώ ο Αριστοφάνης δοκίμασε κάτι να προσθέσει περί του λόγου, επειδή τον είχε υπαινιχθεί ο Σωκράτης κατά την ομιλία του. Έξαφνα έγινε τρομερός θόρυβος στην την εξώθυρα από κτυπήματα, σαν να ήταν συντροφιά μεθυσμένων, και άκουσαν φωνή αυλητρίδας. Τότε ο Αγάθων είπε: “Ε σεις παιδιά, δεν πάτε να δείτε τι τρέχει; Και αν είναι κανείς από τους δικούς μας, τον προσκαλείτε. Αν όχι, του λέγετε, πως δεν πίνουμε πια, μόνον αναπαυόμαστε”. Δεν πέρασε πολλή ώρα και άκουσαν στην αυλή την φωνή του Αλκιβιάδη. Μεθυσμένος γερά και με φωνή θορυβώδη, ερωτούσε που είναι ο Αγάθων και ζητούσε να τον οδηγήσουν σ’ εκείνον. Πράγματι τον οδήγησαν μέσα, η αυλητρίδα η οποία τον υποβάσταζε και μερικοί άλλοι της ακολουθίας του. Έτσι πρόβαλε στη είσοδο στεφανωμένος μ’ ένα στεφάνι πυκνό από κισσό και από μενεξέδες και με πλήθος ταινίες στο κεφάλι και είπε:
Παιδιά γεια σας. Έναν μεθυσμένο άνθρωπο, μα πολύ μεθυσμένο, τον δέχεσθε στη συντροφιά σας; Ή να στολίσουμε μόνο το κεφάλι του Αγάθωνα, αφού είν’ αυτός ο σκοπός μας, που ήλθαμε εδώ, και ύστερα πάλι να φύγουμε; Εγώ, πρέπει να σας το πω, χθές δεν μου εστάθη δυνατό να έλθω. Έρχομαι τώρα με τις ταινίες στο κεφάλι, με το σκοπό να στεφανώσω από το δικό μου το κεφάλι το κεφάλι του πρώτου στην λογιότητα και στην ωραιότητα (για να το πω κι αυτό). Θα γελάτε ίσως σε βάρος μου, πως είμαι μεθυσμένος. Μα εγώ, και σεις να γελάτε, το ξέρω καλά, πως λέγω την αλήθεια. Ελάτε λοιπόν! λέγετε αμέσως: με συμφωνία, να μπω ή να μη μπω; Θα πιείτε μαζί μου ή όχι;
Όλοι τότε με θορυβώδεις επιδοκιμασίες τον φώναζαν να μπει μέσα και να καθίσει. Και ο Αγάθων επίσης τον προσκαλούσε. Και εκείνος προχωρούσε προς αυτόν οδηγούμενος από τους ανθρώπους του. Και εκεί που ζητούσε εν τω μεταξύ να ξετυλίξει τις ταινίες για να τον στολίσει, αυτές του έπεσαν στα μάτια του εμπρός, και έτσι δεν παρατήρησε τον Σωκράτη, αλλά κάθισε κοντά στον Αγάθωνα μεταξύ του Σωκράτους και εκείνου. Είχε κάμει ο Σωκράτης τόπον προηγουμένως για να τον βάλουν να καθίσει. Όταν κάθισε κοντά στον Αγάθωνα, τον φίλησε και του έδενε τις ταινίες.
Είπε τότε ο Αγάθων:
Λύσετε, παιδιά, τα σανδάλια του Αλκιβιάδου, για να πλαγιάσει μαζί μας σαν τρίτος.
Ευχαρίστως είπε ο Αλκιβιάδης. “Αλλά ποιός είν’ αυτός ο τρίτος συμπότης;” και συγχρόνως στρεφόμενος βλέπει τον Σωκράτη. Μόλις τον είδε, πήδησε από την θέση του και φώναξε: “Θεέ μου! τι ήταν αυτό; Ο Σωκράτης εδώ; Καρτέρι πάλι μου είχες στήσει αυτού που ξάπλωσες, όπως συνήθιζες πάντα να προβάλλεις ξαφνικά εκεί που δεν περίμενα διόλου πως θα είσαι; Και τώρα πάλι τι θέλεις εδώ που ήλθες; Και έπειτα τι πήγες και ξάπλωσες εδώ και όχι με τον Αριστοφάνη ή μ’ οποιονδήποτε άλλον, που είναι αστείος και του αρέσει να είναι; Μόνον, είχες δεν είχες, τα κατάφερες να πάρεις θέση στο πλευρό του πρώτου εδώ μέσα στην ωραιότητα;”
Και ο Σωκράτης “Αγάθων” είπε “κοίταξε να με προστατεύσεις. Ο έρωτας του ανθρώπου αυτού έχει καταντήσει για μένα βάσανο όχι μικρό. Από τον καιρόν δηλαδή που τον ερωτεύθηκα, δεν έχω πια το δικαίωμα μήτε το βλέμμα μου να στρέψω μήτε τον λόγο ν’ απευθύνω σε κανέναν απολύτως, ωραίο νέο. Ει δ’ άλλως, αυτός εδώ μου δημιουργεί από ζηλοτυπία και φθόνο απίστευτα πράγματα, και με υβρίζει και μόλις συγκρατείται από το να με δείρει. Κοίτα λοιπόν να μη μου κάμει και τώρα τίποτε. Έλα, προσπάθησε να μας συμφιλιώσεις ει δε μη, αν ζητήσει να βιαιοπραγήσει, βοήθησέ με. Γιατί εγώ τρέμω πολύ την παραφορά αυτού του ανθρώπου και την προσήλωσή του στον εραστή”.
Α όχι! συμφιλίωση μεταξύ μας είπε ο Αλκιβιάδης “είναι αδύνατη. Ας είναι όμως! Για αυτά όλα θα σε τιμωρήσω άλλοτε. Τώρα” πρόσθεσε “δώσε μου, Αγάθωνα, ένα μέρος από τις ταινίες, για να στολίσω και αυτού το θαυμάσιο κεφάλι, για να μη μου παραπονιέται, πως στεφάνωσα εσένα, ενώ αυτόν που είν’ εντούτοις νικητής σε όλους μέσα τους ανθρώπους ως προς το πνεύμα όχι μόνον προχθές, όπως συ, αλλά πάντοτε, τον αφήκα αστεφάνωτο”. Και συγχρόνως πήρε από τις ταινίες, έδεσε το κεφάλι του Σωκράτη και έπειτα εξάπλωσε.
31. Όταν βρέθηκε ξαπλωμένος, είπε: “Και τώρα, παιδιά, μου φαίνεται, σα να μην είσθε μεθυσμένοι. Αυτό δεν πρέπει να σας το επιτρέψω. Να πιείτε πρέπει. Αυτή ήταν άλλωστε η συμφωνία μας. Λοιπόν! πρόεδρο της οινοποσίας εκλέγω, μέχρις ότου πιείτε σεις ικανοποιητικά τον … εαυτό μου. Ας φέρουν λοιπόν, Αγάθωνα αν υπάρχει κανένα μεγάλο ποτήρι. Ή μάλλον όχι, δεν χρειάζεται τίποτε. Φέρε μου εδώ” λέγει “εσυ παιδί, εκείνο εκεί το κρυωτήρι” το είχε παρατηρήσει που χωρούσε περισσότερο από δύο λίτρα. Έβαλε να του το γεμίσουν, το άδειασε πρώτα ο ίδιος, και ύστερα έδωσε διαταγή να το γεμίσουν και του Σωκράτους, προσθέτοντας “Με τον Σωκράτη βέβαια, κύριοι, δεν έχει πέραση το τέχνασμά μου. Όσο να του προστάξεις, θα τ’ αδειάσει, χωρίς την πιθανότητα ποτέ να μεθύσει”.
Και ο Σωκράτης, αφού τον κέρασε το παιδί, έπινε. Εν τω μεταξύ ο Ερυξίμαχος είπε: “Αλκιβιάδη, τι είν’ αυτό που κάνουμε; Έτσι χωρίς ανάμεσα καμιά συνομιλία ή κανένα τραγούδι θα πίνουμε, κυριολεκτικά σαν τους διψασμένους;”
Ο Αλκιβιάδης τότε είπε: “Ερυξίμαχε, γιέ υπέροχε από υπέροχο και πολύ φρόνιμο πατέρα, σε χαιρετώ!”
Ευχαριστώ, παρομοίως απάντησεν ο Ερυξίμαχος. “Μα, λέγε, τι πρόκειται να κάνουμε;”
Ό,τι ορίσεις εσύ. Πρέπει άλλωστε να σε υπακούμε.
ένας γιατρός αξίζει όσο χίλιοι ανθρωποι
Πρόσταξε λοιπόν ό,τι θέλεις”.
Τότε άκουσε είπεν ο Ερυξίμαχος. “Εμείς, προτού να έλθεις είχαμε αποφασίσει να εκφωνήσει ο καθένας μας με τη σειρά του εξ αριστερών προς τα δεξιά ένα λόγο περί Έρωτος, τον ωραιότερο που μπορεί, και να του πλέξει το εγκώμιο. Έχουμε μιλήσει όλοι εμείς οι άλλοι. Συ μόνο δεν είπες. Το σωστό λοιπόν είναι, αφού έχεις αδειάσει το ποτήρι σου, να μιλήσεις και συ, και μετά την ομιλία σου να επιβάλεις στον Σωκράτη ό,τι θέλεις, και εκείνος πάλι στον γείτονά του προς τα δεξιά, και ούτω καθεξής”.
Ναι, καλά τα λές, Ερυξίμαχε είπε ο Αλκιβιάδης. “Μα ίσα και ίσα είναι, μεθυσμένος άνθρωπος εγώ να συναγωνίζομαι τους λόγους νηφάλιων; Και έπειτα, καλότυχε, – μα πίστεψες αληθινά τίποτε απ’ όσα είπε προ ολίγου ο Σωκράτης; Δεν το ξέρεις ότι συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο απ’ ό,τι έλεγε; Αυτός, αν τύχει εγώ να εγκωμιάσω μπροστά του κανέναν, είτε θεός είναι είτε άνθρωπος άλλος και όχι αυτός, θα με καταχερίσει εξάπαντος”.
Δεν κρατάς τη γλώσσα σου την βλάσφημη; λέγει ο Σωκράτης.
Α όχι, μα τον Ποσειδώνα είπε ο Αλκιβιάδης “μήτε λέξη μην απαντήσεις σε αυτά που λεω. Εγώ κανέναν άλλο δεν θα δεχόμουν να εγκωμιάσω μπροστά σου”.
Αυτό τότε να κάνεις λεει ο Ερυξίμαχος “αν το θέλεις: τον Σωκράτη να εγκωμιάσεις”.
Τι λες; απαντά ο Αλκιβιάδης. “Το εγκρίνεις, λοιπόν, Ερυξίμαχε; Να τον παραλάβω λοιπόν τον κύριο και να τον τιμωρήσω ενώπιόν σας;
Ε συ λέγει ο Σωκράτης “τι έχεις στο νου σου; Προς γελοιοποίηση θα μ’ εγκωμιάσεις; ή κάτι άλλο πρόκειται να κάνεις;”
Την αλήθεια θα πω. Σκέψου, το επιτρέπεις;
Την αλήθεια; Χωρίς άλλο λεει “σου επιτρέπω, και σε παρακαλώ μάλιστα να την πεις”.
Άρχισα ήδη είπε ο Αλκιβιάδης. “Και συ, να τι να κάμεις: αν τύχει και πω καμία ανακρίβεια, σταμάτα με, αν θέλεις στη μέση, και λέγε ότι αυτό που λεω είναι ψεύδος. Με το θέλημά μου άλλωστε δεν πρόκειται να πω κανένα ψεύδος. Αν όμως διηγούμαι πότε το ένα πότε το άλλο, όπως τα επαναφέρω στην μνήμην μου, δεν πρέπει να σου φανεί παράδοξο. Δεν είναι διόλου εύκολο, στην κατάσταση που είμαι, ν’ αναπτύξω μία με τρόπο και με την σειρά τους τις εκδηλώσεις του αλλόκοτου χαρακτήρα σου.
32. Του Σωκράτη το εγκώμιο, κύριοι, θα προσπαθήσω να το κάνω έτσι, με παρομοιώσεις. Αυτός βέβαια θα πιστεύσει, προς γελοιοποίηση. Και όμως η παρομοίωση θα γίνει χάριν ακριβείας, όχι προς διακωμώδηση. Ισχυρίζομαι λοιπόν, ότι μοιάζει εξαιρετικά μ’ αυτούς τους Σιληνούς των μαρμαρογλυφείων, που κατασκευάζουν οι καλλιτέχνες, καθισμένους να κρατούν σύριγγα ή αυλούς. Αν τους ανοίξεις στα δύο, αποκαλύπτονται πως κλείνουν μέσα αγάλματα θεών. Και πάλι ισχυρίζομαι πως είναι όμοιος με τον Μαρσύα τον Σάτυρο. Και όσο μεν αφορά την εξωτερική εμφάνιση, ούτε συ, υποθέτω, Σωκράτη, δεν θ’ αμφισβητούσες, ότι τους μοιάζεις. Ότι όμως και στα άλλα είσαι παρόμοιος, άκουσε. Είσ’ ένας αλαζονικός σκώπτης. Ή όχι; Αν το αρνείσαι, θα παρουσιάσω μάρτυρες. Αλλά μήπως αυλητής δεν είσαι; Και πολύ περισσότερο θαυμαστός παρ’ όσον εκείνος. Εκείνος χρειαζόταν μουσικά όργανα, για να σαγηνεύει τους ανθρώπους με την δύναμη που είχε στο στόμα, και τους σαγηνεύει ακόμη και τώρα οποιοσδήποτε παίζει στον αυλό τους σκοπούς του. Διότι τ’ αυλητήματα του Ολύμπου στον Μαρσύα τ’ αποδίδω. Εκείνος του τα δίδαξε. Λοιπόν οι σκοποί εκείνου, είτε καλλιτέχνης αυλητής είν’ εκείνος που τους παίζει στον αυλό, είτε μία κοινή αυλητρίδα, και μόνοι τους έχουν τη δύναμη να φέρνουν τους ανθρώπους σε έκσταση και ν’ αποκαλύπτουν, επειδή έχουν θεία την προέλευση, πόσοι έχουν μέσα τους τον πόθο της θεότητας και της μυσταγωγίας. Ενώ εσύ σε τούτο μόνον διαφέρεις απ’ εκείνον: ότι χωρίς όργανα, με γυμνές τις λέξεις προκαλείς το ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα. Εμείς έξαφνα, όποτε ακούμε έναν άλλον ν’ αναπτύσσει λόγους άλλους, και ας είναι πολύ καλός ομιλητής, μας αφήνει σχεδόν όλους αδιάφορους. Αντιθέτως, όταν ακούει κανείς εσένα να μιλάς ή τις ομιλίες σου να διηγείται ένας άλλος, και ας είναι τελείως ασήμαντος, είτε γυναίκα είναι που τ’ ακούει είτε άνδρας είτε έφηβος, όλοι μένουμε εκστατικοί και αιχμαλωτισμένοι.
Εγώ π.χ., κύριοι, αν δεν κινδύνευα να θεωρηθώ υπερβολικά μεθυσμένος, θα σας διηγιόμουν με όρκους, τι συγκινήσεις έχω δοκιμάσει ο ίδιος από τα λόγια του και δοκιμάζω ακόμη και σήμερα. Όποτε τον ακούω, χοροπηδά η καρδιά μου ζωηρότερα πολύ παρά εκείνων που χορεύουν τον παράφορο χορό των Κορυβάντων, και δάκρυα μου έρχονται από την επίδραση της ομιλίας του. Παρατηρώ δε, πως και άλλοι πάρα πολλοί παθαίνουν τα ίδια. Τον Περικλή όποτε άκουγα και τους άλλους δεινούς ρήτορες, εύρισκα πως μιλούν ωραία, αλλά δεν είχα αισθανθεί ποτέ ανάλογη συγκίνηση, ούτε είχε συνταραχθεί η ψυχή μου τόσο, ούτε κατελαμβάνετο από αγανάκτηση με την σκέψη πως βρισκόμουν σε κατάσταση αιχμαλωσίας. Ενώ υπό την επίδραση αυτού του Μαρσύου επανειλημμένα δοκίμασα αισθήματα παρόμοια, ώστε να πιστέψω, πως δεν άξιζε να ζω στη θέση που είμαι. Και αυτά, Σωκράτη, δεν θ’ αρνηθείς πως είν’ αληθινά. Να και τώρα ακόμη αισθάνομαι, πως αν αποφάσιζα να δώσω ακρόαση, δεν θα μπορούσα ν’αντέξω. Τα ίδια θα πάθαινα. Μ’ αναγκάζει πράγματι να παραδεχθώ, ότι ενώ προσωπικά έχω πολλές ακόμη ελλείψεις, δεν φροντίζω για τον εαυτό μου, αλλ’ ασχολούμαι με των Αθηναίων τις υποθέσεις. Βίαια λοιπόν, σαν να ήσαν οι Σειρήνες, φράσσω τ’ αυτιά μου και απομακρύνομαι. Ει δε μη, ολόκληρη την ζωή μου θα δαπανούσα στο πλευρό του καθισμένος, ως που να γεράσω. Εξ άλλου ενώπιον αυτού (και είναι ο μόνος άνθρωπος) έχω δοκιμάσει το αίσθημα, που δεν θα πίστευε κανείς πως υπάρχει μέσα μου: το να ντρέπομαι οποιονδήποτε. Και όμως αυτόν και μόνον τον ντρέπομαι. Γιατί ξέρω μέσα μου, χωρίς όμως να μπορώ να διαφωνήσω μαζί του, πως δεν χρειάζεται να πράξω ό,τι αυτός μου συνιστά, και όταν απομακρυνθώ, πως υποκύπτω στις τιμές του πλήθους. Δραπετεύω λοιπόν και εγώ από κοντά του και τον αποφεύγω, και όποτε τον συναντήσω, καταλαμβάνομαι από ντροπή για όσα είχα παραδεχθεί. Είναι περιστάσεις, που θα ήμουν ευχαριστημένος να μην τον έβλεπα στους ζωντανούς και εντούτοις, αν τυχόν γινόταν αυτό, θα ήμουν (το ξέρω καλά) πολύ περισσότερο δυστυχής. Έτσι δεν ξέρω κι εγώ τι να κάμω μ’ αυτόν τον άνθρωπο.
33. Και όσον αφορά μεν την επίδραση των αυλημάτων του, αυτά έχουμε δοκιμάσει και εγώ και άλλοι πολλοί ανάλογα, από τούτον εδώ τον Σάτυρο. Ακούστε όμως τώρα και άλλες ενδείξεις, πόσο μοιάζει με τα όντα, με τα οποία εγώ τον συνέκρινα, και πόσο απίστευτη είναι η δύναμη που έχει. Διότι (μην αμφιβάλλετε) κανείς από σας δεν γνωρίζει πραγματικά αυτόν τον άνθρωπο. Εγώ όμως, θα σας τον αποκαλύψω, αφού άπαξ έκαμα την αρχή. Παρατηρείτε λ.χ., πως ο Σωκράτης τρέφει αισθήματα έρωτα προς τους ωραίους νέους και πως τους τριγυρίζει διαρκώς και πως ενώπιόν τους τα χάνει, και αφ’ ετέρου αγνοεί τα πάντα και τίποτε δεν ξέρει – έτσι είναι το ύφος του. Αυτό δεν είναι τρόποι Σιληνού; Και πολύ μάλιστα! Αυτό ακριβώς έχει ενδυθεί απ’ έξω, σαν περίβλημα, όπως ο Σιληνός ο σκαλιστός. Από μέσα όμως, όταν ανοιχθεί, πόσον πλούτο σωφροσύνης, φαντάζεσθε, αγαπητοί μου σύντροφοι, είναι γεμάτος! Πιστεύσετέ με: ούτε όμορφος αν είναι κανείς του κάνει καμία εντύπωση (τουναντίον μάλιστα. Αδιαφορεί σε βαθμό, που κανείς δεν θα το πίστευε), ούτε πλούσιος αν είναι, ούτε άλλο τίποτ’ αν κατέχει από τα χαρίσματα, που καλοτυχίζει ο κόσμος. Όλ’ αυτά τα προσόντα τα θεωρεί τελείως ανάξια και εμάς ένα τίποτε, σας διαβεβαιώ και όλη του την ζωή εξακολουθεί να υποκρίνεται τον αφελή και ν’ αστειεύεται συνεχώς με τους άλλους. Όταν όμως σοβαρευτεί και ανοίξει το εσωτερικό του, δεν ξέρω αν έχει κανείς αντικρύσει τ’ αγάλματα μέσα του. Εγώ όμως τ’ αντίκρυσα κάποτε, και μου φάνταξαν τόσο θεϊκά και χρυσά, τόσο πανέμορφα και εκπληκτικά, ώστ’ έπρεπε χωρίς άλλο να εκτελέσω ο,τιδήποτε μου επέβαλε ο Σωκράτης.
Και επειδή είχα σχηματίσει την ιδέα, πως είχε ενδιαφερθεί σοβαρά για τα θέλγητρα της νεότητάς μου, το θεώρησα εύρημα απροσδόκητο και σύμπτωση ευτυχή, ότι είχα την δυνατότητα να χαρίσω την εύνοιά μου στον Σωκράτη και έτσι να μάθω όλα όσα γνώριζε εκείνος. Είχα άλλωστε εξαιρετική ιδέα για την δύναμη της ομορφιάς μου. Αυτό λοιπόν σκέφτηκα τότε, και ενώ προτού δεν συνήθιζα να τον συναντώ μόνος χωρίς συνοδό υπηρέτη, από τότε απομάκρυνα τον συνοδό μου και έμενα μαζί του μόνος. Οφείλω πράγματι ενώπιόν σας να ομολογήσω ολόκληρη την αλήθεια. Προσέχετε λοιπόν. Και συ, Σωκράτη, αν δεν λεω την αλήθεια, να με διαψεύσεις. Πήγαινα λοιπόν, κύριοι, ολομόναχος μαζί του, και περίμενα, ότι εκείνος δεν θ’ αργούσε να φέρει τον λόγο στο ζήτημα για το οποίο ένας εραστής θα μιλούσε με τον αγαπημένο του μέσα στην απομόνωση, και είχα εκ των προτέρων μεγάλη χαρά. Ε λοιπόν! τίποτε απολύτως απ’ όλα αυτά δεν συνέβαινε. Έκανε μαζί μου τις συνηθισμένες συζητήσεις, περνούσε τακτικά την ημέρα του μαζί, και έπειτα σηκωνόταν και έφευγε. Ύστερα τον προκάλεσα να γυμνασθεί μαζί μου. Και γυμναζόμαστε μαζί με την ελπίδα πως έτσι θα καταλήξω οπωσδήποτε σε ένα τέλος. Και πράγματι εγυμνάζετο και πάλευε μαζί μου συχνά, χωρίς να είναι κανείς παρών. Τι να σας τα λεω; Αποτέλεσμα κανένα δεν έφερα. Αφού λοιπόν μ’ αυτά τα μέσα δεν κατόρθωνα διόλου τον σκοπό μου, αποφάσισα να του επιτεθώ εξ εφόδου και να μην υποχωρήσω στις προσπάθειες, που είχα ήδη αρχίσει, μόνο να μάθω επιτέλους, τι συμβαίνει. Τον προσκαλώ λοιπόν σε δείπνο, απαράλλακτα όπως ένας εραστής, που ζητεί να παραπλανήσει τον αγαπημένο του. Και αυτό ακόμη το θέλημα δεν μου το έκαμε αμέσως. Αλλ’ όμως με τον καιρόν πείσθηκε οπωσδήποτε. Την πρώτη λοιπόν φορά που ήλθε, θέλησε μετά το δείπνο να φύγει. Εγώ τότε από ντροπή τον άφησα. Στη δεύτερη όμως παγίδευση που του έστησα, όταν τελείωσε το δείπνο μας, παρέτεινα την συζήτηση ως αργά τη νύκτα, και όταν εκείνος ζήτησε ν’ αναχωρήσει, εγώ, με την πρόφαση πως ήταν η ώρα περασμένη, τον ανάγκασα να μείνει. Έπεσε λοιπόν ν’ αναπαυθεί στο διπλανό μου ντιβάνι, στο ίδιο που είχε επίσης δειπνήσει. Κανένας δεν κοιμόταν στο δωμάτιο άλλος, μόνο εμείς.
Ως εδώ μεν δεν θα ήταν απρεπές να διηγηθώ την ιστορία μου στον καθένα. Τα απ’ εδώ και πέρα όμως δεν θα τα ακούγατε ποτέ από το στόμα μου, αν πρώτα μεν μέσα στο κρασί, όπως λέγει η παροιμία, με παιδιά ή και χωρίς παιδιά, δεν ήταν η ειλικρίνεια. Έπειτα θα ήταν αδικία, μου φαίνεται, να παραδώσω στην λήθη ένα κατόρθωμα υπερήφανο του Σωκράτη, αφού άρχισα τον έπαινό του. Εκτός αυτού δοκιμάζω και εγώ το πάθημα του ανθρώπου, που δάγκωσε η έχιδνα. Όποιος το πάθει, λένε, δεν δέχεται να το περιγράψει πως ήταν, παρά μόνο σε εκείνους, που έχουν κάποτε δαγκωθεί. Μόνο αυτοί, φαντάζεται, θα ήταν σε θέση να τον καταλάβουν και να τον συγχωρήσουν, αν υπό το κράτος του πόνου παρεφέρθει να πράξει και να εκστομίσει το κάθε τι. Έτσι και εγώ, δαγκωμένος από κάτι οδυνηρότερο και στο πιο ευαίσθητο σημείο, που μπορεί κανείς να δαγκωθεί – στην καρδιά μου δηλαδή ή την ψυχή ή οπωσδήποτε πρέπει να το ονομάσουμε, μ’ εκτύπησαν και μ’ εδάγκασαν της φιλοσοφίας οι λόγοι. Και τρυπούν αγριότερα από την έχιδνα, αν πέσουν πάνω σε ενός νέου όχι κοινού την ψυχή, και παρασύρουν σε κάθε παράφορη πράξη και λόγο – εξ άλλου έχοντας ενώπιόν μου ανθρώπους, όπως ο Φαίδρος, ο Αγάθων, ο Ερυξίμαχος, ο Παυσανίας, ο Αριστόδημος και Αριστοφάνης (τον ίδιο τον Σωκράτη δεν χρειάζεται ν’ αναφέρω) και τόσους άλλους – όλοι σας άλλωστε έχετε μεταλάβει από τον παράφορο ενθουσιασμό και τον διονυσιασμό της φιλοσοφίας, γι’ αυτό και όλοι σας θα τ’ ακούσετε. Έτσι θα με συγχωρήσετε για όσα τότε έπραξα και όσα τώρα λεω. Και σεις οι δούλοι και όποιος άλλος παρίσταται αμύητος και άξεστος, με θυρόφυλλα πολύ μεγάλα φράξετε τ’ αυτιά σας.
34. Λοιπόν κύριοι. Ο λύχνος είχε σβήσει και οι δούλοι ήσαν έξω. Έκρινα τότε, πως έπρεπε ν’ αφήσω τις περιστροφές απέναντί του και ελεύθερα να του πω τι είχα στο νου μου. Τον σκούντησα λοιπόν και του είπα: “Σωκράτη κοιμάσαι;”
Καθόλου μου λέγει.
Ξέρεις λοιπόν, τι έχω σκεφθεί;
Σαν τι; μου είπε.
Νομίζω του λεω “ότι είσαι εσύ ο μόνος εραστής, που απεδείχθη άξιός μου. Αλλά μου δημιουργείς την εντύπωση, ότι δειλιάζεις να μου κάμεις λόγο γι’ αυτό. Εγώ όμως, να πως σκέπτομαι: Βρίσκω πως είναι πολύ ανόητο να μη σου κάμω και τούτο το θέλημα και ό,τι άλλο επίσης χρειάζεσαι τυχόν είτε από την δική μου είτ’ από των φίλων μου την περιουσία. Άλλωστε δεν υπάρχει για μένα σημαντικώτερο πράγμα παρά να γίνω όσο είναι δυνατόν τελειότερος. Και προς τούτο κανένα συμπαραστάτη δεν έχω, νομίζω, αρμοδιότερο εκτός από σένα. Σε παρόμοιο λοιπόν άνθρωπο αν δεν χάριζα την εύνοιά μου, θα ντρεπόμουν πολύ περισσότερο τους ανθρώπους με κρίση, παρ’ όσο, αν την χάριζα, θα ντρεπόμουν το πλήθος το άκριτο”.
Αυτός με άκουσε και μου απάντησε με πολλή ειρωνεία, μ’ εκείνο το ιδιαιτέρως χαρακτηριστικό και συνηθισμένο ύφος του.
Αγαπητέ μου Αλκιβιάδη, φαίνεσαι, μα την αλήθεια, να μην είσαι κακός υπολογιστής, αν βέβαια είναι αληθινά όσα λες, για μένα, και αν υπάρχει μέσα μου κάποια δύναμη, με την βοήθεια της οποίας θα μπορούσες να γίνεις τελειότερος. Προφανώς ένα κάλλος απερίγραπτο θα διακρίνεις μέσα μου, ανώτερο πάρα πολύ από την ωραία σου μορφή. Αυτό λοιπόν βλέπεις και γι’ αυτό θέλεις να συντροφεύσουμε και να κάνουμε ανταλλαγή καλλονής. Έτσι αποβλέπεις να πραγματοποιήσεις σε βάρος μου κέρδος όχι ασήμαντο. Ζητάς ν’ αποκτήσεις σε αντάλλαγμα του φαινομενικού το κάλλος το αληθινό, και το σχέδιό σου είναι πράγματι χάλκινα να δώσεις και χρυσά να πάρεις. Μα καλότυχε. Συλλογίσου καλύτερα. Ίσως δεν αξίζω τίποτε, και συ δεν το αντιλαμβάνεσαι. Είναι γνωστό, του πνεύματος η όραση αρχίζει να βλέπει πιο καθαρά, όταν η όραση των οφθαλμών πλησιάζει να παρακμάσει, και συ απέχεις ακόμη απ’ αυτό πολύ.
Και εγώ όταν τα άκουσα, του λεω:
Ό,τι είχα εκ μέρους μου να πώ, αυτό είναι. Τίποτε δεν πρόφερε το στόμα μου διαφορετικά απ’ ότι σκέπτομαι. Σκέψου τώρα και μόνος σου ό,τι θεωρείς και δια τον εαυτόν σου το καλύτερο και δι’ εμέ.
Αυτό μάλιστα, το είπες σωστά. Στο μέλλον θ’ αποφασίσουμε και θα ενεργήσουμε, όπως θα φανεί και στους δύο μας συμφερότερο και ως προς αυτό το ζήτημα και ως προς τα άλλα.
Εγώ λοιπόν τότε υπέθετα, ότι τον είχαν ήδη πληγώσει τα λόγια που αντάλλαξα μαζί του και είχα εκτοξεύσει, περίπου, ως βέλη. Σηκώθηκα λοιπόν και χωρίς πλέον να του αφήσω καιρό να προσθέσει τίποτε, τον σκέπασα με τον μανδύα μου (ήταν χειμώνας τότε), ξάπλωσα κάτω από την κουβέρτα του, τύλιξα τα χέρια μου γύρω από το σώμα του αληθινά δαιμονίου και εξαιρετικού αυτού όντος και έμεινα πλαγιασμένος έτσι ολόκληρη την νύκτα. Και αυτή τη φορά, Σωκράτη, δεν θα ισχυρισθείς πως είναι ψεύδη αυτά που λέω. Ε λοιπόν! Μ’ όλα που έκαμα εγώ, αυτός εδείχθη τόσο ανίκητος από τα νεανικά μου θέλγητρα, τόσο τα περιφρόνησε και τα γελοιοποίησε, τόσο με ταπείνωσε – και όμως πίστευα πως κάποια αξία είχε αυτό το πράγμα, κύριοι δικασταί. Διότι δικασταί, ναι, είσθε της υπερηφάνειας του Σωκράτη. Μάθετε λοιπόν, σας ορκίζομαι στους θεούς, στις θεές, κοιμήθηκα και ξύπνησα στο πλευρό του Σωκράτη, χωρίς να συμβεί τίποτε περισσότερο παρ’ ό,τι αν είχα κοιμηθεί με τον πατέρα μου ή μ’ έναν αδελφό μεγαλύτερο.
35. Και τώρα ύστερ’ από το επεισόδιο αυτό, πως φαντάζεσθε την ψυχική μου κατάσταση; Από το ένα μέρος πίστευα, πως είχα εξευτελισθεί. Από το άλλο μ’ εθάμβωνε η προσωπικότητα τούτου, η αυτοκυριαρχία και η δύναμη της θελήσεώς του. Είχα ευρεθεί ενώπιον ανθρώπου, που όμοιό του στην φρόνηση και την ευστάθεια δεν περίμενα ποτέ να συναντήσω. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ούτε να θυμώσω επιτέλους είχα την δύναμη και να στερηθώ επομένως την συναναστροφή του, ούτε να τον παρασύρω εύρισκα κανένα μέσον. Διότι με χρήματα (αυτό το ήξερα καλά) ήταν απ’ όλα τα μέρη άτρωτος, περισσότερο παρ’ ό,τι ο Αίας με σίδηρο. Και αφ’ ετέρου από το μέσον, με το οποίο και μόνο έκρινα πως θα μπορούσε να παγιδευτεί, μου είχε διαφύγει. Βρισκόμουν λοιπόν σε αδιέξοδο και γύριζα αιχμαλωτισμένος πέρα ως πέρα απ’ αυτόν τον άνθρωπο, όσο κανείς από κανέναν στον κόσμο.
Είχαν προηγηθεί όλ’ αυτά τα γεγονότα της ζωής μου, όταν κατόπιν μου έτυχε να υπηρετήσουμε μαζί στην εκστρατεία της Ποτείδαιας και να είμαστε εκεί ομοτράπεζοι. Λοιπόν εκεί στις κακουχίες πρώτον υπερτερούσε όχι μόνον από εμένα, αλλά και από όλους μαζί τους άλλους. Όποτε π.χ βρισκόμαστε στην ανάγκη λόγω αποκοπής των συγκοινωνιών, όπως συμβαίνει δα στο μέτωπο, να περάσουμε χωρίς τροφή, δεν ήσαν τίποτε οι άλλοι συγκρινόμενοι μ’ αυτόν ως προς την αντοχή. Και πάλι όταν είχαμε καλοπέραση, μόνος αυτός ήταν σε θέση να την χαρεί. Προ πάντων στην οινοποσία. Δεν την επεδίωκε, αλλά όποτε τον υποχρέωναν να πίνει, τους έβαζε όλους κάτω, και το περισσότερο απίστευτο απ’ όλα: μεθυσμένο τον Σωκράτη δεν έχει δει ποτέ του άνθρωπος. Γι’ αυτό άλλωστε θα σας δοθεί, ελπίζω, και τώρα αμέσως η απόδειξη. Όσον αφορά πάλι την αντοχή του στο ψύχος (και οι χειμώνες εκεί πάνω είναι δριμύτατοι) έκανε θαύματα. Ιδίως κάποτε που ήταν παγωνιά όσο γίνεται διαπεραστική: κανένας δεν ξεμύτιζε από μέσα ή, όποτε έβγαινε κανείς, φορούσαν όλοι ένα πλήθος πρόσθετα ρούχα και παπούτσια και είχαν τυλιγμένα τα πόδια τους σε δέρματα προβάτων. Ε λοιπόν! αυτός υπ’ αυτές τις συνθήκες φορούσε, όταν έβγαινε έξω, τα ίδια ρούχα, όπως και πρωτύτερα συνήθιζε να φοράει, και βάδιζε ανυπόδητος πάνω στον πάγο με μεγαλύτερη άνεση, παρ’ όσο οι άλλοι με τα παπούτσια τους. Και οι στρατιώτες τον στραβοκοίταζαν, νομίζοντας πως ήθελε να τους εξευτελίσει.
36. Και αυτά μεν σχετικά με το ζήτημα αυτό. Αξίζει όμως ν’ ακούσετε
το τι έκανε κι ετράβηξε αυτός ο αντρειωμένος
κάποτ’ εκεί στο μέτωπο. Συγκεντρωμένος δηλαδή σε μία σκέψη του, στεκόταν από την αυγή εκεί και συλλογιζόταν. Και επειδή δεν προχωρούσε στην σκέψη, αντί να παραιτηθεί, εξακολουθούσε να στέκεται και να την ζητά. Και είχε μεσημεριάσει πλέον, και ο κόσμος το πήρε είδηση και με κατάπληξη ανακοίνωσε ο ένας στον άλλον, ότι ο Σωκράτης από το πρωί στέκεται εκεί και παρακολουθεί κάποια σκέψη του. Στο τέλος (είχε βραδιάσει εν τω μεταξύ) μετά το δείπνο μερικοί Ίωνες έσυραν έξω τα στρώματά τους (καλοκαίρι ήταν τότε). Αφ’ ενός μεν για να κοιμηθούν στα δροσερά, αφ’ ετέρου δε για να παραφυλάξουν, αν θα έστεκε έτσι ακίνητος και τη νύκτα. Και αυτός έμεινε πράγματι όρθιος, ως που χάραξε η αυγή και ανέτειλε ο ήλιος. Ύστερα έκαμε την προσευχή του στον ήλιο και απομακρύνθηκε.
Αν αγαπάτε τώρα, στις μάχες. Είναι δίκαιο άλλωστε να του αποδώσω εξάπαντος αυτό τον έπαινο. Κατά τη διάρκεια δηλαδή της μάχης, μετά την έκβαση της οποίας οι στρατηγοί μου απένειμαν το βραβείο της ανδρείας, αυτός με έσωσε, κανένας άλλος. Είχα πληγωθεί. Αυτός όμως δεν δέχθηκε να μ’ εγκαταλείψει, αλλά έσωσε από την μάχη και τα όπλα μου και μαζί και εμένα τον ίδιο. Και εγώ μεν και τότε επέμενα, Σωκράτη, να δώσουν οι στρατηγοί το βραβείο της ανδρείας σε σένα. Ως προς αυτό τουλάχιστον δεν θα έχεις κανένα παράπονο εναντίον μου, ούτε θα πεις ότι ψεύδομαι. Εντούτοις οι στρατηγοί, από σεβασμό προς την κοινωνική μου θέση, ήθελαν ν’ απονείμουν σε μένα το βραβείο. Και εσύ τότε έδειξες μεγαλύτερη προθυμία από τους στρατηγούς, εγώ να το λάβω και όχι εσύ. Εκτός από αυτά, κύριοι, θα άξιζε τον κόπο να παρακολουθήσετε τον Σωκράτη την εποχή που ο στρατός μας πανικόβλητος οπισθοχωρούσε από την μάχη του Δηλίου. Έτυχε πράγματι να βρεθώ εκεί υπηρετώντας στο ιππικό, αυτός δε στο πεζικό. Οπισθοχωρούσε λοιπόν, ενώ το πλήθος είχε ήδη διασκορπισθεί, αυτός και μαζί του ο Λάχης. Και εγώ τυχαίως τους συναντώ, και αμέσως τους φωνάζω, μόλις τους είδα, να μη φοβούνται και δε θα τους αφήσω, τους έλεγα. Σε αυτή λοιπόν, σας λέγω, την περίσταση αντίκρυσα ωραιότερο παρ’ όσο στην Ποτείδαια το θέαμα του Σωκράτη. Γιατί σαν έφιππος δεν χρειαζόταν τόσο να φοβάμαι προσωπικά. Πρώτα, πόσο ανώτερος ήταν από τον Λάχητα στο να διατηρεί την ψυχραιμία του. Έπειτα μου παρείχε την εντύπωση όπως αναφέρεις και συ, Αριστοφάνη, ότι και εκεί βάδιζε τον δρόμο του ακριβώς όπως και εδώ, κορδωμένος και με τα μάτια του ριγμένα ποτ’ εκεί και ποτ’ εδώ. Ατάραχος κοίταζε δεξιά και αριστερά φίλους και εχθρούς και φανέρωνε από πολύ μακριά στον καθένα, ότι αν άπλωνε κανείς επάνω του, θ’ αντισταθεί ο άνθρωπος αυτός με σθένος. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο και υποχωρούσε με κάθε ασφάλεια και αυτός και ο άλλος. Γιατί στον πόλεμο, όσους τηρούν ανάλογη στάση, καταντά μήτε να τους αγγίζουν καν. Προτιμούν να κυνηγούν εκείνους, που το έχουν βάλει πανικόβλητοι στα πόδια.
Υπάρχουν ακόμη και άλλα πολλά και αξιοθαύμαστα, που θα είχε κανείς να προσθέσει σε έπαινο του Σωκράτη. Αλλά ως προς τις άλλες μεν ιδιότητες θα μπορούσε ίσως ν’ αποδώσει κανείς παρόμοια και σε έναν άλλο. Το ότι όμως δεν μοιάζει με κανένα άνθρωπο ούτε από τους αρχαίους ούτε από τους σύγχρονους, αυτό επιβάλλει κάθε θαυμασμό. Τι ήταν π.χ. ο Αχιλλέας, θα μπορούσες να έχεις μία εικόνα από τον Βρασίδα και άλλους. Και πάλι τι ήταν ο Περικλής, από τον Νέστορα και τον Αντήνορα και δεν είναι αυτοί μόνοι. Και για τους άλλους επίσης θα μπορούσες να βρεις αναλογίες παρόμοιες. Άνθρωπο όμως, του είδους που υπήρξε αυτός, αλλόκοτος και ο ίδιος και οι λόγοι του, ούτε κατά προσέγγιση δεν θα βρεις, όσο και να ζητήσεις. Ούτε μεταξύ των αρχαίων ούτε μεταξύ των συγχρόνων – εκτός αν τον παραβάλλεις μ’ αυτούς που λεω, όχι με άνθρωπο οποιονδήποτε, αλλά με τους Σιληνούς και τους Σατύρους, και τον ίδιο και τις ομιλίες του.
37. Διότι – και παρέλειψα ν’ αναφέρω τούτο από την αρχή – και οι συνδιαλέξεις του έχουν καταπληκτική πράγματι ομοιότητα με τους Σιληνούς, που ανοιγοκλείνουν. Όποιος π.χ. θελήσει τυχόν να παρακολουθήσει τις συζητήσεις του Σωκράτη, θα του έκαναν κατ’ αρχάς πολύ κωμική εντύπωση: Αυτή την εμφάνιση έχουν και οι λέξεις και οι εκφράσεις, με τις οποίες είν’ επενδυμένες εξωτερικά, σαν με το δέρμα χυδαίου Σατύρου. Κάτι γαϊδάρους αναφέρει πάντοτε σαμαρωμένους και χαλκωματάδες και πετσωτήδες και βυρσοδέψες, και παρουσιάζεται σαν να επαναλαμβάνει συνεχώς τα ίδια με τις ίδιες λέξεις. Έτσι, οποιοσδήποτε άνθρωπος άπειρος και επιπόλαιος θα γελούσε με τις συζητήσεις του. Όταν όμως τις δεις ν’ ανοίγωνται και όσο περισσότερο εισδύεις στο βάθος τους, θα βρεις τότε, πρώτα μεν ότι είναι οι μόνες συζητήσεις που έχουν νόημα, έπειτα ότι είναι θείες σε ύψιστο βαθμό και κρύβουν μέσα τους πλήθος αγάλματα αρετής, και πλήθος είναι τα ζητήματα που αγγίζουν, ή μάλλον όλα όσα οφείλει να έχει υπ’ όψη του οποιοσδήποτε πρόκειται να γίνει τέλειος άνθρωπος.
Αυτά είναι, κύριοι, όσα έχω να επαινέσω εγώ στον Σωκράτη. Και όσα πάλι παράπονα έχω εναντίον του, τα έβαλα μέσα στην ομιλία μου, τις προσβολές που μου έκαμε. Και δεν είμαι ο μόνος, που έχει μεταχειρισθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο. Και τον Χαρμίδη του Γλαύκωνος και τον Ευθύδημο του Διοκλέους και ένα μεγάλο αριθμό άλλων. Τους εξαπατά, πως είν’ εραστής τους, και στο τέλος καταντά να γίνεται ο ίδιος ερώμενος αντί για εραστής. Το ίδιο επίσης λεω και προς σε, Αγάθωνα. Να μην αφήσεις να σ’ εξαπατήσει αυτός εδώ, μόνο να πάρεις τα μέτρα σου, τώρα που έμαθες από τα παθήματα τα δικά μας, ώστε να μη σου γίνει μάθημα το πάθημα, όπως στον ανόητο της παροιμίας”.
38. Αυτά είπε ο Αλκιβιάδης, και αμέσως αντήχησαν γέλια για την ελευθεροστομία του, επειδή φαινόταν να είν’ ερωτευμένος ακόμη με τον Σωκράτη.
Τότε ο Σωκράτης “Αμέθυστο σε βρίσκω Αλκιβιάδη” του λεει. “Ειδεμή, δεν θα μεταχειριζόσουν τόσο επιδέξιες τεχνικές περιστροφές, προσπαθώντας ν’ αποκρύψεις το ελατήριο, χάριν του οποίου ανάπτυξες όλ’ αυτά, και δεν θα το τοποθετούσες στο τέλος, σαν να το ανέφερες δήθεν στη ροή του λόγου. Σά να μην ήταν η πρόθεση της όλης σου ομιλίας να μας βάλεις να μαλώσουμε εγώ και ο Αγάθωνας, με την πεποίθηση ότι έχουμε καθήκον, εγώ μεν κανέναν άλλον να μην αγαπώ εκτός από σένα, ο δε Αγάθων κανενός άλλου τον έρωτα να μη δέχεται παρά μόνο τον δικό σου. Αλλά δεν μας γελάς. Όλη σου αυτή η σκηνοθεσία με τους Σατύρους και τους Σιληνούς ξεσκεπάσθηκε τελείως. Καλέ μου Αγάθων, ας μη του περάσει, όχι. Μόνο έχε τον νου σου, κανείς να μη βάλει σκάνδαλα μεταξύ μας”.
Και ο Αγάθων είπε: “Αλήθεια Σωκράτη, σαν να μου φαίνεται πως έχεις δίκιο. Το συμπεραίνω άλλωστε και από το ότι πήγε και πλάγιασε ανάμεσά μας, με την πρόθεση να μας χωρίσει. Ε, λοιπόν! δεν θα του περάσει. Θα έλθω και εγώ να πλαγιάσω κοντά σου”.
Ναι!” λέγει ο Σωκράτης “εδώ έλα και πλάγιασε στα πόδια μου”.
Θεέ μου φώναξε ο Αλκιβιάδης “τι υποφέρω πάλι απ’ αυτόν τον άνθρωπο! Σε όλα εννοεί να με υπερτερεί. Επιτέλους, καημένε, αν όχι τίποτ’ άλλο, άφησε τουλάχιστον τον Αγάθωνα να κάθεται ανάμεσά μας”
Α όχι! αυτό δεν γίνεται λεει ο Σωκράτης. “Εσύ έπλεξες το εγκώμιό μου. Πρέπει τώρα και εγώ να πλέξω το εγκώμιο του προς τα δεξιά. Αν λοιπόν καθίσει ο Αγάθων προς τα πόδια σου, θα πρέπει τότε (δεν είν’ έτσι;) εμέ και πάλι να εγκωμιάσει, αντί να εγκωμιασθεί εκείνος από εμένα. Μα έλα άφησε, αδελφέ, και μη ζηλεύεις το παλληκάρι, αν θα το εγκωμιάσω. Εξ άλλου αισθάνομαι ζωηρή επιθυμία να του πλέξω το εγκώμιο”.
Τι ωραία! λεει ο Αγάθωνας. “Αλκιβιάδη, αδύνατον να μείνω αυτού. Οπουδήποτ’ αλλού θα σηκωθώ και θα πλαγιάσω, για ν’ ακούσω τον πανηγυρικό μου από τον Σωκράτη”.
Να τα πάλι λεει ο Αλκιβιάδης “τα συνηθισμένα! Όπου είναι παρών ο Σωκράτης, είναι αδύνατο άλλος κανείς να έλθει σε επικοινωνία με τους ωραίους. Να και τώρα πάλι, τι εύκολα που βρήκε μία δικαιολογία πιστευτή, ώστε να πλαγιάσει κοντά του εκείνος!”.
39. Ενώ λοιπόν ο Αγάθων σηκωνόταν για να καθίσει κοντά στον Σωκράτη, έξαφνα εμφανίσθηκαν πλήθος άνθρωποι στην πόρτα. Την βρήκαν ανοικτή, επειδή έβγαινε κάποιος εκείνη τη στιγμή, και τράβηξαν κατ’ ευθείαν μέσα και πήραν θέση κοντά τους. Γέμισε τότε όλο το σπίτι θόρυβο, και χωρίς καμιά πλέον τάξη υποχρεώθηκαν να πίνουν πάρα πολύ κρασί.
Και ο μεν Ερυξίμαχος και ο Φαίδρος με μερικούς άλλους, λέγει ο Αριστόδημος, έσπευσαν να φύγουν. Τον ίδιο, τον πήρε ο ύπνος και κοιμήθηκε πάρα πολύ (γιατί οι νύχτες ήταν μεγάλες), ξύπνησε δε προς τα ξημερώματα, όταν λάλησαν πλέον οι πετεινοί. Όταν ξύπνησε, είδε πως οι άλλοι όλοι είχαν αποκοιμηθεί ή είχαν φύγει, ο Αγάθωνας δε και ο Αριστοφάνης και ο Σωκράτης μόνοι ήταν ακόμη άγρυπνοι και έπιναν από ένα μεγάλο κύπελλο από αριστερά προς τα δεξιά. Ο Σωκράτης συζητούσε μαζί τους. Εντούτοις όλα όσα έλεγαν δεν τα συγκράτησε, λέγει ο Αριστόδημος, στη μνήμη του. Γιατί αφ’ ενός μεν δεν τα είχε παρακολουθήσει εξ αρχής, αφ’ ετέρου δε ήταν μισονυσταγμένος. Οι γενικές γραμμές όμως, ήταν, λεει, ότι ο Σωκράτης τους αποσπούσε την ομολογία, ότι είναι έργο του ίδιου προσώπου να γνωρίζει να συνθέτει και τραγωδία και κωμωδία και ότι, όποιος είναι τεχνίτης ποιητής τραγωδιών, είναι συγχρόνως και κωμωδιών ποιητής. Σε αυτά εκείνοι αναγκάζονταν να συμφωνήσουν, χωρίς να παρακολουθούν ενεργά, γιατί εν τω μεταξύ νύσταξαν. Πρώτος αποκοιμήθηκε ο Αριστοφάνης, κατόπιν, όταν είχε πια ξημερώσει, και ο Αγάθωνας.
Τότε ο Σωκράτης, αφού τους έβαλε να κοιμηθούν, σηκώθηκε και έφυγε. Αυτός τον ακολούθησε, όπως συνήθως. Όταν έφθασε στο Λύκειον, πλύθηκε και ασχολήθηκε το υπόλοιπο της ημέρας όπως πάντα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο πέρασε την ημέρα του, και ύστερα προς το βράδυ πήγε στο σπίτι του ν’ αναπαυθεί.
ΤΕΛΟΣ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ: ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ
ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ
Παρακαλούμε κλικάρετε επάνω στο “τίτλο” της επιλογής σας ώστε να δείτε ολόκληρη την ανάρτηση.
Ένα ΜΕΓΑΛΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ
- στο φίλο μας το Μανώλη για τα αρχεία που μας έστειλε
- στο φίλο μας το Χρήστο επίσης για τα αρχεία που μας έστειλε
ενώ ορισμένα από τα βιβλία είναι της – ΟΜΑΔΑΣ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ “ΔΙΚΤΥΟΥ” EΛΛΗΝΩΝ -
ΠΡΟΣΟΧΗ
Ορισμένα αρχεία είναι σε μορφή PDF. Τα συγκεκριμένα αρχεία ίσως χρειαστούνε μέχρι και 1-2 λεπτά να “ανοίξουν” μιας και τα περισσότερα από αυτά είναι πολλά “MB” (άνω των 200 σελίδων)













































































Athens Time


















































